Supreme Court allows appeal against electricity company's liability ruling due to faulty causation analysis.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appeal against the First Instance Court's decision, which had upheld the electricity company's liability for damages. The court found that the lower court incorrectly applied the principle of objective liability by failing to establish a direct causal link between the generator explosion and the plaintiffs' business losses. The court ruled that the losses resulted from power outages rather than the dangerous operation itself, necessitating a remand for further examination.
Legislator headnote
AI generatedArticles 925 of the Civil Code; The court established that objective liability under Article 925 requires a direct causal link between the dangerous activity and the damage, and its application is not merely analogical when the damage stems from a subsequent contractual breach rather than the activity itself.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1904 / 2022 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1904/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Ανδρικοπούλου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Γεώργιο Αυγέρη και Παναγιώτη Βενιζελέα - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Φεβρουαρίου 2022, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΗΛΕΚΤΡΙΣΜΟΥ Α.Ε." και τον διακριτικό τίτλο "ΔΕΗ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Παναγόπουλο.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 3) ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 4) Ε. Π. του Σ., κατοίκου ..., 5) Φ. Ι. - Κ. του Ν., κατοίκου ..., 6) ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 7) Β. Σ. του Π., κατοίκου ..., 8) Γ. Η. του Π., κατοίκου ..., 9) Α. Μ. του Χ., κατοίκου ..., 10) Α. Τ. του Η., κατοίκου ..., 11) ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 12) Α. Α. του Κ., κατοίκου ..., 13) Ν. Κ. του Ε., κατοίκου ..., 14) Γ. Χ., κατοίκου ..., 15) ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα και 16) ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Σπηλιόπουλο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-11-2013 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και προσώπων και εταιρειών που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1805/2018 του ίδιου Δικαστηρίου και 3350/2020 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 24-6-2020 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την τακτική διαδικασία, υπ' αριθμ. 3350/2020 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας και επικύρωσε την υπ' αριθμ. 1805/2018 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή ως προς την αναιρεσείουσα η, και κατ' αυτής στρεφόμενη, από 20/6/2013 αγωγή των αναιρεσιβλήτων. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να εξετασθεί για το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1, 3 ΚΠολΔ).
Από τη βασική, γενικού περιεχομένου, διάταξη του άρθρου 914 Α.Κ., που ορίζει ότι όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, συνάγεται ότι στο ισχύον δίκαιο η αδικοπρακτική ευθύνη έχει ως βάση την υπαιτιότητα, προϋποθέτει δηλαδή, κατά κανόνα, δόλο ή αμέλεια του ζημιώσαντος και γι' αυτό χαρακτηρίζεται ως υποκειμενική ευθύνη.
Παράλληλα με τη διάταξη αυτή όμως καθιερώνονται, είτε στον Αστικό Κώδικα, είτε σε ειδικούς νόμους και συγκεκριμένες περιπτώσεις εξωδικαιοπρακτικής ευθύνης ανεξάρτητα από πταίσμα του ζημιώσαντος, που χαρακτηρίζονται ως περιπτώσεις αντικειμενικής ευθύνης ή ευθύνης από διακινδύνευση. Η δικαιολογητική βάση της αντικειμενικής ευθύνης διαφέρει σε κάθε περίπτωση και επιβάλλεται, είτε γιατί κρίνεται ότι αυτός που δημιουργεί ή εξουσιάζει πηγές κινδύνων για την πρόκληση ζημιών από αυτές πρέπει να ευθύνεται και για την αποκατάσταση των ζημιών, που προκαλούνται, καθόσον λόγοι δικαιοσύνης επιβάλλουν, οι ζημιές που πηγάζουν από τους κινδύνους αυτούς, να βαρύνουν όχι τους ζημιωθέντες, αλλά αυτούς που δημιούργησαν ή εξουσιάζουν τους κινδύνους ανεξάρτητα από πταίσμα τους, όπως η ευθύνη για ζημιές από τα αυτοκίνητα (Ν.
ΓΠΝ/1911), η ευθύνη από την πτώση κτίσματος ή άλλου έργου συνεχόμενου με το έδαφος (άρθρο 925 Α.Κ.) και η ευθύνη για ζημία που προξένησε μη κατοικίδιο ζώο (άρθρο 924 παρ. 1 Α.Κ.), είτε γιατί κρίνεται ότι εκείνος που χρησιμοποιεί πρόσωπα και πράγματα για να αυξήσει την οικονομική του δραστηριότητα και να αποκομίσει κέρδος, εφ' όσον απολαμβάνει τα πλεονεκτήματα από τη χρησιμοποίηση αυτών, πρέπει να φέρει και το βάρος των συναφών κινδύνων, όπως στην ευθύνη του προστήσαντος (άρθρο 922 Α.Κ.) και στην ευθύνη του εργοδότη για τα εργατικά ατυχήματα του προσωπικού του (Ν. 551/1915), είτε γιατί η αντικειμενική ευθύνη δικαιολογείται από λόγους επιείκειας, όπως στην ευθύνη του ανίκανου για καταλογισμό για εύλογη ικανοποίηση του παθόντος (άρθρο 918 Α.Κ.) ή στην ευθύνη για εύλογη αποζημίωση αυτού που προκάλεσε ζημία ευρισκόμενος σε κατάσταση ανάγκης (άρθρο 286 παρ. 1 Α.Κ.).
Η περιπτωσιολογική ρύθμιση των περιπτώσεων αντικειμενικής ευθύνης δημιουργεί ορισμένες φορές αξιολογική αντινομία, αφού είναι δυνατόν να υπάρχουν περιπτώσεις, που δεν ρυθμίζονται ειδικά, ενώ ρυθμίζονται άλλες περιπτώσεις με ίση ή μικρότερη ανάγκη ρύθμισης αυτών. Έτσι δεν ρυθμίζεται και η ευθύνη για ζημίες τρίτων από εγκαταστάσεις παραγωγής και διανομής ηλεκτρικής ενέργειας, από τη λειτουργία των οποίων δημιουργείται μεγάλος κίνδυνος, και οι εκμεταλλευτές των εγκαταστάσεων αυτών αποκομίζουν από τη λειτουργία τους σημαντικό κέρδος, ενώ ρυθμίζεται και υπάρχει αντικειμενική ευθύνη, όπως προαναφέρθηκε, του κατόχου μη κατοικιδίου ζώου ή κτίσματος, από την κατοχή των οποίων γεννάται πολύ μικρότερος κίνδυνος.
Ειδικότερα η σύγχρονη εκρηκτική επιστημονική και τεχνολογική εξέλιξη παρήγαγε αναγκαία και ένα σύνολο πηγών κινδύνου, που αποτελούν απρόβλεπτη απειλή για τον άνθρωπο και τα αγαθά του. Τέτοιες πηγές κινδύνου προκλήσεως ζημιών συνιστούν λ.χ. τα (επίγεια, υδάτινα και εναέρια) μέσα μαζικής μεταφοράς, οι εγκαταστάσεις παραγωγής ηλεκτρισμού και τα δίκτυα διανομής του, οι ανάλογες εγκαταστάσεις πυρηνικής ενέργειας, φυσικού αερίου και άλλων εύφλεκτων και εκρηκτικών χημικών ουσιών και η αυτοματοποιημένη μαζική παραγωγή προϊόντων.
Η πρόκληση ζημίας από μία τέτοια πηγή κινδύνου περιάγει τον ζημιωθέντα σε δυσχερή θέση αποκαταστάσεως της ζημίας του, διότι η αρχή της υποκειμενικής ευθύνης, που διέπει, όπως προαναφέρθηκε, το δίκαιο της εξωδικαιοπρακτικής ευθύνης, αποκλείει την αποζημίωσή του από τον κάτοχο ή τον εξουσιαστή μίας τέτοιας πηγής κινδύνου, όταν η ζημία δεν μπορεί να αποδοθεί σε υπαιτιότητα κάποιου συγκεκριμένου προσώπου, οπότε η τυχαία ζημία βαρύνει εν τέλει τον παθόντα.
Επίσης, ο ζημιωθείς δυσχερέστατα αποδεικνύει το πταίσμα (όταν υπάρχει) εκείνου που τον ζημίωσε, ενώ ο τελευταίος, ως κάτοχος της ανάλογης τεχνογνωσίας, ευχερέστατα ανταποδεικνύει ότι δεν υπάρχει πταίσμα. Έτσι το (αναίτιο) θύμα μίας σύγχρονης πηγής κινδύνων μένει αναποζημίωτο, πράγμα που συνιστά μη αποδεκτή δικαιϊκή πραγματικότητα και καταδεικνύει την αδυναμία πλέον της αρχής της υποκειμενικής ευθύνης να ρυθμίσει, με κοινωνικά δίκαιο τρόπο, τα σύγχρονα ζητήματα της εξωδικαιοπρακτικής ευθύνης.
Απαιτείται συνεπώς μία διαφορετική νομική αντιμετώπιση της ευθύνης από την πρόκληση ζημιών από τέτοιες πηγές ιδιαίτερων κινδύνων, η οποία πρέπει να είναι η αναγνώριση της υποχρέωσης για αποζημίωση ανεξάρτητα από υπαιτιότητα, όταν η ζημία συναρτάται με πηγές, από τις οποίες εκπορεύεται ένας "ιδιαίτερος" κίνδυνος, ο οποίος αφενός δεν μπορεί να ελεγχθεί με την καταβολή της απαιτούμενης στις συναλλαγές επιμέλειας και αφετέρου απειλεί άτομα, που λόγω της δομής και οργάνωσης των σύγχρονων κοινωνιών, είναι υποχρεωμένα να εκτίθενται σ` αυτόν.
Συνεπώς η αρχή της διακινδύνευσης συνεπάγεται ότι ο κάτοχος ή εξουσιαστής μιας τέτοιας πηγής ιδιαίτερων κινδύνων είναι υποχρεωμένος, αφού άλλωστε αντλεί τα οφέλη από την κινδυνώδη για τους τρίτους λειτουργία της, να αποκαταστήσει κάθε ζημία που προκαλείται από την πραγμάτωση των ιδιαίτερων αυτών κινδύνων, ανεξάρτητα από το αν η πρόκληση της ζημίας οφείλεται ή όχι σε υπαιτιότητα του.
Η ευθύνη από διακινδύνευση, η οποία είναι συνήθως εξωδικαιοπρακτική και μπορεί να συρρέει με την ευθύνη από αδικοπραξία ή σύμβαση, δεν προϋποθέτει κατά κανόνα πράξη, ούτε παράνομη συμπεριφορά ή πταίσμα του υπεύθυνου. Γεννάται είτε από φυσικά γεγονότα είτε από τεχνικές λειτουργίες ή και ανθρώπινη συμπεριφορά, που δεν είναι πράξη.
Απαιτεί όμως πρόσφορη αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της πηγής του κινδύνου και της ζημίας. Υπόχρεος σε αποζημίωση είναι ο κάτοχος ή εξουσιαστής της πηγής των ιδιαίτερων κινδύνων. Η επιβάρυνσή του δικαιολογείται ηθικά τόσο από τη νομική αναγνώριση από τη δικαιϊκή τάξη λειτουργίας των πηγών αυτών, όσο και από τα οικονομικά οφέλη (συνήθως μεγάλα) που αντλούνται από τέτοιες πηγές.
Η αποκλειστική προσήλωση στο δόγμα της υποκειμενικής ευθύνης συνεπάγεται την αδυναμία της έννομης τάξεως να αποκαταστήσει σημαντικό ποσοστό από τις ζημίες του σύγχρονου πολίτη και γι` αυτό επιβάλλεται ένας αναπροσανατολισμός στη λειτουργία του δικαίου της εξωδικαιοπρακτικής ευθύνης στο πλαίσιο του σύγχρονου κοινωνικού κράτους, που θα κατευθύνεται στην αποκατάσταση της ζημίας με την παροχή στο ζημιωθέντα αξίωσης για πλήρη αποζημίωση, όταν η ζημία του αιτία έχει μία τέτοια πηγή κινδύνου, αφού μόνο έτσι διασφαλίζονται και ικανοποιούνται με πληρότητα τα συνταγματικά δικαιώματα του ατόμου για την ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας του, για τη συμμετοχή του στην κοινωνική και οικονομική ζωή, την προστασία της ζωής και της υγείας του (άρθρο 5 παρ. 1 και 5 Συντ.) και για την προστασία της ιδιοκτησίας του (άρθρο 17 παρ. 1 Συντ.), στην ευρύτητα μάλιστα που η έννοια της ιδιοκτησίας προστατεύεται από την ΕΣΔΑ στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της.
Τα συνταγματικά αυτά δικαιώματα στο πλαίσιο της γενικής αρχής του κοινωνικού κράτους δικαίου αποβλέπουν, μάλιστα, μετά τη ρητή καθιέρωση της αρχής της τριτενέργειας των ατομικών και κοινωνικών δικαιωμάτων (άρθρο 25 παρ. 1 Συντ.), στην κατοχύρωση και προστασία των σχετικών έννομων αγαθών όχι μόνο απέναντι σε κυριαρχικές κρατικές επεμβάσεις, αλλά και απέναντι σε προσβολές τους από φορείς ιδιωτικής εξουσίας στο πλαίσιο των διαπροσωπικών σχέσεων.
Με την έννοια αυτή, η εξωδικαιοπρακτική ευθύνη (άρα και η ευθύνη από διακινδύνευση ως μέρος της) αποτελεί μία δευτερογενή προστατευτική λειτουργία των προαναφερόμενων έννομων ατομικών αγαθών και γι` αυτό προάγεται σε ουσιώδες στοιχείο της συνταγματικής τάξεως, αφού διαφορετικά η επιδιωκόμενη από το Σύνταγμα προστασία τους θα παρέμενε ατελής.
Συνεπώς, η προαναφερόμενη αρχή στην "ευθύνη από διακινδύνευση", δηλαδή η αναγνώριση της υποχρέωσης για αποζημίωση ανεξάρτητα από υπαιτιότητα όταν η ζημία συναρτάται με πηγές, από τις οποίες εκπορεύεται ένας "ιδιαίτερος" κίνδυνος, θεμελιώνεται ευθέως στις προαναφερόμενες συνταγματικές διατάξεις, αφού μόνο έτσι διασφαλίζονται ικανοποιητικά τα αντίστοιχα ατομικά δικαιώματα.
Ο νομοθέτης, υλοποιώντας το πνεύμα των συνταγματικών αυτών διατάξεων, δεν καθιέρωσε ένα γενικό κανόνα (ρήτρα) για την ευθύνη από διακινδύνευση, αλλά ρύθμισε (εκτός από τα άρθρα 924 παρ. 1, 925 ΑΚ) περιπτωσιολογικά κάποιες περιπτώσεις ευθύνης από διακινδύνευση. Αυτές είναι: α) Η ευθύνη για ζημίες από τα αυτοκίνητα (ν.
ΓΠΝ/1911). β) Η ευθύνη του εκμεταλλευόμενου αεροσκάφος για ζημίες κατά την αεροπορική μεταφορά (ν. 1815/1988). γ) Η ευθύνη για ζημίες από πυρηνική ενέργεια (ν. 1758/1988, όπως συμπληρώθηκε από το ν. 1897/1990). δ) Η ευθύνη για ζημίες από ρύπανση ή υποβάθμιση του περιβάλλοντος (ν. 1650/1986, όπως συμπληρώθηκε από το ν. 1892/1990). ε) Η ευθύνη για ζημίες από αντικείμενα που εκτοξεύονται στο διάστημα (ν. 563/1977).
στ) Η ευθύνη για ρύπανση με πετρέλαιο (ν. 314/1976). ζ) Η ευθύνη παραγωγού από ελαττωματικά προϊόντα (ν. 2251/1994), η)η ευθύνη για εργατικά ατυχήματα που ρυθμίζεται στο ν. 551/1915. Κατά κανόνα, οι ρυθμισμένες από το ελληνικό δίκαιο περιπτώσεις ευθύνης από διακινδύνευση υπάγονται στο πεδίο της αδικοπρακτικής ευθύνης, αλλά όμως υπάρχουν και περιπτώσεις, που προϋφίσταται συμβατική σχέση μεταξύ του κατόχου της πηγής κινδύνων και του ζημιωθέντος, όπως οι ανωτέρω αναφερόμενες περιπτώσεις ευθύνης του αεροπορικού μεταφορέα και του εργοδότη επί εργατικού ατυχήματος.
Στις αρρύθμιστες περιπτώσεις, όπως λ.χ. η ευθύνη για ζημίες από τις εγκαταστάσεις παραγωγής και διανομής ηλεκτρικής ενέργειας, η υποχρέωση του κατόχου ή εξουσιαστή της πηγής, από την οποία εκπορεύεται ένας "ιδιαίτερος" κίνδυνος, θεμελιώνεται ευθέως στις προαναφερόμενες συνταγματικές διατάξεις που επιβάλλουν και στους ιδιώτες το σεβασμό και την προστασία των αντίστοιχων έννομων αγαθών.
Επίσης, η θεμελίωση ευθύνης από διακινδύνευση στις ανωτέρω περιπτώσεις μπορεί να γίνει και με αναλογική εφαρμογή των διατάξεων, που ήδη ισχύουν για τις προαναφερόμενες ρυθμισμένες περιπτώσεις, αφού ο νομοθέτης, ρυθμίζοντας μερικές μόνο περιπτώσεις κατά τον τρόπο αυτό, δεν ήθελε (ενόψει και της καθολικότητας των ανωτέρω συνταγματικών επιταγών) να ρυθμίσει εξαιρετικά μόνο αυτές και να αποκλείσει από μία παρόμοια ρύθμιση τις λοιπές, αλλά εξ αιτίας της περιπτωσιολογικής ρυθμίσεως που ακολούθησε, εκφράσθηκε στενότερα απ` ό,τι ήθελε.
Οπωσδήποτε, όμως, στις αρρύθμιστες αυτές περιπτώσεις, όταν προϋφίσταται συμβατικός δεσμός μεταξύ του κατόχου της πηγής κινδύνων και του ζημιωθέντος, προκειμένου να επιρριφθεί στον κάτοχο ένα επιζήμιο αποτέλεσμα, που προκλήθηκε από μια τέτοια πηγή κινδύνων, πρέπει πρωτίστως να διαπιστωθεί ότι τούτο τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με το σχετικό αντικείμενο ή την επικίνδυνη δραστηριότητα, να έχει δηλαδή η ζημία ως άμεση αιτία μία τέτοια πηγή κινδύνου, αποτελώντας αποκλειστική συνέπεια αυτής καθ' εαυτής της κινδυνώδους λειτουργίας του αντικειμένου ή της δραστηριότητας, που θα μπορούσε να προκληθεί και χωρίς τον ανωτέρω συμβατικό δεσμό.
Περαιτέρω, στην προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 925 Α.Κ. ορίζεται ότι ο κύριος ή νομέας κτίσματος ή άλλου έργου, που συνέχεται με το έδαφος, ευθύνεται για τη ζημία που προξενήθηκε σε τρίτο, εξαιτίας ολικής ή μερικής πτώσης του, εκτός αν αποδείξει ότι η πτώση δεν οφείλεται σε ελαττωματική κατασκευή ή σε πλημμελή συντήρησή του.
Με τη διάταξη αυτή, όπως προαναφέρθηκε, καθιερώνεται αντικειμενική ευθύνη του κυρίου ή νομέα κτίσματος ή άλλου έργου, για την ζημία που προκάλεσε σε τρίτο η πτώση του (ΑΠ 755/2009, 1958/2009). Αυτός απαλλάσσεται μόνο αν επικαλεσθεί κατ` ένσταση και αποδείξει ότι η πτώση δεν οφειλόταν σε ελαττωματική κατασκευή ή πλημμελή συντήρηση.
Το τεκμαιρόμενο γεγονός συνίσταται στο ότι η πτώση προήλθε κατ` αιτιώδη συνάφεια από ελαττωματική κατασκευή ή πλημμελή συντήρηση και για να απαλλαγεί ο κύριος ή νομέας πρέπει να επικαλεσθεί και να αποδείξει, ότι τέτοιος αιτιώδης σύνδεσμος δεν υπάρχει, διότι η πτώση προήλθε από διαφορετική αιτία, όπως ανωτέρα βία ή ενέργεια τρίτου.
Το πότε το επικαλούμενο ως ανωτέρα βία ή ως επενέργεια τρίτου γεγονός αποτελεί άλλη αυτοτελή αιτία για την πτώση της οικοδομής ή τμήματός της, και άρα αιτία για τη διακοπή - άρση της αιτιώδους συνάφειας, που κατά την ίδια διάταξη του άρθρου 925 του ΑΚ τεκμαίρεται ότι υπάρχει ανάμεσα στην υπάρχουσα ελαττωματική κατασκευή ή την πλημμελή συντήρηση της οικοδομής και της πτώσης της, εξαρτάται από την ένταση του γεγονότος, που εμφανίζεται ως ανωτέρα βία ή ως επενέργεια τρίτου.
Η ένταση τέτοιων γεγονότων τελεί σε αναλογία με την έκταση της πιο πάνω αιτιώδους συνάφειας. Έτσι, όταν το επικαλούμενο ως ανωτέρα βία ή και επενέργεια τρίτου γεγονός, καίτοι μέτριας έντασης, συνδυάζεται πραγματικά με ελαττωματικότητα της οικοδομής, που αποτέλεσε αιτία της πτώσης, περιορίζεται το ενδεχόμενο διάρρηξης της αιτιώδους συνάφειας και ανατροπής του νόμιμου τεκμηρίου, που προαναφέρθηκε.
Πταίσμα του κυρίου ή νομέα (ή και των προστηθέντων τους), δεν απαιτείται, ούτε τεκμαίρεται, ούτε και ωφελεί αυτούς η απόδειξη, ότι δεν βαρύνονται οι ίδιοι με πταίσμα, αλλά κάποιος άλλος, ενδεχομένως ο κατασκευαστής ή ο δικαιοπάροχός τους. Οι προϋποθέσεις εφαρμογής της ως άνω διάταξης είναι: 1) Ο υπεύθυνος προς αποζημίωση πρέπει να είναι κύριος ή νομέας του κτίσματος ή του συνεχόμενου μετά του εδάφους άλλου έργου κατά την πτώση αυτών.
Υπεύθυνος επομένως, προς αποζημίωση είναι: α) ο κύριος του κτίσματος, εφόσον ευρίσκεται στη νομή αυτού ο ίδιος ή δι` αντιπροσώπου και β) ο νομέας αυτού. 2) Να πρόκειται περί κτίσματος ή άλλου έργου συνεχόμενου μετά του εδάφους. Ως κτίσμα νοείται κάθε ανθρώπινο δομικό δημιούργημα, που συνδέεται σταθερά με το έδαφος, πάνω ή κάτω από την επιφάνεια του, αδιάφορα από την κατάσταση ή τον προορισμό του.
Στην έννοια του "άλλου έργου" περιλαμβάνεται κάθε τεχνητό αντικείμενο, που συνδέεται με το έδαφος και εγκυμονεί κίνδυνο από πιθανή κατάρρευσή του και που, λόγω του τρόπου κατασκευής και της ιδιομορφίας του, δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί σαν "κτίσμα" (κολώνες καλωδίων, κεραίες, καπνοσυλλέκτες, διαφημιστικές πινακίδες κλπ). 3) Η ζημία του βλαβέντος πρέπει να επήλθε εξαιτίας της πτώσεως του κτίσματος, ή του άλλου έργου ολικώς ή μερικώς.
Ως πτώση νοείται η λύση των τεχνικών συνδέσμων των διαφόρων υλικών του και η ολική ή μερική κατάρρευσή του σύμφωνα με το νόμο της βαρύτητας ή και η ολική ή μερική υποχώρηση κάτω από μία συνηθισμένη δύναμη, λ.χ. υποχώρηση μιας σκάλας ή δαπέδου κάτω από το βάρος ανθρώπινου σώματος (ΑΠ 340/2021,ΑΠ 755/2009). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 παρ. 1 ΚΠολΔ , η οποία είναι αντίστοιχη της διάταξης του άρθρου 559 παρ. 1 ΚΠολΔ, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, η δε παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς.
Διδάγματα της κοινής πείρας, είναι γενικές αρχές που επαγωγικά συνάγονται από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, της συμμετοχής στις συναλλαγές και από τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, οι οποίες έχουν γίνει πλέον κοινό κτήμα. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με εσφαλμένη εφαρμογή (Ολ.ΑΠ 7/2006, Ολ.ΑΠ 4/2005).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.
Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να καθορίζονται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάσθηκε και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή της (Ολ.ΑΠ 20/2005, Ολ.ΑΠ 32/1996), αλλιώς ο λόγος αυτός είναι αόριστος και γι' αυτό απορριπτέος ως απαράδεκτος.
Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτει ότι η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής πορείας της υπόθεσης: Οι αναιρεσίβλητοι και άλλα επτά φυσικά και νομικά πρόσωπα άσκησαν στο Ειρηνοδικείο Αθηνών κατά της αναιρεσείουσας και κατά της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Διαχείριση Ελληνικού Δικτύου Διανομής Ηλεκτρικής Ενέργειας (Δ.Ε.Δ.Δ.Η.Ε.) Α.Ε.", την από 12/11/2013 αγωγή τους, στην οποία εκθέτουν ότι είναι όλοι επιχειρηματίες με έδρα την ..., οι οποίοι είχαν συνάψει με την αναιρεσείουσα συμβάσεις, δια των οποίων η αναιρεσείουσα είχε αναλάβει την υποχρέωση να τους παρέχει ηλεκτρικό ρεύμα στις επιχειρήσεις τους.
Ότι παρόλες τις προς αυτήν διαμαρτυρίες τους για τις συνεχείς διακοπές παροχής ηλεκτρικού ρεύματος, ιδίως κατά τον μήνα Αύγουστο, λόγω των αμελειών και παραλείψεών της, για τις οποίες της είχαν αποστείλει το καλοκαίρι του 2010 και επιστολή διαμαρτυρίας κοινοποιηθείσα στον Υπουργό Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής και στον Δήμο Θήρας, επισημαίνοντας τον κίνδυνο πρόκλησης γενικής διακοπής ηλεκτροδότησης, αυτή αδράνησε με αποτέλεσμα, στις 13/8/2013, όταν λόγω έκρηξης μιας γεννήτριας ξέσπασε πυρκαγιά στον Αυτόνομο Σταθμό Παραγωγής Ηλεκτρικής Ενέργειας, που διατηρεί η αναιρεσείουσα στη θέση Μονόλιθος Θήρας και από τον οποίο τροφοδοτείται με ηλεκτρικό ρεύμα το νησί της Θήρας, να διακοπεί η παροχή ηλεκτρικού ρεύματος σε όλο το νησί και ακολούθως για πέντε ημέρες να παρέχεται ηλεκτρικό ρεύμα με διακοπές.
Ότι από τις διακοπές αυτές της ηλεκτροδότησης, που οφειλόταν στην αντισυμβατική και παράνομη συμπεριφορά των προστηθέντων των εναγομένων εταιρειών, οι οποίοι κατά παράβαση της γενικής υποχρέωσης πρόνοιας και ασφάλειας στο πλαίσιο της συναλλακτικής δραστηριότητας είχαν συντηρήσει πλημμελώς το δίκτυο παραγωγής και διανομής ηλεκτρικού ρεύματος, είχαν λάβει ελλιπή μέτρα ασφαλείας για την πρόληψη της γενικής διακοπής αυτού και δεν είχαν φροντίσει για εφεδρείες, ώστε να αποκαθίσταται αμέσως το πρόβλημα, συμπεριφορά που είναι και παράνομη, επειδή είναι αντίθετη στο άρθρο 914 Α.Κ., στο άρθρο 925 Α.Κ., που προβλέπει αντικειμενική ευθύνη από διακινδύνευση στους κατόχους και εκμεταλλευτές του Δικτύου Διανομής Ηλεκτρικού Ρεύματος ως πηγής ιδιαίτερων κινδύνων και στο άρθρο 8 του Ν. 2251/1994, που προβλέπει την ευθύνη του παρέχοντος υπηρεσίες, υπέστησαν την αναφερόμενη για κάθε ενάγοντα ζημία.
Τέλος, όπως παραδεκτά περιόρισαν το αίτημα της αγωγής, ζήτησαν να αναγνωρισθεί η υποχρέωση των εναγόμενων εταιρειών, εις ολόκληρον εκάστης τούτων, να τους καταβάλουν ως αποζημίωση και εύλογη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, το αναφερόμενο στην αγωγή για έκαστο τούτων ποσό. Το Ειρηνοδικείο Αθηνών με την υπ' αριθμ. 1805/2018 απόφασή του, αφού απέρριψε την αγωγή ως προς την Δ.Ε.Δ.Δ.Η.Ε.
Α.Ε. και δέχθηκε ότι η αναιρεσείουσα, παρά την έλλειψη υπαιτιότητας των προστηθέντων οργάνων της για την έκρηξη της γεννήτριας και την επελθούσα διακοπή του ρεύματος, ευθύνεται αντικειμενικά κατά το άρθρο 925 Α.Κ., έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή των αναιρεσιβλήτων και αναγνώρισε την υποχρέωση της αναιρεσείουσας να καταβάλει σε έκαστο τούτων τα αναφερόμενα στην απόφαση ποσά.
Κατά της απόφασης αυτής η αναιρεσείουσα άσκησε έφεση επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου, το οποίο δέχθηκε τα ακόλουθα, κρίσιμα για τον αναιρετικό έλεγχο, πραγματικά περιστατικά: "Οι ενάγοντες-εφεσίβλητοι (ήδη αναιρεσίβλητοι) είναι έμποροι και ασκούν επιχειρηματική δραστηριότητα στο νησί της Σαντορίνης και ειδικότερα, στην πλειοψηφία τους, στον οικισμό της Οίας.
Στις 13-8-2013 και περί ώρα 12:00 ξέσπασε πυρκαγιά, που εξελίχθηκε ραγδαία και σε μεγάλη έκταση, εντός του Αυτόνομου Σταθμού Παραγωγής (ΑΣΠ) ηλεκτρικής ενέργειας, που βρίσκεται στην περιοχή "Μονόλιθος" και ανήκει κατά κυριότητα, νομή και κατοχή στην πρώτη εναγομένη και ήδη εκκαλούσα (ήδη αναιρεσείουσα) ΔΕΗ Α.Ε., από τον οποίο τροφοδοτούνται με ηλεκτρική ενέργεια τα νησιά Θήρα (Σαντορίνη) και Θηρασία.
Εξαιτίας αυτής, έγιναν αλλεπάλληλες διακοπές ηλεκτροδότησης στο νησί της Σαντορίνης από 13-8-2013 έως 18-8-2013. Η εν λόγω πυρκαγιά προκλήθηκε εξαιτίας της έκρηξης και ολοσχερούς καταστροφής αρχικά του κινητήρα, μάρκας "...", τύπου W18V32 και κατόπιν της γεννήτριας μίας εκ των εγκατεστημένων στον ΑΣΠ Θήρας μονάδων παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας με πετρέλαιο (ντίζελ)-ηλεκτροπαραγωγών ζευγών (Η/Ζ), που έφερε τον αριθμό 1 (Νο1).
Η δε έκρηξη προκλήθηκε λόγω της υπερτάχυνσης του ως άνω κινητήρα κατά το στάδιο εκκίνησής του, που δεν αντιμετωπίστηκε επιτυχώς από το εγκατεστημένο σε αυτόν διπλό σύστημα προστασίας από υπερτάχυνση, αποτελούμενο αφενός από σύστημα εγκατεστημένο στον ρυθμιστή στροφών του κινητήρα και αφετέρου από, ανεξάρτητο του τελευταίου, σύστημα ηλεκτροπνευματικής βαλβίδας, τα οποία, εάν είχαν λειτουργήσει, θα είχε διακοπεί η τροφοδοσία της μονάδας με καύσιμο και θα είχε τεθεί ο κινητήρας εκτός λειτουργίας, με συνέπεια την αποσόβηση του κινδύνου πρόκλησης έκρηξης λόγω της υπερτάχυνσης και της εξαιτίας αυτής πρόκλησης βραχυκυκλώματος και ακολούθως πυρκαγιάς και της καταγραφής εκτεταμένων στις εγκαταστάσεις του εργοστασίου παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας ζημιών, οι οποίες επεκτάθηκαν και σε γειτνιάζοντα του παραπάνω Η/Ζ με Νο2 και Νο8, καθώς και στον λοιπό βοηθητικό εξοπλισμό του μηχανοστασίου, με την καταστροφή διερχόμενων καλωδίων ισχύος ελέγχου όλων των μονάδων του σταθμού.
Σύμφωνα με τις συνταχθείσες εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης α) από επιτροπή συσταθείσα από στελέχη της εκκαλούσας, β) από επιτροπή-ερευνητική ομάδα μηχανολόγων μηχανικών του ΕΜΠ, υπό την εποπτεία του καθηγητή Δρ. Δ.Θ. Χ. και γ) από την εταιρία συμβούλων και πραγματογνωμόνων "...", οι οποίες συντάχθηκαν κατόπιν εντολής της πρώτης εναγομένης και ήδη εκκαλούσας, τα αίτια της έκρηξης ανάγονται σε κατασκευαστικές αστοχίες του κινητήρα του Η/Ζ Νο1, οι οποίες δεν είχαν εντοπιστεί και δεν είχαν επιλυθεί αποτελεσματικά και σύμφωνα με τα διεθνή πρότυπα ασφαλείας από την κατασκευάστρια εταιρία, αρμόδια για τη συντήρηση του καυστήρα, δίχως οι αρμόδιοι για τη συντήρηση των εγκαταστάσεων του ΑΣΠ, προστηθέντες της πρώτης εναγομένης-εκκαλούσας μηχανικοί να δύνανται να ελέγξουν, με επέμβασή τους στα μέρη του κινητήρα, την κανονικότητα και λειτουργικότητα των επιμέρους εξαρτημάτων αυτού, ούτε να γνωρίζουν την πιθανή ύπαρξη κινδύνου πρόκλησης οποιοσδήποτε ζημίας λόγω ελαττώματος ή κατασκευαστικής έλλειψης του εν λόγω κινητήρα.
Η δε βλάβη των ως άνω συστημάτων προστασία(ς) του κινητήρα από υπερτάχυνση δεν προκλήθηκε, σύμφωνα με τις ανωτέρω εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης, πριν την τελευταία εκκίνησή του, που έλαβε χώρα το πρωί της 13-8-2013, ώστε να μπορούσε αυτή να έχει προηγουμένως εντοπιστεί και επισκευαστεί, ο δε επίδικος κινητήρας, που είχε τεθεί εκτός λειτουργίας λόγω βλάβης, είχε ελεγχθεί ως προς τα προσβάσιμα μηχανικά μέρη του, είχε καθαριστεί και επισκευαστεί, επιμελεία των προστηθέντων της πρώτης εναγομένης-εκκαλούσας αλλά και της κατασκευάστριας εταιρίας, προκειμένου να επανατεθεί επιτυχώς σε λειτουργία, ενώ, επίσης, είχε υποβληθεί, σε πρόσφατο του επιδίκου συμβάντος χρόνο, σε εκτενή επισκευή και συντήρηση, από τους αρμόδιους προστηθέντες υπαλλήλους της κατασκευάστριας εταιρίας, οι εργασίες της οποίας ολοκληρώθηκαν μόλις το μήνα Απρίλιο του έτους 2013, εν όψει της θερινής περιόδου, με επισκευή, μεταξύ άλλων, του ρυθμιστή στροφών του κινητήρα, ήτοι του ενός εκ των δύο συστημάτων κράτησης του κινητήρα και προστασίας του από υπερτάχυνση.
Προς αποκατάσταση, δε, της γεννήτριας με πετρέλαιο (ντίζελ)- ηλεκτροπαραγωγών ζευγών (Η/Ζ) No 1, που καταστράφηκε από την έκρηξη, υπεγράφη η με αριθ. ... σύμβαση με την κατασκευάστρια εταιρία "...", με το συμβατικό τίμημα να ορίζεται σε μηδέν (0) ευρώ, γεγονός που αποδεικνύει την αποδοχή, εκ μέρους της κατασκευάστριας και συντηρήτριας εταιρίας, της μη ευθύνης της πρώτης εναγομένης- εκκαλούσας για την έκρηξη.
Εκ των ανωτέρω συνάγεται ότι τόσο η έκρηξη, όσο και η πυρκαγιά που ακολούθησε καθώς και η, συνεπεία τούτων, αδυναμία του σταθμού παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας της πρώτης εναγομένης-εκκαλούσας να λειτουργήσει, ήταν απολύτως αιφνίδια και απρόβλεπτα γεγονότα και η αιτία αυτών, ήτοι η αστοχία των προστασιών- ασφαλειών της μηχανής, δεν δύναται να αποδοθεί σε πλημμελή συντήρηση του δικτύου παραγωγής και διανομής ηλεκτρικής ενέργειας και σε ελλιπή μέτρα ασφαλείας, δηλαδή σε παράνομη και αντισυμβατική συμπεριφορά της πρώτης εναγομένης-εκκαλούσας ή των προστηθέντων υπαλλήλων αυτής, ούτε με τη μορφή της παράνομης παράλειψης ενέργειας που επιβάλλεται από τους κανόνες της καλής πίστης και της γενικότερης υποχρέωσης καλόπιστης συμπεριφοράς.
Ωστόσο, η πρώτη εναγομένη-εκκαλούσα ευθύνεται αντικειμενικά για την πρόκληση του επιδίκου ζημιογόνου γεγονότος, παρά την έλλειψη υπαιτιότητας των προστηθέντων αυτής, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη της παρούσας, καθόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις της διάταξης του άρθρου 925 ΑΚ, αναλογικά εφαρμοζόμενης εν προκειμένω.
Ειδικότερα, αποδείχθηκε ότι η επίδικη πυρκαγιά στον ΑΣΠ Θήρας προκλήθηκε από την έκρηξη του κινητήρα του Η/Ζ No 1, η οποία με τη σειρά της, εξομοιούμενη με την "πτώση" του έργου, κατ' άρθρο 925 ΑΚ, οφείλεται στην ελαττωματική κατασκευή του, που οδήγησε στη μη ορθή και αποτελεσματική λειτουργία του διπλού συστήματος κράτησης του κινητήρα και προστασία του από υπερτάχυνση, για την οποία ευθύνεται η πρώτη εναγομένη-εκκαλούσα, ως κυρία και κάτοχος του ΑΣΠ Θήρας και των σε αυτόν εγκατεστημένων μονάδων παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας, μεταξύ των οποίων και η καταστραφείσα.
Η εν λόγω διακοπή ηλεκτροδότησης, που επήλθε εξαιτίας της παύσης τροφοδότησης του δικτύου με ηλεκτρική ενέργεια, λόγω της παύσης λειτουργίας του ΑΣΠ Θήρας, αμέσως μετά την πυρκαγιά, μπορούσε, υπό την έννοια της προσφορότητας, να προκαλέσει αιτιωδώς ζημία στις επιχειρήσεις των εναγόντων-εφεσιβλήτων, υπό την ιδιότητά τους ως καταναλωτών, συνδεδεμένων με το δίκτυο ηλεκτρικής ενέργειας.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι από τη διακοπή ηλεκτροδότησης στο νησί της Σαντορίνης, στις 13-8-2013 και τις αλλεπάλληλες διακοπές ρεύματος που λάμβαναν χώρα τουλάχιστον τρεις (3) φορές ημερησίως, διάρκειας εκάστης δύο (2) ωρών περίπου, κατά τις επόμενες ημέρες μέχρι και τις 17-8-2013, οπότε αποκαταστάθηκε πλήρως η λειτουργία του ΑΣΠ Θήρας και η ηλεκτροδότηση του δικτύου στο νησί, οι ενάγοντες υπέστησαν ζημία εξαιτίας της αδυναμίας κανονικής και απρόσκοπτης λειτουργίας των επιχειρήσεών τους, ιδίως κατά τις νυκτερινές ώρες, οπότε αυξάνεται η τουριστική και αγοραστική κίνηση εντός του οικισμού της Οίας.
Ειδικότερα: α) η δεύτερη (2η) των εναγόντων ....". Με τις παραδοχές αυτές το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο και με μη προσβαλλόμενες με αναίρεση παραδοχές του, για το ύψος της ζημίας εκάστου αναιρεσιβλήτου, απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας και επικύρωσε την εκκαλούμενη απόφαση.
Έτσι που έκρινε το Μονομελές Πρωτοδικείο, το οποίο εφάρμοσε αναλογικά την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 925 ΑΚ, δεχόμενο ότι στοιχειοθετείται αντικειμενική ευθύνη από διακινδύνευση της αναιρεσείουσας, παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την υπαγωγή στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά, καθόσον, σύμφωνα με τις ουσιαστικές αυτές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, η ζημία των αναιρεσιβλήτων δεν προήλθε αμέσως από την έκρηξη στον κινητήρα της γεννήτριας της μονάδας παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας και την επακολουθήσασα πυρκαγιά, δηλαδή από αυτή καθ' εαυτή τη κινδυνώδη λειτουργία της ένδικης εγκαταστάσεως παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας, αλλά από τις επακολουθήσασες διακοπές παροχής ηλεκτρικού ρεύματος, στις επιχειρήσεις των αναιρεσιβλήτων, το οποίο η αναιρεσείουσα, κατά τη σύμβαση που τη συνέδεε με τους αναιρεσίβλητους, είχε την υποχρέωση να παρέχει σ' αυτούς, με αποτέλεσμα να μη συντρέχει περίπτωση αναλογικής εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 925 ΑΚ, την οποία, συνεπώς, εσφαλμένα το δευτεροβάθμιο δικαστήριο εφάρμοσε στη συγκεκριμένη περίπτωση. Επομένως ο σχετικός πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στην απόφαση η ανωτέρω από το άρθρο 560 αρ. 1 ΚΠολΔ πλημμέλεια, είναι βάσιμος.
Κατόπιν αυτού, χωρίς να ερευνηθούν οι λοιποί λόγοι αναίρεσης, η εξέταση των οποίων παρέλκει, γιατί καλύπτονται από την αναιρετική εμβέλεια του ανωτέρω λόγου που κρίθηκε βάσιμος, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, που την εξέδωσε, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή (άρθρο 580 παρ. 3 Κ. Πολ. Δ.), να διαταχθεί η απόδοση του κατατεθέντος για το παραδεκτό της αναίρεσης παραβόλου στην αναιρεσείουσα (άρθρο 495 παρ.3 Κ. Πολ. Δ. και να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι, λόγω της ήττας τους, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματός της (άρθρα 176, 183, 191 παρ.2 Κ. Πολ. Δ.)
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 3350/2020 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που εξέδωσε την αναιρεθείσα απόφαση, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, εκτός εκείνου, που εξέδωσε την απόφαση.
Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου της αναίρεσης στην αναιρεσείουσα. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε τρείς χιλιάδες (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Ιουνίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 15 Νοεμβρίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ