Legislator Case Law & Legislation
1904/2011 AI generated

1904/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1904/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ρένα Ασημακοπούλου, Αντιπρόεδρο, Αθανάσιο Κουτρομάνο, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Γεράσιμο Φουρλάνο, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1904/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Για να υπάρξει λόγος για μη λήψη υπόψη αυτοτελούς ισχυρισμού προϋποτίθεται: α) να ασκεί αυτός ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αλλά και να είχε προβληθεί από τον ίδιο τον ασκούντα την αναίρεση (ΑΠ 1398/1980, ΑΠ 572/1984), διάδικο, κατά τρόπο ορισμένο και παραδεκτό στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση (Ολ.ΑΠ 12/2000, Ολ.ΑΠ 2/2001, ΑΠ 163/2004, ΑΠ 1255/2004), επί πλέον δε να είναι και ο ίδιος νόμιμος (Ολ.ΑΠ 14/2004, ΑΠ 1499/95).

Keywords

AI generated
voluntary withdrawal withdrawal following settlement retaliatory dismissal right of repurchase public takeover bid cancellation of securities
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1904 / 2011 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1904/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ρένα Ασημακοπούλου, Αντιπρόεδρο, Αθανάσιο Κουτρομάνο, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Γεράσιμο Φουρλάνο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 27 Σεπτεμβρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ι. Μ. του Θ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τη πληρεξούσια δικηγόρο του Ευτυχία Σαρακατσάνη.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. Σ. Π. του Ε. και 2. Ι. Τ. του Χ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γ. Δ..

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις αγωγές από: 17-11-2003, 29-1-2003 του ήδη αναιρεσείοντος, 2-4-2003 και 15-3-2004 αγωγές των ήδη αναιρεσιβλήτων που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν.

Εκδόθηκε η 4190/2006 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου την αναίρεση της οποίας ζητά ο αναιρεσείων με την από 11-12-2006 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεράσιμος Φουρλάνος ανέγνωσε την από 17-9-2010 έκθεσή του με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης ως απαράδεκτης, σε διαφορετική περίπτωση, αν δηλαδή αυτή είναι απραδεκτή, την παραδοχή της κρινόμενης αίτησης.

Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψη της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.8 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, η απόφασή του υπόκειται σε αναίρεση. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, δηλαδή οι ισχυρισμοί των διαδίκων, που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης (Ολ.ΑΠ 3/1993, ΑΠ 1530/2001, ΑΠ 511/2003, ΑΠ 1253/2004).

Για να υπάρξει λόγος για μη λήψη υπόψη αυτοτελούς ισχυρισμού προϋποτίθεται: α) να ασκεί αυτός ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αλλά και να είχε προβληθεί από τον ίδιο τον ασκούντα την αναίρεση (ΑΠ 1398/1980, ΑΠ 572/1984), διάδικο, κατά τρόπο ορισμένο και παραδεκτό στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση (Ολ.ΑΠ 12/2000, Ολ.ΑΠ 2/2001, ΑΠ 163/2004, ΑΠ 1255/2004), επί πλέον δε να είναι και ο ίδιος νόμιμος (Ολ.ΑΠ 14/2004, ΑΠ 1499/95).

Για το ορισμένο του λόγου δε, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ποιά ήταν τα πράγματα, δηλαδή οι αυτοτελείς ισχυρισμοί, που, παρά το νόμο δεν λήφτηκαν ή λήφτηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας και ποιά επίδραση άσκησαν ή θα ασκούσαν στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 44/2003, ΑΠ 493/2002, ΑΠ 530/1992). Ακόμη δε, τα στοιχεία, από τα οποία, να προκύπτει, ότι ο ισχυρισμός προτάθηκε παραδεκτά από τον αναιρεσείοντα στο Εφετείο (ΑΠ 44/2003, ΑΠ 885/1994).

Πράγματα, άρα, δεν αποτελούν τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα των διαδίκων και, γενικότερα, οι ισχυρισμοί τους, οι οποίοι υποβάλλονται διηγηματικά προς ευδοκίμηση της αγωγής ή στα πλαίσια της γενικής ή ειδικής άρνησής της και αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων. Στην παρούσα περίπτωση ήχθησαν για κρίση στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο τρεις αγωγές του ήδη αναιρεσείοντα και δύο των αναιρεσιβλήτων.

Με την προσβαλλόμενη απόφαση απορρίφτηκαν οι αγωγές του πρώτου, ενώ, έγιναν, κατά ένα μέρος, δεκτές οι αγωγές των αντιδίκων του.

Α). Αναφορικά με την από 17.11.2003 αγωγή του ο αναιρεσείων προβάλλει: 1) ότι σ' αυτή, όπως παραδεκτά διευκρίνησε με τις προτάσεις του, αναφέρει περιστατικά, τα οποία στηρίζουν τη βάση της αδικοπραξίας (απάτη σε βαθμό κακουργήματος), αναφορικά με την απόκτηση "πακέτου" 500.000 μετοχών από τους αντιδίκους του, με μειωμένο τίμημα και την είσπραξη, σε περίπτωση επαναγοράς τους, παράνομα, επιτόκιου 15% και μερίσματος 7% επί των ποσών που τού κατέβαλαν ως τίμημα, 2) δεν διέλαβε στην αγωγή, ότι πείστηκε στις διαβεβαιώσεις (ψευδείς), των αντιδίκων του, για διατήρηση δεσμευμένων, έως την 21.12.2001 του 5% των μετοχών ΑΕΓΕΚ, και γι' αυτό της πώλησε τις πιο πάνω μετοχές του.

Η προσβαλλόμενη απόφαση, όμως, παρά ταύτα, το μεν δεν έλαβε υπ' όψιν τα προταθέντα (με αριθμ. 1 ως άνω), πράγματα, το δε έλαβε υπ' όψιν τα μη προταθέντα (ως άνω με αριθμ. 2) πράγματα, 3) διέλαβε στην αγωγή του περιστατικά αναφερόμενα στην αδικοπρακτική πράξη της απάτης από μέρους των αντιδίκων του που αναφέρονται σε αθέμιτη απόκρυψη και αποσιώπηση πραγματικών περιστατικών, που, εκτενώς μνημονεύονται, και τον οδήγησαν στην απόφαση της υπογραφής των από 2.2.

και 11.3.1999 συμφωνιών. Και τα περιστατικά αυτά δεν έλαβε υπόψη η προσβαλλόμενη απόφαση, ενώ, ταυτόχρονα, δεν έλαβε υπ' όψιν έγγραφα που αυτός προσκόμισε και επικαλέστηκε, για τη στήριξη του ισχυρισμού του, 4) η προσβαλλόμενη, απόφαση δέχτηκε πως την προβαλλόμενη από μέρους του, πράξη της κακουργηματικής απάτης των αντιδίκων του, στήριξε, αποκλειστικά, στην αθέμιτη απόκρυψη, ως προς την επικείμενη αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της ΑΕΓΕΚ, αν και αυτό δεν είναι αληθές, γιατί υπήρξε νόμιμη πρόσκληση δημοσιευθείσα σε δύο εφημερίδες των Αθηνών, για σύγκληση Γενικής Συνέλευσης της ΑΕΓΕΚ, πράγμα που αυτός γνώριζε, άλλως από αμέλειά του, αγνοούσε.

Όμως, η απόφαση αυτή, παρέλειψε να κρίνει και για άλλα περιστατικά που οι εναγόμενοι απέκρυψαν ή αποσιώπησαν και μνημονεύτηκαν στην αγωγή και στις προτάσεις του, που, αναλυτικά εκθέτει, και, έτσι, υφίσταται αναιρετικός λόγος από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.8 Κ.Πολ.Δ., 5) Δεν λήφτηκαν υπ' όψη σειρά εγγράφων που προσκόμισε και νόμιμα, επικαλέστηκε και τα οποία, θα οδηγούσαν, ασφαλώς, το δικαστήριο σε διαφορετική κρίση (παράβαση διάταξης άρθρου 559 αρ. 11 Κ.Πολ.Δ.), 6) δεν λήφτηκαν υπόψη συγκεκριμένες μαρτυρικές καταθέσεις δεν έλαβε υπ' όψιν αναφερθείσες απ' αυτόν εμπιστευτικές πληροφορίες, αναφορικά με την μη τέλεση της παράβασης του άρθρου 30 του Ν.1806/1988, ενώ, ακόμη, ο ίδιος δέχεται την τέλεση της πράξης της απάτης και όχι και της υπεξαίρεσης, το Πολυμελές Πρωτοδικείο δέχεται το αντίθετο.

Στους ίδιους λόγους δε, στηρίζεται και το σφάλμα της προσβαλλόμενης απόφασης, αναφορικά με την απόκτηση παράνομου πλουτισμού από τους αναιρεσίβλητους (παράβαση διατάξεων του άρθρου 559 αρ. 8 και αρ. 11 Κ.Πολ.Δ). Ακόμη, προβάλλεται, πως αναφορικά με την από τη σύμβαση, βάση της αγωγής του η προσβαλλόμενη απόφαση, έλαβε υπ'όψιν πράγματα που δεν προτάθηκαν (αθέτηση συμβατικής υποχρέωσης των αντιδίκων του από τα από 1.9.1997 και 16.3.1997 συμφωνητικά), άλλως, δεν έλαβε υπ' όψιν πράγματα που προτάθηκαν (λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ).

Ακόμη δεν έλαβε υπ' όψιν ομολογία των αντιδίκων του, που μνημονεύεται στην από 2.4.2003 αγωγή τους (παράβαση από το άρθρο 559 αρ. 11 Κ.πολ.Δ). Τέλος, κακώς δέχτηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, πράγματα που δεν προτάθηκαν από μέρους του σε σχέση με χωριστή βάση αδικοπραξίας από απάτη, ενώ ο ίδιος περιορίστηκε σε άλλα, συγκεκριμένα, περιστατικά, που, επίσης, εκτενώς αναφέρει (αναιρετικός λόγος από το άρθρο 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ).

Στη συγκεκριμένη περίπτωση, το δικαστήριο της ουσίας, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε, με την ανέλεγκτη, για την ουσία, κρίση του τα ακόλουθα, όσον αφορά τη συγκεκριμένη αγωγή : Α). Αναφορικά με το αντικείμενο της από 17.11.2003 με αρ. κατάθεσης 10442/17.11.2003 αγωγή του Ι. Μ.: Με το από 4.10.1993 ιδιωτικό συμφωνητικό τους, οι διάδικοι, που ήταν κατ' εκείνο το χρόνο μέλη του ΔΣ της ανώνυμης εταιρίας "ΑΕΓΕΚ" και μοναδικοί μέτοχοι της, συμφώνησαν, εν όψει εισαγωγής των μετοχών της εταιρίας στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών, να διατηρήσουν υπέρ τους "δεσμευμένο" (δηλαδή αμεταβίβαστο σε τρίτους) το 32,30% των κοινών μετοχών, ήτοι 7,66% ο Ι.

Μ. και 12,32% έκαστος των Σ. Π. και Ι. Τ.. Μεταγενέστερα και έως την 31/8/1997, ο Ι. Μ., προβαίνοντας σε τμηματικές πωλήσεις μετοχών του (όπως συνομολογεί με το από 1/9/1997 συμφωνητικό των διαδίκων, αλλά και προκύπτει από τα 27/3/1996, 4/7/1996, 10/10/1996 και 3/2/1997 συμφωνητικά αυτών), μείωσε σταδιακά το "δεσμευμένο" ποσοστό κοινών μετοχών του σε μόλις 2,8% του μετοχικού κεφαλαίου, ήτοι σε 500.000 μετοχές (όπως προκύπτει από [α] κατάσταση μετοχών του Ι.

Μ. ανά Γ.Σ. και [β] την καρτέλα αγοραπωλησιών μετοχών του, που προσκομίζουν οι αντίδικοι του). Περαιτέρω δε, ο Ι. Μ., αφού η αρχική από 20/8/1997 έγγραφη πρόταση του, περί αποδέσμευσης, ήτοι πώλησης σε τρίτους, όλων των μετοχών του (τόσο των κοινών, δεσμευμένων ή μη, όσο και των προνομιούχων), αποκρούσθηκε από τους Σ.

Π. και Ι. Τ., τελικώς πρότεινε, με το από 28/8/1997 έγγραφο του, να πωλήσει σ' αυτούς, κατ' ισομοιρίαν, τις 500.000 δεσμευμένες κοινές μετοχές του, έναντι τιμήματος 500.000.000 δραχμών (ήτοι 1.000 δραχμών ανά μετοχή), διατηρώντας το δικαίωμα να τις επαναγοράσει έως την 31-12-1998 αντί του ίδιου τιμήματος εντόκως. Η δεύτερη αυτή πρόταση του Ι.

Μ. έγινε δεκτή από τους Σ. Π. και Ι. Τ. και καταρτίσθηκε σχετικώς το από 1/9/1997 έγγραφο συμφωνητικό τους, όπου επαναλήφθηκαν οι παραπάνω προτεινόμενοι όροι, με τη πρόσθετη συμφωνία ότι, σε περίπτωση επαναγοράς των μετοχών από τον Ι. Μ. (με τόκο 15% επί του τιμήματος πώλησης, όπως διευκρινίσθηκε), αυτές θα διατηρηθούν δεσμευμένες, μαζί με τις δεσμευμένες κοινές μετοχές των αντισυμβαλλομένων του, συναποτελώντας το 51% του μετοχικού κεφαλαίου, έως την 31-12-2001 (κάτι που ουσιαστικώς είχε προτείνει ο Ι.

Μ., συμπεριλαμβάνοντας στην 28/8/1997 έγγραφη πρόταση του ότι "...οι μετοχές [ενν. οι πωληθείσες 500.000] δεν βγαίνουν από το δεσμευμένο πακέτο."). Τα παραπάνω επαναβεβαιώθηκαν με το από 5/1/1998 ιδιωτικό συμφωνητικό των διαδίκων (όπου μάλιστα αναγράφεται ότι οι δεσμευμένες κοινές μετοχές τους, μαζί με τις εν λόγω 500.000 πωληθείσες ανέρχονται σε 3.300.000).

Ο Ι. Μ., αν και ζήτησε αναμεταβίβαση των 500.000 μετοχών με την από 31-12-1998 εξώδικη δήλωση του, εν τούτοις δεν επέμεινε σ' αυτήν και ουσιαστικώς την ανακάλεσε, αφού με το 2/2/1909 έγγραφο συμφωνητικό των διαδίκων συμφώνησε σε παράταση της προθεσμίας επαναγοράς έως την 31-12-1999. Τελικώς, όμως ο Ι. Μ. ουδέποτε άσκησε το δικαίωμα επαναγοράς, αλλά, αντιθέτως, κάνοντας χρήση σχετικού συμβατικού όρου (άρθρο 5) του από 2/2/1999 συμφωνητικού, δήλωσε προς τους αντιδίκους του, με το από 1/3/1999 έγγραφο του, ότι δεν θα κάνει χρήση του δικαιώματος επαναγοράς, επιλέγοντας, αντ' αυτού, να του καταβληθεί επιπλέον ποσό 250.000.000 δραχμών με ετήσιο τόκο 15% από 1-1-1999.

Η πρόταση αυτή του Ι. Μ. έγινε δεκτή από τους Σ. Π. και Ι. Τ., καταρτισθέντος του σχετικού από 16-3-1999 έγγραφου συμφωνητικού, με το οποίο ο Ι. Μ. παραιτήθηκε οριστικά από το δικαίωμα επαναγοράς των 500.000 μετοχών, λαμβάνοντας το πρόσθετο ποσό των 270.000.000 δραχμών (250.000.000 δραχμές + τόκος περιόδου 1/9/1999 έως 16/3/1999), ανερχόμενου έτσι του συνολικού τιμήματος πώλησης των μετοχών στις 770.000.000 δραχμές.

Ήδη, μάλιστα, με την από 24/12/1997 επιστολή του προς το Δ.Σ. της "ΑΕΓΕΚ", ο Ι. Μ. είχε παραιτηθεί και από τις θέσεις του Αντιπροέδρου και μέλους του Δ.Σ. της ως άνω εταιρίας, παραλείποντας μεταγενέστερα να κάνει χρήση της δυνατότητας - που του είχε παρασχεθεί με τα από 24/12/1997 και 5/1/1998 συμφωνητικά των διαδίκων - να επανέλθει στο Δ.Σ.

της "ΑΕΓΕΚ" εφόσον θα επαναγόραζε τις 500.000 μετοχές έως την 31/12/1998. Εν' όψει των παραπάνω αποδειχθέντων, ο ισχυρισμός του Ι. Μ., ότι, επειδή πείσθηκε από τις ψευδείς διαβεβαιώσεις των Σ. Π. και Ι. Τ. περί διατήρησης δεσμευμένου έως την 31/12/2001 του 51% των μετοχών της "ΑΕΓΕΚ", για το λόγο αυτό τους πώλησε τις 500.000 μετοχές του και ακολούθως - παρ' ότι είχε πρόθεση να τις επαναγοράσει αποδεσμευμένες ώστε να τις πωλήσει ή ενεχυράσει σε τρίτους -παραιτήθηκε από το δικαίωμα επαναγοράς αυτών, μην έχοντας κανένα συμφέρον να τις επανακτήσει δεσμευμένες έως την 31/12/2001 και άρα μη δυνάμενες να πωληθούν ή ενεχυρασθούν, είναι ουσιαστικά αβάσιμος και δεν συντρέχει εν προκειμένω η αντικειμενική υπόσταση του ποινικού αδικήματος της απάτης κατ' άρθρο 386 Π.Κ.

Και τούτο, διότι, με βάση τα προλεχθέντα : [α] προτού καταρτισθεί το από 1/9/1997 πωλητήριο συμφωνητικό, ο Ι. Μ. - παραιτούμενος μάλιστα από την προηγούμενη από 20/8/1997 έγγραφη πρόταση του περί αποδέσμευσης των 500.000 μετοχών του - πρότεινε ο ίδιος, με το 28/8/1997 έγγραφο του, τη πώληση στους Σ. Π. και Ι. Τ. και, κυρίως, τη διατήρηση των παραπάνω μετοχών δεσμευμένων, επομένως η δέσμευση των μετοχών αποτελούσε δική του ελεύθερη επιλογή και όχι αποτέλεσμα ψευδούς κατάπεισης των αντισυμβαλλομένων του, [β] ο Ι.

Μ. ουδέποτε πρότεινε εγγράφως στους αντισυμβαλλομένους του να επαναγοράσει αδέσμευτες - ή έστω δεσμευμένες - τις 500.000 μετοχές (υπαναχωρώντας μάλιστα από την 31/12/1998 εξώδικη δήλωση του περί αναμεταβίβασης), αλλά αντιθέτως επέλεξε, με έγγραφη πρόταση του στις 1/3/1999, να παραιτηθεί από το δικαίωμα επαναγοράς, επιδιώκοντας την είσπραξη του επιπλέον ποσού των 270.000.000 δραχμών και την οριστική αποχώρηση του από την εταιρία "ΑΕΓΕΚ" (καθώς πλέον διατηρούσε μόλις 500 από τις 9.305.584 κοινές ονομαστικές μετοχές του μετοχικού κεφαλαίου της "ΑΕΓΕΚ" - βλ.

πρακτικά της 3/5/1999 Γ.Σ. μετόχων αυτής - και είχε ήδη παραιτηθεί και από το Δ.Σ. της εν λόγω εταιρίας στις 24.12.1997 αποφεύγοντας να ασκήσει το δικαίωμα επανόδου του έως την 31.12.1998), επομένως η μη επαναγορά των μετοχών ήταν προσωπική επιλογή του Ι. Μ. και δεν προκλήθηκε αιτιωδώς από την αποσιώπηση εκ μέρους των Σ.

Π. και Ι. Τ. της μελλοντικής πρόθεσης τους να αποδεσμεύσουν μετά την 16/3/1999 τις δεσμευμένες μετοχές τους. Επομένως, η πώληση και η μη επαναγορά των 500.000 μετοχών συμφωνήθηκαν καθαρά με πρωτοβουλία του Ι. Μ., που εγγράφως πρότεινε τη κατάρτιση τους, χωρίς να εξαρτήσει την δικαιοπρακτική βούληση του από το εάν οι Σ.

Π. και Ι. Τ. θα διατηρούσαν ή όχι δεσμευμένες τις δικές τους μετοχές, αφού δεν προέβαλε τέτοιο ζήτημα ούτε στις από 28/8/1997 και 1/3/1999 έγγραφες προτάσεις του (επικαλούμενος μάλιστα, στο πρώτο έγγραφο του, ως μοναδικό λόγο που τον οδήγησε στην πώληση, την επίλυση πιεστικών οικονομικών προβλημάτων του) ούτε σε οποιοδήποτε άλλο έγγραφο του προ της κατάρτισης των από 1/9/1997 και 16/3/1999 ιδιωτικών συμφωνητικών.

Επίσης, και ο ισχυρισμός του Ι. Μ., ότι οι Σ. Π. και Ι. Τ. αθέτησαν, έναντι αυτού, συμβατική υποχρέωση τους, εκ των 1/9/1997 και 16/3/1999 συμφωνητικών, για διατήρηση δεσμευμένων των μετοχών τους έως την 31/12/2001, ώστε, μαζί με τις 500.000 μετοχές του ενάγοντος, να συναποτελούν, μέχρι τότε, ένα δεσμευμένο "πακέτο" 51% του μετοχικού κεφαλαίου της "ΑΕΓΕΚ", είναι ουσιαστικά αβάσιμος (και πρέπει να απορριφθεί η σχετική, εκ παράβασης σύμβασης, νομική βάση της πρώτης αγωγής του Ι.

Μ.), για τους εξής λόγους : [α] όπως σαφώς προκύπτει από το κείμενο του 1/9/1997 ιδιωτικού συμφωνητικού, η εξ' αυτού αλληλοϋποχρέωση των διαδίκων, να διατηρήσουν από κοινού έως την 31/12/2001 δεσμευμένο το 51% των μετοχών της "ΑΕΓΕΚ", τελούσε υπό την προϋπόθεση ότι τελικώς ο Ι. Μ. θα επαναγόραζε τις 500.000 πωληθείσες μετοχές (που ήταν και οι μόνες δικές του στο δεσμευμένο "πακέτο" μετοχών) και έτσι θα συμμετείχε στο πλειοψηφικό ποσοστό 51%, από τη στιγμή όμως που ο τελευταίος παραιτήθηκε στις 16/3/1999 από το δικαίωμα επαναγοράς, έπαυσε και οποιαδήποτε, έναντι αυτού, συμβατική υποχρέωση των Σ.

Π. και Ι. Τ. για δέσμευση των μετοχών τους και διατήρηση του 51% μετά την 16/3/1999, [β] τα παραπάνω επανέλαβαν ρητώς οι διάδικοι και στον 8° όρο του από 16/3/1999 συμφωνητικού τους, με τον οποίο "Επιβεβαιώνουν και συνομολογούν ότι ο Ι.Μ. [Ι. Μ.] κατόπιν της παραιτήσεως του από τη Διοίκηση της ΑΕΓΕΚ και της πωλήσεως των μετοχών της, και της καταργήσεως του δικαιώματος επανακτήσεώς τους, δεν θα έχει καμμία ανάμιξη σε θέματα που αφορούν την ΑΕΓΕΚ είτε σε σχέση με την εταιρία και τη διοίκηση και διαχείριση της είτε σε σχέση με τους συμβαλλόμενους μετόχους της και εν γένει με τις υποθέσεις της και τα συμφέροντα της και γενικώς δεν θα υπάρξει στο μέλλον καμμία όχληση του !.Μ.

έγγραφη ή προφορική". Περαιτέρω, ο Ι. Μ. επικαλείται, ως ένα ακόμη λόγο, που τον ώθησε στις 16/3/1999 σε παραίτηση από το δικαίωμα επαναγοράς, ότι οι Σ. Π. και Ι. Τ. του απέκρυψαν, αθέμιτα και αντισυμβατικά, την επικείμενη αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της "ΑΕΓΕΚ" (που αποφασίσθηκε από την 3/5/1999 Γ.Σ. των μετόχων της εταιρίας, συγκληθείσα με την 8/2/1999 απόφαση Δ.Σ.

αυτής), γεγονός, που αν γνώριζε, θα επαναγόραζε τις 500.000 μετοχές και θα συμμετείχε με αυτές στην αύξηση μετοχικού κεφαλαίου, αποκτώντας, δυνάμει δικαιώματος προτίμησης, ισάριθμες νέες κοινές μετοχές, οπότε, έχοντας πλέον συνολικώς 1.000.000 μετοχές, θα τις πωλούσε εν συνεχεία κατά το διάστημα 7/9/1999 - 8/10/1999 στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών αντί τιμήματος 7.168 δραχμών ανά μετοχή και συνολικώς 7.168.000.000 δραχμών (όπως έπραξαν τούτο οι Σ.

Π. και Ι. Τ.), με αποτέλεσμα να ζημιωθεί (και ωφεληθούν αντίστοιχα οι αντίδικοί του) κατά το ποσό των (7.168.000.000 δραχμές - 770.000.000 δραχμές τίμημα επαναγοράς - 600.000.000 απαιτούμενο ποσό συμμετοχής στη αύξηση μετοχικού κεφαλαίου =) 5.798.000.000 δραχμών ή 17.015.407 ευρώ. Πλην όμως οι παραπάνω ισχυρισμοί του Ι. Μ. είναι ουσιαστικώς αβάσιμοι και δεν συντρέχει εν προκειμένω η αντικειμενική υπόσταση του ποινικού αδικήματος της απάτης (άρθρο 386 Π.Κ.).

Και τούτο, επειδή η από, 8/2/1999 απόφαση Δ.Σ. της "ΑΕΓΕΚ", περί σύγκλησης στις 12/3/1999 Γ.Σ. των μετόχων της με αντικείμενο την αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της (που πραγματοποιήθηκε τελικώς από την Γ.Σ. της 3/5/1999, μετά από διαδοχικές αναβολές, λόγω έλλειψης απαρτίας ή μη τήρησης νομίμων προθεσμιών, των ορισθέντων για τις 12/3/1999, 2/4/1999 και 21/4/1999 Γ.Σ.), είχε δημοσιευθεί στις 19/2/1999 στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (Φ.Ε.Κ. 987/19-2-1997/τεύχος Α.Ε. & Ε.Π.Ε.) και σε δύο πανελλήνιας κυκλοφορίας ημερήσιες εφημερίδες, μία πολιτική ("ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ", αρ.

φύλλου 24107/19-2-1999) και μία οικονομική ("ΕΞΠΡΕΣ", αρ. φύλλου 10768/19-2-1999). Επομένως, από την ημέρα των παραπάνω δημοσιεύσεων (19/2/1999), που είναι προγενέστερη της παραίτησης εκ του δικαιώματος επαναγοράς (16/3/1999), η επικείμενη αύξηση μετοχικού κεφαλαίου ήταν γνωστή στον Ι. Μ., σε κάθε δε περίπτωση αυτός, καταβάλλοντας την επιμέλεια του μέσου συνετού επιχειρηματία και μετόχου της "ΑΕΓΕΚ", είχε ευχερώς τη δυνατότητα γνώσης των σχετικών δημοσιεύσεων στις εφημερίδες και Ε.τ.Κ., οπότε δεν νοείται απόκρυψη από τρίτους (εν προκειμένω τους Σ.

Π. και Ι. Τ.) ενός γεγονότος τόσο εύκολα διαγνώσιμου, αλλά πρόκειται περί αμελούς παραλείψεως του ενδιαφερόμενου μετόχου να ενημερωθεί σχετικώς. Η παραπάνω κρίση ενισχύεται και από το γεγονός ότι ο Ι. Μ. συμμετείχε στις Γ.Σ. των 21/4/1999 και 3/5/1999 (όπως συνομολογεί στη σελ. 18 της υπ. αρ. κατάθεσης 10442/17-11-2003 αγωγής του), πληροφορηθείς, προφανώς, αυτές τις Γ.Σ., από αντίστοιχες δημοσιεύσεις των σχετικών αποφάσεων Δ.Σ.

της "ΑΕΓΕΚ" στις εφημερίδες και την Ε.τ.Κ,. Εξ' άλλου, οι Σ. Π. και Ι. Τ., ως μέλη του Δ.Σ. της "ΑΕΓΕΚ", μεριμνώντας για τη δημοσίευση της 8/2/1999 απόφασης Δ.Σ. στην Ε.τ.Κ. και στις προαναφερόμενες εφημερίδες, τήρησαν την μόνη επιβαλλόμενη εκ του νόμου υποχρέωση τους (άρθρο 26 παρ. 2 Κ.Ν. 2910/1920) και δεν υποχρεούνταν, από τη παραπάνω διάταξη ή τη καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, να ειδοποιήσουν ξεχωριστά έκαστο από τους μετόχους της "ΑΕΓΕΚ" (που ήταν εκατοντάδες ή και χιλιάδες, αφού επρόκειτο για εταιρία εισηγμένη στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών), ούτε, ατομικώς, τον Ι.

Μ., δεδομένου μάλιστα ότι ο τελευταίος, με την προηγηθείσα αποχώρηση του από το Δ.Σ. της "ΑΕΓΕΚ" και τη σταδιακή, από τις 4/10/1993, πώληση όλων των μετοχών του (πλην 500 μόνο), είχε καταστήσει σαφές ότι δεν ενδιαφέρεται να συμμετάσχει σε οποιαδήποτε μελλοντική αύξηση μετοχικού κεφαλαίου της "ΑΕΓΕΚ", ενώ, επιπλέον, αν είχε αντίθετη πρόθεση (και ασχέτως σχετικής ενημέρωσης του από τους Σ.

Π. και Ι. Τ.), αφενός θα είχε επαναγοράσει, έστω δεσμευμένες (δυνάμενες όμως να συμμετάσχουν στην αύξηση μετοχικού κεφαλαίου) τις 500.000 μετοχές του, αφετέρου δεν θα είχε αποστείλει την από 30/4/1999 επιστολή του προς το Δ.Σ. της "ΑΕΓΕΚ", προτείνοντας "εγκατάλειψη της ιδέας αύξησης του μετοχικού κεφαλαίου της, διότι είναι έξω από κάθε ορθόδοξη επιχειρηματική πρακτική και λογική".

Με βάση λοιπόν τα παραπάνω δεν υφίστατο ούτε συμβατική ή από τη καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη υποχρέωση των Σ. Π. και Ι. Τ., έναντι του Ι. Μ., να ζητήσουν τη σύμφωνη γνώμη του ή να τον προενημερώσουν ατομικώς για την επικείμενη αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της "ΑΕΓΕΚ". Επίσης, σύμφωνα με τα προλεχθέντα [α] δεν υφίσταται υπεξαίρεση των ενδίκων 500.000 δεσμευμένων μετοχών από τους Σ.

Π. και Ι. Τ., ελλείψει συνδρομής των απαραίτητων, κατ' άρθρο 375 Π.Κ., για τη θεμελίωση της αντικειμενικής υπόστασης του εν λόγω ποινικού αδικήματος, προϋποθέσεων της "παράνομης ιδιοποίησης" και του "ξένου πράγματος", αφού τα παραπάνω πρόσωπα αγόρασαν από τον Ι. Μ. τις εν λόγω μετοχές έναντι εξοφληθέντος τιμήματος 770.000.000 δραχμών, επομένως έχουν νόμιμη αιτία κατοχής των μετοχών και αυτές δεν είναι ξένες, αλλά δικής τους κυριότητας, [β] δεν τελέσθηκε εκ μέρους των Σ.

Π. και Ι. Τ. παράβαση του άρθρου 30 Ν. 1806/1988, αφού, προς στοιχειοθέτηση της, απαιτείται η, επί σκοπώ αποκομιδής οφέλους από αγοραπωλησίες χρηματιστηριακών αξιών μίας επιχείρησης, χρησιμοποίηση κάποιας σχετικής με αυτή την επιχείρηση "εμπιστευτικής πληροφορίας", τέτοια όμως δεν αποτελεί (όπως, αντιθέτως, ισχυρίζεται αβάσιμα ο Ι.

Μ.) η 8/2/1999 απόφαση Δ.Σ. της "ΑΕΓΕΚ" για σύγκληση Γ.Σ. ώστε να αποφασίσει αύξηση μετοχικού κεφαλαίου, καθώς η ως άνω απόφαση Δ.Σ. δημοσιεύθηκε στην Ε.τ.Κ. και σε δύο πανελλήνιας κυκλοφορίας ημερήσιες εφημερίδες, γενόμενη έτσι ευρέως γνωστή στο επενδυτικό κοινό, επομένως κατά καμία έννοια δεν μπορεί να θεωρηθεί ως "εμπιστευτική πληροφορία" και [γ] οι Σ.

Π. και Ι. Τ., με τη κτήση των ένδικων 500.000 μετοχών, τη συμμετοχή με αυτές στην αύξηση μετοχικού κεφαλαίου και τη πώληση τους μέσω Χρηματιστηρίου Αξιών Αθηνών αντί 7.168 δραχμών κατά το διάστημα 7/9/1999-8/10/1999, δεν απέκτησαν αδικαιολόγητο πλουτισμό από τη περιουσία ή με ζημία του Ι. Μ., διότι η παραπάνω περιουσιακή ωφέλεια τους βασίζεται σε έγκυρη νόμιμη αιτία, ήτοι στην, έναντι τιμήματος, πώληση των 500.000 μετοχών και παραίτηση από το δικαίωμα επαναγοράς τους εκ μέρους του Ι.

Μ.. Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, οι Σ. Π. και Ι. Τ. δεν έχουν τελέσει αδικοπραξία (με απάτη, υπεξαίρεση ή παράβαση των διατάξεων του Π.Δ. 53/14-2-1992 και του άρθρου 30 Ν. 1806/1988) σε βάρος του Ι. Μ., ούτε παρέβησαν συμβατικές υποχρεώσεις τους έναντι αυτού, ούτε έγιναν αδικαιολογήτως πλουσιότεροι σε βάρος της περιουσίας του, συνεπώς δεν υποχρεούνται να του καταβάλουν, ως αποζημίωση ή αδικαιολόγητο πλουτισμό, το αιτούμενο ποσό των 17.015.407 ευρώ, ούτε χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης αφού δεν υφίσταται αδικοπραξία, οπότε και οι σχετικές αγωγικές αξιώσεις του Ι.

Μ. είναι ουσιαστικώς αβάσιμες. Με τις παραπάνω παραδοχές του, το δικαστήριο της ουσίας, έκρινε στα πλαίσια των προταθέντων από τον αναιρεσείοντα πραγματικών περιστατικών και προβληθέντων από μέρους του ισχυρισμών. Ακόμη τα επί πλέον από μέρους του μνημονευόμενα, στα οποία επιχειρεί να στηρίξει την αναίρεσή του, δεν αποτελούν "πράγματα" κατά την έννοια της παραπάνω διάταξης, αλλά πραγματικά και νομικά επιχειρήματα και ισχυρισμοί που υποβλήθηκαν από μέρους του, διηγηματικώς προς ευδοκίμηση της αγωγής του.

Επιπρόσθετα, η προσβαλλόμενη απόφαση αναφέρει ότι, για το σχηματισμό της κρίσης της, έλαβε υπ' όψιν "τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων και την ανωμοτί εξέταση του διαδίκου Ι. Μ. ...τα έγγραφα, που νομίμως επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι ...". Από τη γενική αυτή αναφορά ουδεμία καταλείπεται αμφιβολία, ότι το παραπάνω Δικαστήριο έλαβε υπόψη και εκτίμησε όλα γενικά τα αναφερόμενα στην αίτηση αναίρεσης έγγραφα που μνημονεύει ο αναιρεσείων.

Άλλωστε, αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αιτιολόγησης καθ' ενός ξεχωριστά, εφ' όσον από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της προκύπτει, χωρίς αμφιβολία, η λήψη υπ' όψιν του αποδεικτικού μέσου (ΑΠ 853/2006, ΑΠ 694/2003, βλ. και ΑΠ 918/2006).

Όσον αφορά τη μη λήψη υπ' όψιν της προβαλλόμενης ομολογίας των αντιδίκων του, πρέπει να γίνεται επίκλησή της (ΑΠ 49/2003). Εδώ, εντελώς αόριστα μνημονεύεται η ύπαρξη ομολογίας που αναφέρεται "πιο πάνω", την οποία επικαλέστηκε, χωρίς ο αναιρεσείων να προβάλλει, πώς και σε ποιό σημείο την επικαλέστηκε. Κατά ταύτα, όλοι οι παραπάνω λόγοι αναίρεσης, κατά των αποδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης, πρέπει ν' απορριφθούν ως αβάσιμοι και απαράδεκτοι (ως προς την μη λήψη υπάρχουσας ομολογίας).

Β). Αναφορικά με την απόρριψη της από 29.1.2003 αγωγής του, ο αναιρεσείων εκθέτει: 1) Η προσβαλλόμενη απόφαση δέχτηκε την μη ύπαρξη υπεξαίρεσης των εκεί αναφερόμενων κοινών και προνομιούχων μετοχών, γιατί δεν υφίσταται παράνομη ιδιοποίησή τους, αφού ο Σ. Π. (πρώτος αναιρεσίβλητος) τις πώλησε στην εταιρεία "BENSODE LTD", σε εκτέλεση σύμβασης εντολής που είχε με τον αναιρεσείοντα.

Και αν ακόμη τούτο εθεωρείτο αυτοσύμβαση, ο αναιρεσείων την επέτρεψε σιωπηρώς, σε κάθε περίπτωση δε, την ενέκρινε. Έτσι όμως παρεβίασε τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ., αφού δεν ερμήνευσε τις από 24.12.1997 και 5.1.1998 συμβάσεις σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, όπως ήταν αναγκαίο, ενώ παρεβίασε τις διατάξεις των άρθρων 239, 158, 159 και 217 ΑΚ, εφ' όσον τις εφήρμοσε, χωρίς να συντρέχουν οι ουσιαστικές προϋποθέσεις εφαρμογής τους, 2) Ως προς την βάση της αγωγής του, που στηρίζεται στην αδικοπραξία (υπεξαίρεση) υπήρξε παραβίαση της διάταξης του άρθρου 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ., γιατί η προσβαλλόμενη απόφαση, δεν ερεύνησε την εικονική πώληση των μετοχών από τον πρώτο αναιρεσίβλητο στην εταιρία BENSODE, 3)ως προς τη βάση της απάτης, το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε στην πλημμέλεια που προβλέπουν οι διατάξεις των άρθρων 599 αρ. 8, εφ' όσον δέχτηκε πράγματα που δεν προτάθηκαν (ότι πρόβαλε, πως οι αναιρεσίβλητοι αθέμιτα του απέκρυψαν, πως ο αγοραστής των μετοχών ήταν υπεράκτια εταιρία, η "BENSODE", και, έτσι, τον έπεισαν να εγκρίνει τη λογοδοσία), ενώ, πράγματι, αυτός πρόβαλε, πως οι αντίδικοί του εκμεταλλεύτηκαν τις μεγάλες οικονομικές του ανάγκες και υπέγραψε το πιο πάνω συμφωνητικό.

Εκθέτει δε, ότι παραβιάστηκε το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ. Ακόμη, ότι δεν λήφθηκαν υπ' όψη απατηλές παραστάσεις που αναφέρονται στα από 2/2, 11/2 και 16.3.1999 συμφωνητικά, 4) Δεν αναφέρεται στην απόφαση, πώς απεδείχθη, ότι η καταβολή του ποσού που ο πρώτος αναιρεσίβλητος εισέπραξε από την πώληση των μετοχών στην υπεράκτια Κυπριακή Εταιρία "BENSODE LTD" έγινε προς εξόφληση χρέους των διαδίκων προς την "ΑΕΓΕΚ", εφ' όσον δεν έχει καταχωρηθεί τούτο στα βιβλία της ΑΕΓΕΚ, ούτε υπάρχουν άλλα παραστατικά στοιχεία (παράβαση άρθρου 559 αρ. 10 Κ.Πολ.Δ.).

Επιπρόσθετα, εσφαλμένα ερμήνευσε, και, άρα, παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 71 επ., 416, 419 και 421 Α.Κ., όπως και του άρθρου 235 ΑΚ, εφ' όσον δεν προέκυψε πραγματική πληρωμή των εκδοθεισών, για απόσβεση του χρέους, επιταγών, η οποία ουδέποτε έγινε (παραβίαση των οριζόμενων στη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ.) Ακόμη, δεχθέν το Πολυμελές Πρωτοδικείο, ότι η ΑΕΓΕΚ εξόφλησε το χρέος, ως εντολοδόχος της, δέχτηκε πράγματα που δεν πρόβαλαν οι αναιρεσίβλητοι (πλημμέλεια από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ.).

Τέλος προβάλλεται, ότι, ως προς την ένδικη αυτοσύμβαση το δικαστήριο της ουσίας δέχεται ότι μπορούσε να "πιθανολογηθεί", ότι η εταιρία "BENSODE", αποτελεί ουσιαστικά, εταιρία συμφερόντων του πρώην αναιρεσίβλητου, σε άλλο σημείο δέχεται πως, πράγματι, είναι εταιρία δικών του συμφερόντων (παραβίαση άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.

Δ.). Ως προς την αγωγή αυτή, το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, δέχτηκε τα ακόλουθα: Αναφορικά με το αντικείμενο της από 29-1-2003 με αρ. κατάθεσης 906/30.1.2003 αγωγής του Ι. Μ. : Δυνάμει του από 30.10.1995 ιδιωτικού συμφωνητικού τους, οι διάδικοι συμφώνησαν [α] να αιτηθούν έντοκο δάνειο ποσού 1.200.000.000 δραχμών από την τράπεζα "ΑΜΕRICAN EXPRESS" (το οποίο και έλαβαν τελικώς στις 6/11/1995), επιμεριζόμενο κατά 513.468.000 δραχμές στον Σ.

Π., 433.344.000 δραχμές στον Ι. Τ. και 253.188.000 δραχμές στον Ι. Μ., προκειμένου με τα χρήματα αυτά να συμμετάσχουν σε γενόμενη την ίδια εποχή αύξηση μετοχικού κεφαλαίου της "ΑΕΓΕΚ" και [β] να θέσουν υπό κοινή διαχείριση "πακέτο" 1.200.000 δικών τους προνομιούχων μετοχών "ΑΕΓΕΚ" (ήτοι 513.470 ο Σ. Π., 433.350 ο Ι. Τ. και 253.190 ο Ι. Μ.ς), προκειμένου να τις πωλήσουν και με το τίμημα να αποπληρώσουν το δάνειο, το αργότερο εντός ενός έτους.

Τελικώς, το παραπάνω έντοκο δάνειο μαζί με άλλες οφειλές των διαδίκων προς τις εταιρίες "Δ." και "ΑΕΓΕΚ - ΤΡΙΤΩΝ", ήτοι ένα συνολικό χρέος 2.508.386.876 δραχμών, εξόφλησε στις αρχές του 1997 η εταιρία "ΑΕΓΕΚ" (εκπλήρωση από τρίτον κατ' άρθρο 317 Α.Κ.) και υπεισήλθε έτσι σε θέση δανειστή έναντι των διαδίκων, οι οποίοι, συμψηφίζοντας απαιτήσεις τους έναντι της εταιρίας 300.000.000 δραχμών από μερίσματα έτους 1996 και 500.000.000 δραχμών από δάνειο του έτους 1994, όφειλαν πλέον στις 3/2/1997 προς την "ΑΕΓΕΚ" ποσό 1.708.386.786 δραχμών, επιμεριζόμενο κατά 717.086.520 δραχμές στον Σ.

Π., 592.057.029 δραχμές στον Ι. Τ. και 399.243.327 δραχμές στον Ι. Μ., προς εξασφάλιση δε της οφειλής τους εξέδωσαν και παρέδωσαν έκαστος από μία ισόποση επιταγή εις διαταγήν της "ΑΕΓΕΚ", ορίζοντας ότι το υπό κοινή διαχείριση "πακέτο" μετοχών τους - όπου περιέλαβαν, πέραν των προνομιούχων, και κοινές μετοχές - θα έπρεπε, με κοινή απόφαση τους, να πωληθεί, προς εξόφληση της "ΑΕΓΕΚ", το αργότερο εντός του έτους 1998 (γεγονότα που συνομολογούν οι διάδικοι με το από 3/2/1997 ιδιωτικό συμφωνητικό τους, αλλά και επιβεβαιώνονται από τις προσκομιζόμενες επιταγές υπ.

αρ. ... και ... "ΑLΡΗΑ Τράπεζας Πίστεως" και ... "Τράπεζας Εργασίας", όλες εις διαταγήν της "ΑΕΓΕΚ", με λευκή ημερομηνία, ποσών 717.086.520, 592.057.029 και 399.243.327 δραχμών και έκδοσης των Σ. Π., Ι. Τ. και Ι. Μ. αντιστοίχως). Τον όρο του ανωτέρω συμφωνητικού, περί πώλησης των μετοχών με από κοινού απόφαση, τροποποίησαν οι διάδικοι εξουσιοδοτώντας, δυνάμει των από 24/12/1997 και 5/1/1998 ιδιωτικών συμφωνητικών τους, τον Σ.

Π. να επιμεληθεί της πώλησης με ελάχιστο τίμημα 1.600 και 1.100 δραχμών για έκαστη κοινή ή προνομιούχο αντιστοίχως μετοχή του κοινού "πακέτου", που περιλάμβανε κατά τον παραπάνω χρόνο 215.770 κοινές μετοχές (εκ των οποίων 50.000 του Ι. Μ.) και 1.190.490 προνομιούχες μετοχές (εκ των οποίων 238.570 του Ι. Μ.), μάλιστα δε οι Ι. Τ.

και Ι. Μ. την 5/1/1998 χορήγησαν και μονομερείς έγγραφες εξουσιοδοτήσεις προς τον εντολοδόχο Σ. Π. για να προβεί στη πώληση των υπαρχόντων στο κοινό "πακέτο" μετοχών εκάστου, εντολή που επαναβεβαίωσαν με το από 4/8/1998 συμφωνητικό τους. Από όλες δε τις παραπάνω εξουσιοδοτήσεις και συμφωνητικά προκύπτει ότι ο Σ.

Π., ως προς το περιεχόμενο της σύμβασης πώλησης, δεσμεύονταν μόνο για το χρόνο (το αργότερο εντός του έτους 1998) και το ελάχιστο τίμημα (1.600 και 1.100 δραχμές για έκαστη κοινή ή προνομιούχο αντιστοίχως μετοχή) και όχι όσον αφορά το πρόσωπο του αγοραστή, καθώς μοναδικό μέλημα των διαδίκων, με την παραπάνω πώληση, ήταν να εξοφλήσουν το χρέος τους προς την "ΑΕΓΕΚ" από το τίμημα των μετοχών, ανεξαρτήτως σε ποιόν αγοραστή θα περιέρχονταν αυτές.

Έτσι, ο Σ. Π. πώλησε το παραπάνω "πακέτο" μετοχών στην κυπριακή υπεράκτια εταιρία "ΒΕΝSODE LTD", τις μεν προνομιούχες στις 12/11/1998 αντί 1.115 δραχμών έκαστη, τις δε κοινές στις 27/11/1998 αντί 1.650 δραχμών εκάστη (βλ. τα προσυπογραμμένα από τους διαδίκους πινακίδια εκτελέσεως εντολής υπ' αρ. ..., ..., ... και .../12-11-1998 και υπ' αρ. ..., ...

και .../27-11-1998). Ακολούθως, με το τίμημα των 1.320.560.257 δραχμών από τις προνομιούχες και 354.186.993 δραχμών από τις κοινές μετοχές συν τα προ της πωλήσεως μερίσματα αυτών των μετοχών εκ 98.438.900 δραχμών, ήτοι με το συνολικό ποσό των 1.773.186.150 δραχμών - εκ του οποίου 366.910.646 δραχμές προέρχονται από τον Ι. Μ., ήτοι τίμημα 264.635.621 δραχμών από τις προνομιούχες, 82.075.125 δραχμών από τις κοινές και μέρισμα 20.199.900 δραχμών από αυτές τις μετοχές του - εξοφλήθηκε το εκ 1.708.386.786 δραχμών χρέος των διαδίκων προς την "ΑΕΓΕΚ" (όπως συνομολογούν οι διάδικοι στην από 11/2/1999 έγγραφη "απόδοση διαχείρισης κοινού λογαριασμού" και στο από 16/3/1999 ιδιωτικό συμφωνητικό, ειδικά δε για τα μερίσματα των μετοχών, και στο από 4/8/1998 ιδιωτικό συμφωνητικό, τα οποία συνυπέγραψαν).

Ο δε Ι. Μ., ανακαλώντας τις αρχικώς εκφρασθείσες με τις από 23/11/1998 και 29/1/1999 επιστολές αντιρρήσεις του, τελικώς, συνυπογράφοντας τα από 11/2/1999 και 16/3/1999 ιδιωτικά συμφωνητικά, ενέκρινε ρητώς την εκ μέρους του Σ. Π. διαχείριση, ήτοι ότι εκτελέσθηκε, κατά τα συμφωνηθέντα, η εντολή πώλησης των μετοχών και εξόφλησης του κοινού χρέους προς την "ΑΕΓΕΚ".

Με βάση τα προεκτιθέμενα, δεν υφίσταται παράβαση της σύμβασης εντολής εκ μέρους του Σ. Π. έναντι του Ι. Μ. (όπως αβασίμως επικαλείται ο δεύτερος με την υπ. αρ. κατάθεσης 906/30-1-2003 αγωγή του), καθώς ο πρώτος, ως εντολοδόχος [α] ενήργησε εντός των ορίων της εντολής, αφού πώλησε τις μετοχές του Ι. Μ. σε χρόνο (προ του τέλους του 1998) και τιμή (ανώτερη των 1.600 και 1.100 δραχμών για έκαστη κοινή και προνομιούχο μετοχή αντιστοίχως), που ο δεύτερος είχε ορίσει συνυπογράφοντας τα 3/2/1997, 24/12/1997 και 5/1/1998 συμφωνητικά χωρίς σ' αυτά ή στην 5/1/1998 μονομερή εξουσιοδότηση του να έχει θέσει για τη πώληση οποιονδήποτε άλλο ειδικό όρο, [β] είχε λάβει, για την πώληση των μετοχών, τη προηγούμενη σύμφωνη γνώμη του Ι.

Μ., δοθείσα με τα από 24/12/1997, 5/1/1998 και 4/8/1998 συμφωνητικά και την 5/1/1998 μονομερή εξουσιοδότηση του, έγγραφα στα οποία πουθενά δεν αναφέρεται ότι απαιτούνταν ιδιαίτερη, ολίγον προ της πωλήσεως, προσυνεννόηση ή κοινή απόφαση των διαδίκων ή παροχή πληροφοριών (όπως επικαλείται ο ενάγων Ι. Μ.), αλλά αντιθέτως δίδονταν με αυτά εντολή μονομερούς διαχείρισης στον Σ.

Π. με ευρύ περιεχόμενο (δεσμεύονταν μόνο για το κατώτατο τίμημα και το χρονικό πλαίσιο της πώλησης), αντικαθιστάμενου έτσι του αρχικού όρου του 3/2/1997 συμφωνητικού, περί "κοινής απόφασης (δηλ. διαχείρισης)" των διαδίκων και [γ] απέδωσε πλήρη έγγραφη λογοδοσία, για την εκτέλεση της εντολής, στον Ι. Μ., ο οποίος και την ενέκρινε, επίσης εγγράφως, απαλλάσσοντας τον εντολοδόχο από κάθε διαχειριστική ευθύνη και δηλώνοντας ότι δεν έχει ουδεμία απαίτηση από τη σύμβαση εντολής (βλ.

την υπογεγραμμένη από τους διαδίκους από 11/2/1999 έγγραφη "απόδοση διαχείρισης κοινού λογαριασμού" και τον επιβεβαιωτικό αυτής όρο 3α του από 16/3/1999 συμφωνητικού των διαδίκων). Ως προς το ζήτημα της εξόφλησης των υποχρεώσεων των διαδίκων με το τίμημα πώλησης των μετοχών, ο Ι. Μ. προβάλλει και τους ειδικότερους ισχυρισμούς: [α] ότι ουδέποτε η εταιρία "ΑΕΓΕΚ" κατέβαλε προς τους τρίτους δανειστές τα χρέη των διαδίκων, ούτε απέκτησε έναντι των τελευταίων σχετική απαίτηση για απόδοση των καταβληθέντων ποσών, επειδή τέτοια καταβολή και αναδοχή χρέους δεν προκύπτει από τα εταιρικά βιβλία, [β] ότι τα χρήματα, με τα οποία εξόφλησε η "ΑΕΓΕΚ" τις οφειλές των διαδίκων προς τρίτους, υπεξαιρέθηκαν γι' αυτό το σκοπό από το ταμείο της "ΑΕΓΕΚ" εκ μέρων των μελών τους Δ.Σ.

αυτής Σ. Π. και Ι. Τ., οι οποίοι ακολούθως συγκάλυπταν την υπεξαίρεση παρουσιάζοντας, σε καρτέλες της "ΑΕΓΕΚ", τα υπεξαιρεθέντα ποσά ως δήθεν οφειλές της "Κ/Ξ Πλατανόβρυσης" προς την "ΑΕΓΕΚ", [γ] ότι η αγοράστρια των μετοχών "ΒΕΝSODE L.T.D." δεν κατέβαλε ποτέ το τίμημα πώλησης στην "ΑΕΓΕΚ", αφού τέτοια καταβολή δεν εμφαίνεται στα βιβλία της δεύτερης, οι δε τμηματικές χρεοπιστώσεις του τιμήματος στον υπ' αρ. ...

λογαριασμό "Τράπεζας Πίστεως", που τηρούσε ο εντολοδόχος Σ. Π., είναι εικονικές, διότι αφορούν μικρότερα ανακυκλούμενα (κατατεθέντα και έπειτα αναληφθέντα) ποσά, ενώ σε τρεις περιπτώσεις οι αναλήψεις τιμημάτων προηγούνται χρονικά των καταθέσεων τους. Πλην όμως και οι παραπάνω ισχυρισμοί είναι απορριπτέοι (i) ο μεν πρώτος, ως ουσιαστικώς αβάσιμος, διότι η εκ μέρους της "ΑΕΓΕΚ" καταβολή των προς τρίτους χρεών των διαδίκων (τα οποία ο Ι.

Μ. συνομολογεί στις προτάσεις του) και συνακόλουθα η υπεισέλευση της ως δανείστριας έναντι αυτών, αποτελούν γεγονότα, που επανειλημμένως έχουν συνομολογήσει οι διάδικοι - και ο Ι. Μ. - με τα συμφωνητικά της 3/2/1997 ( βλ. 5° όρο αυτού "Έγινε εξόφληση όλων των υποχρεώσεων προς τρίτους: ΑΜΕΧ [συντομογραφία της "ΑΜΕRICΑΝ ΕΧΡRΕSS"], Δ., ΑΕΓΕΚ-ΤΡΙΤΩΝ [755.952.277 δρχ] και μετατέθηκαν προς ΑΕΓΕΚ και ως εκ τούτου η συνολική υποχρέωση προς ΑΕΓΕΚ διαμορφώνεται προσωρινά σε 1.752.434.649 + 755.952.227 = 2.508.386.876 ...

και κατόπιν αυτού η τελική υποχρέωση προς ΑΕΓΕΚ διαμορφώνεται ως κάτωθι : σύνολο 1.708.386.786 = ΣΠ.Π. 717.086.520, Ι.Τ. 592.057.029, Ι.Μ. 399.243,327 [αρχικά των Σ. Π., Ι. Τ. και Ι. Μ.]" και 7° όρο αυτού "Προς διασφάλιση εξόφλησης όλων των παραπάνω υποχρεώσεων προς ΑΕΓΕΚ [πέραν των μετοχών του κοινού ταμείου] δίνονται από τους μετόχους προσωπικές επιταγές αντίστοιχες με τις υποχρεώσεις εκάστου ..."), της 4/8/1998 (που αναφέρει ότι τα εκ 98.438.900 δραχμών μερίσματα του "πακέτου" μετοχών "επιστρέφονται εις ΑΕΓΕΚ με αναλογική μείωση των υποχρεώσεων εκάστου ως σχετικό συμφωνητικό των 3 εταίρων"), της 24/12/1997 και της 5/1/1998 (που αναφέρουν ότι το "πακέτο" μετοχών θα πωληθεί για "εξόφληση του κοινού χρέους" των διαδίκων προς την ΑΕΓΕΚ) και δεν αποτελεί όρο εγκυρότητας της αναδοχής χρέους (ακριβέστερα εδώ πρόκειται για υπόσχεση ελευθέρωσης χρέους κατ' άρθρο 478 Α.Κ., συναφθείσα μεταξύ "ΑΕΓΕΚ" και διαδίκων) ή της καταβολής από τρίτο (άρθρο 317 Α.Κ.), που είναι άτυπες κατ' άρθρο 158 Α.Κ.

σύμβαση και υλική πράξη αντιστοίχως, η καταχώριση τους στα εταιρικά βιβλία, στην οποία άλλωστε δεν είχαν κανένα συμφέρον να προβούν οι διάδικοι, αφού η σύμβαση υπόσχεσης ελευθέρωσης και η εκ τρίτου καταβολή (που αποτελεί εκπλήρωσή της), είχαν ουσιαστικά ως υποκείμενη αιτία (όπως προκύπτει από τις προπεριγραφόμενες περιστάσεις της κρινόμενης υπόθεσης) σύμβαση δανείου της "ΑΕΓΕΚ" προς τους διαδίκους, που ως άκυρη κατ' άρθρο 23α παρ. 1 Κ.Ν. 2190/1920 δεν θα μπορούσε να καταχωρηθεί στα εταιρικά βιβλία (χωρίς πάντως αυτή η ακυρότητα να επηρεάζει τη οικονομική θέση των διαδίκων έναντι της "ΑΕΓΕΚ", αφού θα υποχρεούνταν να της αποδώσουν το δανεισθέν ποσό, ως αδικαιολόγητο πλουτισμό πλέον, λόγω της ακυρότητας της σύμβασης δανείου), (ii) οι δε δεύτερος και τρίτος ισχυρισμοί, ως αβάσιμοι, αλυσιτελείς και μη ασκούντες έννομη επιρροή στην κρινόμενη υπόθεση, καθώς: 1ον ακόμη και αν υποτεθεί ότι οι Σ.

Π. και Ι. Τ. είχαν χρησιμοποιήσει υπεξαιρεθέντα από το ταμείο της "ΑΕΓΕΚ" χρήματα για την εξόφληση των υποχρεώσεων των ιδίων και του Ι. Μ. προς τρίτους ("ΑΜΕRICΑΝ ΕΧΡRΕSS", Δ., ΑΕΓΕΚ-ΤΡΙΤΩΝ, ποσού 1.752.434.649 δραχμών), και πάλι θα εξακολουθούσαν οι διάδικοι (και ο Ι. Μ., αφού με τα παραπάνω χρήματα φέρεται ως εξοφληθέν και το δικό του χρέος προς τρίτους εκ 399.243.327 δραχμών) να οφείλουν, απλώς από διαφορετική αιτία, ήτοι αδικοπραξία (οι Σ.

Π. και Ι. Τ.) και αδικαιολόγητο πλουτισμό (ο Ι. Μ.), το ποσό των 1.708.386.786 προς την "ΑΕΓΕΚ", επομένως και πάλι καθίστατο αναγκαία η πώληση του κοινού "πακέτου" μετοχών των διαδίκων, άρα και εκείνων του Ι. Μ., προς κάλυψη του χρέους τους έναντι της "ΑΕΓΕΚ" και 2ον ακόμη και αν υποτεθεί ότι η "ΒΕNSODE L.T.D." δεν κατέβαλε το τίμημα πώλησης των μετοχών ή ότι οι καταβολές στον υπ.

αρ. ... λογαριασμό "Τράπεζας Πίστεως" ήταν εικονικές (πέραν του ότι τα αντίθετα δέχεται εμμέσως, πλην σαφώς, ο Ι. Μ., με το να εγκρίνει δύο φορές, στις 11/2/1999 και 16/3/1999, τη λογοδοσία διαχείρισης του Σ. Π.), παραμένει το γεγονός ότι η εταιρία "ΑΕΓΕΚ" έχει ουσιαστικώς αναγνωρίσει ως εξοφληθείσα, βάσει της πώλησης των μετοχών, την απαίτηση της ποσού 399.243.327 δραχμών έναντι του Ι.

Μ., καθώς οι Σ. Π. και Ι. Τ., αν και μέλη του Δ.Σ. και νόμιμοι εκπρόσωποι της "ΑΕΓΕΚ", ουδέποτε από το έτος 1998 έως σήμερα αξίωσαν, για λογαριασμό της, να καταβάλει ο Ι. Μ. στην "ΑΕΓΕΚ" το - υποτιθέμενο ανεξόφλητο - χρέος του εκ 399.243.327 δραχμών, όπως, αντιθέτως, θα έπρατταν με βεβαιότητα οι παραπάνω (εν' όψει μάλιστα της σφοδρότητας και του μακροχρόνιου της αντιδικίας μεταξύ αυτών και Ι.

Μ.), σε περίπτωση που η "ΒΕΝSΟDΕ L.Τ.D." δεν είχε καταβάλει το τίμημα των μετοχών. Εξ' άλλου, αν δεν είχε εξοφληθεί το χρέος του Ι. Μ. προς την "ΑΕΓΕΚ", δια καταβολής στο ταμείο αυτής του τιμήματος των πωληθεισών μετοχών του, τότε δεν θα υπήρχε κανένας λόγος να επιστραφεί στον Ι. Μ. (όπως πράγματι συνέβη - βλ. σχετική μνεία στην από 11/2/1999 έγγραφη "απόδοση διαχείρισης κοινού λογαριασμού") η εκδοθείσα από αυτόν εις διαταγήν της "ΑΕΓΕΚ" υπ' αρ. ...

επιταγή "Τράπεζας Εργασίας", που ήταν ισόποση του χρέους του προς την "ΑΕΓΕΚ" εκ 399.243.327 δραχμών και είχε παραδοθεί σ' αυτήν προς εξασφάλιση της (βλ. 7° όρο του από 3/2/1997 ιδιωτικού συμφωνητικού). Περαιτέρω, η "ΒΕΝSΟDΕ L.Τ.D" είναι κυπριακή υπεράκτια ("off shore") εταιρία, χωρίς εμπορική δραστηριότητα (βλ. την από 23/6/1999 απαντητική επιστολή του Γ.

Δ., δικηγόρου Λεμεσού, προς τον Ι. Μ.), οι δε αγορασθείσες από αυτήν 215.770 κοινές και 1.190.490 προνομιούχες μετοχές "ΑΕΓΕΚ" εμφανίζονται, στο από Ιουνίου 1999 ενημερωτικό δελτίο της δεύτερης εταιρίας, να συναριθμούνται στις μετοχές των Σ. Π. και Ι. Τ. (όπως προκύπτει από σύγκριση του ως άνω ενημερωτικού δελτίου με τα πρακτικά της 3/5/1999 Γ.Σ.

της "ΑΕΓΕΚ"). Επίσης οι εταιρίες "IVER ΜΑΝΑGΕΜΕΝΤ L.Τ.D." και "BENSECRA LIMITED", μοναδικοί μέτοχοι της "ΒΕΝSΟDΕ L.Τ.D" (βλ. την παραπάνω επιστολή Γ. Δ.), εμφανίζονται ως μοναδικοί μέτοχοι και της - επίσης υπεράκτιας και εδρεύουσας στη Κύπρο - εταιρίας "ΡRΙΝΕΜΟ ΤRΑDΙΝG LΙΜΙΤΕD", της οποίας αποκλειστικοί ιδιοκτήτες και μέλη του Δ.Σ.

είναι η οικογένεια Σ. Π. (βλ. το από Αυγούστου 2000 ενημερωτικό δελτίο "ΑΕΓΕΚ"). Από τα παραπάνω στοιχεία μπορεί, αν όχι να συναχθεί με βεβαιότητα, πάντως τουλάχιστον να πιθανολογηθεί, ότι η "ΒΕΝSΟDΕ L.Τ.D", όπου ο Σ. Π., ως αντιπρόσωπος των διαδίκων, πώλησε το ένδικο "πακέτο" μετοχών, αποτελεί ουσιαστικώς εταιρία δικών του συμφερόντων.

Πλην όμως, δεν παύει η "ΒΕΝSΟDΕ L.Τ.D" να συνιστά διαφορετικό - νομικό - πρόσωπο (που εξακολουθεί μάλιστα να υφίσταται έως σήμερα και να κατέχει 840.860 κοινές μετοχές, ήτοι ποσοστό 1,05% και 115.170 προνομιούχες μετοχές, ήτοι ποσοστό 3,61% του μετοχικού κεφαλαίου της "ΑΕΓΕΚ" - βλ. τα από 17/5/2005 και 20/5/2005 συνοπτικά μετοχολόγια της "ΑΕΓΕΚ") σε σχέση με τον Σ.

Π., ενώ δεν προκύπτει από κανένα έγγραφο στοιχείο ότι αυτός είναι νόμιμος εκπρόσωπος της (λ.χ. πρόεδρος, διευθύνων σύμβουλος, διαχειριστής κ.λ.π.), συνεπώς δεν συντρέχει περίπτωση αυτοσύμβασης κατ' άρθρο 235 Α.Κ., αφού η εν λόγω διάταξη απαιτεί σύμβαση του αντιπροσώπου με τον εαυτό του ή με άλλο πρόσωπο αντιπροσωπευόμενο επίσης από τον ίδιο.

Ακόμη όμως και αν γίνονταν δεκτό, ότι η παραπάνω διάταξη, κατ' ευρύτερη ερμηνεία αυτής, καταλαμβάνει και τη κρινόμενη περίπτωση, όπου ο αντισυμβαλλόμενος του αντιπροσώπου δεν ταυτίζεται με αυτόν τύποις (ως νομικό ή φυσικό πρόσωπο) αλλά κατ' ουσίαν ή με έμμεσο τρόπο, και πάλι δεν υφίσταται ακυρότητα της επίδικης σύμβασης πώλησης των 215.770 κοινών και 1.190.490 προνομιούχων μετοχών προς την "ΒΕΝSΟDΕ L.Τ.D", για τους εξής λόγους:

Από το περιεχόμενο και το σκοπό της χορηγηθείσας στον Σ. Π. εξουσίας αντιπροσώπευσης, τις περιστάσεις υπό τις οποίες καταρτίσθηκε και εκτελέσθηκε η σύμβαση εντολής και τη συναλλακτική καλή πίστη, συνάγεται ότι ο Ι. Μ. δεν είχε καμία συγκεκριμένη αντίρρηση για το πρόσωπο του αγοραστή, ακόμα και αν επρόκειτο για εταιρία συμφερόντων του εντολοδόχου, συνεπώς επέτρεψε σιωπηρώς και τυχόν καταρτισθείσα αυτοσύμβαση (με αποτέλεσμα την ισχυροποίηση αυτής σύμφωνα με το άρθρο 235 παρ. 1 Α.Κ., κατά παραδοχή της σχετικής ένστασης των εναγόμενων, ως κατ' ουσίαν βάσιμης - βλ.

για τους παραπάνω παράγοντες, με βάση τους οποίους κρίνεται αν επετράπη σιωπηρώς η αυτοσύμβαση: Απ. Γεωργιάδης, Γενικές αρχές αστικού δικαίου, εκδ. 1996, σ. 362 - Δωρής σε Γεωργιάδη/Σταθόπουλου, Αστ.Κωδ., άρθρο 235 αρ. 2, 3), δεδομένου ότι (ί) ο Ι. Μ. στα συμφωνητικά και εξουσιοδότηση που υπέγραψε - για τα οποία έγινε λόγος παραπάνω - δεν εξάρτησε την εγκυρότητα της σύμβασης πώλησης από το πρόσωπο του αγοραστή, ούτε έθεσε οποιονδήποτε σχετικό όρο, πέραν του ελάχιστου τιμήματος και του χρόνου πώλησης, (Π) το βασικό μέλημα του Ι.

Μ. - όπως αντιστοίχως και των λοιπών διαδίκων - με τη παροχή της εντολής πώλησης των μετοχών, ήταν να εξοφλήσει το εκ ποσού 399.243.327 δραχμών χρέος του προς την "ΑΕΓΕΚ", σκοπός που επετεύχθη, επομένως δεν ήταν κρίσιμο ζήτημα γι' αυτόν το πρόσωπο του αγοραστή και (iii) από τις παλαιότερες διαδοχικές πωλήσεις σημαντικού αριθμού μετοχών του Ι.

Μ. απευθείας προς τους Σ. Π. και Ι. Τ. (ήτοι 130.000, 126.241, 160.000 και 500.000 κοινών μετοχών με τα από 4/7/1996, 10/10/1996, 3/2/1997 και 1/9/1997 ιδιωτικά συμφωνητικά), επίσης συνάγεται ότι δεν ενδιέφερε τον Ι. Μ. το εάν και οι συγκεκριμένες 50.000 κοινές και 238.570 προνομιούχες μετοχές του θα καταλήξουν στους αντιδίκους του. Σε κάθε περίπτωση, ο Ι.

Μ., με την από 11/2/1999 έγγραφη "απόδοση διαχείρισης κοινού λογαριασμού", το από 16/3/1999 ιδιωτικό συμφωνητικό και με σχετική από ημερομηνίας 31/8/1999 έγγραφη δήλωση του, δέχθηκε ότι η εντολή πώλησης εκτελέσθηκε κατά τα συμφωνηθέντα μεταξύ των διαδίκων, απάλλαξε τον εντολοδόχο Σ. Π. από κάθε διαχειριστική ευθύνη και δήλωσε ότι δεν έχει καμία απαίτηση εκ της συμβάσεως εντολής και ότι, εν τέλει, παραιτείται από οποιαδήποτε σχετική αξίωση του, ενέργειες με τις οποίες εμμέσως, πλην σαφώς, ενέκρινε ρητώς την αυτοσύμβαση, οπότε η ακυρότητα αυτής ήρθη αναδρομικώς από του χρόνου καταρτίσεως της, κατ' άρθρα 236 και 238 Α.Κ., γενόμενη συνεπώς δεκτής, ως κατ' ουσίαν βάσιμης, της σχετικής ένστασης των εναγόμενων.

Η δε αντένσταση του Ι. Μ., περί ακυρωσίας της έγκρισης της αυτοσύμβασης, λόγω πλάνης, που του προκάλεσαν με εξαπάτηση οι εναγόμενοι, ως προς το πρόσωπο του αγοραστή των μετοχών, παρουσιάζοντας τον ως "στρατηγικό επενδυτή" (κατά σχετική δήλωση του Ι. Τ. την 13/11/1998 στην εφημερίδα "ΗΜΕΡΗΣΙΑ") και μη αποκαλύπτοντας το όνομα του, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικώς αβάσιμη, διότι ο Ι.

Μ., τουλάχιστον κατά το χρόνο της τελευταίας εγκριτικής δήλωσης του (31/8/1999), γνώριζε ότι αγοράστρια των μετοχών είναι η "ΒΕΝSODE L.Τ.D." (αφού τούτο προκύπτει από το μετοχολόγιο των πρακτικών της από 3/5/1999 Γ.Σ. της "ΑΕΓΕΚ", αντίγραφα των οποίων έλαβε ο ίδιος με το υπ. αρ. πρωτ. Κ2-5963/28.5.1999 έγγραφο του Υπουργείου Ανάπτυξης), ότι η τελευταία δεν αποτελεί στρατηγικό επενδυτή, αλλά υπεράκτια εταιρία χωρίς εμπορική δραστηριότητα (αφού είχε ενημερωθεί σχετικώς με την από 23/6/1999 επιστολή του Γ.

Δ.) και ότι είναι συμφερόντων Σ. Π. (αφού το από μηνός Ιουνίου 1999 ενημερωτικό δελτίο της "ΑΕΓΕΚ", όπου οι μετοχές της "ΒΕΝSODE L.Τ.D" συναριθμούνται σε εκείνες των Σ. Π. και Ι. Τ., είχε εξ' αρχής, από τον παραπάνω μήνα έκδοσης του, υπ' όψιν του ο Ι. Μ., καθώς εκείνη την εποχή παρακολουθούσε στενά τις δραστηριότητες της "ΑΕΓΕΚ" λόγω της επιχειρηματικής του ιδιότητας αλλά και της αντιδικίας μεταξύ αυτού και των κυρίων μετόχων της "ΑΕΓΕΚ", Σ.

Π. και Ι. Τ., οπότε δεν είναι πειστικός ο ισχυρισμός του περί περιέλευσης του ανωτέρω δελτίου σε γνώση του μόλις το Δεκέμβριο 2002). Εξ' άλλου, όπως προελέχθη, τον Ι. Μ. ενδιέφερε μόνο η - δια της πωλήσεως των μετοχών - εξόφληση του χρέους του προς την "ΑΕΓΕΚ" και όχι η ταυτότητα του αγοραστή αυτών, που δεν αποτελούσε συνεπώς παραγωγικό αίτιο της βούλησης του για έγκριση της πώλησης, όπως και ο ίδιος εξ' άλλου δέχεται, δηλώνοντας, σε δύο διαφορετικά έγγραφα του με την ίδια ημερομηνία 31/8/1999, ότι "ανακαλώ, ως μη ανταποκρινόμενο στην πραγματικότητα, όλες τις αιτιάσεις μου σε σχέση με ...

την επιλογή και την ταυτότητα του αγοραστού ..." και "... ανακαλώ πλήρως και ανεπιφυλάκτως όλους τους ισχυρισμούς, υπαινιγμούς, επιφυλάξεις, αιτήματα κλπ που έχω διατυπώσει με οποιοδήποτε τρόπο σχετικά με την ταυτότητα των μετόχων της εταιρίας ΒΕΝSODE L.Τ.D ή τα συμφέροντα που αυτή εκπροσωπεί, θέματα εξ' άλλου άσχετα προς τις μεταξύ μας σχέσεις και συναλλαγές".

Σημειωτέον ότι, ο Ι. Μ., σε διάσταση με όσα υποστηρίζει στην παρούσα δίκη περί εξαπάτησης του ως προς την έγκριση της πώλησης, παλαιότερα, με την από 29/8/2003 μήνυση του κατά των Σ. Π. και Ι. Τ. ενώπιον του Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Αθηνών, είχε αμφισβητήσει, ως πλαστογραφημένη από τους μηνυθέντες, την υπογραφή του επί της από 5/1/1998 έγγραφης εξουσιοδότησης του προς τον Σ.

Π. για πώληση των μετοχών του, ισχυρισμός όμως που διαψεύδεται, τόσο από την - τεθείσα επί της εξουσιοδότησης - με ημερομηνία 7/171998 βεβαίωση γνησίου υπογραφής του Α.Τ. Χολαργού, όσο και από τις 4/6/2004, 4/6/2004 και 7/10/2003 εκθέσεις γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης των Μ. - Μ. Κ., Β. Σ. και Μ. Μ., που επιβεβαιώνουν το ιδιόχειρο της υπογραφής του Ι.

Μ. επί της εν λόγω εξουσιοδότησης. Περαιτέρω, ο Ι. Μ. επικαλείται ότι οι Σ. Π. και Ι. Τ. αθεμίτως του απέκρυψαν [α] ότι αγοραστής των μετοχών είναι η υπεράκτια, μη στρατηγικός επενδυτής και άνευ εμπορικής δραστηριότητας, εταιρία "ΒΕΝSODE L.Τ.D.", συμφερόντων Σ. Π. και [β] ότι επίκειται αύξηση μετοχικού κεφαλαίου της εταιρίας "ΑΕΓΕΚ" στις 3/5/1999 και έτσι τον έπεισαν να χορηγήσει εντολή πώλησης των μετοχών και ακολούθως να εγκρίνει τη πώληση και σχετική λογοδοσία, ενώ αν γνώριζε την πραγματικότητα (αγορά εκ μέρους της "ΒΕΝSODE L.Τ.D" και επικείμενη αύξηση μετοχικού κεφαλαίου), δεν θα έπραττε τα παραπάνω, αλλά θα ανακαλούσε την εντολή προ της πωλήσεως ή έστω θα ζητούσε μετέπειτα την ακύρωση της πώλησης, οπότε θα διατηρούσε (στη πρώτη περίπτωση) ή θα ανακτούσε (στη δεύτερη περίπτωση) τις 50.000 κοινές και 275.870 προνομιούχες μετοχές του, θα συμμετείχε με αυτές στην αύξηση μετοχικού κεφαλαίου της "ΑΕΓΕΚ", αποκτώντας δυνάμει δικαιώματος προτίμησης 325.870 νέες κοινές μετοχές, οπότε, έχοντας πλέον συνολικώς 375.870 κοινές και 275.870 προνομιούχες μετοχές, θα τις πωλούσε εν συνεχεία κατά το διάστημα 29/9/1999 - 7/10/1999 στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών αντί τιμήματος 6.900 και 6.100 δραχμών ανά κοινή ή προνομιούχο μετοχή αντίστοιχα και συνολικώς 4.276.310.000 δραχμών (όπως έπραξαν τούτο οι εναγόμενοι δια της "ΒΕΝSODE L.Τ.D"), με αποτέλεσμα να ζημιωθεί (και ωφεληθούν αντίστοιχα οι αντίδικοί του) κατά το ποσό των (4.276.310.000 δραχμές - 388.060.000 δραχμές οφειλόμενο, κατά τον Ι.

Μ., χρέος του προς την "ΑΜΕRΙCΑΝ ΕΧΡRΕSS" - 391.044.000 δραχμές απαιτούμενο ποσό συμμετοχής στη αύξηση μετοχικού κεφαλαίου = ) 3.497.206.000 δραχμών ή 10.263.260 ευρώ. Πλην όμως οι παραπάνω ισχυρισμοί του Ι. Μ. (πέραν του ότι εσφαλμένως αναφέρει αριθμό 275.870 πωληθεισών προνομιούχων μετοχών του, αντί του ορθού 238.570, που προκύπτει από το υπ.

αρ. .../12-11-1998 πινακίδιο πώλησής τους) είναι ουσιαστικώς αβάσιμοι και δεν συντρέχει εν προκειμένω η αντικειμενική υπόσταση του ποινικού αδικήματος της απάτης (άρθρο 386 Π.Κ.). Και τούτο, επειδή, σύμφωνα και με όσα προαναπτύχθηκαν, [α] κατά το χρόνο που ο Ι. Μ. επαναλάμβανε, με την 31/8/1999 έγγραφη δήλωση του, την έγκριση του στη πώληση των μετοχών του και στη σχετική λογοδοσία του εντολοδόχου Σ.

Π., γνώριζε ήδη, τόσο τη ταυτότητα του αγοραστή των μετοχών (ότι δηλαδή πρόκειται για την υπεράκτια, μη στρατηγικό επενδυτή και άνευ εμπορικής δραστηριότητας, εταιρία "ΒΕΝSODE L.Τ.D", συμφερόντων Σ. Π., αφού ήταν ενήμερος τούτων τον Ιούνιο του 1999, έχοντας από τότε εις χείρας του τα πρακτικά της 3/5/1999 Γ.Σ. της "ΑΕΓΕΚ", το από Ιουνίου 1999 ενημερωτικό δελτίο αυτής και την 23/6/1999 επιστολή Γ.

Δ.), όσο και την ήδη πραγματοποιηθείσα στις 3/5/1999 αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της "ΑΕΓΕΚ" (αφού συμμετείχε στην αποφασίσασα τούτο από 3/5/1999 Γ.Σ., όπως και στην από 21/4/1999 Γ.Σ. με το ίδιο θέμα, ενώ είχε λάβει γνώση και των από 19/2/1999 δημοσιεύσεων στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και στις εφημερίδες "ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ" και "ΕΞΠΡΕΣ"), επομένως, ως προς τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά, δεν ήταν δυνατόν να εξαπατάται στις 31/8/1999 ο Ι.

Μ. από τους αντιδίκους του και [β] σε κάθε περίπτωση, ο Ι. Μ. (όπως προκύπτει από το περιεχόμενο των συμφωνητικών, εξουσιοδότησης και δηλώσεων που υπέγραψε, για τα οποία έγινε ήδη λόγος παραπάνω), όχι μόνο μετά την πώληση των μετοχών του (όταν την ενέκρινε) αλλά και προ αυτής (όταν χορήγησε την εντολή για πραγματοποίηση της), δεν ενδιαφέρονταν για το πρόσωπο του αγοραστή των μετοχών ή για οποιαδήποτε μελλοντική αύξηση μετοχικού κεφαλαίου της "ΑΕΓΕΚ" και ουδέποτε εξάρτησε από τους παραπάνω παράγοντες την δικαιοπρακτική του βούληση για χορήγηση εντολής και έγκρισης της πώλησης, αλλά μοναδικός επιδιωκόμενος σκοπός του με την ένδικη πώληση μετοχών του ήταν να εξοφλήσει, με το τίμημα αυτής, το εκ 399.243.327 δραχμών χρέος του προς την "ΑΕΓΕΚ", σκοπός που όντως-επετεύχθη με την ως άνω πώληση, οπότε, μετά από αυτήν, δεν υφίστατο πλέον νόμιμη αιτία για να κατέχει ή επανακτήσει τις πωληθείσες μετοχές του και κατ' ακολουθίαν δεν νοείται ζημία του από υποτιθέμενη απώλεια ευκαιρίας για συμμετοχή (με τις ήδη πωληθείσες μετοχές) σε αύξηση μετοχικού κεφαλαίου (επιγενόμενη της πώλησης) και μετέπειτα επωφελή χρηματιστηριακή διάθεση των μετοχών.

Η αβασιμότητα του περί διαφυγόντος κέρδους ισχυρισμού λόγω αδυναμίας συμμετοχής στην αύξηση μετοχικού κεφαλαίου, καταδεικνύεται, τέλος, και από το γεγονός ότι, στις 3/2/1997, όταν για πρώτη φορά με συμφωνητικό οι διάδικοι δέσμευσαν "πακέτο" μετοχών προς πώληση και εξόφληση του χρέους τους έναντι της "ΑΕΓΕΚ", ήταν αδύνατο να έχει αποφασισθεί αύξηση μετοχικού κεφαλαίου για χρονικό σημείο απέχον δύο και πλέον έτη, ήτοι στις 3/5/1999 (ούτε εξ' άλλου ετέθη τέτοιο θέμα στο συμφωνητικό), ενώ ετέθη όρος για πώληση του "πακέτου" μετοχών το αργότερο εντός του έτους 1998, οπότε θα ήταν αδύνατο οι κάτοχοι των εν λόγω μετοχών να συμμετάσχουν με αυτές σε μία μεταγενεστέρως, στις 3/5/1999, υλοποιηθείσα αύξηση μετοχικού κεφαλαίου.

Τέλος, ο Ι. Μ. επικαλείται απάτη επί δικαστηρίω, ήτοι ότι κατά την εκδίκαση ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών της από 4/6/1999 (αρ. κατάθεσης 7961/1999) αίτησης ασφαλιστικών μέτρων αυτού κατά των Σ. Π. και Ι. Τ. (με αιτήματα [α] να υποχρεωθούν οι καθ' ων να επαναγοράσουν τις πωληθείσες μετοχές του, που υπήρχαν στο ένδικο "πακέτο" κοινών και προνομιούχων μετοχών και [β] να επιβληθεί συντηρητική κατάσχεση σε βάρος της περιουσίας των καθ' ων για εξασφάλιση απαίτησης του αιτούντος εναντίον τους ποσού 1.600.000.000 δραχμών, που αποτελεί τη διαφορά μεταξύ αφενός του - μικρότερου - επιτευχθέντος από τους καθ' ων τιμήματος πώλησης των μετοχών του αιτούντος και αφετέρου της μεγαλύτερης - χρηματιστηριακής αξίας των παραπάνω μετοχών συν των μετοχών που θα ελάμβανε ο αιτών συμμετέχοντας στην αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της 3/5/1999), οι τελευταίοι με ψευδείς ισχυρισμούς τους, περιεχόμενους στο από 22/6/1999 σημείωμα τους, εξαπάτησαν το ως άνω Δικαστήριο και έτσι το έπεισαν να απορρίψει, με την υπ.

αρ. 22189/1999 απόφαση του, την εν λόγω αίτηση ασφαλιστικών μέτρων. Πλην όμως, και αυτός ο ισχυρισμός του Ι. Μ. είναι απορριπτέος [α] ως ουσιαστικώς αβάσιμος δεδομένου ότι ο ίδιος, με έγγραφη δήλωση του στις 31/8/1999, αναφέρει ότι "αποδέχομαι και αναγνωρίζω την υπ. αριθ. 22189/1999 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων)", συνομολογώντας έτσι την ουσιαστική αβασιμότητα της αιτήσεως του και την έλλειψη οποιασδήποτε ζημίας του από την απόρριψη της με τη δικαστική απόφαση (για το κατ' ουσίαν αβάσιμο των ισχυρισμών του Ι.

Μ., περί ακυρότητας, ακυρωσίας και ανάκλησης της ανωτέρω από 31/8/1999 δήλωσης του, όρα τα κατωτέρω εκτιθέμενα επί της υπ. αρ. κατάθεσης 10441/17-11-2003 αγωγής του ιδίου) και [β] ως αλυσιτελής και μη ασκών έννομη επιρροή στη κρινόμενη υπόθεση, δεδομένου ότι (ί) το Δικαστήριο με την υπ. αριθ. 22189/1999 απόφαση του απέρριψε το αίτημα επαναγοράς των μετοχών ως μη νόμιμο κατ' άρθρο 692 παρ. 4 Κ.Πολ.Δ. (ήτοι ως αιτηθέν ασφαλιστικό μέτρο που κατατείνει σε μη επιτρεπόμενη ικανοποίηση του ασφαλιστέου δικαιώματος) και όχι επειδή πείσθηκε από τους - αφορώντες την ουσιαστική βασιμότητα του ασφαλιστέου δικαιώματος - ισχυρισμούς των καθ' ων η αίτηση και (ii) ως προς το έτερο αίτημα περί συντηρητικής κατάσχεσης, πρέπει να σημειωθεί ότι η - φερόμενη ως αποτέλεσμα απάτης επί δικαστηρίω - δικαστική απόφαση περί μη επιβολής συντηρητικής κατάσχεσης (δηλαδή που δεν απαγορεύει, υπέρ του αιτούντος, τη διάθεση περιουσιακών στοιχείων των καθ' ων) δεν συνεπάγεται την απόσβεση ή απόρριψη ως αβασίμου του ασφαλιστέου - και επιδίκου με την υπ.

αρ. κατάθεσης 906/30.1.2003 αγωγή - δικαιώματος αποζημίωσης, επομένως δεν υφίσταται αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ, αφενός της επικαλούμενης παράστασης ψευδών γεγονότων των καθ' ων στο σημείωμα τους και του διατακτικού της δικαστικής απόφασης, και αφετέρου της επίδικης ζημίας του Ι. Μ., για την οποία αιτείται αποζημίωση με την υπ.

αρ. κατάθεσης 906/30.1.2003 αγωγή. Επίσης, σύμφωνα με τα προλεχθέντα [α] δεν υφίσταται υπεξαίρεση των ενδίκων 50.000 κοινών και 238.570 προνομιούχων μετοχών του Ι. Μ. από τους Σ. Π. και Ι. Τ., ελλείψει συνδρομής της απαραίτητης, κατ' άρθρο 375 Π.Κ., για τη θεμελίωση της αντικειμενικής υπόστασης του εν λόγω ποινικού αδικήματος, προϋπόθεσης της "παράνομης ιδιοποίησης", αφού ο εντολοδόχος Σ.

Π. πώλησε τις ανωτέρω μετοχές στην "ΒΕΝSODE L.Τ.D", σε εκτέλεση - και εντός των ορίων, ιδίως ως προς το τίμημα - σχετικής σύμβασης εντολής, που του παρείχε εγκύρως ο Ι. Μ., ακόμη δε και αν θεωρηθεί η πώληση αυτή ως αυτοσύμβαση, ο Ι. Μ. επέτρεψε αυτήν σιωπηρώς και εν πάσει περιπτώσει την ενέκρινε ρητώς στις 11/2/1999, 16/3/1999 και 31/8/1999, επομένως υφίσταται νόμιμη αιτία κατοχής των μετοχών από την "ΒΕΝSODE L.Τ.D" (ή τα όποια φυσικά πρόσωπα την ελέγχουν και άρα κατέβαλαν το τίμημα), ενώ, σημειωτέον, ότι ο Ι.

Τ. δεν είχε καν ιδιότητα εντολοδόχου και επομένως ουδέποτε έλαβε στη κατοχή του τις επίδικες μετοχές, κάτι που συνιστά έναν επιπλέον λόγο για μη συνδρομή ως προς αυτόν της έννοιας της "ιδιοποίησης" και [β] η αποκτηθείσα από την "ΒΕΝSODE L.Τ.D" (ή έστω από τους Σ. Π. και Ι. Τ., αν θεωρηθεί ότι ελέγχουν την ως άνω εταιρία) περιουσιακή ωφέλεια, εκ της αγοράς των ενδίκων 50.000 κοινών και 238.570 προνομιούχων μετοχών, της συμμετοχής με αυτές στην αύξηση μετοχικού κεφαλαίου και της πώλησής τους μέσω Χρηματιστηρίου Αξιών Αθηνών κατά το διάστημα 29/9/1999 - 7/10/1999, δεν συνιστά αδικαιολόγητο πλουτισμό από τη περιουσία ή με ζημία του Ι.

Μ., διότι πρόκειται για ωφέλεια βασιζόμενη σε έγκυρη νόμιμη αιτία, ήτοι στην, έναντι τιμήματος, πώληση των ως άνω μετοχών εκ μέρους του Ι. Μ., με παροχή της σχετικής εντολής στον εντολοδόχο Σ. Π. και έγκριση της λογοδοσίας του. Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, οι Σ. Π. και Ι. Τ. δεν έχουν τελέσει αδικοπραξία (με απάτη ή υπεξαίρεση ή απάτη επί δικαστηρίω) σε βάρος του Ι.

Μ., ούτε έγιναν αδικαιολογήτως πλουσιότεροι σε βάρος της περιουσίας του, ούτε ο πρώτος εξ' αυτών (Σ. Π.) προέβη σε άκυρη αυτοσύμβαση, ούτε παρέβη υποχρεώσεις του από τη σύμβαση εντολής έναντι του Ι. Μ., επομένως δεν υποχρεούνται οι Σ. Π. και Ι. Τ. να καταβάλουν στον Ι. Μ., ως αποζημίωση ή αδικαιολόγητο πλουτισμό, το αιτούμενο ποσό των 10.263.260 ευρώ, ούτε χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης αφού δεν υφίσταται αδικοπραξία, οπότε και οι σχετικές αγωγικές αξιώσεις του Ι.

Μ. είναι ουσιαστικώς αβάσιμες.

Με τις παραδοχές αυτές, και, για την περίπτωση της δεύτερης αγωγής του αναιρεσείοντα, το δικαστήριο της ουσίας έκρινε, ανέλεγκτα, στα πλαίσια των εκτεθέντων, εκατέρωθεν, ισχυρισμών και πραγματικών περιστατικών. Τα επί πλέον, προβαλλόμενα από τον αναιρεσείοντα, δεν αποτελούν κατ'ακρίβειαν "πράγματα" μη προταθέντα, αλλά πραγματικά και νομικά επιχειρήματα που ο ίδιος και οι αντίδικοί του ανέφεραν, διηγηματικά, προκειμένου να στηρίξουν τους ισχυρισμούς τους.

Ως προς τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, πρέπει να αναφέρεται γιατί δεν συντρέχουν περιπτώσεις εφαρμογής τους (Ολ.ΑΠ 26/2004, ΑΠ 1229/2004), ή, γιατί, αν καίτοι η δικαιοπραξία ήταν ασαφής, δεν προσέφυγε σ' αυτή το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 79/1996, ΑΠ 853/2002). Εδώ, ο αναιρεσείων, εντελώς αόριστα, με την παράθεση ενός ιστορικού και κρίσεων της προσβαλλόμενης απόφασης, προβάλλει πως το δικαστήριο "...

παραβίασε τους πιο πάνω ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ και ειδικότερα εσφαλμένως υπήγαγε τα ανωτέρω περιστατικά που δέχτηκε στους κανόνες των άρθρων αυτών, χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους". Ο λόγος αυτός όμως, είναι αόριστος, γιατί δεν αναφέρει, όπως θα έπρεπε, γιατί εφήρμοσε εσφαλμένα τους πιο πάνω ερμηνευτικούς κανόνες και αν η σύμβαση που μνημονεύει ήταν σαφής ή μή.

Για το λόγο αυτό, πρέπει ν' απορριφθεί ο σχετικός λόγος αναίρεσης ως απαράδεκτος. Για τον ίδιο λόγο πρέπει ν' απορριφθούν τα εδραζόμενα στη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ. παράπονα, αναφερόμενα στην παραβίαση των πιο πάνω διατάξεων (235, 158, 159, 217 Α.Κ.), αλλά και τα αναφερόμενα, για όμοια παράβαση, ως προς την ερμηνεία των περιστατικών, που ο αναιρεσείων αναφέρει, στα συμφωνητικά που μνημονεύει στον κρινόμενο λόγο της αναίρεσής του, εφ' όσον δεν εκτίθεται συγκεκριμένα και με σαφήνεια σε τί, ακριβώς συνίσταται η παράβαση των παραπάνω διατάξεων.

Σύμφωνα δε με όσα προαναφέρθηκαν, δεν υφίσταται και έδαφος εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 559 αρ. 10 Κ.Πολ.Δ., εφ' όσον, η διαφορετική εκτίμηση από το δικαστήριο των, ενώπιόν του, προσαχθέντων αποδεικτικών στοιχείων, από εκείνη που ο αναιρεσείων εκτιμά, δεν καθιδρύει τον πιο πάνω λόγο αναίρεσης, εν όψει και της, αναιρετικά ανέλεγκτης, εκτίμησης των αποδείξεων.

Κατά συνέπεια, οι παραπάνω λόγοι αναίρεσης, πρέπει, με βάση όσα προαναφέρθηκαν, ν' απορριφθούν ως αβάσιμοι. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμες αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Προϋποτίθεται εδώ, ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας και έλλειψη ή ασάφεια στη διατύπωση της ελάσσονος πρότασης της προσβαλλόμενης απόφασης (ΑΠ 1471/2004, ΑΠ 446/2004). Ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει ακόμα και όταν η διατύπωση της ελάσσονος πρότασης του δικανικού συλλογισμού είναι ενδοιαστική και δεν στοιχειοθετείται αναμφίβολο πόρισμα (ΑΠ 343/2003, ΑΠ 865/2002, ΑΠ 426/1993).

Εξ άλλου, παράβαση της διάταξης του άρθρου 559 αρ. 10 υφίσταται και όταν το δικαστήριο αρκείται σε πιθανολόγηση, ενώ απαιτείται, κατά νόμο, πλήρης απόδειξη (ΑΠ 1382/1999, ΑΠ 437/2004). Εδώ, στην απόφαση που προσβάλλεται, όπως οι παραδοχές της προπαρατέθηκαν, αναφορικά με την προμνημονευθείσα υπεράκτια εταιρεία, αναφέρεται ότι "...

από τα παραπάνω στοιχεία, μπορεί, αν όχι να συναχθεί με βεβαιότητα πάντως, τουλάχιστον, να πιθανολογηθεί, ότι η "BENSODE L.T.D.", όπου ο Σ. Π., ως αντιπρόσωπος των διαδίκων πώλησε το ένδικο "πακέτο" μετοχών, αποτελεί ουσιαστικώς εταιρία δικών του συμφερόντων ...", ενώ σε άλλο σημείο της απόφασης γίνεται λόγος για "...

εταιρία "BENSODE L.T.D.", συμφερόντων Σ. Π. ...", χωρίς οιαδήποτε επιφύλαξη. Πέραν όμως από την πιο πάνω διατύπωση της προσβαλλόμενης απόφασης, η οποία, κατ'αρχήν θα ήταν δυνατόν να οδηγήσει σε αποδοχή αντιφατικών και ενδοιαστικών παραδοχών το σύνολο των στην προσβαλλόμενη απόφαση μνημονευθεισών αιτιολογιών οδηγεί σε διαφορετικό συμπέρασμα.

Ειδικότερα η παραπάνω διατύπωση δεν καθιστά, άνευ άλλου, αναιρετέα την πιο πάνω απόφαση, για τους από το άρθρο 559 αρ.19 και 559 αρ.10 (όπως εκτιμάται) λόγους. Κι' αυτό γιατί, στο συγκεκριμένο θέμα η προσβαλλόμενη απόφαση διαλαμβάνει πλείονες επάλληλες αιτιολογίες ("... ακόμη όμως και αν γίνονταν δεκτό...σε κάθε περίπτωση ...

ενέκρινε ρητώς την αυτοσύμβαση ...") κάθε μία από τις οποίες στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της, που στηρίζεται σε μία απ' αυτές και όχι σε όλες συγχρόνως (ΑΠ 475/2004). Άρα, η τυχόν υπάρχουσα, κατά τα προαναφερθέντα, πλημμέλεια, δεν μπορεί να πλήξει την εφετειακή απόφαση, και οι σχετικοί, ως προς αυτό, αναιρετικοί λόγοι είναι απορριπτέοι, ως αβάσιμοι.

Δ). Αναφορικά με την απόρριψη της από 17.11.2003 αγωγής του, ο αναιρεσείων εκθέτει ότι: 1)το Πολυμελές Πρωτοδικείο δέχτηκε, ως αποδειχθέντα, πράγματα που ουδόλως αποδείχτηκαν, αρκούμενο σε ... δηλώσεις του, χωρίς να ενισχύσει την κρίση του και από άλλα αποδεικτικά στοιχεία, κατά παράβαση της διάταξης του άρθρου 559 αρ. 10 Κ.Πολ.Δ., 2) τους προηγούμενους λόγους αναίρεσης, κατά της απόρριψης των προηγούμενων αγωγών θεωρεί και ως λόγους κατά της απόρριψης της τρίτης αγωγής του, 3) κακώς δέχεται εδώ μεν ως αποδεικνυόμενο πλήρως, αλλού δε κατά πιθανολόγηση, ότι η εταιρία "BENSODE" είναι συμφερόντων του πρώτου αναιρεσίβλητου, 4) κακώς δέχεται ομολογία του για την επίγνωση της πραγματικότητας, αναφορικά με τον χρόνο υπογραφής των συμφωνητικών και των δηλώσεων που αναφέρονται στην αγωγή (παράβαση άρθρου 559 αρ. 11 Κ.Πολ.Δ.), 5) εισάγει τους ίδιους, όπως προηγούμενα, λόγους αναίρεσης, αναφορικά με την απόρριψη της εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 179 Α.Κ., 6) υπάρχουν ανεπαρκείς αιτιολογίες αναφορικά με την απόρριψη του από το άρθρο 179 περ.

β' ΑΚ ισχυρισμού του (λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ.). Σε σχέση με την απόρριψη της πιο πάνω αγωγής, το δικαστήριο της ουσίας διέλαβε τα ακόλουθα: "Αναφορικά με το αντικείμενο της από 17-11-2003 με αρ, κατάθεσης 10441/17-11-2003 αγωγής του Ι. Μ. : Προς οριστική ρύθμιση των προγενέστερων σχέσεων και συναλλαγών τους, οι Ι.

Μ., Σ. Π. και Ι. Τ. συνυπέγραψαν [α] το από 31/8/1999 "ιδιωτικό συμφωνητικό ρυθμίσεως σχέσεων", δυνάμει του οποίου, ο μεν Ι. Μ. "... δηλώνει, αναγνωρίζει και συνομολογεί ότι δεν έχει οποιαδήποτε απαίτηση ή αμφισβήτηση εξ' εκείνων που έχουν συμπεριληφθεί στις παραιτήσεις, δηλώσεις, αναγνωρίσεις, υποσχέσεις, ομολογίες του που περιέχονται ή καλύπτονται σε οποιοδήποτε από τα συμφωνητικά της 1.9.97, της 24.12.97, της 5.1.98, της 2.2.99, της 11.3.99, της 16.3.99 και αναλαμβάνει την υποχρέωση να μην προβεί σε πράξη, δικαστική ή εξώδικη ενέργεια, δήλωση ή αμφισβήτηση προς οποιονδήποτε εκ των αφενός συμβαλλομένων Σ.

Π. και Ι. Τ. ή προς την ΑΕΓΕΚ ή προς οποιονδήποτε τρίτο, αντίθετη προς τις εν λόγω δηλώσεις, ομολογίες κ.λ.π. και παραιτείται ρητώς, οριστικώς και αμετακλήτως πάσης αξιώσεως του παρελθούσης, παρούσης ή μελλούσης κατά των δύο πρώτων, εξ οιουδήποτε λόγου και αιτίας πηγαζούσης, θεμελιουμένης σε κάποια από τις ανωτέρω αιτίες ή με αφορμή αυτές ...", οι δε Σ.

Π. και Ι. Τ. "... αναλαμβάνουν την υποχρέωση να καταβάλλουν στον Ι. Μ. το αναφερόμενο στο συνημμένο Παράρτημα ποσό, ως πρόσθετο αντάλλαγμα όλων των μέχρι σήμερα μεταξύ τους συναλλαγών, καθώς και σε πλήρη ικανοποίηση οποιασδήποτε τυχόν αξίωσης που θεωρεί ο ίδιος (Ι. Μ.) ότι έχει ...", σύμφωνα δε με το προαναφερθέν "παράρτημα" του ιδίου συμφωνητικού, το παραπάνω οφειλόμενο στον Ι.

Μ. ποσό ορίσθηκε σε 400.000.000 δραχμές και του καταβλήθηκε αυθημερόν, με παράδοση σ' αυτόν, από τους αντισυμβαλλομένους του, των υπ. αρ. 8537696-9 και 8316550-0 επιταγών, έκαστη ποσού 200.000.000 δραχμών και [β] έτερο, με ίδια ημερομηνία (31/8/1999), "ιδιωτικό συμφωνητικό", δυνάμει του οποίου ο Ι. Μ. υποχρεούνταν, σε περίπτωση παράβασης εκ μέρους του των συμφωνηθέντων με το από 31/8/1999 "ιδιωτικό συμφωνητικό ρυθμίσεως σχέσεων", να καταβάλει στους Σ.

Π. και Ι. Τ. ποινική ρήτρα 100.000.000 δραχμών για κάθε παράβαση (και μέχρι του συνολικού ποσού ποινής 600.000.000 δραχμών), αποζημίωση ποσού 400.000.000 δραχμών και χρηματική ικανοποίηση ηθικής βλάβης, παρέδωσε δε στους τελευταίους, προς εξασφάλιση τυχόν τέτοιας απαίτησης τους (i) έξη επιταγές του, ποσού 100.000.000 δραχμών εκάστη και με λευκές ημερομηνίες, που θα συμπλήρωναν και εμφάνιζαν προς πληρωμή οι αντισυμβαλλόμενοι του σε περίπτωση παράβασης από αυτόν του πρώτου συμφωνητικού, υποχρεούνταν δε να του τις επιστρέψουν εντός τριετίας, εφόσον έως τότε δεν είχε παραβεί τις ως άνω συμβατικές υποχρεώσεις του και (ii) 135.000 δικές του μετοχές της εταιρίας "ΚΡΟΝΟΣ Α.Ε.", ως ενέχυρο, που θα έληγε την 31/8/2001.

Ακόμη, ο Ι. Μ. υπέγραψε στις 31/8/1999 και δεκαπέντε μονομερείς δηλώσεις του, με τις οποίες [α] αποδέχεται την υπ. αρ. 22189/1999 απόφαση ασφαλιστικών μέτρων του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, [β] παραιτήθηκε από το δικόγραφο και δικαίωμα των από 17/5/1999 (αρ. κατάθεσης 7152/1999) και 14/6/1999 (αρ. κατάθεσης 8006/1999) αιτήσεων του ασφαλιστικών μέτρων ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, [γ] ανακάλεσε τους ισχυρισμούς του, που διελάμβανε (i) στην από 4/6/1999 αίτηση του ασφαλιστικών μέτρων ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, περί παράνομης παροχής, από την 3/5/1999 Γ.Σ.

της "ΑΕΓΕΚ", στους κατόχους προνομιούχων μετοχών, δικαιώματος προτίμησης για ανάληψη κοινών μετοχών κατά την τότε γενόμενη αύξηση μετοχικού κεφαλαίου και περί πλαστότητας της - από 5/1/1998 εξουσιοδότησης του για πώληση των 50.000 κοινών και 238.570 προνομιούχων μετοχών του (ii) στην από 17/5/1999 (αρ. κατάθεσης 7152/1999) αίτηση του ασφαλιστικών μέτρων ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, περί απαίτησης του σχετικής με 1.305.131 μετοχές, [δ] ανακάλεσε το περιεχόμενο των από 14/6/1999 (ΑΒΜ Α99/2756) και 21/6/1999 (ΑΒΜ Α99/2754) μηνύσεων του κατά των Σ.

Π. και Ι. Τ., για τα αδικήματα της πλαστογραφίας, απάτης, απιστίας και παράβασης των άρθρων 23α και 58α Ν. 2190/1920, [ε] ανακάλεσε το περιεχόμενο των επιστολών και εξώδικων δηλώσεων του προς τους Σ. Π. και Ι. Τ. με ημερομηνίες 23/2/1998 και 16/8/1999 (όπου επικαλούνταν ακυρότητα της από 24/12/1997 δήλωσης παραίτησης του από το Δ.Σ.

της "ΑΕΓΕΚ"), 8/6/1999 (αφορά αιτιάσεις του για την ""BENSODE L.T.D.", ως αγοραστή των 50.000 κοινών και 238.570 προνομιούχων μετοχών του), 16/6/1999 (όπου υποστήριζε ότι είχε απαίτηση, ποσού 1.564.073 ευρώ, από πώληση, στις 11/7/1991, εκ μέρους των αντιδίκων του, άνευ εξουσιοδότησης του και χωρίς τίμημα, 890 μετοχών του και από σχετικά διαφυγόντα κέρδη, λόγω αδυναμίας αύξησης του αριθμού των παραπάνω μετοχών, με συμμετοχή του σε επακολουθήσασες αυξήσεις μετοχικού κεφαλαίου, συνακόλουθης δε απώλειας μερισμάτων και τιμήματος από μεταπώληση τους), 22/6/1999 (αφορά αιτιάσεις του περί παράνομης χρηματοδότησης των Σ.

Π. και Ι. Τ. από την "ΑΕΓΕΚ") και [στ] αποδέχεται τη νομιμότητα, τόσο της πώλησης και παραίτησης εκ του δικαιώματος επαναγοράς των 500.000 δεσμευμένων μετοχών του, όσο και της πώλησης στην ""BENSODE L.T.D." των 50.000 κοινών και 238.570 προνομιούχων μετοχών του (επαναλαμβάνοντας, ουσιαστικώς, όμοιες δηλώσεις του περιεχόμενες στα παλαιότερα από 1.9.97, 24.12.97, 5.1.98, 2.2.99, 11.2.99 και 16.3.99 συμφωνητικά, όπως ήδη (προελέχθη) και συνομολογεί ότι οι αποφάσεις του για όλες τις κατά καιρούς πωλήσεις κοινών μετοχών του "ΑΕΓΕΚ", ως προς το χρόνο, τις τιμές και τους όρους πώλησης, αποτέλεσαν πάντοτε δικές του επιλογές.

Συνυπογράφοντας τα δύο πρωτοαναφερόμενα από 31/8/1999 συμφωνητικά, που αποτελούν συμβάσεις, ο Ι. Μ., ουσιαστικώς, αναγνώρισε σαφέστατα ότι δεν υπάρχουν οι απαιτήσεις, που προέβαλε με τις υπ' αρ. κατάθεσης 10442/17-11-2003 και 906/30-1-2003 αγωγές του (συνεπώς η κατ' αυτών προταθείσα ένσταση του άρθρου 454 Α.Κ. είναι κατ' ουσίαν βάσιμη, γεγονός που συνιστά έναν επιπλέον - πέραν όσων προαναπτύχθηκαν - λόγο ουσιαστικής αβασιμότητας των παραπάνω αγωγών).

Οι δε ανωτέρω από 31/8/1999 συμβάσεις, όπως και οι με ίδια ημερομηνία δεκαπέντε μονομερείς δηλώσεις του Ι. Μ., δεν είναι ακυρώσιμες λόγω αστικής απάτης κατ' άρθρο 147 εδ. α' Α.Κ., δεδομένου ότι ο Ι. Μ. προέβη στις - περιλαμβανόμενες σ' αυτές τις συμβάσεις και μονομερείς δικαιοπραξίες - δηλώσεις βούλησης του έχοντας πλήρη επίγνωση του δικαιοπρακτικού περιεχομένου αυτών και χωρίς να παρασυρθεί από απάτη εκ μέρους των Σ.

Π. και Ι. Τ.. Και τούτο διότι [α] αφενός, σύμφωνα με όσα προελέχθησαν, ο Ι. Μ. κατά τον Ιούνιο του 1999 γνώριζε ήδη, ότι είχε παύσει στις 16/3/1999 οποιασδήποτε δέσμευση των αντιδίκων του για διατήρηση δεσμευμένου του 51% των μετοχών της "ΑΕΓΕΚ", ότι είχε γίνει στις 3/5/1999 αύξηση μετοχικού κεφαλαίου της "ΑΕΓΕΚ" και ότι αγοραστής των 50.000 κοινών και 238.570 προνομιούχων μετοχών του ήταν η υπεράκτια, συμφερόντων Σ.

Π., μη στρατηγικός επενδυτής και άνευ εμπορικής δραστηριότητας εταιρία ""BENSODE L.T.D.", συνεπώς δεν ήταν δυνατό να εξαπατηθεί από τους αντιδίκους του, ως προς τη συνδρομή των παραπάνω γεγονότων, όταν στις 31/8/1999 υπέγραφε τα παραπάνω συμφωνητικά και δηλώσεις και [β] αφετέρου, ο ισχυρισμός του Ι. Μ., ότι οι αντισυμβαλλόμενοι του τον έπεισαν να υπογράψει τα από 31/8/1999 συμφωνητικά και δηλώσεις, δίνοντάς του, πριν την κατάρτισή τους, ψευδείς υποσχέσεις περί επιστροφής σ' αυτόν μέρους των 500.000 μετοχών του με δικαίωμα προτίμησης και χωρίς να καταβάλει τίμημα, περί καταβολής σ' αυτόν χρηματικού ποσού πολύ ανώτερου των 400.000.000 δραχμών, περί μελλοντικής ανάκλησης των από 16/3/1999 και 31/8/1999 συμφωνητικών και δηλώσεων και περί παροχής σ' αυτόν επιπλέον ποσού 200.000.000 δραχμών, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικώς αβάσιμος, διότι, και αν ακόμη υποτεθεί ως αληθές, ότι του είχαν δοθεί τέτοιες υποσχέσεις πριν την υπογραφή των από 31/8/1999 συμφωνητικών και δηλώσεων, ο ίδιος, σε κάθε περίπτωση, όταν διάβασε τα κείμενα τους (σε σχέδια, που του δόθηκαν στις 30/8/1999, όπως προκύπτει από την εκ μέρους του υπ.

αρ. .../30-8-1999 πράξη κατάθεσης αυτών ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Βικτωρίας Παπαευαγγέλου -Παπακωνσταντίνου) και προτού τα υπογράψει, είχε πλέον συνείδηση της αντίθετης με τις παραπάνω υποσχέσεις πραγματικότητας, ήτοι ότι δεν θα του επιστραφούν μετοχές, ότι θα του καταβληθεί ποσό όχι ανώτερο των 400.000.000 δραχμών, ότι οι ρυθμίσεις των συμφωνητικών και δηλώσεων έχουν οριστικό και ανέκκλητο χαρακτήρα και ότι το ποσό των 200,000.000 δραχμών του δίδεται ως δάνειο βάσει ξεχωριστής - επίσης με ημερομηνία 31/8/1999 - έγγραφης δανειακής σύμβασης (που προσκομίζουν οι Σ.

Π. και Ι. Τ.), επομένως ήταν αδύνατο να διατηρείται πλάνη και εξαπάτησή του, ως προς τα παραπάνω γεγονότα, όταν υπέγραφε τα από 31/8/1999 συμφωνητικά και δηλώσεις. Επομένως, υπέγραψε ο Ι. Μ. τα παραπάνω έγγραφα, χωρίς να εξαρτήσει τη σχετική δικαιοπρακτική βούλησή του από την αλήθεια ή μη των υποσχέσεων, που επικαλείται ότι του εδόθησαν.

Άλλωστε η πλήρης επίγνωση της πραγματικότητας (και όχι πλάνη σχετικά με αυτήν) εκ μέρους του Ι. Μ. καθ' ον χρόνο υπέγραφε τα συμφωνητικά και δηλώσεις, ομολογείται ουσιαστικά και από τον ίδιο, όταν δηλώνει προκαταβολικά, στην υπ. αρ. .../30-8-1999 πράξη κατάθεσης των σχεδίων συμφωνητικών και δηλώσεων ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Βικτωρίας Παπαευαγγέλου - Παπακωνσταντίνου, ότι "Το περιεχόμενο των εγγράφων αυτών είναι προϊόν κατασκευής των αντισυμβαλλομένων του και δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα.

Οι περιεχόμενες σ' αυτά δηλώσεις του ... είναι προϊόντα, συμπεριφοράς των αντισυμβαλλομένων του έναντι αυτού απατηλής ... το δε ποσό που συμφωνείται να λάβει κατόπιν και βάσει των ανωτέρω συμφωνιών που διαλαμβάνονται στα κατατεθειμένα έγγραφα αποτελεί ασήμαντο μέρος των απαιτήσεων του αυτών και ως τοιούτο θα το εισπράξει ...

δήλωσε ότι οι αντισυμβαλλόμενοι τον εξαπάτησαν και στη φάση των συζητήσεων ... ήτοι από τις αρχές Ιουλίου 1999 που του πρότειναν μετοχές σημερινής αξίας 171.050 χ (4940 + 4940 - 1200) = 1.484.714.000 δρχ. ..."). Εν' όψει τούτων (μη στοιχειοθέτηση αστικής απάτης) παρέλκει η έρευνα της ένστασης διετούς αποσβεστικής προθεσμίας της σχετικής αγωγής ακύρωσης, όπως και των προταθεισών κατ' αυτής της ένστασης αντενστάσεων περί διατήρησης της κατάστασης εξαπάτησης έως τον Δεκέμβριο του 2002 και περί αναστολής της αποσβεστικής προθεσμίας λόγω ανωτέρας βίας.

Περαιτέρω, δεν υφίσταται ακυρότητα κατ' άρθρο 179 περ. β' Α.Κ., ως αισχροκερδών, των από 31/8/1999 συμφωνητικών και μονομερών δηλώσεων, δεδομένου ότι [α] στα μεν δύο συμφωνητικά, που αποτελούν αμφοτεροβαρείς συμβάσεις, τα περιουσιακά ωφελήματα που έλαβαν οι Σ. Π. και Ι. Τ. δεν βρίσκονται σε φανερή δυσαναλογία προς την παροχή που υποσχέθηκαν στον Ι.

Μ., διότι η μόνη ωφέλεια των πρώτων ήταν ότι ο Ι. Μ. αναγνώρισε ως ανύπαρκτες και δεσμεύθηκε να μην επιδιώξει δικαστικώς στο μέλλον τις κατ' αυτών απαιτήσεις του, για τις οποίες άσκησε τις υπ. αρ. κατάθεσης 10442/17-11-2003 και 906/30-1-2003 αγωγές, απαιτήσεις όμως, που ήταν έτσι κι αλλιώς - και χωρίς αυτή την αναγνώριση, που απλώς ζήτησαν προς μείζονα εξασφάλιση τους - ουσιαστικώς αβάσιμες και απορριπτέες για τους λόγους που προαναπτύχθηκαν κατά την εξέταση των δύο παραπάνω αγωγών, οπότε το ποσό των 400.000.000 δραχμών, που κατέβαλαν άμεσα στον Ι.

Μ., δεν είναι σε καμία περίπτωση υποδεέστερο σε αξία από την ανωτέρω δική του παροχή, οι δε αποζημίωση και ποινικές ρήτρες ετέθησαν μόνο για τη περίπτωση συμβατικής παράβασης εκ μέρους του Ι. Μ., δια επαναφοράς των αβάσιμων αξιώσεων του, επίπτωση που ο τελευταίος, τηρώντας τα συμφωνηθέντα, μπορούσε ευχερώς και ασφαλώς να αποφύγει, ενώ, τέλος, πρέπει να σημειωθεί ότι συμφωνήθηκε αμοιβαία ανάκληση των αλληλομηνύσεων των διαδίκων και [β] όσον αφορά τις δεκαπέντε από 31/8/1999 δηλώσεις του Ι.

Μ., αυτές αποτελούν μονομερείς δικαιοπραξίες, απλώς απευθυντέες προς τους αντιδίκους του, χωρίς δηλαδή αντιπαροχή εκ μέρους τους (και όχι συμβάσεις, όπως αβασίμως επικαλείται στην υπ. αρ. κατάθεσης 10441/17-11-2003 αγωγή του), οπότε δεν τυγχάνει εφαρμογής το άρθρο 179 περ. β' Α.Κ. περί αισχροκερδούς δικαιοπραξίας, καθώς απαιτεί εκατέρωθεν παροχή και αντιπαροχή, δηλαδή αμφοτεροβαρή σύμβαση, ώστε περαιτέρω να εξετασθεί τυχόν προφανής δυσαναλογία τους (βλ.

σχετ. Βαθρακοκοίλης, ΕΡΝΟΜΑΚ, άρθρο 179, αρ. 7 - Απ. Γεωργιάδης, Γενικές αρχές αστικού δικαίου, εκδ. 1996, σ. 275 - Καράσης σε Γεωργιάδη/Σταθόπουλου, Αστ.Κωδ., άρθρο 179, αρ. 2). Επίσης, οι παραπάνω συμβάσεις και μονομερείς δικαιοπραξίες δεν είναι αντίθετες στα χρηστά ήθη ή υπερβολικά δεσμευτικές για την ελευθερία του προσώπου του Ι.

Μ., επομένως ούτε άκυρες κατ' άρθρα 178 και 179 παρ. α' Α.Κ., δεδομένου ότι οι υποχρεώσεις, που ανέλαβε με τις εν λόγω δικαιοπραξίες ο Ι. Μ., ως εκ του περιεχομένου τους (εκατέρωθεν ανάκληση μηνύσεων, αναγνώριση της ανυπαρξίας - ήδη αβασίμων σε κάθε περίπτωση - απαιτήσεων του και υπόσχεση μη επαναφοράς τους δικαστικώς, έναντι εύλογου ανταλλάγματος, με πρόβλεψη σε βάρος του ποινικής ρήτρας και αποζημίωσης μόνο για τη περίπτωση συμβατικής παράβασης, τέλος δε μονομερής παραίτηση του από αιτήσεις ασφαλιστικών μέτρων, ανάκληση περιεχομένου τέτοιων αιτήσεων ή εξώδικων δηλώσεων του και αποδοχή εκ μέρους του απόφασης ασφαλιστικών μέτρων), [α] δεν ενέχουν υπέρμετρους περιορισμούς και δεσμεύσεις για την τιμή, υπόληψη, προσωπική και οικονομική αυτού, αλλά κείνται εντός των παραδεδεγμένων και συνήθων στις συναλλαγές ορίων και αρχών δικαιοπρακτικής δέσμευσης, βάσει των οποίων είναι επιτρεπτή η κατάρτιση σύμβασης με ανάλογες - ή έστω μετρίως διαφέρουσες - παροχή και αντιπαροχή και ανεκτή η μονομερής παραίτηση από αιτήσεις ασφαλιστικών μέτρων, μηνύσεις ή εξώδικες δηλώσεις, όπως και η αποδοχή δικαστικών αποφάσεων, κατά την ελεύθερη κρίση του μονομερώς δικαιοπρακτούντος, όταν μάλιστα, όπως εν προκειμένω, αφορά περιουσιακά δικαιώματα του, των οποίων έχει απόλυτη εξουσία διάθεσης, και όχι τη ζωή, υγεία, τιμή, προσωπική ελευθερία και οικογενειακή τάξη αυτού και [β] δεν είναι αντίθετες στη κρατούσα κοινωνική ηθική και ειδικότερα στις περί δικαιοπραξιών αντιλήψεις του χρηστώς και εμφρόνως σκεπτόμενου μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού δεν κατατείνουν σε τήρηση από τον δικαιοπρακτούντα ανήθικης ή παράνομης συμπεριφοράς έναντι τρίτων ούτε σε δέσμευση του προσώπου του κατά τρόπο ανήθικο ή παράνομο, εν' όψει και της προεκτεθείσας έλλειψης αισχροκερδούς και υπέρμετρα δεσμευτικού χαρακτήρα των επιδίκων δικαιοπραξιών (για τα ανωτέρω κριτήρια της αντίθεσης στα χρηστά ήθη και υπέρμετρης δέσμευσης της προσωπικής ελευθερίας, βλ. (βλ.

σχετ. Βαθρακοκοίλης, ο .π., άρθρο 178 αρ, 5, 11, 25, 25α, 27 και 179 αρ. 5, 6 - Απ. Γεωργιάδης, Γενικές αρχές αστικού δικαίου, εκδ. 1996, σ, 273, 274 - Καράσης σε Γεωργιάδη/Σταθόπουλου, Αστ.Κωδ., άρθρα 178 αρ. 2 και 4 έως 7). Τέλος, τα επίδικα από 31/8/1999 συμφωνητικά και δηλώσεις ουδέποτε ανακλήθηκαν ή καταργήθηκαν από τους διαδίκους με νεώτερη σύμβαση τους, καταρτισθείσα προφορικώς (τηλεφωνικώς) στις 30/11/1999, όπως αβασίμως ισχυρίζεται ο Ι.

Μ., δεδομένου ότι [α] δεν προσκομίζεται από τον Ι. Μ. κανένα έγγραφο, που να επιβεβαιώνει, έστω και εμμέσως, την ύπαρξη μίας τέτοιας σύμβασης ανάκλησης ή κατάργησης, οι δε από 8/12/1999 και 10/12/1999 επιστολές του Γ. - Ε. Κ., πληρεξουσίου δικηγόρου του Ι. Μ., με τις οποίες υποστηρίζει ότι έχει καταρτισθεί ατύπως η παραπάνω συμφωνία στις 30/11/1999 και ζητεί, για τη αποτύπωση αυτής και εγγράφως, τη συνεργασία του Γ.

Δ., πληρεξουσίου δικηγόρου των Σ. Π. και Ι. Τ. (όπου απευθύνει τις επιστολές), δεν δύνανται να αποδείξουν την επικαλούμενη ανακλητική και καταργητική συμφωνία, αφού τα αναφερόμενα στις παραπάνω επιστολές απέκρουσε ρητώς ο Γ. Δ. με δική του από 9/12/1999 επιστολή προς τον Γ. - Ε. Κ., όπου αναφέρει ότι "οι πελάτες μου [Σ.

Π. και Ι. Τ.] δηλώνουν ότι δεν επιθυμούν να έχουν καμία επικοινωνία με τον κ. Ι. Μ. και μάλιστα επί θεμάτων τα οποία εγγράφως οριστικώς και αμετακλήτως έχουν συμφωνηθεί", ενώ και τα από 26/3/2000 και 27/12/2001 σχέδια συμφωνητικών του Ι. Μ. (που προβλέπουν ακύρωση των από 16/3/1999 και 31/8/1999 συμφωνητικών) απέκρουσαν ρητώς οι Σ.

Π. και Ι. Τ. με τις από 6/4/2000 και 8/1/2002 εξώδικες δηλώσεις τους, επομένως δεν υφίσταται η - απαιτούμενη κατ' άρθρα 187, 189 και 192 Α.Κ. για τη σύναψη σύμβασης - σύμπτωση δηλώσεως βουλήσεως (πρότασης και αποδοχής) των διαδίκων, [β] από τη διατύπωση και το περιεχόμενο των συμβατικών όρων, τον δεσμευτικό για το μέλλον χαρακτήρα τους και την εξαντλητική ρύθμιση των σχέσεων και συναλλαγών των διαδίκων, που περιλαμβάνεται στις από 31/8/1999 συμφωνίες και δηλώσεις, καθώς επίσης και από τις επί ένα μήνα προηγηθείσες διαπραγματεύσεις με συμμετοχή σ' αυτές και συνυπογραφή των δύο συμφωνητικών από πληρεξουσίους δικηγόρους των συμβαλλόμενων μερών, προκύπτει η πρόθεση των διαδίκων να διευθετήσουν οριστικώς τις διαφορές τους με τις από 31/8/1999 συμφωνίες και δηλώσεις και δεν παρίσταται λογικό μόλις τρεις μήνες μετά να προέβησαν οι ίδιοι σε ανάκληση ή κατάργηση των συμφωνηθέντων, [γ] οι ενέργειες των Σ.

Π. και Ι. Τ., αφενός να μην ανακαλέσουν τέσσερις εναντίον του Ι. Μ. μηνύσεις και αφετέρου να προσκομίσουν, κατά τη συζήτηση στις 22/8/2000 αίτησης ασφαλιστικών μέτρων του Ι. Μ. εναντίον των Σ. Π. και Γ. Π., ένα συμφωνητικό και μία δήλωση του της 31/8/1999, παρά την προβλεπόμενη σ' αυτά υποχρέωση να "τελούν υπό πλήρη και απόλυτη εχεμύθεια", δεν αποτελούν έμπρακτη αναγνώριση ότι έλαβε χώρα συμφωνία ανάκλησης των από 31/8/1999 συμβάσεων (όπως αβασίμως υποστηρίζει ο Ι.

Μ.), αλλά συνιστούν, ενδεχομένως, παραβάσεις των - παραμενόντων όμως σε ισχύ - από 31/8/1999 συμβάσεων, ενώ μάλιστα είχαν προηγηθεί, πολύ νωρίτερα, σοβαρότερες παραβάσεις των ως άνω συμβάσεων εκ μέρους του Ι. Μ. (όπως θα εκτεθεί κατωτέρω, στα αποδειχθέντα που αφορούν τις υπ. αρ. κατάθεσης 3526/11-4-2003 και 2285/18-3-2004 αγωγές των Σ.

Π. και Ι. Τ.), είναι δε προφανές ότι με τη προσκομιδή, σε δίκη ασφαλιστικών μέτρων, ενός συμφωνητικού και μία δήλωσης της 31/8/1999, ο Σ. Π. επικαλείται αυτές ως ισχυρές και όχι ως καταργηθείσες και [δ] τέλος, αν ήταν αληθές ότι είχε από τις 30/11/1999 συμφωνηθεί ανάκληση και κατάργηση των από 31/8/1999 συμφωνιών, τότε ο Ι.

Μ. θα είχε επιστρέψει το ποσό των 400.000.000 δραχμών, όπως και το δάνειο των 200.000.000 δραχμών, που έλαβε δυνάμει των παραπάνω συμφωνιών. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθούν ως κατ' ουσίαν αβάσιμες, [α] τόσο η από 17-11-2003 (αρ. κατάθεσης 10441/17-11-2003) αγωγή του Ι. Μ., με την οποία ζητεί την αναγνώριση της ακυρότητας των από 31/8/1999 δύο συμβάσεων και δεκαπέντε μονομερών δικαιοπραξιών λόγω αντίθεσης του περιεχομένου τους στα χρηστά ήθη, ως δεσμευουσών υπερβολικά την ελευθερία του και ως αισχροκερδών σε βάρος του, άλλως την ακύρωση τους, διότι στις περιεχόμενες σ' αυτές δηλώσεις βούλησης του παρασύρθηκε από αστική απάτη των

εναγόμενων, άλλως την αναγνώριση του, ότι ανακλήθηκαν και καταργήθηκαν οι ανωτέρω συμβάσεις και μονομερείς δικαιοπραξίες με νεότερη αντισυμφωνία των διαδίκων στις 30.11.1999, β) όσο και οι ίδιου περιεχομένου αντενστάσεις, που προέβαλε ο Ι. Μ., με τις προτάσεις του επί των υπ' αριθμ. καταθέσεως 10442/17.11.2003 και 906/30.1.2003 αγωγών του κατά της ένστασης των εναγόμενων εκ του άρθρου 454 ΑΚ". Με βάση τα παραπάνω, οι προβαλλόμενοι λόγοι αναίρεσης κατά των πιο πάνω παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης, κατά το μέρος που προβλήθηκαν και κατά της απόρριψης των προηγούμενων αγωγών, και μνημονεύονται εκ νέου, πρέπει ν' απορριφθούν στην έκταση και για τους λόγους που και προηγούμενα απορρίφθηκαν, για την ταυτότητα του νομικού λόγου, ως αβάσιμοι. Και αυτά, πέραν του ότι αόριστα μνημονεύονται, ως λόγοι αναίρεσης χωρίς να συγκεκριμενοποιούνται οι αιτιάσεις, κατά το μέρος της απόφασης που προσβάλλεται (απόρριψη τρίτης αγωγής). Κατά τα λοιπά, οι πιο πάνω λόγοι αναίρεσης που στηρίζονται στις διατάξεις των άρθρων 559 αρ. 11 και 14 Κ.Πολ.Δ. πρέπει ν' απορριφθούν ως αβάσιμοι αφού η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες, εκτός από το συγκεκριμένο σημείο της που προηγούμενα εκτέθηκε, όμοια δε έκρινε νόμιμα τα ενώπιόν της αποδεικτικά στοιχεία.

Δ). Σχετικά με την αποδοχή της από 2.4.2003 αγωγής των αντιδίκων του ο αναιρεσείων εκθέτει α) αναφορικά με τα κεφάλαια της ποινικής ρήτρας, προέβαλε ένσταση που δεν εξετάστηκε από το δικαστήριο, και, συγκεκριμένα, λόγους για τους οποίους δεν συνέτρεξαν περιστατικά για την κατάπτωση της ποινικής ρήτρας, τα οποία δεν ερεύνησε το δικαστήριο, και, έτσι, υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ πλημμέλεια, αφού έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν, 2) η απόφαση στερείται από επαρκείς αιτιολογίες, αφού, αόριστα, μνημονεύει τις παραβάσεις του για τα κεφάλαια της ποινικής ρήτρας και της αποζημίωσης (λόγος από το άρθρο 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ.), 3) πρόβαλε ακυρότητα, λόγω αντίθεσης προς τα χρηστά ήθη, των συμβάσεων για την ποινική ρήτρα και την αποζημίωση (ακυρότητα που αφορά και την επόμενη αγωγή των αντιδίκων του, συνακόλουθα δε, ο λόγος αυτός προτείνεται και κατά των παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς αυτήν), χωρίς το δικαστήριο να κρίνει σχετικά (λόγος από το άρθρο 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ.).

Ε). Τέλος, σε σχέση με την αποδοχή της από 17.3.2004 αγωγής των ήδη αναιρεσιβλήτων, ο αναιρεσείων εκθέτει: 1) η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται νόμιμης βάσης, γιατί δεν έχει σαφή αιτιολογία, ως προς την εφαρμογή των άρθρων 914 επ. ΑΚ, 229, 362, 363 Π.Κ. (λόγος αναίρεσης του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ), 2) δεν ερευνήθηκε ο ισχυρισμός του, ότι η υποβολή της μήνυσής του έγινε για τη διαφύλαξη νομίμων δικαιωμάτων του (παραβίαση άρθρου 558 αρ.8 Κ.Πολ.Δ.), 3) τους ίδιους λόγους προβάλλει και κατά της άλλης αγωγής των αντιδίκων του.

Το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθήνας, σχετικά με τις παραπάνω αγωγές δέχτηκε τα ακόλουθα: Αναφορικά με το αντικείμενο των από 2-4-2003 (αρ. κατάθεσης 3526/11-4-2003) και 15-3-2004 (αρ. κατάθεσης 2285/18-3-2004) αγωγών των Σ. Π. και Ι. Τ. : Ο Ι. Μ., μετά την 31/8/1999, προέβη στις ακόλουθες ενέργειες, που συνιστούν παραβάσεις υποχρεώσεων του εκ των 31/8/1999 δύο συμφωνητικών και δεκαπέντε μονομερών δηλώσεων του (όπως το περιεχόμενο των τελευταίων προεκτέθηκε παραπάνω) : [α] απέστειλε στον Ι.

Τ. την από 4/9/1999 επιστολή του, όπου αποκαλεί, αυτόν "εντιμότατο" και "δίκαιο" σε εισαγωγικά, αποδίδοντας του "μακιαβελική τακτική" και "οβιδιακές μεταμορφώσεις", τον Σ. Π. "εντιμότατο" σε εισαγωγικά, απευθύνει δε σε αμφότερους τη φράση "είναι γεγονός ότι σας ανήκει ΠΡΩΤΗ θέση στο βιβλίο Γκίνες τοκογλυφίας, μαυραγορητών και εκμετάλλευσης συνεταίρου" και τους κατηγορεί ότι "Την 01/9/1997 οι Σ.Π.

και Ι.Τ. "αγοράζουν" από Ι.Μ. 500.000 κοινές μετοχές του σε τιμή μικρότερη και από τη λογιστική τους αξία, ήτοι 1.000 δρχ/μετοχή ... Με τις γνωστές μεθοδεύσεις !!! των Σ.Π. και Ι.Τ. ο Ι.Μ. τίθεται εκτός διοίκησης ΑΕΓΕΚ και οι μετοχές αυτές περιέχονται "οριστικά" εις χείρας των Σ.Π. και Ι.Τ. στις 16/3/1999 Π με τίμημα 770 εκατομ.

καθ' ην στιγμήν η χρηματιστηριακή τους αξία ήταν 1,5 δις !! και είχε αποφασισθεί από τις 8/2/1999 η αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου κατά 24 δις εν αγνοία του Ι.Μ. !! ... ΣΗΜΕΡΑ οι "καλοί" συνεταίροι του Ι.Μ. δηλ. οι Σ.Π. και Ι.Τ. εκμεταλευόμενοι τον συνεταίρο τους ... έχουν εις χείρας των χωρίς να διαθέσουν "ούτε μία δραχμή" τις παρακάτω μετοχές από "αγορά" από Ι.Μ. ... 1.

κοινές ... 2.685.420, 2. προνομ. 106.750 ...", [β] έδωσε εντολή στον πληρεξούσιο δικηγόρο του, Γ. - Ε. Κ., να αποστείλει στον Γ. Δ., πληρεξούσιο δικηγόρο των Σ. Π. και Ι. Τ., τις προαναφερόμενες από 8/12/1999 και 10/12/1999 επιστολές, με τις οποίες υποστηρίζει ότι έχει καταρτισθεί στις 30/11/1999 αντισυμφωνία ανάκλησης των από 31/8/1999 συμφωνητικών και δηλώσεων, ενώ ακολούθως άσκησε την από 12-4-2000 (αρ.

κατάθεσης 3346/2000) αγωγή του ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου κατά των Σ. Π. και Ι. Τ., με αίτημα να αναγνωρισθεί ότι καταρτίσθηκε η ανωτέρω αντισυμφωνία (που απερρίφθη τελεσιδίκως ως μη νόμιμη με την υπ. αρ. 198/2003 απόφαση του Εφετείου Αθηνών), επιχειρώντας έτσι κατ' ουσίαν να επανεπιδιώξει τις απαιτήσεις, που είχε αναγνωρίσει ως ανύπαρκτες με τα από 31/8/1999 συμφωνητικά, [γ - δ] απέστειλε (με τις από 27/3/2000 εξώδικες δηλώσεις του) συνταχθέντα από τον ίδιο σχέδια συμφωνητικών (με ημερομηνίες 26/3/2000 και 27/12/2001), που προβλέπουν ακύρωση των από 16/3/1999 και 31/8/1999 συμφωνητικών, προς τους Σ.

Π. και Ι. Τ., ζητώντας να τα υπογράψουν και εκείνοι (κάτι που οι τελευταίοι αρνήθηκαν με τις από 6/4/2000 και 8/1/2002 εξώδικες δηλώσεις τους), επιδιώκοντας έτσι την αναβίωση των αξιώσεων του, που είχε αναγνωρίσει ως αβάσιμες με τα από 31/8/1999 συμφωνητικά, [ε] απέστειλε στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς και στο Δ.Σ. του Xρηματιστηρίου Αξιών Αθηνών την από 15/12/2002 καταγγελία του εναντίον των Σ.

Π. και Ι. Τ. για καταχρηστική εκμετάλλευση από αυτούς εμπιστευτικής πληροφορίας, ήτοι της από 8/2/1999 απόφασης Δ,Σ. περί σύγκλησης Γ.Σ. για να προβεί σε αύξηση μετοχικού κεφαλαίου της "ΑΕΓΕΚ", πληροφορία που του απέκρυψαν και έτσι τον απέτρεψαν από το να επαναγοράσει τις πωληθείσες σ' αυτούς 500.000 δεσμευμένες μετοχές του και να συμμετάσχει με αυτές στην αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου, έγγραφο με το οποίο ο Ι.

Μ. κατ' ουσίαν επαναφέρει αξιώσεις (σχετικές με τις ως άνω 500.000 μετοχές του), την ανυπαρξία των οποίων είχε αναγνωρίσει με τα από 31/8/1999 συμφωνητικά και δηλώσεις και [στ] άσκησε την από 29-1-2003 (αρ. κατάθεσης 906/30-1-2003) αγωγή του κατά των Σ. Π. και Ι. Τ., ζητώντας την εκπλήρωση απαιτήσεων (σχετικών με τις 50.000 κοινές και 238.570 προνομιούχες μετοχές του), που είχε συνομολογήσει ως αβάσιμες με τα από 31/8/1999 συμφωνητικά και δηλώσεις του, υποσχόμενος μάλιστα να μην τις επανεπιδιώξει δικαστικώς ή εξωδίκως.

Πλην όμως, περί της βασιμότητας του ισχυρισμού των Σ. Π. και Ι. Τ., ότι ο Ι. Μ. είναι ο συντάκτης μίας ανώνυμης και άνευ ημερομηνίας επιστολής, δυσφημιστικής για τους ίδιους, που απεστάλη την 4/4/2000 στις εφημερίδες "Καθημερινή", "Επενδυτής", "Χώρα" και "Μοney" (ενέργεια που επίσης επικαλούνται ως παράβαση των από 31/8/1999 συμφωνηθέντων), δεν δύναται να συναχθεί πλήρης δικανική πεποίθηση, καθώς (πέραν της ίδιας της επιστολής) δεν προσκομίζεται κάποιο αποδεικτικό στοιχείο, που να συνδέει με βεβαιότητα τον Ι.

Μ. με τη σύνταξη και αποστολή της επιστολής. Επομένως, λόγω των παραπάνω (υπό στοιχεία α', β', γ', δ', ε' και στ') παραβάσεων δικαιοπρακτικών υποχρεώσεων του, ο Ι. Μ., κατ' εφαρμογήν των όρων του 31/8/1999 "ιδιωτικού συμφωνητικού", υποχρεούται να καταβάλει στους Σ. Π. και Ι. Τ., κατ' ισομοιρίαν, [α] ποινική ρήτρα ποσού 3.000 ευρώ για έκαστη από τις έξη προαναφερόμενες παραβάσεις (ήτοι συνολικώς 3.000 χ 6 = 18.000 ευρώ, εκ του οποίου 9.000 ευρώ για έκαστο ενάγοντα), μειωμένης, στο παραπάνω προσήκον μέτρο, της συμφωνηθείσας ποινικής ρήτρας των 100.000.000 δραχμών για έκαστη παράβαση, που κρίνεται δυσανάλογα μεγάλη, κατά παραδοχή ως εν μέρει ουσιαστικώς βάσιμης της σχετικής κατ' άρθρο 409 Α.Κ.

ένστασης του Ι. Μ. (ο ισχυρισμός του οποίου, περί μη συνδρομής των συμβατικών προϋποθέσεων είσπραξης των έξη επιταγών, που έδωσε προς εξασφάλιση καταβολής της ποινικής ρήτρας, πρέπει να απορριφθεί ως αλυσιτελής, αφού οι παραπάνω επιταγές δόθηκαν χάριν καταβολής, επομένως, και αν ακόμη δεν είναι επιτρεπτή η είσπραξη τους, δεν αποσβήνεται εν τούτοις η εξασφαλιζόμενη με αυτές κύρια παροχή της ποινικής ρήτρας) και [β] αποζημίωση ποσού 400.000.000 δραχμών ή 1.173.881,14 ευρώ, δεδομένου ότι οι διάδικοι, με τα άρθρα 5α και 5β του από 31/8/1999 "ιδιωτικού συμφωνητικού" τους, συμφώνησαν (i) ότι στο παραπάνω ποσό ανέρχεται η ζημία των Σ.

Π. και Ι. Τ. από τυχόν μη εκπλήρωση των συμβατικών υποχρεώσεων του Ι. Μ. και (ii) ότι η παραπάνω αποζημίωση οφείλεται σωρρευτικώς με την ποινική ρήτρα (κατ' επιτρεπτή συμβατική παρέκκλιση της ρύθμισης του άρθρου 406 παρ. 2 Α.Κ., που ορίζει ότι "αν ο δανειστής αντί για εκπλήρωση έχει δικαίωμα αποζημίωσης, μπορεί να απαιτήσει την ποινή που κατέπεσε, καθώς και την επιπλέον αποδεικνυόμενη ζημία", αφού η διάταξη αυτή είναι ενδοτικού δικαίου και εφαρμόζεται εφόσον δεν προκύπτει κάτι άλλο από τη βούληση των συμβαλλόμενων :

βλ. Α.Π. 197/1970, ΝοΒ, 18, σ. 933 - Α.Π. 94/1974, ΝοΒ. 22, σ.908 - Ταμπάκης σε Γεωργιάδη/Σταθόπουλου, Αστ.Κωδ., άρθρο 406, αρ. 1, 7). Η δε κατ' άρθρο 408 Α.Κ. ένσταση του Ι. Μ., ότι οι προαναφερόμενες αξιώσεις αποζημίωσης και ποινικής ρήτρας στηρίζονται σε δικαιοπραξίες (τις καταρτισθείσες από τους διαδίκους στις 31-8-1999) ακυρώσιμες λόγω αστικής απάτης, άλλως άκυρες ως αντίθετες στα χρηστά ήθη, δεσμεύουσες υπερβολικά την ελευθερία του και αισχροκερδείς σε βάρος του, άλλως καταργηθείσες με νεώτερη αντισυμφωνία των διαδίκων, πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, για τους λόγους που προαναπτύχθηκαν στο σκεπτικό κατά την εξέταση των ιδίου (με την παραπάνω ένσταση) περιεχομένου αγωγής και αντενστάσεων του Ι.

Μ.. Περαιτέρω, ο Ι. Μ. τέλεσε τα ποινικά αδικήματα [α] της συκοφαντικής δυσφήμησης, ισχυριζόμενος (με την 15/12/2002 καταγγελία του στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς και το Δ.Σ. του Χρηματιστηρίου Αξιών Αθηνών, με την υπ. αρ. κατάθεσης 906/30-1-2003 αγωγή του ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου και με την από 4/9/1999 επιστολή του) ότι οι Σ.

Π. και Ι. Τ. τέλεσαν σε βάρος του τα ποινικά αδικήματα της εκμετάλλευσης εμπιστευτικών πληροφοριών, απάτης, υπεξαίρεσης, απάτης επί δικαστηρίω και τοκογλυφίας, αναφορικά με τη πώληση των 500.000 δεσμευμένων και του "πακέτου" 50.000 κοινών και 238.570 προνομιούχων μετοχών του, καθώς και ότι τον εξανάγκασαν με μεθοδεύσεις σε παραίτηση από το Δ.Σ.

της "ΑΕΓΕΚ", ενώ τα παραπάνω ήταν ψευδή εν γνώσει του Ι. Μ. (σύμφωνα με όσα προελέχθησαν κατά την εξέταση των τριών ενδίκων αγωγών του) και [β] της εξύβρισης, απευθύνοντας τους περιεχόμενους στην 4/9/1999 επιστολή του χαρακτηρισμούς κατά των Ι. Τ. και Σ. Π., εκδηλώνοντας έτσι καταφρόνηση προς το πρόσωπο αυτών και βλάπτοντας τη τιμή και υπόληψη τους.

Συνεπώς ο Ι. Μ., με τις παραπάνω αξιόποινες πράξεις του, τέλεσε αδικοπραξία (άρθρο 914 Α.Κ.) κατά των Σ. Π. και Ι. Τ. και παράνομη προσβολή της προσωπικότητας αυτών (άρθρο 57 Α.Κ.), προξενώντας τους, κατ' ακολουθίαν, ηθική βλάβη, οπότε υποχρεούται κατ' άρθρα 59 και 932 Α.Κ. να καταβάλει σε έκαστο εξ' αυτών χρηματική ικανοποίηση ποσού 9.000 ευρώ (όπου δεν συνυπολογίζεται το ποσό των 30 ευρώ, που επιφυλάχθηκαν να αξιώσουν έκαστος ως πολιτικώς ενάγοντες στη σχετική ποινική δίκη), το οποίο κρίνεται εύλογο, αφού ληφθούν υπ' όψιν ο τρόπος, η βαρύτητα, οι περιστάσεις και η δημοσιότητα της προσβολής, η αποκλειστική υπαιτιότητα και ο βαθμός πταίσματος (πρόθεση) του αδικοπρακτήσαντος, το επάγγελμα, η περιουσιακή κατάσταση και η κοινωνική θέση των διαδίκων (για τα ανωτέρω κριτήρια προσδιορισμού ηθικής βλάβης βλ. σχετ. Εφ.ΑΘ. 3346/1996, ΕλλΔνη 1998, σ. 667 - Εφ.Λαρ. 431/2000, ΕλλΔνη 2001, σ. 499). Τέλος, ο Ι. Μ. υπέβαλε στις 20-2-2003 ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών την από 14-2-2003 μήνυση του κατά των Σ. Π. και Ι. Τ. για τα αδικήματα της απάτης και υπεξαίρεσης, αναφορικά με τη πώληση του "πακέτου" 50.000 κοινών και 238.570 προνομιούχων μετοχών του, προβάλλοντας τους ίδιους ισχυρισμούς με εκείνους της υπ. αρ. κατάθεσης 906/30-1-2003 αγωγής του ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, που όμως είναι αναληθείς εν γνώσει του Ι. Μ., σύμφωνα όσα προεκτέθησαν κατά την εξέταση της παραπάνω αγωγής.

Συνεπώς ο Ι. Μ. τέλεσε τα ποινικά αδικήματα της ψευδούς καταμήνυσης και συκοφαντικής δυσφήμησης (μάλιστα επί των καταγγελλόμενων με την ανωτέρω μήνυση αξιόποινων πράξεων έχει εκδοθεί το - ήδη αμετάκλητο -υπ. αρ. 908/2005 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, που απεφάνθη να μη γίνει κατηγορία κατά των Σ. Π.

και Ι. Τ., διότι δεν προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις ενοχής σε βάρος τους), κατ' ακολουθίαν δε, αδικοπραξία σε βάρος των Σ. Π. και Ι. Τ. και παράνομη προσβολή της προσωπικότητας τους, οπότε υποχρεούται κατ1 άρθρα 59 και 932 Α.Κ. να καταβάλει σε έκαστο εξ' αυτών χρηματική ικανοποίηση ποσού 9.000 ευρώ (όπου δεν συνυπολογίζεται το ποσό των 29,34 ευρώ, που επιφυλάχθηκαν να αξιώσουν έκαστος ως πολιτικώς ενάγοντες στη σχετική ποινική δίκη), το οποίο κρίνεται εύλογο, αφού ληφθούν υπ' όψιν ο τρόπος, η βαρύτητα, οι περιστάσεις και η δημοσιότητα της προσβολής, η αποκλειστική υπαιτιότητα και ο βαθμός πταίσματος (πρόθεση) του αδικοπρακτήσαντος, το επάγγελμα, η περιουσιακή κατάσταση και η κοινωνική θέση των διαδίκων.

Επομένως οι δύο κρινόμενες αγωγές των Σ. Π. και Ι. Τ. πρέπει να γίνουν εν μέρει δεκτές ως και κατ' ουσίαν βάσιμες, για τα προαναφερόμενα ποσά ποινικής ρήτρας, αποζημίωσης και χρηματικής ικανοποίησης ηθικής βλάβης. Η δε κατ' άρθρο 367 παρ. 1 γ' Π.Κ. ένσταση του Ι. Μ. (προβαλλόμενη κατά των απαιτήσεων χρηματικής ικανοποίησης ηθικής βλάβης αμφοτέρων των εναντίον του αγωγών), ότι υπέβαλε τις από 14-2-2003 μήνυση του, υπ' αρ.

κατάθεσης 906/30-1-2003 αγωγή του και από 15/12/2002 καταγγελία του στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς και το Δ.Σ. του Χ.Α.Α. και διέλαβε τα εκτιθέμενα σ' αυτές, προς διαφύλαξη νομίμων δικαιωμάτων του και από δικαιολογημένο ενδιαφέρον, με συνέπεια την άρση του αδίκου χαρακτήρα της δυσφήμησης, πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, διότι ο Ι.

Μ. (με βάση όλες τις παραπάνω αναπτύξεις επί των συνεκδικαζόμενων αγωγών) είχε απόλυτη γνώση του αναληθούς περιεχομένου όσων υπεστήριζε στις ανωτέρω μήνυση, αγωγή και καταγγελία του, επομένως τέλεσε συκοφαντική (και όχι απλή) δυσφήμηση, της οποίας ο άδικος χαρακτήρας δεν αίρεται κατ' άρθρο 367 παρ. 2 α' Π.Κ., ακόμη και αν συντρέχει περίπτωση διαφύλαξης νομίμου δικαιώματος ή δικαιολογημένου ενδιαφέροντος.

Επομένως η μεν από 2-4-2003 (αρ. κατάθεσης 3526/11-4-2003) αγωγή πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή ως και κατ' ουσίαν βάσιμη, καταψηφιστικώς για το ποσό των (9.000 ευρώ ποινική ρήτρα + 9.000 ευρώ χρηματική ικανοποίηση =) 18.000 ευρώ για έκαστο ενάγοντα και αναγνωριστικώς για το ποσό των (1.173.881,14 ευρώ : 2 =) 586.940,57 ευρώ για έκαστο ενάγοντα, η δε από 15-3-2004 (αρ.

κατάθεσης 2285/18-3-2004) αγωγή πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή ως και κατ' ουσίαν βάσιμη, καταψηφιστικώς για το ποσό των 9.000 ευρώ για έκαστο ενάγοντα. Σύμφωνα με τα παραπάνω, στην απόφαση εμπεριέχονται σαφείς, εμπεριστατωμένες και ακριβείς ουδόλως δε αντιφατικές και ελλειπείς αιτιολογίες. Όλοι οι ισχυρισμοί, για τους οποίους παραπονείται ο αναιρεσείων αντιμετωπίζονται και δεν υφίσταται οιαδήποτε παραβίαση των προαναφερθεισών διατάξεων.

Άρα, οι προαναφερόμενοι λόγοι αναίρεσης, πρέπει ν' απορριφθούν ως αβάσιμοι.

ΣΤ). Ο τελευταίος λόγος αναίρεσης, σύμφωνα με τον οποίο, ο αναιρεσείων παραπονείται για εσφαλμένη κατανομή της δικαστικής δαπάνης μεταξύ των διαδίκων, με βάση τη μερική νίκη και ήττα κάθε διάδικου μέρους, πρέπει ν' απορριφθεί ως απαράδεκτη, διότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας είναι ανέλεγκτη (ΑΠ 382/1973).

Μετά απ' αυτά, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση, και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στην πληρωμή της δικαστικής δαπάνης των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 11-12-2006 αίτηση του Ι. Μ., κατοίκου ..., προς αναίρεση της με αριθμό 4190/2006 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων από δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 13 Ιουλίου 2011.

H ANTIΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 22 Δεκεμβρίου 2011.

Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ