1905/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Οκτωβρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9 Σεπτεμβρίου 2000 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2895/2001 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 9485/2002 του Εφετείου Αθηνών, η οποία αναιρέθηκε με την 501/2004 απόφαση του Αρείου Πάγου και παραπέμφθηκε η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο. Το Εφετείο Αθηνών εξέδωσε την 1530/2005 απόφαση, την αναίρεση της οποίας ζητά ο αναιρεσείων με την από 22 Σεπτεμβρίου 2005 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αχιλλέας Νταφούλης ανέγνωσε την από 20 Σεπτεμβρίου 2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως, η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
Legislator headnote
AI generated1905/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Με βάση αυτά ζήτησε να αναγνωριστεί η ακυρότητα των τροποποιητικών αυτών πράξεων, να απαγορευτεί η αποκλειστική χρήση των εν λόγω θέσεων στάθμευσης από τους αναιρεσίβλητους και να υποχρεωθούν οι τελευταίοι σε απομάκρυνση των τοποθετηθέντων σ' αυτές κιγκλιδωμάτων, με απειλή ποινών έμμεσης εκτέλεσης.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1905 / 2007 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1905/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αχιλλέα Νταφούλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου), Ελένη Μαραμαθά, Αντώνιο Παπαθεοδώρου, Γεώργιο Πετράκη και Παναγιώτη Παρτσιλίβα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Οκτωβρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ........., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Απόστολο Μάστορα.
Των αναιρεσιβλήτων: 1.........., 2. .........., 3. ..........., 4. .........., τους οποίους εκπροσώπησε η πληρεξούσια δικηγόρος τους Γεωργία Ζυγογιάννη, χωρίς να καταθέσει προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9 Σεπτεμβρίου 2000 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2895/2001 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 9485/2002 του Εφετείου Αθηνών, η οποία αναιρέθηκε με την 501/2004 απόφαση του Αρείου Πάγου και παραπέμφθηκε η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο. Το Εφετείο Αθηνών εξέδωσε την 1530/2005 απόφαση, την αναίρεση της οποίας ζητά ο αναιρεσείων με την από 22 Σεπτεμβρίου 2005 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αχιλλέας Νταφούλης ανέγνωσε την από 20 Σεπτεμβρίου 2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως, η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το εδάφιο 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ συγχωρείται αναίρεση αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, δηλαδή οι διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ μέσα από την εφαρμογή των οποίων θα ανευρεθεί και θα κατανοηθεί το πραγματικό περιεχόμενο μιας δικαιοπραξίας, κατά τρόπο ώστε τούτο να ανταποκρίνεται στην πραγματική θέληση των δικαιοπρακτούντων.
Η προσφυγή στις διατάξεις αυτές προϋποθέτει την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στη δικαιοπραξία που διαπιστώνεται από το δικαστήριο έστω και έμμεσα, οπότε σε περίπτωση μη αναζήτησης του αληθινού περιεχομένου της δικαιοπραξίας βάσει των διατάξεων αυτών ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναίρεσης. Η διαπίστωση από το δικαστήριο της ύπαρξης κενού ή αμφιβολίας δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.
Εξάλλου, ο λόγος αναίρεσης από το εδάφιο 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν με σαφήνεια από το αιτιολογικό της απόφασης τα περιστατικά που είναι αναγκαία για να κρίνει το δικαστήριο αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι προϋποθέσεις της διάταξης που εφαρμόστηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ελλιπείς ή αντιφατικές σε σχέση με το νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Στην προκείμενη περίπτωση ο αναιρεσείων με την από 9-9-2000 αγωγή του ισχυρίστηκε τα εξής: τόσο ο ίδιος, όσο και οι αναιρεσίβλητοι είναι ιδιοκτήτες αυτοτελών ιδιοκτησιών (διαμερισμάτων) αναφερόμενης πολυκατοικίας, που έχει υπαχθεί νόμιμα στο καθεστώς της χωριστής (οριζόντιας) ιδιοκτησίας. Με τη συστατική πράξη δημιουργήθηκαν στην πιλοτή και τον ακάλυπτο χώρο θέσης (ανοικτές) στάθμευσης που θα παραχωρούνταν ως παραρτήματα κατ' αποκλειστική χρήση σε ορισμένες οριζόντιες ιδιοκτησίες.
Οι με στοιχεία Π-3, Π-4 και Π-6 θέσεις παρέμειναν αδιάθετες και κατέστησαν κοινόχρηστες, καθόσον η γενόμενη κατανομή τους υπέρ των οριζοντίων ιδιοκτησιών των αναιρεσιβλήτων, με τις αναφερόμενες συμβολαιογραφικές πράξεις, κατά μη νόμιμη τροποποίηση της συστατικής της οροφοκτησίας πράξης, είναι άκυρη, λόγω της μη αναγκαίας από το νόμο σύμπραξης και του ίδιου (αναιρεσείοντος) στις πράξεις αυτές, όπου εμφανίστηκε ο πρώτος αναιρεσίβλητος (εργολάβος της οικοδομής και διαμερισματούχος της) ψευδώς ως αντιπρόσωπός του.
Με βάση αυτά ζήτησε να αναγνωριστεί η ακυρότητα των τροποποιητικών αυτών πράξεων, να απαγορευτεί η αποκλειστική χρήση των εν λόγω θέσεων στάθμευσης από τους αναιρεσίβλητους και να υποχρεωθούν οι τελευταίοι σε απομάκρυνση των τοποθετηθέντων σ' αυτές κιγκλιδωμάτων, με απειλή ποινών έμμεσης εκτέλεσης.
Η αγωγή αυτή έγινε δεκτή με την 2895/2001 απόφαση του μονομελούς πρωτοδικείου Αθηνών. Όμως στη συνέχεια, ύστερα από έφεση των αναιρεσιβλήτων, εκδόθηκε η 9485/2002 απόφαση του Εφετείου Αθηνών που εξαφάνισε την πρωτόδικη και απέρριψε την αγωγή ως αβάσιμη, δεχθείσα ότι ο πρώτος αναιρεσίβλητος (εργολάβος) είχε, σύμφωνα με τον εικοστό (20ο) όρο της ........
πράξης σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας και κανονισμού πολυκατοικίας του συμβολαιογράφου Αθηνών Κων/νου Βέννη, που είχε αποδεχτεί ως ισχυρό και δεσμευτικό ο αναιρεσείων κατά την αγορά του διαμερίσματός του με το ........ συμβόλαιο του ίδιου συμβολαιογράφου, την εντολή και πληρεξουσιότητα να προβαίνει, για περιορισμένο χρόνο ενός έτους από την παράδοση της οικοδομής, σε τροποποίηση της πράξης σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας, μονομερώς ή με αυτοσύμβαση.
Με την 501/2004 απόφαση του Αρείου Πάγου, μετά από αίτηση που άσκησε ο αναιρεσείων, αναιρέθηκε η παραπάνω απόφαση του Εφετείου, για πλημμέλεια από το εδάφιο 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ. και ειδικά διότι το Εφετείο "δεν ανέφερε στην απόφασή του, όπως θάπρεπε, ότι μετά από ερμηνεία του όλου περιεχομένου του κανονισμού, αλλά και του συγκεκριμένου όρου (20ου), κατέληξε σε κρίση, ότι στα υπάρχοντα στο κείμενο, εκ παραδρομής, κενά, τα μέρη θα συμπλήρωναν τους όρους εργολάβος και εργολήπτης κατά περίπτωση, όπως το δικαστήριο συμπληρώνοντας το έγγραφο, το παρέθεσε εντός εισαγωγικών, χωρίς όμως να αναφέρει ότι η διατύπωση δεν είχε έτσι στο αρχικό κείμενο του κανονισμού, αλλά ότι το εντός εισαγωγικών κείμενο προέκυψε μετά από ερμηνεία του σχετικού όρου ή από συνεκτίμηση των λοιπών αποδεικτικών μέσων".
Μετά απ' αυτά εκδόθηκε η προσβαλλόμενη 1530/2005 απόφαση του ίδιου Εφετείου, η οποία δέχτηκε και πάλι την από 25-9-2001 έφεση των αναιρεσιβλήτων στην ουσία της, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και απέρριψε την παραπάνω αγωγή του αναιρεσείοντος στο σύνολό της ως ουσιαστικά αβάσιμη. Συγκεκριμένα το Εφετείο, ύστερα από εκτίμηση αποδείξεων, δέχτηκε ανέλεγκτα ως αποδειχθέντα τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Δυνάμει του .......
συμβολαίου του συμ/φου Αθηνών Κων/νου Βέννη, νομίμως μεταγραμμένου, ο ενάγων (αναιρεσείων) κατέστη κύριος του με στοιχεία Α1 διαμερίσματος του πρώτου ορόφου της επί της οδού ........ στο ......... πολυκατοικίας, η οποία ρυθμίζεται από τη νομίμως μεταγραμμένη ........ συστατική οριζόντιας ιδιοκτησίας πράξη και κανονισμού του ίδιου συμβολαιογράφου.
Εξάλλου, ο μεν πρώτος εναγόμενος (αναιρεσίβλητος), που είναι και ο κατασκευαστής με το σύστημα της αντιπαροχής της πολυκατοικίας, είναι ιδιοκτήτης του με στοιχεία Ε-1 διαμερίσματος του πέμπτου ορόφου, περιελθόντος σ' αυτόν δυνάμει του ......... νομίμως μεταγραμμένου μεταβιβαστικού συμβολαίου του αυτού συμβολαιογράφου, ο δεύτερος εναγόμενος ιδιοκτήτης, δυνάμει του νομίμως μεταγραμμένου ..........
πωλητηρίου συμβολαίου του ίδιου συμ/φου, του με στοιχεία Γ-2 διαμερίσματος του τρίτου ορόφου, οι δε τρίτος και τέταρτη των εναγομένων (αναιρεσιβλήτων) εξ αδιαιρέτου κατ' ισομοιρία συγκύριοι, δυνάμει του νομίμως μεταγραμμένου ........ πωλητηρίου συμβολαίου του αυτού επίσης συμ/φου, του με στοιχεία Α-2 διαμερίσματος του πρώτου ορόφου.
Όλες αυτές οι οριζόντιες ιδιοκτησίες συμπεριλαμβάνοντο (μεταξύ άλλων) στο συμβατικό εργολαβικό αντάλλαγμα του πρώτου των εναγομένων, εργολήπτη της οικοδομής, μεταβιβασθείσες από τους αρχικούς συνοικοπεδούχους Γ1 και Γ2 σ' εκπλήρωση τούτου (εργολαβικού ανταλλάγματος), βάσει των όρων του .......... εργολαβικού προσυμφώνου, ως και της συστατικής πράξεως, και ειδικότερα η μεν με τα στοιχεία Ε-1 μεταβιβάσθηκε απευθείας στον ίδιο (πρώτο των εναγομένων), οι δε λοιπές στους από τούτον υποδειχθέντες αγοραστές διαδίκους (ενάγοντα ως και δεύτερο, τρίτο και τετάρτη των εναγομένων - αναιρεσιβλήτων).
Με όρο της συστατικής πράξης, η οποία σημειωτέο καταρτίσθηκε νομίμως από τους ως άνω αρχικούς συνοικοπεδούχους και συνιδιοκτήτες της μέλλουσας τότε να ανεγερθεί οικοδομής, συμβληθέντος και του πρώτου των εναγομένων, δημιουργήθηκαν επί της κοινής πιλοτής ως και στον (κοινό) ακάλυπτο χώρο της πολυκατοικίας έξι (μη στεγασμένες) θέσεις στάθμευσης αυτοκινήτων επιφάνειας 11 τ.μ.
εκάστης και ειδικότερα οι με στοιχεία Π-1, Π-2, Π-3 και Π-4 στην (ισόγεια) πιλοτή, οι δε με στοιχεία Π-5 και Π-6 στον ακάλυπτο χώρο, προς (παραρτηματικού χαρακτήρα) αποκλειστική χρήση οριζοντίων ιδιοκτησιών, που θα προσδιορίζοντο με τα οικεία πωλητήρια συμβόλαια. Η (με τη συστατική πράξη) ειδική αυτή συμφωνία παραχωρήσεως δικαιώματος υπέρ οριστών διαμερισμάτων (υπέρ των εκάστοτε κυρίων τους) αποκλειστικής χρήσεως και μόνο επίτμήματος της (από το νόμο) κοινής των οροφοκτητών (ανοικτής) πιλοτής είναι, όπως δεν αμφισβητείται άλλωστε, επιτρεπτή, έγκυρη και νόμιμη και δεσμεύει και τους καθολικούς και ειδικούς διαδόχους των παραπάνω συμπραξάντων στην κατάρτισή της (συστατικής πράξης).
Με ρητή ρύθμιση της ίδιας αυτής συστατικής πράξης οι με στοιχεία Π-1 και Π-2 θέσεις στάθμευσης παραχωρήθηκαν εγκύρως κατ' αποκλειστική χρήση, ως παραρτήματα, στις περιελθούσες στην συνοικοπεδούχο Γ2 με στοιχεία Β-1 και Γ-1 αντιστοίχως οριζόντιες ιδιοκτησίες (στον έτερο των συνοικοπεδούχων Γ1 περιήλθε η με στοιχεία Δ-1 οριζόντια ιδιοκτησία, χωρίς όμως κατανομή θέσης στάθμευσης).
Εξάλλου, το σύνολο των λοιπών τεσσάρων θέσεων σταθμεύσεως παραχωρήθησαν (με τη συστατική πράξη), ομοίως κατ' αποκλειστική χρήση, χωρίς όμως ειδικότερη διάκριση και συγκεκριμενοποίηση, στις αποτελέσασες το εργολαβικό αντάλλαγμα (του πρώτου εναγομένου) λοιπές οριζόντιες ιδιοκτησίες (διαμερίσματα) της οικοδομής, που αντιστοιχούσαν σε συνολικό εξ αδιαιρέτου ποσοστό στο κοινό οικόπεδο ........ (με συνυπολογισμό και των χιλιοστών των αποθηκών), οι οποίες και θα μεταβιβάζοντο, είτε οριστικώς στον ίδιο, είτε σε πρόσωπα (αγοραστές) που αυτός θα υποδείκνυε.
Από τις θέσεις αυτές οι με στοιχεία Π-3, Π-4 και Π-6 ένδικες τέτοιες, μη κατανεμηθείσες με τα συναφθέντα μέχρις το 1997 μεταβιβαστικά συμβόλαια (όλων) των ως άνω διαμερισμάτων (του εργολαβικού ανταλλάγματος), παρέμειναν αδιάθετες και σε εκκρεμότητα υπέρ την διετία. Έτσι, η (κατ' αποκλειστική χρήση) ένταξή τους σε ορισμένη οριζόντια ιδιοκτησία έγινε κατά το 1999, δυνάμει των κατωτέρω επίμαχων τροποποιητικών της συστατικής πράξεως, νομίμως μεταγραφεισών, τριών συμβολαιογραφικών πράξεων του πρώτου των εναγομένων -εργολήπτη, ως αντιπροσώπου όλων των τότε συνιδιοκτητών της οικοδομής, κατ' εφαρμογή της με αριθμό 20 εξουσιοδοτικής ρήτρας της συστατικής πράξης - κανονισμού.
Ειδικότερα : 1) με την ........ συμ/κή πράξη (του ίδιου παραπάνω συμ/φου) η με στοιχεία Π-3 θέση στάθμευσης εντάχθηκε, κατ' αποκλειστική χρήση, στην με στοιχεία Ε-1 οριζόντια ιδιοκτησία του πρώτου των εναγομένων, 2) με την ......... τέτοια η με στοιχεία Π-4 θέση εντάχθηκε, κατ1 αποκλειστική χρήση, στην με στοιχεία Γ-2 οριζόντια ιδιοκτησία του δευτέρου των εναγομένων και 3) με την ........
πράξη η με στοιχεία Π-6 θέση εντάχθηκε, ομοίως κατ' αποκλειστική χρήση, στην με στοιχεία Α-2 οριζόντια ιδιοκτησία των τρίτου και τέταρτης των εναγομένων. Από το διατυπωμένο όμως περιεχόμενο του περί πληρεξουσιότητας ως άνω 20ου όρου της συστατικής πράξεως δεν προκύπτει το εξουσιοδοτούμενο πρόσωπο, που, ως εντολοδόχος, αντιπρόσωπος και πληρεξούσιος όλων των τότε αλλά και των μελλόντων συνιδιοκτητών, δικαιούταν να προβεί, μονομερώς ή με αυτοσύμβαση, σε τροποποίησή της, τηρουμένων των ειδικότερων διαγραφόμενων στον ίδιο όρο προϋποθέσεων, και τούτο καθόσον τα συμπληρωτέα από τους συμβληθέντες, με το όνομα του πληρεξουσίου προσώπου, υπάρχοντα λευκά διάκενα του κειμένου τελικώς παρέμειναν, καταδήλως από παραδρομή και αθελήτως, κενά και ασυμπλήρωτα, ώστε να ανακύπτει ανάγκη προσφυγής, προς συμπλήρωση τους, στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ.
Από την βάσει των ερμηνευτικών αυτών κανόνων ερμηνεία του όρου τούτου προκύπτει, ότι αληθινή βούληση των συμβληθέντων στην κατάρτιση της συστατικής πράξεως (ως άνω αρχικών συνοικοπεδούχων και πρώτου των εναγομένων εργολάβου της οικοδομής) ήταν το ως άνω δικαίωμα να αναγνωρισθεί στον τελευταίο αυτόν (εργολάβο), δοθέντος ότι σε αυτόν περιήλθαν οι περισσότερες, λόγω εργολαβικού ανταλλάγματος, οριζόντιες ιδιοκτησίες της πολυκατοικίας.
Τούτο άλλωστε εγένετο αποδεκτό από το σύνολο των συνιδιοκτητών της (πλην του ενάγοντος), οι οποίοι και αναγνώρισαν ότι εγκύρως εκπροσωπήθηκαν από τον πρώτο εναγόμενο στην σύναψη των πράξεων αυτών.
Συνεπώς, με βάση το ερμηνευτικό τούτο πόρισμα του Δικαστηρίου τα ως κενά του κειμένου του 20ου όρου της συστατικής πράξεως πρέπει να συμπληρωθούν με τη λέξη "εργολάβος" ή "εργολήπτης". Κατ' ακολουθία τούτων η με τις επίμαχες, τροποποιητικές της συστατικής πράξεως οριζόντιας ιδιοκτησίας, συμβολαιογραφικές πράξεις υπαγωγή των ένδικων θέσεων σταθμεύσεως στην αποκλειστική χρήση των ως άνω διαμερισμάτων των εναγομένων, ήταν νόμιμη και έγκυρη, αφού συνέπραξαν, κατ' άρθρα 4,5 και 13 ν.3741/29, όλοι οι συνιδιοκτήτες, εγκύρως αντιπροσωπευθέντες από τον πρώτο των εναγομένων εργολάβο, δυνάμει της επίσης έγκυρης και δεσμευτικής-και για τον ειδικό διάδοχο, αλλά και προσχωρήσαντα στους όρους της συστατικής πράξεως με το ως άνω συμβόλαιο αγοράς του διαμερίσματος του ενάγοντα - (ερμηνευθείσας) ρήτρας πληρεξουσιότητας, δοθέντος ότι τηρήθηκαν και οι λοιπές προβλεπόμενες προϋποθέσεις, ήτοι αφενός η τροποποίηση αφορούσε τις υπαχθείσες στα αποτελέσαντα το εργολαβικό αντάλλαγμα του πρώτου των εναγομένων διαμερίσματα θέσεις σταθμεύσεως, αφετέρου εγένετο (τροποποίηση) εντός έτους από της κατά το 1999 αποπερατώσεως της οικοδομής και δεν εθίγησαν περαιτέρω κοινά μέρη της ή τρίτες οριζόντιες ιδιοκτησίες.
Σημειώνεται πάντως ότι η εν λόγω κατανομή-εξειδίκευση των ενδίκων θέσεων σταθμεύσεως στα διαμερίσματα των εναγομένων μπορούσε να γίνει εγκύρως από τον πρώτο εξ αυτών, μονομερώς (χωρίς τη σύμπραξη των λοιπών συνιδιοκτητών), με απλές συμβολαιογραφικές πράξεις, κατ' ενάσκηση του από τη συστατική πράξη αναγνωρισθέντος δικαιώματος του οριστικής επιλογής- συγκεκριμενοποίησης, κατά την απόλυτη κρίση του, των "δεσποζουσών" οριζοντίων ιδιοκτησιών (από τις πλείονες που περιήλθαν σ' αυτόν), που θα εξυπηρετούντο, κατ' αποκλειστική χρήση (από τις θέσεις στάθμευσης), δεδομένου ότι η ρύθμιση της συστατικής πράξεως περί του ότι η κατανομή θα γινόταν με τα πωλητήρια συμβόλαια δεν έχει αποκλειστικό χαρακτήρα, υπό την έννοια ότι θα ήταν επιτρεπτή, έγκυρη και ισχυρή, αν επιχειρείτο (κατανομή) χωριστά από τα πωλητήρια συμβόλαια και με απλές (μεταγενέστερες) συμβολαιογραφικές πράξεις".
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, με αναλυτική μάλιστα αξιολόγηση των κατ' ιδίαν αποδεικτικών μέσων, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή όχι εφαρμογή των διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκαν και δικαιολογούν το σαφές και ορθό πόρισμα στο οποίο κατέληξε.
Δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση και δεν παραβίασε τις επικαλούμενες από τον αναιρεσείοντα διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ (ή άλλες διατάξεις), ούτε υπέπεσε στις αποδιδόμενες με το αναιρετήριο πλημμέλειες από τα εδάφια 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, όλες δε οι αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος είναι απορριπτέες.
Ειδικότερα, η αιτίαση του πρώτου λόγου αναίρεσης, ότι είναι αναιρετέα η προσβαλλόμενη απόφαση γιατί "παρά τη σαφήνεια των δηλώσεων το δικαστήριο της ουσίας προσφεύγει στις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ", πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτη, αφού κατά προαναφερθέντα η διαπίστωση από το δικαστήριο της ύπαρξης κενού ή αμφιβολίας δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.
Επίσης, οι αιτιάσεις του δεύτερου λόγου αναίρεσης από τα εδάφια 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι η αναιρεσιβαλλομένη "περιέχει αντιφατικές αιτιολογίες, προσφεύγουσα απρόσφορα στους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών που εσφαλμένα ερμηνεύει και εφαρμόζει, νομιμοποιώντας έκνομες ενέργειες των αναιρεσιβλήτων, συνιστάμενες στην άνευ δικαιώματος αντιπροσώπευση του αναιρεσείοντος, συμπληρώνοντας την πράξη οροφοκτησίας με τη λέξη εργολάβος ή εργολήπτης, δεχόμενη ότι ο πρώτος αναιρεσίβλητος μπορούσε μονομερώς να κάνει την κατανομή - εξειδίκευση των ενδίκων θέσεων στάθμευσης στα διαμερίσματα των εναγομένων..., δεδομένης δε της άποψης αυτής, σαφώς αντίκειται στην καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη η προσφυγή στους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, αποδεικνύεται δε ότι οι ισχυρισμοί του αναιρεσείοντος είναι νόμιμοι και βάσιμοι, ενώ η νομιμοποίηση των παρανόμων πράξεων από την Εφετειακή απόφαση, όχι απλά παραβιάζει τους κανόνες της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, αλλά είναι μονομερής, μεροληπτική, κατά παράβαση κάθε έννοιας δικαίου και κατά κατάχρηση δικαιοδοσίας εκδοθείσα", πρέπει να απορριφθούν, προεχόντως ως αόριστες και απαράδεκτες, αφενός διότι δεν περιέχουν με πληρότητα και σαφήνεια όλα τα αναγκαία για το ορισμένο του, στοιχεία, δηλαδή τα πραγματικά εκείνα γεγονότα που τις θεμελιώνουν, ιδίως τις πραγματικές διαπιστώσεις της προσβαλλομένης, την έννομη συνέπεια που με βάση αυτές διαγνώστηκε, τα νομικά σφάλματα με την εξειδίκευσή τους, τους αγωγικούς ισχυρισμούς και τα περιστατικά που προτάθηκαν για θεμελίωσή τους, ως προς τους οποίους παρουσιάζονται ελλείψεις, ανεπάρκειες και αντιφάσεις, καθώς και τα περιστατικά ακόμη εκείνα που έπρεπε να διαλαμβάνει η αναιρεσιβαλλομένη για να έχει επαρκή αιτιολογία, (Ολ.
Α.Π. 18/2005, 28/1998, 32/1996 και 1/1995) και αφετέρου διότι πλήττουν στην πραγματικότητα, με πρόσχημα την απλή επίκληση αναιρετικών πλημμελειών, την αναιρετικά ανέλεγκτη για πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, σε κάθε δε περίπτωση ως αβάσιμες. Τέλος, όλες οι αιτιάσεις του αναιρετηρίου που πλήττουν ομοίως την ανέλεγκτη για πράγματα κρίση του ίδιου δικαστηρίου, είναι απαράδεκτες και απορριπτέες.
Για τους λόγους αυτούς
Απορρίπτει την από 22-9-2005 αίτηση του ........., για αναίρεση της 1530/2005 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και -
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, που ορίζει σε τετρακόσια είκοσι (420) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Οκτωβρίου 2007.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 2 Νοεμβρίου 2007.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ