1905/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 26 Σεπτεμβρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1905/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στην προκειμένη περίπτωση, φέρεται προς συζήτηση, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, κατά της υπ' αριθμ. 8340/2003 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, μετά την οίκοθεν αναβολή αυτής, από το πινάκιο της 27-9-2010, κατά την οποία είχε αρμοδίως, με την από 10-2-2009 Πράξη του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Δημ. Δαλιάνη, ορισθεί δικάσιμος της υπόθεσης αυτής, σε εκείνο της αναφερομένης στην αρχή της παρούσας δικασίμου.
Full text
Απόφαση 1905 / 2011 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1905/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Στυλιανή Γιαννούκου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 26 Σεπτεμβρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Έ.-Ε. θυγ. Δ. Β., συζ. Κ. Κ., κατοίκου ..., η οποία δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Μ. Α. ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΕΤΙΚΕΤΩΝ-ΥΛΙΚΩΝ ΚΑΙ ΕΙΔΩΝ ΣΥΣΚΕΥΑΣΙΑΣ", με το διακριτικό τίτλο "Μ. Α. ΑΒΕΕ" που εδρεύει στο Μοσχάτο Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνου Γεώργιο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31-12-2001 ανακοπή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θηβών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 268/2002 του ίδιου Δικαστηρίου και 8340/2003 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 16-4-2004 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσίβλητη, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Στυλιανή Γιαννούκου, ανέγνωσε την από 14-9-2011 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη της αντιδίκου της στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σε αυτή με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση επιδόθηκε νομότυπα προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.
Στην προκειμένη περίπτωση, φέρεται προς συζήτηση, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, κατά της υπ' αριθμ. 8340/2003 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, μετά την οίκοθεν αναβολή αυτής, από το πινάκιο της 27-9-2010, κατά την οποία είχε αρμοδίως, με την από 10-2-2009 Πράξη του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Δημ. Δαλιάνη, ορισθεί δικάσιμος της υπόθεσης αυτής, σε εκείνο της αναφερομένης στην αρχή της παρούσας δικασίμου.
Από την προσκομιζόμενη και επικαλούμενη από την αναιρεσίβλητη, υπ` αριθμ. 6779 Ε'/ 19-2-2010 Έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Π. Ε. Γ., προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στην αναιρεσείουσα, με επιμέλεια της αναιρεσίβλητης, η οποία επισπεύδει τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, για την ορισθείσα αρμοδίως δικάσιμο της 27-9-2010, κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση, ως άνω ερήμην αυτής, για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο.
Επομένως, εφ` όσον αυτή δεν εμφανίσθηκε κατά την ανωτέρω μετ` αναβολή ορισθείσα δικάσιμο, κατά την οποία δεν χρειαζόταν νέα κλήτευση, σύμφωνα με την εφαρμοζόμενη και στην αναιρετική διαδικασία διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 ΚπολΔ, κατά την οποία εκφωνήθηκε η υπόθεση από τη σειρά του πινακίου, ούτε εκπροσωπήθηκε με δήλωση πληρεξούσιου δικηγόρου της, κατά το άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία εκείνης που έχει κλητευθεί (άρθρο 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δικ.).
Κατά το άρθρο 564 παρ.1 Κ.Πολ.Δ. η προθεσμία της αναίρεσης είναι τριάντα ημέρες και αρχίζει από την επίδοση της προσβαλλόμενης αποφάσεως, αν ο αναιρεσείων διαμένει στην Ελλάδα. Κατά την έννοια της εν λόγω διάταξης, η οριζόμενη από αυτήν προθεσμία αρχίζει από την επόμενη της επίδοσης της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης ημέρα, καθόσον με τη διάταξη του άρθρου αυτού καθορίζεται απλώς η διάρκεια της προθεσμίας και το γεγονός που την κινεί, ενώ ο τρόπος υπολογισμού της προθεσμίας ρυθμίζεται από τη διάταξη του άρθρου 144 §1 Κ.Πολ.Δ., κατά την οποία οι προθεσμίες που ορίζονται από το νόμο αρχίζουν από την επόμενη ημέρα μετά την επίδοση του σχετικού εγγράφου και λήγουν στις 7 το βράδυ της τελευταίας ημέρας και αν αυτή είναι κατά νόμο εξαιρετέα, την ίδια ώρα της επόμενης μη εξαιρετέας ημέρας. (ΑΠ 684/2010).
Εξ άλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 94, 96, 97, 142 και 143 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι η επίδοση προς διάδικο μπορεί να γίνεται και προς τον νόμιμα διορισμένο αντίκλητό του, εφόσον εξακολουθεί να έχει αυτή την ιδιότητα. Ο διορισμός αντικλήτου γίνεται, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 142 §§ 1 και 4, είτε με δήλωση ενώπιον του γραμματέα του πρωτοδικείου της κατοικίας του διαδίκου είτε με ρήτρα σε σύμβαση (που καλύπτει μόνο τις σχετικές με τη σύμβαση αυτή πράξεις).
Επίσης, έχει την ιδιότητα του αντικλήτου και ο νόμιμα διορισμένος πληρεξούσιος δικηγόρος, στον οποίο μπορούν να γίνονται μόνον οι επιδόσεις που ανάγονται στη δίκη για την οποία είναι πληρεξούσιος, συμπεριλαμβανόμενης και της επίδοσης της οριστικής απόφασης. Μετά όμως την έκδοση της οριστικής απόφασης, σε περίπτωση άσκησης ενδίκου μέσου, μπορεί να γίνει μεν επίδοση της σχετικής κλήσης προς τον υπογράψαντα το ένδικο μέσο, ως πληρεξούσιο δικηγόρο, όχι όμως και προς τον, κατά τη δίκη, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, πληρεξούσιο δικηγόρο του καθού το ένδικο μέσο, ο οποίος μετά την έκδοση της οριστικής αυτής απόφασης παύει να έχει την ιδιότητα του αντικλήτου (αν δεν διορίσθηκε αντίκλητος κατά το άρθρ. 142 §§ 1 και 4 του Κ.Πολ.Δ.) (ΑΠ 30/2011).
Τέλος κατά το άρθρο 577 παρ.1 και 2 ιδίου Κώδικα, το δικαστήριο πρώτα συζητεί για το παραδεκτό της αναίρεσης. Αν η αναίρεση δεν ασκήθηκε νόμιμα ή αν λείπει κάποια προϋπόθεση για να είναι παραδεκτή, ο Άρειος Πάγος την απορρίπτει και αυτεπαγγέλτως. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι το εμπρόθεσμο της άσκησης αίτησης αναίρεσης είναι υπόθεση του παραδεκτού αυτής, τη συνδρομή δε της προϋπόθεσης αυτής εξετάζει ο Άρειος Πάγος και αυτεπάγγελτα βάσει των αποδεικτικών εγγράφων της δικογραφίας, απορρίπτοντας την αναίρεση εάν ελλείψει η προϋπόθεση αυτή (ΑΠ 22/2010).
Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσίβλητη, με τις έγγραφες προτάσεις της, προβάλλει ένσταση απαραδέκτου της ένδικης από 16-4-2004 αίτησης αναίρεσης, λόγω εκπρόθεσμης άσκησης της, επικαλούμενη προς τούτο, ότι επέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση στην αναιρεσείουσα, την 17-3-2004 και η ένδικη αίτηση ασκήθηκε με κατάθεση του δικογράφου αυτής στη γραμματεία του δικαστηρίου που εξέδωσε αυτήν την 19-4-2004, δηλαδή μετά την πάροδο της προθεσμίας των 30 ημερών που τάσσεται από τη διάταξη του άρθρου 564 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.
Όπως προκύπτει από τη μετ' επικλήσεως προσκομιζόμενη από την αναιρεσίβλητη με αριθμ. 844β/17-3-2004 Έκθεση επίδοσης του δικαστικού Επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών ..., ακριβές αντίγραφο της προσβαλλόμενης 8340/2003 απόφασης του Εφετείου Αθηνών επιδόθηκε, με επιμέλεια της αναιρεσίβλητης τη 17-3-2004 στο Λεωνίδα Πανόπουλο, δικηγόρο και κάτοικο Αθηνών, ως πληρεξούσιο και αντίκλητο της αναιρεσείουσας.
Από την προσβαλλόμενη απόφαση, προκύπτει ότι, ο εν λόγω δικηγόρος, εκπροσώπησε μεν ως πληρεξούσιος δικηγόρος την ήδη αναιρεσείουσα, κατά τη δίκη επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, πλην όμως, δεν υπογράφει την ένδικη αίτηση αναίρεσης ως πληρεξούσιος αυτής, ούτε αποδεικνύεται ο διορισμός του ως αντικλήτου της αναιρεσείουσας, κατά το διαγραφόμενο από τη διάταξη του άρθρου 142 επ.
και 96 Κ.Πολ.Δ, νόμιμο τρόπο. Κατ' ακολουθίαν και σύμφωνα με τα εκτεθέντα στην προηγηθείσα μείζονα σκέψη, μετά την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν μπορεί να γίνει επίδοση της ένδικης αίτησης αναίρεσης στον, ως άνω, παραστάντα, κατά τη δίκη, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, ο οποίος μετά την έκδοση της απόφασης αυτής έπαυσε να έχει την ιδιότητα του αντικλήτου, εφόσον δεν διορίσθηκε ως τέτοιος, κατά το άρθρ. 142 επ., ως και 96 του Κ.Πολ.Δ. (ΑΠ 30/2011).
Κατ' ακολουθίαν, εφόσον δεν εχώρησε έγκυρη επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης προς την αναιρεσείουσα, από την επισπευδουσα τη δίκη αναιρεσίβλητη, δεν άρχισε η τασσόμενη από τη διάταξη του άρθρου 564 παρ1 Κ.Πολ.Δ., προθεσμία των τριάντα ημερών, ούτε άλλωστε συμπληρώθηκαν τρία χρόνια, από την, κατά την 20-11-2003 δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης και κατ' ακολουθίαν το ένδικο μέσο της αίτησης αναίρεσης ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.
Μετά απ' αυτά πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμη, η περί του αντιθέτου, ένσταση της αναιρεσίβλητης. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης, ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού, δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε, ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (ΟλΑΠ 1/1999) Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ., λόγος αναίρεσης, για έλλειψη νόμιμης βάσης, με την έννοια της ανεπαρκούς αιτιολογίας, αφορά ελλείψεις αναγόμενες αποκλειστικά στη διατύπωση του αιτιολογικού πορίσματος, αναφορικά με τη συνδρομή ή μη γεγονότων που στη συγκεκριμένη περίπτωση συγκροτούν το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έτσι ώστε, από την ανεπαρκή ή αντιφατική έκθεση του, να μην μπορεί να κριθεί αν η απόφαση στηρίζεται ή όχι νομικώς (ΟλΑΠ 13/1985).
Η έλλειψη, ή ανεπάρκεια, ή η αντιφατικότητα, επομένως των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης, πρέπει να αναφέρονται σε πραγματικά περιστατικά, τα οποία θεμελιώνουν, καταλύουν ή παρακωλύουν το ουσιαστικό δικαίωμα, έτσι ώστε, τα περιστατικά αυτά να μην προκύπτουν σαφώς και επαρκώς, με αποτέλεσμα, εξαιτίας των ελλείψεων αυτών της αποφάσεως, να μην είναι δυνατόν να ελεγχθεί αναιρετικώς αν ορθώς ή όχι εφαρμόσθηκε ο κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, τον οποίον το δικαστήριο εφάρμοσε (ΑΠ 1530/2008).
Η ύπαρξη νόμιμης βάσης και η αντίστοιχη έλλειψη της, πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο δε Άρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του προκειμένου λόγου αναίρεσης, ελέγχοντας μόνον την προσβαλλόμενη απόφαση και το αιτιολογικό της και όχι το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων σε εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ.
Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου απ' αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος. (ΟλΑΠ 861/1984, ΑΠ 356/2010, ΑΠ 1/2011, 841/2011, ΑΠ 1208/2008, ΑΠ 920/98 ).
Δηλαδή μόνον το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 332/2010). Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν αιτιολογία της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του αριθμ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, να επιδέχεται αυτή μομφή για έλλειψη, αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμ. 19 του 559 ΚΠολΔ, ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ειδικότερα ή διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος.
Εξ άλλου, ο εκ του άρθρου 559 αρ.8 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο, παρά το Νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. "Πράγματα" κατά την έννοια της διατάξεως αυτής είναι οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και επομένως στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, ή λόγο έφεσης, όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο, ισχυρισμοί (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 1731/2010).
Δεν αποτελούν "πράγματα" και άρα δεν ιδρύεται ο άνω λόγος αναιρέσεως αν δεν ληφθούν υπόψη, ισχυρισμοί που αποτελούν απλή ή αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ως και οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 163/2004, 1342/1996). Επίσης, δεν ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ., αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη του προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 12/1991).
Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 1018 εδαφ. α' και β' του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, αν ακυρωθεί ο πλειστηριασμός και διενεργηθεί νέος, η απαίτηση του υπερθεματιστή του πλειστηριασμού που ακυρώθηκε να αναλάβει το πλειστηρίασμα που κατέβαλε στον ακυρωθέντα πλειστηριασμό και διανεμήθηκε, κατατάσσεται προνομιακά αμέσως μετά τα έξοδα της εκτέλεσης του νέου πλειστηριασμού και πριν από τις απαιτήσεις των άρθρων 975, 976, 1007, 1012 παρ. 4 και 1015 παρ. 4.
ίδιου Κώδικα, μάλιστα δε, για την προνομιακή ως άνω ικανοποίηση αυτής της απαίτησης, ο υπερθεματιστής μπορεί να επισπεύσει πλειστηριασμό με βάση την απόφαση που ακύρωσε την εκτέλεση και πιστοποίηση του υπαλλήλου του πλειστηριασμού ότι το πλειστηρίασμα έχει καταβληθεί και διανεμηθεί. Το δικαίωμα του υπερθεματιστή ν' αξιώσει το πλειστηρίασμα, που καταβλήθηκε απ' αυτόν, χωρίς όμως να λάβει το πράγμα που πλειστηρίασθηκε, στηρίζεται στις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού (άρθρ. 904 ΑΚ), αδικαιολογήτως δε πλουτίσας (για αιτία λήξασα) στην περίπτωση αυτή είναι ο καθ' ου η εκτέλεση, που απαλλάχθηκε από το χρέος του και όχι οι δανειστές στους οποίους διανεμήθηκε το πλειστηρίασμα.
Για την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 1018 ΚΠολΔ, βασική προϋπόθεση αποτελεί η ακύρωση του διενεργηθέντος πλειστηριασμού, με δικαστική απόφαση, η οποία δέχεται σχετική ανακοπή του νομιμοποιουμένου προς τούτο και η επάνοδος του πλειστηριασθέντος στον καθού η εκτέλεση, αφού το άρθρο 1018 δεν έχει εφαρμογή στην περίπτωση ανενεργείας του πλειστηριασμού βάσει ανακοπής του άρθρου 936 ΚΠολΔ και γενικώς στις περιπτώσεις όπου λόγω νομικών ελαττωμάτων δεν απέκτησε ο υπερθεματιστής το πράγμα που πλειστηριάσθηκε (ΑΠ 42/2010).
Το δεύτερο εδάφιο του άρθρου 1018 παρέχει στον υπερθεματιστή την ευχέρεια επισπεύσεως νέου πλειστηριασμού κατά του καθού εγένετο ο ήδη ακυρωθείς πλειστηριασμός, αν και η απόφαση που ακυρώνει τον ήδη διενεργηθέντα πλειστηριασμό, δεν αποδεικνύει απαίτηση δεκτική εκτελέσεως. αφού απ' αυτήν προκύπτει μόνον η ακύρωση του πλειστηριασμού και δεν επιδικάζεται η απαίτηση του υπερθεματιστή προς επιστροφή του πλειστηριάσματος.
Για την ως άνω επίσπευση, απαιτείται, ως άνω, δικαστική απόφαση που ακυρώνει τον πλειστηριασμό και πιστοποίηση του υπαλλήλου του πλειστηριασμού περί της καταβολής και διανομής του πλειστηριάσματος. Εάν η ακύρωση προηγηθεί της διανομής του πλειστηριάσματος στους δανειστές, δια της διαδικασίας της κατατάξεως, δεν εφαρμόζεται το άρθρο 1018 ΚΠολΔ, ούτε συντρέχει λόγος εφαρμογής του, καθόσον αποδίδεται τούτο στον υπερθεματιστή, ως άνευ αιτίας καταβληθέν.
Εξ άλλου, κατά τον νέο πλειστηριασμό, είναι δυνατόν να πλειοδοτήσει οποιοσδήποτε που έχει την προς τούτο ικανότητα, μεταξύ των οποίων και ο υπερθεματιστής του ακυρωθέντος πλειστηριασμού.
Στην παρούσα, κρινομένη υπόθεση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., εκτίμηση της προσβαλλόμενης απόφασης, η αναιρεσείουσα, με την από 31-12-2001 (με αριθμ. καταθ. 1/10406/2002) ανακοπή της, απευθυνόμενη ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θηβών και στρεφόμενη κατά της ήδη αναιρεσίβλητης, ζήτησε να κηρυχθούν άκυρες: 1) η υπ' αριθμ. 9232/26-9-2001 έκθεση αναγκαστικού πλειστηριασμού και κατακυρώσεως ακινήτου της Συμ/φου Θηβών Αικατερίνης Στέφα, 2) η υπ' αριθμ. 9249/4-10-2001 περίληψη κατακυρωτικής εκθέσεως της ίδιας Συμ/φου, 3) η υπ' αριθμ. 9150/ 11-7-2001 πράξη καταθέσεως εγγράφων και επισπεύσεως πλειστηριασμού της ίδιας Συμ/φου, 4) η από 11-7-2001 εντολή του πληρεξουσίου δικηγόρου της καθής η ανακοπή και 5) η υπ' αριθμ. 1255/16-7-2001 περίληψη κατασχετήριας έκθεσης ακινήτου της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Θηβών , ... .
Επί της ανακοπής αυτής, εκδόθηκε η με αριθμό 268/2002 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θήβας, η οποία απέρριψε την ανακοπή αυτή. Κατά της απόφασης αυτής, ασκήθηκε από την ήδη αναιρεσείουσα η από 13-12-2002 (με αριθμό εκθέσεως 78/2002) έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη 8340/2003 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η έφεση κατά της πρωτόδικης απόφασης.
Ειδικότερα, το Εφετείο που δίκασε, στήριξε την κατ' ουσίαν κρίση του, στις ακόλουθες και ενδιαφέρουσες τους ερευνώμενους στη συνέχεια λόγους αναίρεσης, ουσιαστικές παραδοχές της - που αναιρετικώς ανέλεγκτα έκρινε αποδεδειγμένες- κατ' ακριβή, κατά τούτο αντιγραφή τους: "Με επίσπευση της εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΡΗΤΗΣ ΑΕ, στις 10-6-1998 διενεργήθηκε, συμβολαιογράφου δημόσιος αναγκαστικός πλειστηριασμός, ενός ακινήτου της ανακόπτουσας.
Στον πλειστηριασμό αυτό η καθής ανώνυμη εταιρεία αναδείχτηκε τελευταία υπερθεματίστρια, στην οποία κατακυρώθηκε το ανωτέρω ακίνητο στην τιμή των 8.000.000 δραχμών. Στη συνέχεια, καταβλήθηκε από την καθής το πλειστηρίασμα, το οποίο διαναμήθηκε από την ανωτέρω υπάλληλο του πλειστηριασμού. Ο εν λόγω πλειστηριασμός, στη συνέχεια, ακυρώθηκε με την υπ' αριθμ. 9864/2000 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατόπιν της από 14-9-1998 ανακοπής της και ήδη ανακόπτουσας.
Η καθής η ανακοπή επέσπευσε νέο πλειστηριασμό προκειμένου να αναλάβει το πλειστηρίασμα που διανεμήθηκε, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1018 ΚΠολΔ. Συγκεκριμένα η καθής η ανακοπή - υπερθεματίστρια του ακυρωθέντος πλειστηριασμού προχώρησε στην εν λόγω επίσπευση δυνάμει της από 11-7-2001 εντολής του πληρεξουσίου δικηγόρου της προς το σκοπό εισπράξεως του καταβληθέντος και διανεμηθέντος ανωτέρω πλειστηριάσματος και προς τούτο κατέθεσε στην υπάλληλο του πλειστηριασμού συμβολαιογράφο Θηβών Αικατερίνη Στέφα α) αντίγραφο της ανωτέρω υπ' αριθμ. 9864/2000 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών που ακύρωσε τον πλειστηριασμό και 2) την από 29-5-2001 βεβαίωση της συμβολαιογράφου Θηβών Ασημίνας Κωστή - Γκόγκου, στην οποία βεβαιώνεται ότι το πλειστηρίασμα έχει καταβληθεί και διανεμηθεί".
Με βάση τα ανωτέρω το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ότι " η καθής η ανακοπή νόμιμα επέσπευσε τον νέο πλειστηριασμό δυνάμει της 1255/16-7-2001 περίληψης κατασχετήριας έκθεσης ακινήτου της δικαστικής επιμελήτριας στο πρωτοδικείο Θηβών ..., δεδομένου ότι συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις τις οποίες τάσσει η σχετική διάταξη του άρθρου 1018 ΚΠολΔ και δη α)ακύρωση του πλειστηριασμού με δικαστική απόφαση κατ' άρθρ.933 ΚΠολΔ και β) πιστοποίηση της υπαλλήλου του πλειστηριασμού, ότι το πλειστηρίασμα έχει καταβληθεί και διανεμηθεί.
Στο νέο πλειστηριασμό αναδείχθηκε υπερθεματίστρια και πάλι η καθής, αντί του ποσού των 8.001.000 δραχμών και κατακυρώθηκε σ' αυτή το προαναφερόμενο ακίνητο - αγρόκτημα της ανακόπτουσας". Περαιτέρω το Εφετείο, με την προσβάλλομενη απόφαση του, απέρριψε ως αβάσιμο τον πρώτο λόγο ανακοπής, κατά τον οποίο η ανακόπτουσα ήδη αναιρεσείουσα "ισχυρίζεται ότι ο (νέος) πλειστηριασμός διενεργήθηκε ακύρως σύμφωνα με το άρθρο 1018 ΚΠολΔ, γιατί το πλειστηρίασμα δεν είχε διανεμηθεί και η ανωτέρω από 29-5-2001 βεβαίωση της συμβολαιογράφου περί διανομής του πλειστηριάσματος ήταν ανακριβής ...
δεδομένου ότι η από 29-5-2001 βεβαίωση αποτελεί δημόσιο έγγραφο κατά την έννοια του άρθρου 438 επ. ΚΠολΔ και αποτελεί πλήρη απόδειξη για όλους, ως προς τα γεγονότα που βεβαιώνονται ότι έγιναν από την ανωτέρω συμβολαιογράφο μπορεί δε να ανατραπεί μόνο με την προσβολή του ως πλαστό κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 460 επ.
ΚΠολΔ. Όμως στην προκειμένη περίπτωση το εν λόγω έγγραφο - βεβαίωση δεν προσβάλλεται ως πλαστό". Ήδη η αναιρεσείουσα, με το δεύτερο, από το άρθρο 559 αρ. 8 και 19 ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης, προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο, παρά το Νόμο με την "προσβαλλόμενη απόφαση δεν έλαβε υπόψη το ζήτημα της προταθείσας παραδεκτά πλαστότητας (νόθευσης) της από 29-5-2001 έγγραφης βεβαίωσης" και ότι " έδει το δικάσαν δικαστήριο να διαλάβει πλήρεις αιτιολογίες επί της απόρριψης ρητά ή σιωπηρά του προβληθέντος ισχυρισμού του πλαστού ως άνω εγγράφου" Ο ως άνω δεύτερος λόγος αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον, από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ εκτίμηση του περιεχομένου των διαδικαστικών εγγράφων της προκειμένης υποθέσεως, ουδόλως προκύπτει η εκ μέρους της ανακόπτουσας -εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας προσβολή του ως άνω από 29-5-2001 εγγράφου - πιστοποίησης της υπαλλήλου του πλειστηριασμού, ως πλαστού, τόσον πρωτοβαθμίως, όσον και ενώπιον του δικάσαντος δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, με υποβολή ένστασης ή σχετικού ισχυρισμού της.
Αντιθέτως, από το περιεχόμενο της προαναφερθείσας από 13-12-2002 (με αριθμό έκθεσης 78/2002) έφεσης της ανακόπτουσας και ήδη αναιρεσείουσας προκύπτει σαφώς ότι η ίδια εξέθετε, μεταξύ άλλων, ότι στην εν λόγω από 29-5-2001 έγγραφη πιστοποίηση, η υπάλληλος του πλειστηριασμού, Συμβολαιογράφος Ασημίνα Κωστή - Γκόγκου, "προφανώς από λάθος της, σύγχυση και εσφαλμένη εκτίμηση νομικών διατάξεων - έκανε λόγο περί δήθεν διανομής", ενώ από τα επικαλούμενα ειδικότερα απ' αυτήν (εκκαλούσα) έγγραφα, "προέκυπτε σαφώς και κατά τρόπο αδιαμφισβήτητο η μη διανομή αυτού και συνακόλουθα το οφθαλμοφανέστατα εσφαλμένο αυτού (πού όμως δεν μπορεί να φθάσει μέχρι πλαστότητος ...)", όπως κατά λέξη αναγράφει στο δικόγραφο της ως άνω εφέσέως της.
Το αυτό επίσης επαναλαμβάνει και με τις έγγραφες, ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου προτάσεις της. Ομοίως, ο ως άνω δεύτερος λόγος αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος του, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, κατ' άρθρ. 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, καθόσον, ουδόλως, όπως αμέσως ανωτέρω αναφέρθηκε, προβλήθηκε από την ανακόπτουσα - εκκαλούσα, ένσταση πλαστότητος της, ως άνω εγγράφου βεβαώσεως - πιστοποίησης, στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε το εκδόσαν την προσβάλλόμενη απόφαση να έπρεπε να διαλάβει πλήρεις αιτιολογίες για την απόρριψη, (του μη προβληθέντος), εν λόγω ισχυρισμού.
Επιπροσθέτως και ανεξαρτήτως των ανωτέρω, το εκδόν την προσβαλλομένη απόφαση, Εφετείο Αθηνών, απορρίπτοντας τον πράγματι προβληθέντα ισχυρισμό της ανακόπτουσας - εκκαλούσας ότι η ως άνω από 29-5-2001 έγγραφη πιστοποίηση- βεβαίωση της, επί του πλειστηριασμού υπαλλήλου, ως άνω Συμβολαιογράφου, ήταν ανακριβής, περιέλαβε πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες, καθόσον δέχθηκε ότι αυτή αποτελεί δημόσιο έγγραφο, κατά την έννοια του άρθρου 438 επ.
ΚΠολΔ και αποτελεί πλήρη απόδειξη για όλους, ως προς τα γεγονότα που βεβαιώνονται ότι έγιναν από την ανωτέρω συμβολαιογράφο, δυναμένου τούτου να ανατραπεί μόνο με την προσβολή του ως πλαστού, κατά τα οριζόμενα από το άρθρο 460 επ. ΚΠολΔ., το οποίο όμως στην προκειμένη περίπτωση δεν προσεβλήθη ως πλαστό. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν υπέπεσε στην αποδιδόμενη σ' αυτό με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης πλημμέλεια της παραβάσεως των διατάξεων του άρθρου 559 αριθμ. 8 και 19 ΚΠολΔ, διέλαβε δε πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες για τα πιο πάνω ζητήματα (που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης), καθιστώντας εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο και κατ' ακολουθίαν τα αντίθετα υποστηριζόμενα με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, είναι απορριπτέα για τους προεκτεθέντες λόγους.
Περαιτέρω, η αναιρεσείουσα, με τον ίδιο λόγο αναίρεσης, επιχειρεί το πρώτον να προσβάλλει ως πλαστή, ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού, την ίδια από 29-5-2001 έγγραφη βεβαίωση - πιστοποίηση, της ως άνω συμβολαιογράφου, εκθέτοντας τα ακόλουθα: "Την ανωτέρω έγγραφη βεβαίωση, με ημεροχρονολογία 29-5-2001, την οποία συνέταξε και χορήγησε η συμβολαιογράφος Θηβών Ασημίνα Κωστή - Γκόγκου προσβάλλω ως πλαστή (νοθευμένη) καθόσον περιέχει το αναληθές γεγονός ότι το πλειστηρίασμα του πλειστηριασμού που διενεργήθηκε στις 10-6-1998 στην Τανάγρα του Νομού Βοιωτίας, ότι αυτό (πλειστηρίασμα) είχε καταβληθεί και ότι αυτό είχε διανεμηθεί.
Πλην όμως όπως δεικνύται από την υπ' αριθμ. 54726/7-11-2001 Πράξη Εξόφλησης Πίνακα Κατάταξης δρχ. 7.000.000 ήτοι 20.542,92 ευρώ, την οποία συνέταξε η αυτή ως άνω συμβολαιογράφος, διαψεύδει την ανωτέρω βεβαίωση αυτής, ως συγκεκριμένο γεγονός, διότι δηλώνει ότι για το πλειστηρίασμα αυτό είχε συσταθεί παρακαταθήκη και είχε κατατεθεί στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων και είχε εκδοθεί το υπ' αριθμ. 34721/1999 γραμμάτιο συστάσεως παρακαταθήκης του Ταμείου αυτού, το οποίο η συμβολαιογράφος με την υπ' αριθμ. 507/2001 έγγραφη εντολή της προς το άνω Ταμείο διένειμε το ίδιο πλειστηρίασμα μετά τον άνω αναπλειστηριασμό που διενεργήθηκε με βάση την πιο πάνω βεβαίωση και άρα αυτή τελούσε εν γνώσει της μη διανομής του πλειστηριάσματος μετά τον πρώτο ως άνω πλειστηριασμό.
Δηλαδή με την 54726/7-11-2001 πράξη εξόφλησης πίνακα κατάταξης η συμβολαιογράφος Ασημίνα Κωστή - Γκόγκου διένειμε το πλειστηρίασμα του πρώτου πλειστηριασμού, μετά τον αναπλειστηριασμό ποσού 7.000.000 δρχ. ήτοι 20.542,99 ευρώ στην Τράπεζα E.F.G EUROBANK ERGASIAS ΑΕ" Επ' αυτού, πρέπει να λεχθούν τα ακόλουθα: Κατά το άρθρο 461 ΚΠολΔ, αν η πλαστογραφία αποδίδεται σε ορισμένο πρόσωπο, μπορεί να προταθεί σε οποιαδήποτε στάση της δίκης με κύρια ή παρεμπίπτουσα αγωγή ή με τις προτάσεις ή και προφορικά, όταν η υποβολή προτάσεων δεν είναι υποχρεωτική, όπως και με τους τρόπους που προβλέπει ο κώδικας ποινικής δικονομίας.
Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 463, 98 παρ. β', 269, 527, 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι, η ένσταση πλαστότητας, όταν η πλαστογραφία αποδίδεται σε ορισμένο πρόσωπο, μπορεί να προβληθεί σε οποιαδήποτε στάση της δίκης ενώπιον των δικαστηρίων ουσίας. Κατ' εξαίρεση, η ένσταση αυτή, μπορεί να προβληθεί και στη δίκη ενώπιον του Αρείου Πάγου αν το έγγραφο που προσβάλλεται ως πλαστό, προσκομίζεται για πρώτη φορά στη δίκη αυτή.
Για να είναι δε παραδεκτή, η εκ μέρους του πληρεξουσίου δικηγόρου του διαδίκου, προτεινομένη ένσταση πλαστότητας θα πρέπει ο δικηγόρος αυτός, να έχει ειδική πληρεξουσιότητα (άρθ, 98 β' ΚΠολΔ), ενώ όποιος προβάλλει ισχυρισμούς για την πλαστότητα εγγράφου είναι ταυτόχρονα υποχρεωμένος να προσκομίσει έγγραφα που αποδεικνύουν την πλαστότητα και να αναφέρει ονομαστικά τους μάρτυρες και τα άλλα αποδεικτικά μέσα, αλλιώς οι ισχυρισμοί του είναι απαράδεκτοι. (ΑΠ 1850/2009, 188/1999, 406/1993).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή εκτίμηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των προτάσεων των διαδίκων, προκύπτει ότι η ως άνω από 29-5-2001 έγγραφη βεβαίωση -πιστοποίηση της, ως άνω, επί του πλειστηριασμού υπαλλήλου, είχε προσκομισθεί με επίκληση ενώπιον του Εφετείου που δίκασε και συνεπώς δεν προσκομίσθηκε για πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου. Κατ' ακολουθίαν, η ως άνω ένσταση πλαστότητας της βεβαιώσεως - πιστοποιήσεως αυτής, που προτείνεται από την αναιρεσείουσα με το αναιρετήριο, για πρώτη φορά στην προκειμένη αναιρετική δίκη (χωρίς επί πλέον να προσκομίζεται ειδικό προς τούτο πληρεξούσιο του προτείνοντος αυτήν, πληρεξουσίου δικηγόρου της αναιρεσείουσας και χωρίς να αναφέρονται ονομαστικά οι μάρτυρες), είναι σύμφωνα με όλα τα προεκτεθέντα απορριπτέα ως απαράδεκτη.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 934 παρ. 1 ΚΠολΔ, με την οποία εισήχθηκε για πρώτη φορά στο δικονομικό μας δίκαιο το σύστημα της, κατά στάδια προσβολής των πράξεων της αναγκαστικής εκτελέσεως, ανακοπή σύμφωνα με το άρθρο 933 είναι παραδεκτή α) αν αφορά την εγκυρότητα του τίτλου ή την προδικασία της αναγκαστικής εκτελέσεως, μέσα σε δεκαπέντε ημέρες, αφότου γίνει η πρώτη μετά την επιταγή πράξη εκτέλεσης, β) αν αφορά την εγκυρότητα των πράξεων της εκτέλεσης που έγιναν από την πρώτη μετά την επιταγή πράξη εκτέλεσης και πέρα, ή την απαίτηση, έως την έναρξη της τελευταίας πράξης εκτέλεσης και γ) αν αφορά την εγκυρότητα της τελευταίας πράξης εκτέλεσης, μέσα σε έξι μήνες αφότου η πράξη αυτή ενεργηθεί και αν πρόκειται για εκτέλεση για την ικανοποίηση χρηματικών απαιτήσεων, μέσα σε τριάντα ημέρες από την ημέρα του πλειστηριασμού ή αναπλειστηριασμού αν πρόκειται για κινητά και ενενήντα ημέρες αφότου μεταγραφεί η περίληψη της κατακυρωτικής έκθεσης, αν πρόκειται για ακίνητα.
Αν πρόκειται για εκτέλεση για την ικανοποίηση χρηματικών απαιτήσεων, πρώτη μετά την επιταγή πράξη εκτέλεσης είναι η σύνταξη έκθεσης για την κατάσχεση και τελευταία η σύνταξη έκθεσης πλειστηριασμού και κατακύρωσης. Από τις ανωτέρω διατάξεις και ενόψει του ότι, η κατά το σύστημα του ΚΠολΔ λειτουργία της δικονομικής ακυρότητας, καθιστά αναγκαία την προσβολή των ακύρων πράξεων της εκτελεστικής διαδικασίας, οι οποίες παράγουν τις συνέπειες τους μέχρι να απαγγελθεί με δικαστική απόφαση η ακυρότητα τους, οπότε και επέρχεται αναδρομική άρση των αποτελεσμάτων τους, καθίσταται φανερό ότι, αν οι επί μέρους πράξεις της εκτελεστικής διαδικασίας παρουσιάζουν ελάττωμα, που μπορεί να οδηγήσει σε ακυρότητα, πρέπει να προσβληθούν μέσα σε ορισμένη προθεσμία.
Αν η προθεσμία αυτή παρέλθει άπρακτη, τότε επέρχεται έκπτωση από το δικαίωμα προσβολής της σχετικής πράξης (άρθ. 151 ΑΚ). Η πράξη αυτή καθίσταται πλέον απρόσβλητη και δεν μπορεί να συμπαρασύρει σε ακυρότητα και τις επόμενες πράξεις της εκτελεστικής διαδικασίας, εκτός αν ο νόμος ρητώς ορίζει τούτο. (ΑΠ 1113/1983, 893/1983, 160/1985).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, απέρριψε ως απαράδεκτη (εκπρόθεσμη) την από 31-12-2001 (με αριθμ. καταθ. 1/10406/2002) ανακοπή, καθόσον αφορά την αιτηθείσα ακύρωση των ακολούθων πράξεων της αναγκαστικής εκτελέσεως και συγκεκριμένα: 3) της υπ' αριθμ. 9150/11-7-2001 πράξεως καταθέσεως εγγράφων και επισπεύσεως πλειστηριασμού της συμβολαιογράφου Θηβών Αικατερίνης Στέφα, 4)της από 11-7-2001 εντολής του πληρεξουσίου δικηγόρου της καθής η ανακοπή ήδη αναιρεσίβλητης και 5) της υπ' αριθμ. 1255/16-7-2001 περιλήψεως κατασχετήριας εκθέσεως ακινήτου της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Θηβών ....
Ειδικότερα, δέχθηκε ότι, "Με την από 31-12-2001 ανακοπή η ανακόπτουσα Έ. -Ε. θυγ. Δ. Β. συζ. Κ. Κ. ζήτησε να ακυρωθούν οι αναφερόμενες σ' αυτήν πράξεις αναγκαστικής εκτελέσεως για τους λόγους που αναφέρει στην ανακοπή" και ακολούθως " η ανακόπτουσα ισχυρίζεται ότι στις 10-6-1998 διενεργήθηκε στη Τανάγρα Βοιωτίας πλειστηριασμός ενώπιον της υπαλλήλου του πλειστηριασμού συμβολαιογράφου Θηβών Ασημίνας Κωστή - Γκόγκου, ενός αγροτικού ακινήτου.
Ότι, μετά την ακύρωση του εν λόγω πλειστηριασμού κατ' άρθρο 933 ΚΠολΔ διενεργήθηκε νέος πλειστηριασμός σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 1018 ΚΠολΔ στις 26-9-2001, ενώπιον της υπαλλήλου του πλειστηριασμού συμβολαιογράφου Θηβών Αικατερίνης Στέφα. Ότι, η εν λόγω αναγκαστική εκτέλεση είναι άκυρη για τους λόγους που αναφέρει στην ανακοπή και ως εκ τούτου ζητεί να κηρυχθούν άκυρες (εκτός αυτών που αμέσως ανωτέρω αναφέρθηκαν) και η υπ' αριθμ. 9232/26-9-2001 έκθεση αναγκαστικού πλειστηριασμού και κατακυρώσεως ακινήτου της ίδιας, ως άνω συμβολαιογράφου καθώς και η υπ' αριθμ. 9249/4-10-2001 περίληψη κατακυρωτικής εκθέσεως της ίδιας συμβολαιογράφου.
Ακολούθως το Εφετείο δέχθηκε ότι " Με βάση όμως τα περιστατικά αυτά και σύμφωνα με όσα αναπτύχθηκαν παραπάνω, πρέπει να απορριφθεί η ανακοπή αυτή ως απαράδεκτη (εκπρόθεσμη), καθόσον αφορά την ακύρωση των τριών ... πράξεων της αναγκαστικής εκτελέσεως (υπό στοιχ. 3, 4, 5), αφού οι επικαλούμενες πλημμέλειες ανάγονται στην προδικασία του προαναφερόμενου νέου πλειστηριασμού, εμπίπτουν δε στην αποκλειστική προθεσμία του άρθρου 934 παρ. 1β' ΚΠολΔ.
Η ανακόπτουσα επομένως εξέπεσε από το δικαίωμα της προσβολής των πιο πάνω πράξεων της εκτελεστικής διαδικασίας". Με βάση τα προεκτεθέντα , η προσβαλλόμενη απόφαση, διέλαβε πλήρεις , σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, για τα πιο πάνω ζητήματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ειδικότερα, από το περιεχόμενο της, με σαφήνεια προκύπτει ότι, οι επικαλούμενες πλημμέλειες για τις προαναφερθείσες τρείς ανακοπτόμενες πράξεις ανάγονται στην προδικασία του ανακοπτόμενου νέου πλειστηριασμού (για τον οποίο έχει ήδη αναφερθεί ότι συντάχθηκε η υπ' αριθμ. 9232/26-9-2001 έκθεση αναγκαστικού πλειστηριασμού και κατακυρώσεως ακινήτου και η υπ' αριθμ. 9249/4-10-2001 περίληψη κατακυρωτικής εκθέσεως).
Καταλήγει δε ότι οι εν λόγω πράξεις εμπίπτουν στην αποκλειστική προθεσμία του άρθρου 934 παρ. 1β'ΚΠολΔ ,την οποία έχει επίσης προσδιορίσει σαφώς στη μείζονα σκέψη, έως την έναρξη της τελευταίας πράξης εκτελέσεως , δηλαδή έως τη σύνταξη της ως άνω έκθεσης πλειστηριασμού και κατακύρωσης και ως εκ τούτου η ανακόπτουσα εξέπεσε από το δικαίωμα προσβολής αυτών.
Η περιεχόμενη στο τέλος του πρώτου λόγου αναίρεσης, αιτίαση από το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, με την οποία η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια της ελλείψεως αιτιολογίας ως προς το κύρος των τριών, ως άνω προσβαλλόμενων πράξεων της αναγκαστικής εκτελέσεως, ανάγοντας το θέμα, ότι η ένδικη ανακοπή προσβάλλει τις πράξεις της προδικασίας αυτοτελώς και καταλήγοντας στην εσφαλμένη κρίση του εκπροθέσμου, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού προηγείται η έρευνα του εκπροθέσμου των εν λόγω ανακοπτομένων πράξεων της προδικασίας και του εντεύθεν απαραδέκτου αυτών, λόγω της εκπροθέσμου ασκήσεως της ανακοπής όσον αφορά τις πράξεις αυτές.
Επομένως, το Εφετείο, κρίνοντας ως άνω, δεν υπέπεσε στην αποδιδομένη σ' αυτό πλημμέλεια, αφού περιέλαβε πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, κασθιστώντας εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο. Κατ' ακολουθίαν, όσα αντίθετα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, με τον οποίο, με την επίκληση πλημμέλειας του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω έλλειψης αιτιολογίας, άλλως λόγω ανεπαρκούς άλλως αντιφατικής αιτιολογίας, ως προς ζήτημα της απόρριψης της ανακοπής ως απαράδεκτης (εκπρόθεσμης), για τις ως άνω τρείς πράξεις της αναγκαστικής εκτελέσεως (υπό στοιχ. 3, 4, 5) είναι απορριπτέα, για τους προεκτεθέντες λόγους.
Τέλος, ο διαλαμβανόμενος στην ένδικη αίτηση αναίρεσης, δεύτερος λόγος, κατά το τελευταίο σκέλος του, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έλαβε υπόψη την από 28-4-2002 τεχνική έκθεση - πραγματογνωμοσύνη - αυτοψία του Φ. Γ., Πολιτικού - Οικονομολόγου, σύμφωνα με την οποία, η αξία του εκπλειστηριασθέντος ακινήτου υπερέβαινε τα 50.000.000 δρχ, αποδίδοντας σ' αυτήν την πλημμέλεια της ανεπαρκούς αιτιολογίας κατ' άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος καθόσον η ως άνω αιτίαση, συνιστά ισχυρισμό που δεν έχει αυτοτέλεια στην προκειμένη δίκη, αλλά αποτελεί επιχείρημα της αναιρεσείουσας που συνέχεται με την αξιολόγηση και τη στάθμιση των αποδείξεων, κατά δε το μέρος αυτού, με το οποίο, κατ' εκτίμηση του αναιρετηρίου, αποδίδεται με βάση την ίδια αιτίαση, στην προσβαλλόμενη απόφαση, η από το άρθρο 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ., πλημμέλεια, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε την ως άνω τεχνική έκθεση.
Κατ' ακολουθίαν όλων των προεκτεθέντων, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης στο σύνολο της και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, λόγω της ήττας της, όπως ορίζεται στο διατακτικό της παρούσας.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 16-4-2004 αίτηση της Έ. - Ε. θυγατέρας Δ. Β., συζύγου Κ. Κ., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 8340/2003 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. -
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε, αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 15 Νοεμβρίου 2011 και
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του στην Αθήνα στις 28 Δεκεμβρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ