Legislator Case Law & Legislation
1904/2008 AI generated

1904/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1904/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 29 Σεπτεμβρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

1904/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του". Ειδικότερα, όπως προκύπτει από την πιο πάνω διάταξη του άρθρου 920 ΑΚ, προϋποθέσεις για την εφαρμογή της είναι: α) Υποστήριξη ή διάδοση αναληθών ειδήσεων, η οποία μπορεί να γίνει με οποιονδήποτε τρόπο και μέσο.

Keywords

AI generated
lack of credibility false statements regarding commercial business deception regarding identity misleading advertising financial disclosure broadcasting right
AI generated
1800/2014
Με τη κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία του άρθρου 681Δ ΚΠολΔικ, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 666 επ. ΚΠολΔικ, με αριθμό 5191/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, [όπως αυτή διορθώθηκε με την 3252/2013 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου], η οποία έκανε δεκτή την έφεση της αναιρεσίβλητης κατά της με αριθμό 6091/2008 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Με αυτήν είχε απορριφθεί η αγωγή της αναιρεσίβλητης. Το Εφετείο, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, αφενός μεν υποχρέωσε τους αναιρεσείοντες, εις ολόκληρον τον καθένα, να καταβάλουν στην αναιρεσίβλητη το ποσό των 30.000 ευρώ με το νόμιμο τόκο και αφετέρου αναγνώρισε την υποχρέωσή τους να της καταβάλουν το ποσό των 70. 000 ευρώ, ως αποζημίωση για την ζημία που αυτή υπέστη από την αδικοπρακτική συμπεριφορά τους. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα και συνεπώς είναι παραδεκτή [άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ] πρέπει δε να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της [άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔικ].
496/2021
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23/3/2011 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
1523/2024
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Ιανουαρίου 2023, με την παρουσία και της γραμματέως Θ.
479/2008
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Οκτωβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
1486/2017
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Μαρτίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1904 / 2008 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1904/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές:Δημήτριο Δαλιάνη, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 29 Σεπτεμβρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: X, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ιωάννα Νιφοροπούλου.

Του αναιρεσιβλήτου: Ψ, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Μπάκα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-12-1999 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Βόλου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 130/2001 του ίδιου Δικαστηρίου και 382/2004 του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 23-4-2007 αίτησή του και με τους από 26-8-2008 πρόσθετους λόγους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Ζώης ανέγνωσε την από 17-9-2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 14 παρ.1 του Συντάγματος, καθένας μπορεί να εκφράζει και να διαδίδει προφορικά, γραπτά και δια του τύπου τους στοχασμούς του, τηρώντας τους νόμους του Κράτους. Κατά δε το άρθρο 10 παρ.1 εδ.α' και β' της Διεθνούς Σύμβασης της Ρώμης για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (κυρ.

ν.53/1974), "Παν πρόσωπον έχει δικαίωμα εις την ελευθερίαν εκφράσεως. Το δικαίωμα τούτο περιλαμβάνει την ελευθερίαν γνώμης ως και την ελευθερίαν λήψεως ή μεταδόσεως πληροφοριών ή ιδεών, άνευ επεμβάσεως των δημοσίων αρχών και ασχέτως συνόρων". Περαιτέρω, Κατά μεν το άρθρο 57 ΑΚ, "όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητά του έχει δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον...

Αξίωση αποζημίωσης σύμφωνα με τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες δεν αποκλείεται", κατά δε το άρθρο 59 του ίδιου Κώδικα "στις περιπτώσεις των δύο προηγούμενων άρθρων το δικαστήριο με την απόφασή του, ύστερα από αίτηση αυτού που έχει προσβληθεί και αφού λάβει υπόψη το είδος της προσβολής, μπορεί επιπλέον να καταδικάσει τον υπαίτιο να ικανοποιήσει την ηθική βλάβη αυτού που έχει προσβληθεί.

Η ικανοποίηση συνίσταται σε πληρωμή χρηματικού ποσού, σε δημοσίευμα, ή σε οτιδήποτε επιβάλλεται από τις περιστάσεις". Από το συνδυασμό των πιο πάνω διατάξεων προκύπτει ότι, επί προσβολής της προσωπικότητας και εφόσον αυτή είναι παράνομη, ο νόμος καθιερώνει αντικειμενική ευθύνη του προσβάλλοντος μόνο ως προς την αξίωση για την άρση της προσβολής, ενώ για την αξίωση αποζημίωσης, καθώς και για τη χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, εκείνου που έχει προσβληθεί, ο νόμος απαιτεί η προσβολή να είναι παράνομη και υπαίτια.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 914 ΑΚ, "όποιος ζημιώσει άλλον παράνομη και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει", κατά το άρθρο 920 ΑΚ, "όποιος, γνωρίζοντας ή υπαίτια αγνοώντας, υποστηρίζει ή διαδίδει αναληθείς ειδήσεις που εκθέτουν σε κίνδυνο την πίστη, το επάγγελμα ή το μέλλον άλλου, έχει την υποχρέωση να τον αποζημιώσει", ενώ κατά το άρθρο 932 του ίδιου Κώδικα, "σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.

Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του". Ειδικότερα, όπως προκύπτει από την πιο πάνω διάταξη του άρθρου 920 ΑΚ, προϋποθέσεις για την εφαρμογή της είναι: α) Υποστήριξη ή διάδοση αναληθών ειδήσεων, η οποία μπορεί να γίνει με οποιονδήποτε τρόπο και μέσο.

Υποστήριξη είναι ο ισχυρισμός των ειδήσεων μπροστά σε τρίτους με επιχειρήματα υπέρ της αληθείας τους, ενώ διάδοση είναι η απλή ανακοίνωση (κοινολόγηση) των ειδήσεων που άλλος έχει υποστηρίξει. Ως ειδήσεις νοούνται οι πληροφορίες που αναφέρονται σε οποιαδήποτε περιστατικά, σχέσεις ή καταστάσεις, οι οποίες εκθέτουν σε κίνδυνο, κατά το χρόνο της υποστήριξης ή διάδοσης, ένα από τα περιοριστικώς αναφερόμενα στην πιο πάνω διάταξη αγαθά, ήτοι την πίστη, το επάγγελμα ή το μέλλον του θιγομένου.

Οι υποστηριζόμενες δε ή διαδιδόμενες ειδήσεις πρέπει να είναι σαφείς και συγκεκριμένες, να αναφέρονται δηλαδή σε ορισμένα γεγονότα, διότι αόριστες υπόνοιες, χωρίς αναφορά σε ορισμένα γεγονότα, δεν αποτελούν "ειδήσεις". Επιπλέον οι ειδήσεις αυτές πρέπει να είναι και αναληθείς, δηλαδή ή να μην αληθεύει εξολοκλήρου το σχετικό γεγονός ή να παρουσιάζεται παραποιημένο.

Αν το γεγονός αυτό αληθεύει, δεν γεννάται ευθύνη από την προαναφερόμενη διάταξη, αλλά ενδεχομένως από εκείνη του άρθρου 919 ΑΚ, εφόσον βέβαια συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του. β) Γνώση ή υπαίτια άγνοια της αναλήθειας των υποστηριζόμενων ή διαδιδόμενων ειδήσεων. Πρέπει δηλαδή, αυτός που υποστηρίζει ή διαδίδει τις αναληθείς ειδήσεις να γνωρίζει ή υπαιτίως (δηλαδή από αμέλεια) να αγνοεί την αναλήθεια αυτών.

Διαφορετικά, ευθύνη από την παραπάνω διάταξη δεν τον βαρύνει. γ) Οι υποστηριζόμενες ή διαδιδόμενες αναληθείς ειδήσεις να εκθέτουν αιτιωδώς και πραγματικά σε κίνδυνο ένα από τα προαναφερόμενα αγαθά του θιγομένου, χωρίς να αρκεί η διαπίστωση ότι αυτές είναι αφηρημένα ικανές να εκθέσουν τα αγαθά αυτά σε κίνδυνο και δ) ύπαρξη ζημίας (περιουσιακής), αιτιωδώς προκαλούμενης από την έκθεση σε κίνδυνο ενός από τα παραπάνω αγαθά.

Επιπλέον ο παθών, εκτός από την αποζημίωση, με βάση την αδικοπραξία του άρθρου 920 ΑΚ, δικαιούται και χρηματική ικανοποίηση, για την ηθική βλάβη που υπέστη από τις αναληθείς ειδήσεις. Περαιτέρω, σύμφωνα με την ΠΚ 361 παρ. 1 "όποιος, εκτός από τις περιπτώσεις της δυσφήμησης (άρθρα 362 και 363), προσβάλλει την τιμή άλλου με λόγο ή με έργο ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο, τιμωρείται... ", με την ΠΚ 362 "όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλον γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του τιμωρείται...", και με την ΠΚ 363 "αν στην περίπτωση του άρθρου 362, το γεγονός είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε ότι αυτό είναι ψευδές τιμωρείται... ".

Ειδικότερα, από τις αμέσως ανωτέρω διατάξεις των άρθρων 362 και 363 ΠΚ προκύπτει, ότι για την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφημήσεως απαιτείται α) ισχυρισμός ή διάδοση γεγονότος ενώπιον τρίτου σε βάρος ορισμένου προσώπου, β) το γεγονός να είναι δυνατόν να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου αυτού προσώπου, και γ) να είναι ψευδές και ο υπαίτιος να γνώριζε ότι αυτό είναι ψευδές.

Ως ισχυρισμός θεωρείται η ανακοίνωση προερχόμενη ή εξ ιδίας πεποιθήσεως ή γνώμης ή εκ μεταδόσεως από τρίτο πρόσωπο. Αντίθετα διάδοση υφίσταται, όπως ήδη έχει προεκτεθεί, όταν λαμβάνει χώρα μετάδοση της από άλλον γενόμενης ανακοινώσεως. Ο ισχυρισμός ή η διάδοση επιβάλλεται να γίνεται ενώπιον τρίτου. Αυτό το οποίο αξιολογείται είναι το γεγονός, δηλαδή οποιοδήποτε συμβάν του εξωτερικού κόσμου, αναγόμενο στο παρόν ή παρελθόν, υποπίπτον στις αισθήσεις και δυνάμενο να αποδειχθεί, αντίκειται δε προς την ηθική και ευπρέπεια.

Αντικείμενο προσβολής είναι η τιμή και η υπόληψη του φυσικού προσώπου. Ο νόμος θεωρεί ως προστατευόμενο αγαθό την τιμή ή την υπόληψη του προσώπου, το οποίο είναι μέλος μιας οργανωμένης κοινωνίας και κινείται στα πλαίσια της συναλλακτικής ευθύτητας. Η τιμή του προσώπου θεμελιώνεται επί της ηθικής αξίας, η οποία πηγή έχει την ατομικότητα και εκδηλώνεται με πράξεις ή παραλείψεις.

Δεν αποκλείεται στην έννοια του γεγονότος να υπαχθούν η έκφραση γνώμης ή αξιολογικής κρίσεως ακόμη δε και χαρακτηρισμός οσάκις αμέσως ή εμμέσως υποκρύπτονται συμβάντα και αντικειμενικά εκδηλωτικά στοιχεία, τα οποία στη συγκεκριμένη περίπτωση συνιστούν προσβολή της προσωπικότητας, δηλαδή μόνον όταν συνδέονται και σχετίζονται με το γεγονός κατά τέτοιο τρόπο, ώστε ουσιαστικώς να προσδιορίζουν την ποσοτική και ποιοτική του βαρύτητα, άλλως μπορεί να αποτελούν εξύβριση κατά την ΠΚ 361.

Τέλος, κατά το άρθρο 367 παρ. 1 περ. α' - δ' ΠΚ το άδικο των προβλεπόμενων στα άρθρα 361 επ. του ίδιου Κώδικα πράξεων αίρεται, μεταξύ των άλλων περιπτώσεων που προβλέπονται στο άρθρο αυτό, και όταν πρόκειται για εκδηλώσεις που γίνονται για την εκτέλεση νόμιμων καθηκόντων, την άσκηση νόμιμης εξουσίας ή για τη διαφύλαξη (προστασία) δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον ή σε ανάλογες περιπτώσεις (περ.

γ' και δ' ). Η τελευταία αυτή διάταξη (ΠΚ 367) για την ενότητα της έννομης τάξης εφαρμόζεται αναλογικά και στο χώρο του ιδιωτικού δικαίου, όπως αυτός οριοθετείται από τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 57-59 και 914 επ. ΑΚ. Επομένως, αιρομένου του άδικου χαρακτήρα των προαναφερθεισών αξιόποινων πράξεων (με την επιφύλαξη, όπως κατωτέρω, της ΠΚ 367 παρ. 2) αποκλείεται και το στοιχείο του παρανόμου της επιζήμιας συμπεριφοράς ως όρου της αντίστοιχης αδικοπραξίας του αστικού δικαίου. 'Ετσι, η προβολή περιπτώσεως του άρθρου 367 παρ. 1 του ΠΚ αποτελεί αυτοτελή ισχυρισμό καταλυτικό της αγωγής του προσβληθέντος (ένσταση), λόγω άρσεως του παρανόμου της προσβολής.

Όμως, ο άδικος χαρακτήρας της πράξης, ως προς τις εξυβριστικές ή δυσφημιστικές εκφράσεις που περιέχει, δεν αίρεται λόγω δικαιολογημένου ενδιαφέροντος κ.λ.π. και συνεπώς παραμένει η ποινική ευθύνη του δράστη, άρα και η υποχρέωσή του προς αποζημίωση κατά το αστικό δίκαιο, όταν συντρέχει μία από τις περιπτώσεις της ΠΚ 367 παρ. 2, δηλαδή, όταν οι επίμαχες κρίσεις περιέχουν τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφημήσεως των άρθρων 363 - 362 ΠΚ, ή όταν από τον τρόπο εκδηλώσεως, ή από τις περιστάσεις υπό τις οποίες τελέστηκε η πράξη, προκύπτει σκοπός εξυβρίσεως, δηλαδή πρόθεση που κατευθύνεται ειδικά στην προσβολή της τιμής του άλλου με αμφισβήτηση της ηθικής, επαγγελματικής ή κοινωνικής αξίας ή περιφρόνηση αυτού.

Η προβολή δε από τον προσβληθέντα περιπτώσεως από την ΠΚ 367 παρ. 2 αποτελεί αντένσταση κατά της εκ της ΠΚ 367 παρ. 1 ενστάσεως. Τέτοιο ενδιαφέρον που πηγάζει από την ελευθερία και την κοινωνική αποστολή του τύπου και των μέσων ενημέρωσης γενικότερα, έχουν και τα πρόσωπα που αμέσως συνδέονται με τη λειτουργία αυτών για τη δημοσίευση ειδήσεων και καταχώρηση γεγονότων, καθώς και σχολίων σχετικά με τη συμπεριφορά προσώπων ή γεγονότα που ενδιαφέρουν το κοινωνικό σύνολο. 'Ετσι είναι επιτρεπτά δημοσιεύματα ή η παρουσίαση γεγονότων για την πληροφόρηση, ενημέρωση ή κατατόπιση του κοινού, συνοδευόμενη και με οξεία ακόμη κριτική και δυσμενείς χαρακτηρισμούς των προσώπων στα οποία αναφέρονται.

Εξ άλλου, κατά την παρ.1 του άρθρου μόνου του ν. 1178/1981 περί αστικής ευθύνης του τύπου και άλλων τινών διατάξεων, "ο ιδιοκτήτης παντός εντύπου υποχρεούται εις πλήρη αποζημίωσιν δια την παράνομον περιουσιακήν ζημίαν ως και εις χρηματικήν ικανοποίησιν δια την ηθικήν βλάβην, αι οποίαι υπαιτίως επροξενήθησαν δια δημοσιεύματος θίγοντος την τιμήν ή την υπόληψιν παντός ατόμου, έστω και αν η κατά το άρθρο 914 του ΑΚ υπαιτιότης, η κατά το άρθρο 919 του ΑΚ πρόθεσις και η κατά το άρθρον 920 του ΑΚ γνώσις ή υπαίτιος άγνοια συντρέχει εις τον συντάκτην του δημοσιεύματος ή, εάν ούτος είναι άγνωστος, εις τον εκδότην ή τον διευθυντήν συντάξεως του εντύπου".

Επίσης, κατά το άρθρο 3 παρ.1 στοιχ.β' του ν.2328/1995, "οι κάθε είδους εκπομπές (συμπεριλαμβανομένων και των διαφημίσεων), που μεταδίδουν οι ραδιοφωνικοί και τηλεοπτικοί σταθμοί πρέπει να σέβονται την προσωπικότητα, την τιμή, την υπόληψη, τον ιδιωτικό και οικογενειακό βίο, την επαγγελματική, κοινωνική, επιστημονική, καλλιτεχνική, πολιτική ή άλλη συναφή δραστηριότητα κάθε προσώπου, η εικόνα του οποίου εμφανίζεται στην οθόνη ή το όνομα του οποίου ή στοιχεία επαρκή για τον προσδιορισμό του οποίου μεταδίδονται", ενώ, κατά το άρθρο 4 παρ.10 του ίδιου ν.2328/1995, "Στο άρθρο μόνο του ν.1178/1981, όπως αυτός τροποποιήθηκε και ισχύει, υπάγονται και οι τηλεοπτικοί και οι ραδιοφωνικοί σταθμοί.

Στα κατά το ν.1178/1981 "δημοσιεύματα" περιλαμβάνονται και οι τηλεοπτικές και οι ραδιοφωνικές εκπομπές. Προκειμένου για τηλεοπτικούς και ραδιοφωνικούς σταθμούς ως "εκδότης" νοείται ο νόμιμος ή οι περισσότεροι νόμιμοι εκπρόσωποι της αδειούχου εταιρίας, ως "διευθυντής" ο υπεύθυνος προγράμματος και προκειμένου για ειδησεογραφικές εκπομπές ο διευθυντής του τμήματος των ειδήσεων, ως "συντάκτης" δε του δημοσιεύματος ο παραγωγός ή ο δημοσιογραφικός υπεύθυνος ή ο δημοσιογράφος-συντονιστής ή παρουσιαστής της εκπομπής ανάλογα με το είδος και τη δομή της εκπομπής".

Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι, αν δεν υπάρχει, για οποιοδήποτε λόγο, υπαιτιότητα στο πρόσωπο του συντάκτη παραγωγού, δημοσιογράφου συντονιστή ή παρουσιαστή της εκπομπής κλπ, δεν υπάρχει δε και υπαιτιότητα ούτε του εκδότη, ήτοι του νόμιμου εκπροσώπου της αδειούχου εταιρείας, δεν θεμελιώνεται αξίωση προς καταβολή χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης εκείνου, που ενδεχομένως έχει προσβληθεί.

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του, μετ' εκτίμηση των αποδείξεων, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, ως αποδειχθέντα τα ακόλουθα: Ότι ο δεύτερος εναγόμενος (ήδη αναιρεσίβλητος) είναι δημοσιογράφος και επιμελείτο ως υπεύθυνος συντονιστής και παρουσιαστής την εκπομπή με τίτλο ".....", την οποία παρουσιάζει τις βραδινές ώρες κάθε Τρίτης από τον πανελλήνιας εμβέλειας τηλεοπτικό σταθμό "....." ταυτόχρονα με την παραγωγή της, χωρίς δηλαδή προηγούμενη βιντεοσκόπηση.

Κατά την παρουσίαση της εκπομπής του αυτής την 16η Ιανουαρίου 1996, παρουσίασε και ασχολήθηκε και με την τύχη δύο αδελφών, της Α, που ήταν έγγαμη με ένα τέκνο ηλικίας τριών ετών και της ηλικίας δέκα επτά ετών Β, οι οποίες είχαν φύγει από την οικία τους στο ..... την επομένη ημέρα της πρωτοχρονιάς και σύμφωνα με δημοσιεύματα του τοπικού τύπου (εφημερίδες Θεσσαλία και Ταχυδρόμος) τα οποία προκάλεσε η αδελφή τους Γ, εφέροντο ως εξαφανισθείσες.

Κατά την εκπομπή του αυτή, που όπως προαναφέρθηκε μεταδίδεται "ζωντανά", χωρίς δηλαδή προηγούμενη βιντεοσκόπηση, η συνεργάτις του αναιρεσιβλήτου δημοσιογράφου και ρεπόρτερ του ιδίου ως άνω τηλεοπτικού σταθμού Δ μετέβη στην επιχείρηση (καφετέρια) του ενάγοντος X, προκειμένου να συλλέξει πληροφορίες σχετικά με τη τύχη των άνω δύο αδελφών, διότι κατά τις πληροφορίες της καταγγέλουσας αδελφής τους Γ, η φερομένη ως εξαφανισθείσα αδελφή της είχε σχέσεις με τον ενάγοντα στην επιχείρηση του οποίου και εργάζονταν.

Αρχικά ο ενάγων αρνήθηκε κάθε πληροφορία και απέπεμψε το συνεργείο του τηλεοπτικού σταθμού που τον επισκέφθηκε μαζί με την άνω ρεπόρτερ, στη συνέχεια όμως δέχτηκε να εμφανισθεί στην εκπομπή.. Εν όψει της αρχικής αρνητικής στάσης του ενάγοντος, η καταγγέλουσα αδελφή τους Γ, με συνέντευξή της στη ρεπόρτερ του ιδίου τηλεοπτικού σταθμού Ε, απευθυνόμενη στον αναιρεσίβλητο τηλεοπαρουσιαστή είπε: "Κύριε Ψ θέλω να σας καταγγείλω ότι ο κ.

Χ (ενάγων) ψεύδεται γιατί εγώ ήξερα ότι η αδελφή μου έχει σχέσεις μαζί του...Υπάρχει περίπτωση να τις κρύβει στο σπίτι του γιατί μέσα στο μαγαζί έχει εσωτερική σκάλα που ανεβαίνει και συνδέεται με το σπίτι του ... Τα ξέρω από τη ΣΤ ... Τα λεφτά που έχει πάρει η αδελφή μου από το σπίτι, έχω μάθει ότι τις έχει τις 500.000 δρχ., τις έχει πάρει ο Χ με συνεννόηση των κοριτσιών και θέλουν να ανοίξουν μάλλον καφετέρια για να δουλέψουν και τα κορίτσια.

Δεν ξέρω πως τις χρησιμοποιεί πάντως τις αδελφές μου αυτός τις κρύβει". Περαιτέρω το Εφετείο δέχεται ότι ο ήδη αναιρεσίβλητος δημοσιογράφος κατά τη διάρκεια της παραπάνω εκπομπής είπε τα εξής: "Αναζητούμε δύο αδελφές που χάθηκαν την επόμενη ημέρα της Πρωτοχρονιάς από τη ..... . Η Α 25 ετών και η Β 17 ετών. 'Εφυγαν αφού άρπαξαν από το ταμείο της οικογένειας 650.000 δρχ.

για να τις χρησιμοποιήσουν ίσως στο ταξίδι τους ή στις ημέρες που ακολούθησαν και βεβαίως η μητέρα τους κατάκοιτη την εποχή εκείνη, μετά τρείς ημέρες πέθανε από τον καημό της. Πίσω υπάρχει ένας πατέρας και ένα παιδάκι τριών ετών, το παιδί της Α που την περιμένει να επικοινωνήσει μαζί του ... Να πω σε σας ότι εκεί σ' αυτό το μπάρ που πηγαίνει τώρα η Δ, δούλευε η Β μέχρι την εξαφάνισή της, η μικρή της οικογένειας, είναι μια καφετέρια της γειτονιάς της, ο πατέρας της πήγαινε κάθε βράδυ και την έπαιρνε από εκεί...Εμείς θα συνεχίσουμε αυτή την προσπάθεια ακόμη και αν μας διώχνουν και μας κλείνουν την πόρτα, γιατί ίσως δεν θέλουν να μιλήσουν για την υπόθεση αυτή, προφανώς όπου υπάρχει καπνός υπάρχει και φωτιά, είναι το γνωστό ελληνικό ρητό.

Εάν χρειασθεί ακόμη και τη βοήθεια της αστυνομίας να τη ζητήσει, διότι ζητάμε πέραν της Α που είναι 25 ετών και μία ανήλικη κοπέλα η οποία μπορεί να κινδυνεύει ... Κύριε Χ, αναφέρεται το όνομά σας συνεχώς στα τηλεφωνήματα, ότι εσείς γνωρίζεται και τα δύο κορίτσια και ότι μπορεί να ξέρετε ακόμη και πού μένουν, καθώς έχετε ένα σπίτι εκεί σ' ένα χωριό στο οποίο έχουν δεί τις κοπέλλες.

Τι έχετε να μας πείτε για όλα αυτά?..Σε ότι αφορά τη Α βεβαίως έχουμε να κάνουμε με μία ενήλικη που μπορεί να κατευθύνει τη ζωή της όπου θέλει. Σε ότι όμως αφορά την Β έχουμε να κάνουμε με μία ανήλικη και εδώ έχουμε και θα μπορούμε να έχουμε ακόμη και τη βοήθεια του εισαγγελέα για να τη βρούμε...Το ερώτημά μου σε σας είναι το εξής ξεκάθαρο και πολύ ανοιχτό και ειλικρινές.

Είστε βέβαιος ότι δεν ξέρετε πού βρίσκονται αυτές οι δύο κοπέλλες? ... Ο κ. Χ που με το δικό του πειστικό ή μη τρόπο μας είπε ότι δεν ξέρει πού είναι τα κορίτσια...Ο πατέρας της Α και Β που του είπε ευθέως ότι εσύ πρέπει να ξέρεις και πρέπει να έχεις κάποιο σύνδεσμο με τα κορίτσια και ιδιαίτερα με τη Α ... Είναι πολύ δυσάρεστες για μένα αυτές οι στιγμές και αν δεν υπήρχε ένα κορίτσι 16 χρόνων στη μέση, πραγματικά εγώ θα σταμάταγα αυτή τη στιγμή την έρευνα, γιατί μπαίνουμε σε κάποια βαθιά νερά οικογενειακά και σε κάποια προβλήματα προσωπικά ανθρώπων και το μόνο που με ευαισθητοποιεί αυτή τη στιγμή εμένα είναι η Β των 16 χρόνων, που δεν ξέρω τι μπορεί να γίνεται ...

Ε σε παρακαλώ πολύ να βρείς την Δ την άλλη μας ρεπόρτερ και να γίνει αυτή η συνάντηση για να δούμε επιτέλους τι συμβαίνει μ' αυτή την ιστορία Και παράλληλα καλώ οποιοδήποτε εισαγγελέα του Βόλου αυτή τη στιγμή υπάρχει, να παρέμβει στην υπόθεση, διότι πρόκειται για ένα ανήλικο κορίτσι, που αν κρύβεται στα άδυτα ή στα πατάρια κάποιας καφετέριας, είναι ποινικό αδίκημα και μπορούμε να παρέμβουμε και πρέπει να παρέμβει ο εισαγγελέας αυτή τη στιγμή να βρούμε τουλάχιστον την Β ..." Περαιτέρω το Εφετείο δέχεται, ότι πράγματι οι δύο αδελφές, η ενήλικη Α και η ανήλικη Β είχαν εγκαταλείψει την πατρική τους οικία την επομένη ημέρα της Πρωτοχρονιάς με δική τους πρωτοβουλία, αφαιρώντας και το ποσό των 500.000 δραχμών και διέμεναν σε άγνωστο μέρος, ο δε πατέρας τους κατάγγειλε αυτές στην αστυνομία την επομένη για την κλοπή του άνω χρηματικού ποσού, χωρίς να ενδιαφερθεί για την εξαφάνιση αυτών, ανέφερε δε ότι οι δύο θυγατέρες του τηλεφώνησαν σ' αυτόν και του δήλωσαν ότι δεν επιθυμούν να επιστρέψουν στην πατρική οικία, και ότι η εμφανισθείσα στην άνω εκπομπή της αδελφή τους Γ, γνώριζε την αναλήθεια των όσων παραπάνω ανέφερε εις βάρος του ενάγοντος ιδιοκτήτη της καφετέριας, εν γνώσει της δε ψευδώς ανέφερε αυτά εις βάρος του ενάγοντος, προσβάλλοντας έτσι την τιμή και υπόληψη αυτού ως ατόμου και επαγγελματία, ακολούθως δε δέχτηκε την αγωγή ως προς την εναγομένη Γ, η οποία δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη, επικυρώνοντας δε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου απέρριψε την έφεση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος, ως προς τον εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο δημοσιογράφο, δεχόμενο ότι, τα όσα παραπάνω ανέφερε στην εκπομπή του ο εναγόμενος αυτός, τα ανέφερε από δικαιολογημένο ενδιαφέρον, με σκοπό την πληροφόρηση του τηλεοπτικού κοινού, σχετικά με τις καταγγελίες της αδελφής τους Γ, για εξαφάνιση των αδελφών της, και την ανεύρεση της ανήλικης Β και όχι να μειώσει την τιμή και υπόληψη του ενάγοντος, χωρίς να χρησιμοποιήσει οξεία κριτική ή δυσμενείς εκφράσεις και χαρακτηρισμούς εις βάρος του εμπλεκομένου από την Γ εναγομένου. 'Ετσι που έκρινε το Εφετείο δεν παρεβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 932, 57 ΑΚ, 361, 362 και 367 ΠΚ, διέλαβε δε στην απόφαση του πλήρεις, σαφείς καιχωρίς αντίφαση αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής αυτών των διατάξεων, αφού δέχτηκε α) ότι ήταν αληθές το γεγονός ότι οι δυο αδελφές Α και η ανήλικη Β είχαν εγκαταλείψει την πατρική τους οικία την επομένη ημέρα της Πρωτοχρονίας, αφαιρώντας και το ποσό των 500.000 δρχ.

και έκτοτε διέμεναν σε άγνωστο για τους οικείους τους τόπο β) ότι η ανήλικη Β εργάζονταν μέχρι την απομάκρυνσή της από την πατρική οικία στην επιχείρηση του ενάγοντος γ) ότι στο πλαίσιο της παρουσιαζόμενης από τον αναιρεσίβλητο ως άνω "ζωντανής" εκπομπής, ρεπόρτερ του σταθμού επισκέφθηκε τον ενάγοντα, προκειμένου αυτός να εκφράσει τη γνώμη του και να παράσχει πληροφορίες σχετικά με τις καταγγελίες της αδελφής τους Γ, ότι στην εξαφάνιση των αδελφών της είχε εμπλοκή και αυτός και δ) ότι τα όσα παραπάνω δέχεται το Εφετείο ότι ελέχθησαν από τον παρουσιαστή της εκπομπής εναγόμενο, δεν συνιστούν υιοθέτηση από αυτόν των όσων η Γ κατάγγειλε για την εμπλοκή του ενάγοντος, αλλά αποσκοπούσαν στην ανεύρεση των δύο αδελφών και κυρίως της ανήλικης Β, χωρίς να χρησιμοποιηθούν οξείες εκφράσεις ή χαρακτηρισμοί μειωτικοί για την τιμή και υπόληψή του ενάγοντα, ο δε εναγόμενος παρουσιαστής απλώς υπόνοιες διατύπωσε, σχετικά με τη γνώση του ενάγοντα για τον τόπο όπου διέμεναν οι δύο αδελφές μετά την αποχώρησή τους από την πατρική τους οικία, εν όψει των καταγγελλομένων από την αδελφή τους για τις σχέσεις τους με τον ενάγοντα Επομένως οι περί του αντιθέτου πρώτος και δεύτερος λόγοι του κυρίου δικογράφου καθώς και οι πρώτος, δεύτερος και τρίτος του δικογράφου των προσθέτων λόγων, από τους αρθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι.

ΙΙ. Ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.8β' ΚΠολΔ, προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης, ήτοι ότι το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη ουσιώδη για την έκβαση της δίκης και παραδεκτώς προταθέντα από τον αναιρεσείοντα ισχυρισμό θεμελιωτικό αγωγής, ανταγωγής, ένστασης κλπ, δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο.

Στην προκειμένη περίπτωση από την προσβαλλόμενη απόφαση του προκύπτει, ότι το Εφετείο απέρριψε την έφεση του ήδη αναιρεσείοντος επικυρώνοντας την εκκαλουμένη απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε η εναντίον του ήδη αναιρεσιβλήτου αγωγή του αναιρεσείοντος, με την οποία ο τελευταίος ζήτησε να υποχρεωθεί ο τότε εναγόμενος να του καταβάλει το αναφερόμενο στην αγωγή του ποσό για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης , συνεπεία παράνομης και υπαίτιας προσβολής της προσωπικότητάς του, δεχόμενο το Εφετείο, ότι η συμπεριφορά του εναγομένου, κατά τη διάρκεια της παρουσιαζόμενης απ' αυτόν τηλεοπτικής εκπομπής, δεν ήταν συκοφαντική για τον αναιρεσείοντα, ούτε ενείχε σκοπό εξύβρισης, αλλά κινήθηκε μέσα στο πλαίσιο της δημοσιογραφικής δεοντολογίας και από δικαιολογημένο ενδιαφέρον του ως δημοσιογράφου-τηλεπαρουσιαστή για την ενημέρωση του κοινού. 'Ετσι που έκρινε το Εφετείο έλαβε υπόψη τους αγωγικούς ισχυρισμούς του ήδη αναιρεσείοντος ότι η συμπεριφορά του εναγομένου ήταν παράνομη και υπαίτια και απορρίπτοντας ως αβάσιμη την αγωγή απέρριψε αυτούς.

Επομένως ο τρίτος λόγος του κυρίου δικογράφου και ο συναφής δεύτερος του δικογράφου των προσθέτων λόγων, κατά το οικείο μέρος του, από το άρθρο 559 αρ.8 ΚΠολΔ είναι αβάσιμοι.

ΙΙΙ. Ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.11 περ.γ'ΚΠολΔ προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν το δικαστήριο της ουσίας, για το σχηματισμό της κρίσης του επί ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ζητήματος, δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, όπως είναι και οι εξετασθέντες μάρτυρες, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν προς απόδειξη ή ανταπόδειξη ισχυρισμών, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 106, 237 παρ.1 στοιχ.β', 453 και 524 παρ.1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι το δικαστήριο οφείλει να λάβει υπόψη τα νομίμως προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα Και έχει μεν υποχρέωση το δικαστήριο να αιτιολογήσει την απόφασή του, να αναφέρει δηλαδή τους λόγους που το οδήγησαν στο σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης, επί ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ισχυρισμού, όχι όμως και να κάνει ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι για άμεση ή έμμεση απόδειξη.

Αν όμως από το όλο περιεχόμενο της απόφασης δεν καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης επί ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ζητήματος έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα, τότε ιδρύεται ο από τη διάταξη αυτή λόγος αναίρεσης Στην προκειμένη περίπτωση από την προσβαλλόμενη απόφαση, όπως σ' αυτή βεβαιώνεται καθώς και από τις αιτιολογίες της αναμφιβόλως προκύπτει ότι το Εφετείο για το σχηματισμό της κρίσης του έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μαζί με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και την ενώπιον του πρωτοβαθμίου κατάθεση του εξετασθέντος με επιμέλεια του ενάγοντος μάρτυρα, που περιέχεται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου Επομένως ο τέταρτος λόγος του κυρίου δικογράφου από το άρθρο 559 αρ.11 με τον οποίο προσάπτεται η αιτίαση στο Εφετείο ότι παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη και την ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου κατάθεση του εξετασθέντος με επιμέλειά του μάρτυρα, είναι αβάσιμος.

Κατ' ακολουθίαν πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 23.04.2007 αίτηση και τους από 26.08.2008 προσθέτους λόγους του X για αναίρεση της υπ' αριθμ. 382/2004 απόφασης του Εφετείου Λάρισας. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου από ευρώ 1.800.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 11 Νοεμβρίου 2008. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Δεκεμβρίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ