Supreme Court dismisses appeal on grounds that lower court properly considered all arguments and facts presented by parties.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court declared the appeal inadmissible and dismissed the additional arguments regarding the first defendant. The lower court had already considered the appellants' claims regarding good faith and acquisitive prescription but rejected them based on established facts. Consequently, the appeal was rejected as unfounded, and the appellants were ordered to pay the legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 294, 297, 299 of the Code of Civil Procedure; Article 559, paragraph 8 of the Code of Civil Procedure: An appeal is inadmissible if the lower court has already taken into account the arguments presented and rejected them for any reason, and additional grounds for appeal are rejected if the lower court properly considered the facts and law.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1905 / 2006 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1905/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ΄ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Νικόπουλο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καπερώνη, Σταύρο Γαβαλά, Ιωάννη Ιωαννίδη και Λεωνίδα Ζερβομπεάκο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Σεπτεμβρίου 2006, με την παρουσία και της γραμματέως Γραμματικής Κονταξή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: (αναφέρονται 5 πρόσωπα), ως νομίμων κληρονόμων της αρχικώς ενάγουσας .... , που εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Αυγή Νομικού, η οποία δήλωσε ότι παραιτείται του δικογράφου ως προς τον 2ο αναιρεσίβλητο, ο οποίος και απεβίωσε.
Των αναιρεσίβλητων: 1) Ζ1, ως κληρονόμου του εναγομένου Χ3 , που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ειρήνης Δανιηλίδου και 2) Ζ2 που δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-10-1992 αγωγή της αρχικής ενάγουσας Ζ1 που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Νάξου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 14/1994,90/1997 μη οριστικές, 60/1999 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 59/2003 μη οριστική, 69/2005 οριστική του Εφετείου Αιγαίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 25-5-2005 αίτησή τους και τους από 23-5-2006 προσθέτους λόγους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Λεωνίδας Ζερβομπεάκος ανέγνωσε την από 7-9-2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αναίρεσης και των προσθέτων λόγων αυτής. Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, η πληρεξούσια της 1ης αναιρεσίβλητης την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. ΕΠΕΙΔΗ οι αναιρεσείουσες παραιτήθηκαν από το δικόγραφο της κρινομένης από 25-5-2005 αναιρέσεώς τους ως προς τον δεύτερο αναιρεσίβλητο με σχετική δήλωση της πληρεξουσίας τους δικηγόρου που καταχωρίστηκε στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά συνεδριάσεως του δικαστηρίου τούτου, πρέπει να κηρυχθεί καταργημένη η μεταξύ των διαδίκων τούτων με την άνω αναίρεση ανοιγείσα δίκη (άρθρα 294, 297 και 299 ΚΠολΔ).
ΙΙ. ΕΠΕΙΔΗ, κατά το εδάφιο 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως ιδρύεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Πράγματα υπό την έννοια της άνω διατάξεως είναι οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που υπό την προϋπόθεση της νόμιμης προτάσεώς τους θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως. Ο εκ του άνω άρθρου λόγος αναιρέσεως δεν στοιχειοθετείται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη του προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 12/1991 και 25/2003). Στην προκειμένη περίπτωση, από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο δέχτηκε ανελέγκτως από τις αποδείξεις, ότι η ενάγουσα (κληρονόμοι της οποίας που συνεχίζουν τη δίκη λόγω θανάτου αυτής είναι οι ήδη αναιρεσείοντες) και οι δικαιοπάροχοί της ουδέποτε άσκησαν πράξεις νομής επί του επιδίκου ακινήτου με αποτέλεσμα να μη καταστούν συγκύριοι αυτού και απέρριψε την ερειδομένη επί παραγώγου και πρωτοτύπου τρόπου κτήσεως της κυριότητας ένδικη διεκδικητική αγωγή ως αβάσιμη κατ' ουσία.
Συνεπώς, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο διατυπώνεται η αιτίαση ότι το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη του τον περί κτήσεως της συγκυριότητας του επιδίκου ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία αγωγικό ισχυρισμό της ενάγουσας, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
ΙΙΙ. ΕΠΕΙΔΗ, για το ορισμένο του λόγου αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμός 1 ΚΠολΔ απαιτείται να αναφέρονται με σαφήνεια 1) ο φερόμενος ότι παραβιάστηκε κανόνας και μάλιστα ενάριθμα, 2) οι πραγματικές διαπιστώσεις (παραδοχές) της ελάσσονος, που θεμελίωσαν την κρίση του δικαστηρίου για το βάσιμο ή μη της αγωγής ή του ισχυρισμού (ΟλΑΠ 27/1998) και η έννομη συνέπεια η οποία καταγνώστηκε βάσει αυτών, και 3) το νομικό σφάλμα, δηλαδή πού ακριβώς εντοπίζεται η παράβαση κατά την ερμηνεία ή εφαρμογή του κανόνα (ΟλΑΠ 1/1995 και 32/1996).
Εξάλλου, ο από το άρθρο 559 αρ. 19 του ίδιου κώδικα προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης είναι αόριστος, αν δεν διαλαμβάνει : α) τις πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως ή την μνεία ότι αυτή στερείται παντελώς αιτιολογίας, β) τον ισχυρισμό (αγωγικό, ένσταση κλπ) και τα περιστατικά που προτάθηκαν προς θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο παρουσιάζεται η έλλειψη, ανεπάρκεια ή αντίφαση καθώς και τη σύνδεσή του με το διατακτικό, αν αυτή δεν είναι αυτονόητη, γ) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, μνεία μόνο της ελλείψεως, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία, ποια επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη του νομικού χαρακτηρισμού και αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποιες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από πού προκύπτει (ΟλΑΠ 32/1996), χωρίς να αρκούν γενικές εκφράσεις για "ανεπάρκεια" ή "αντιφατικότητα".
Συνεπώς, οι δεύτερος, τρίτος εδάφιο τελευταίο και τέταρτος λόγοι αναιρέσεως περί παραβίασης των άρθρων 974, 1041 και 1051 ΑΚ "αναφορικά με τα ισχύοντα για την απόκτηση ακινήτου με τα προσόντα της τακτικής και επικουρικά της έκτακτης χρησικτησίας", καθώς και για αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες της προσβαλλομένης απόφασης είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, λόγω της αοριστίας αυτών, διότι δεν αναφέρονται ούτε οι παραδοχές της προσβαλλομένης, που θεμελίωσαν την κρίση της για το αβάσιμο της αγωγής, ούτε εξειδικεύονται οι ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες.
IV. ΕΠΕΙΔΗ, από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339 και 349 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση συνεκτιμά ελεύθερα όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν νόμιμα οι διάδικοι για την απόδειξη των ισχυρισμών τους. Και έχει μεν υποχρέωση το δικαστήριο να αιτιολογήσει την απόφασή του, να αναφέρει δηλαδή τους λόγους που το οδήγησαν στον σχηματισμό της δικανικής του πεποίθηση, όχι όμως και να κάνει ειδική μνεία καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι για άμεση ή έμμεση απόδειξη.
Αν όμως, από το όλο περιεχόμενο της απόφασης δεν καθίσταται αδίστακτα βέβαιο ότι ως προς το σχηματισμό δικανικής πεποίθησης του δικαστηρίου επί ενός ουσιώδους ζητήματος δεν λήφθηκαν υπόψη, ούτε συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, που με επίκληση προσκομίστηκαν, τότε ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 11 ΚΠολΔ.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το δικαστήριο που την εξέδωσε οδηγήθηκε στην κρίση του για την επί του επιδίκου κυριότητα του πρώτου εναγομένου και την απόρριψη της ένδικης αγωγής ύστερα από εκτίμηση, όπως βεβαιώνει, των καταθέσεων των εξετασθέντων μαρτύρων και όλων των εγγράφων, τα οποία επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι.
Από τη βεβαίωση αυτή και την όλη αιτιολογία της αποφάσεως καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και εκτίμησε και τα αναφερόμενα στον τρίτο λόγο τρία έγγραφα, γι' αυτό και ο από το άρθρο 559 αρ.11 ΚΠΟλΔ προβλεπόμενος ανωτέρω λόγος αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
V. ΕΠΕΙΔΗ, κατά τις διατάξεις των ν. 8 παρ. 1 Κωδ. (7, 39) και 9 παρ. 1 Παντ. (50.14), του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, για κτήση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία απαιτείτο διανοία κυρίου νομή, καλή τη πίστη επί τριακονταετία, κατά δε τις διατάξεις των άρθρων 64 και 65 του ΕισΝΑΚ, εάν ο χρόνος αυτός συμπληρώνεται προ της εικοσαετίας που απαιτείται για την απόκτηση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία, με τη διάταξη του άρθρου 1045 του ΑΚ και η οποία αρχίζει από της εισαγωγής αυτού (23/02/1946) τότε εφαρμόζονται οι άνω διατάξεις του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου.
Εξάλλου, κατά τις διατάξεις των ν. 20 παρ. 12 Παντ. (5.8), 27 Παντ. (18.1), 10, 17 και 48 Παντ. (41.3), 3 Παντ. (41.10), και 109 Παντ. (50.16), η καλή πίστη συνίσταται στην ειλικρινή πεποίθηση ότι με την κτήση της νομής του πράγματος, δεν προσβάλλεται κατ' ουσία το επ'αυτού δικαίωμα κυριότητας άλλου. Περαιτέρω, από τους ορισμούς των νόμων 3 Κωδ. 734 Νομ. 42 Καντ. 41.2 Νομ. 7 παρ. 5 Καντ. 10.3, που αποτελούν απόρροια του καταστρωμένου στο νόμο 28 Παντ. 10.3 Κανόνα, σύμφωνα με τον οποίο κανένας κοινωνός δεν μπορεί να κάνει κάτι παρά τη γνώμη των άλλων, συνάγεται ότι ο εξ αδιαιρέτου συγκύριος, αν κατέχει ολόκληρο το κοινό, θεωρείται ότι το κατέχει επ' ονόματι και των λοιπών συγκυρίων και δεν μπορεί να αντιτάξει εναντίον τους αποσβεστική ή κτητική παραγραφή προτού να τους γνωρίσει ότι νέμεται μεγαλύτερο από τη μερίδα του μέρος ή το όλο ως αποκλειστικός κύριος.
Την ίδια ακριβώς αρχή εισάγουν και οι αντίστοιχες διατάξεις των άρθρων 980, 981, 982, 984 επ. και 994 ΑΚ, οι οποίες, κατά το άρθρο 50 ΕισΝΑΚ, διέπουν στο εξής την υφιστάμενη κατά την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα νομή, άρα και συννομή ως προς τα μετέπειτα αποτελέσματα ή την προσβολή και την προστασία της (ΟλΑΠ 495/1982). Οι ίδιες διατάξεις εφαρμόζονται, για την ταυτότητα του νομικού λόγου, και στα κληρονομιαία ακίνητα.
Τα προεκτιθέμενα όμως προϋποθέτουν πως η κοινωνία υπήρχε ήδη, όταν αυτός που προβάλλει ότι έγινε κύριος του κοινού με χρησικτησία άρχισε να το νέμεται ως αποκλειστικός κύριος. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, ύστερα από ανέλεγκτη αναιρετικώς εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ) δέχτηκε ότι ο απώτερος δικαιοπάροχος του πρώτου εναγομένου Χ1 νεμήθηκε με διάνοια κυρίου και καλή πίστη το επίδικο ακίνητο, ασκώντας τις αναφερόμενες λεπτομερώς στην απόφαση διακατοχικές πράξεις, ως αποκλειστικός κύριος αυτού από χρόνο πριν τον επισυμβάντα κατά το έτος 1886 θάνατο του Χ2 (αρχικού κυρίου του επιδίκου, που του το μεταβίβασε με άτυπη δωρεά πριν το θάνατό του) μέχρι το έτος 1924, ότι ο ανωτέρω Χ1 το έτος 1924, ήτοι πριν τον επισυμβάντα κατά το έτος 1927 θάνατό του, μεταβίβασε το επίδικο με άτυπη δωρεά στο γιο του Χ3 πρώτο εναγόμενο, ο οποίος συνέχισε να ασκεί επ' αυτού τις ίδιες με τον προκάτοχό του διακατοχικές πράξεις μέχρι την άσκηση της αγωγής (Νοέμβριος 1992), ότι με βάση τα παραπάνω αποδειχθέντα περιστατικά αποκλειστικός κύριος ολοκλήρου του επιδίκου ήταν αρχικά ο Χ1 μέχρι το έτος 1924 και στη συνέχεια ο πρώτος εναγόμενος μέχρι την άσκηση της αγωγής.
Στη συνέχεια δε, κατά παραδοχή της ενστάσεως ιδίας κυριότητας του πρώτου εναγομένου, κτηθείσης με έκτακτη χρησικτησία δια της υπερεικοσαετούς νομής του επί του επιδίκου, απέρριψε κατ' ουσία την ένδικη αγωγή.
Συνεπώς, ο μοναδικός πρόσθετος λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της προσβαλλομένης, που συνίσταται στο ότι α) παρέλειψε η προσβαλλομένη να ερευνήσει την ύπαρξη καλής πίστεως στο πρόσωπο του δικαιοπαρόχου των εναγομένων κατά το προ της εισαγωγής του Αστικού Κώδικα χρονικό διάστημα, β) παρέλειψε να διαπιστώσει αν συνέτρεξαν στο πρόσωπο του πρώτου εναγομένου οι προϋποθέσεις της υπό τον Αστικό Κώδικα κτήσεως της κυριότητας επί του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία, γ) δεν αναφέρονται οι πράξεις νομής του δικαιοπαρόχου των εναγομένων και δ) δεν ερευνήθηκε αν ο δικαιοπάροχος των εναγομένων κατέστησε σαφή στον συγκληρονόμο του την πρόθεσή του να νέμεται το επίδικο αποκλειστικά ο ίδιος, μολονότι δέχτηκε η προσβαλλόμενη ότι υπήρξε, σε σχέση με το επίδικο, κληρονομική διαδοχή, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, δεδομένου ότι α) σαφώς αναφέρεται η ύπαρξη του στοιχείου της καλής πίστεως στο πρόσωπο του απωτέρου δικαιοπαρόχου του πρώτου εναγομένου β) αναφέρονται με σαφήνεια οι πράξεις νομής του δικαιοπαρόχου του πρώτου εναγομένου, καθώς και του τελευταίου επί του επιδίκου και γ) η προσβαλλόμενη απόφαση δεν δέχτηκε ότι υπήρξε κοινωνία των κληρονόμων του δικαιοπαρόχου του πρώτου εναγομένου, αφού, σύμφωνα με τα δεκτά γενόμενα, ο εν λόγω δικαιοπάροχος πριν το θάνατό του μεταβίβασε το επίδικο με άτυπη σύμβαση στον πρώτο εναγόμενο, ο οποίος το νεμήθηκε έκτοτε για δικό του αποκλειστικά λογαριασμό μέχρι την άσκηση της αγωγής.
Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης ως προς την πρώτη αναιρεσίβλητη και να καταδικασθούν οι αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα αυτής, κατά το βάσιμο αίτημά της (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει καταργημένη την με την από 25-5-2005 αίτηση αναιρέσεως της 69/2005 αποφάσεως του Εφετείου Αιγαίου μεταξύ των αναιρεσειουσών και του δευτέρου αναιρεσιβλήτου ανοιγείσα δίκη.
Απορρίπτει την ως άνω αίτηση αναιρέσεως και τους από 23/5/2006 πρόσθετους λόγους αυτής ως προς την πρώτη αναιρεσίβλητη.
Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα της πρώτης αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε εξακόσια πενήντα (650) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 31 Οκτωβρίου 2006. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Δεκεμβρίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ