Legislator Case Law & Legislation
1904/2006 AI generated

1904/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1904/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Στέφανο Γαβρά, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καράμπελα, Εμμανουήλ Καλούδη, Χρήστο Αλεξόπουλο και Ειρήνη Αθανασίου, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Νοεμβρίου 2006, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

1904/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επομένως, παρότι το αναιρεσείον άσκησε την από 3-2-2005 έφεσή του κατά της πρωτόδικης αποφάσεως, που κατατέθηκε στη γραμματεία του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών στις 4-3-2005 (όπως προκύπτει από την επ' αυτής σχετική πράξη καταθέσεως), εν τούτοις δεν ανατρέπεται η ιδιότητα της προσβαλλόμενης αποφάσεως ως τελεσίδικης, αφού η κατ' αυτής έφεση ασκήθηκε εκπροθέσμως, δηλαδή μετά την πάροδο τριών ετών από την επομένη της δημοσιεύσεώς της.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1904 / 2006 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1904/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Στέφανο Γαβρά, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καράμπελα, Εμμανουήλ Καλούδη, Χρήστο Αλεξόπουλο και Ειρήνη Αθανασίου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Νοεμβρίου 2006, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Γ.ΠΕ.ΣΥ. ΑΤΤΙΚΗΣ ΨΥΧΙΑΤΡΙΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΑΤΤΙΚΗΣ", που εδρεύει στο Χαϊδάρι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Πολέμη βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 § 2 Κ.Πολ.Δ., ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσίβλητου: ....., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Λεωνίδα Πανούση, ο οποίος δήλωσε ότι ανακαλεί την από 4-10-2006 δήλωση του άρθρου 242 § 2 Κ.Πολ.Δ. και παρίσταται.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-3-2001 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκε η 275/2002 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητεί το αναιρεσείον με την από 10-3-2005 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ειρήνη Αθανασίου, διάβασε την από 10-10-2006 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την αναίρεση της προσβαλλόμενης αποφάσεως κατά παραδοχή ως βασίμου του μοναδικού λόγου αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1.- Επειδή το άρθρο 553 παρ.1 του ΚΠολΔ ορίζει ότι "αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση...". Εξάλλου, το άρθρο 321 του ίδιου Κώδικα ορίζει ότι "όσες οριστικές αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση είναι τελεσίδικες και αποτελούν δεδικασμένο".

Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει : α) Ότι για να προσβληθεί με το ένδικο μέσο της αναιρέσεως απόφαση του πρωτοβάθμιου πολιτικού δικαστηρίου, που εκδόθηκε, όπως στην προκειμένη περίπτωση, κατ' αντιμωλία των διαδίκων, πρέπει η απόφαση αυτή να είναι τελεσίδικη. Β) Ότι η πρωτόδικη απόφαση, η οποία υπόκειται σε έφεση, γίνεται, αν δεν είναι κατά την έκδοσή της, τελεσίδικη για κάποια αιτία που έχει επέλθει, π.χ.

διότι έχει περάσει η προθεσμία για έφεση ή διότι ο διάδικος έχει παραιτηθεί από το δικαίωμα προς άσκηση της εφέσεως ή από το δικόγραφο της εφέσεως που ασκήθηκε, εφόσον στην τελευταία περίπτωση δεν υπάρχει πλέον προθεσμία προς άσκησή της (Ολ.ΑΠ΄473/1983). Η προθεσμία της εφέσεως, στην περίπτωση κατά την οποία δεν επιδόθηκε η απόφαση, είναι, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 518 παρ.2 ΚΠολΔ, τρία χρόνια, που αρχίζουν από τη δημοσίευση της αποφάσεως που περατώνει τη δίκη, τελειώνει δε η προθεσμία αυτή όταν παρέλθουν τα τρία χρόνια, οπότε η απόφαση, εφόσον δεν υπόκειται πλέον σε έφεση, γίνεται, τελεσίδικη και τότε παραδεκτώς προσβάλλεται με αναίρεση.

Η προθεσμία εξάλλου της αναιρέσεως, που ηρεμεί όσο διαρκεί η προθεσμία της εφέσεως, δηλαδή αρχίζει αυτή αφού περάσει η προθεσμία της εφέσεως, στην ίδια περίπτωση κατά την οποία δεν επιδόθηκε η πρωτόδικη πολιτική απόφαση είναι, κατά το άρθρο 564 παρ.3 ΚΠολΔ, τρία χρόνια και αρχίζει, όπως ορίζει αυτό, από τη δημοσίευση της αποφάσεως που περατώνει τη δίκη, δηλαδή είναι συνολικά έξι (6) χρόνια, τρία χρόνια για να περάσει η προθεσμία της εφέσεως και να γίνει η απόφαση τελεσίδικη και άλλα τρία χρόνια από την ημέρα που η απόφαση έγινε τελεσίδικη, για να ασκηθεί μέσα στα χρόνια αυτά αναίρεση και συνολικά έξι χρόνια (Ολ.ΑΠ 1113/1986).

Πάντως, δεν ανατρέπεται η ιδιότητα της αποφάσεως ως τελεσίδικης από το ότι κατ' αυτής ασκήθηκε εκπρόθεσμη έφεση, χωρίς να συντρέχει περίπτωση μη τηρήσεως της προθεσμίας της εφέσεως εξαιτίας ανώτερης βίας ή δόλου του αντιδίκου εκείνου που άσκησε την εκπρόθεσμη έφεση (άρθρο 152 παρ.1 ΚΠολΔ), λαμβανομένου υπόψη ότι ακόμη και στην περίπτωση της ασκήσεως τέτοιας εκπρόθεσμης εφέσεως η προθεσμία για την άσκηση της αναιρέσεως κατά της πρωτόδικης αποφάσεως αρχίζει από την πάροδο της προθεσμίας ασκήσεως εφέσεως κατά της αποφάσεως αυτής, αφότου και έγινε τελεσίδικη (πρβλ.ΑΠ 1008/1981).

Στην προκειμένη περίπτωση, η προσβαλλόμενη πρωτόδικη υπ' αριθ.275/2002 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, όπως προκύπτει από αυτή, δημοσιεύθηκε στις 7 Φεβρουαρίου 2002, η δε αίτηση για αναίρεση αυτής, που εκδόθηκε κατ' αντιμωλία των διαδίκων και δεν προκύπτει ότι επιδόθηκε πριν από την παρέλευση τριών ετών από τη δημοσίευσή της, όπως αποδεικνύεται από την κάτω από την αίτηση αναιρέσεως σχετική πράξη καταθέσεως του Γραμματέα του ως άνω δικαστηρίου, ασκήθηκε στις 10 Μαρτίου 2005, πριν δηλαδή περάσουν συνολικά έξι (6) χρόνια από τις 8 Φεβρουαρίου 2002, την επομένη της δημοσιεύσεως (άρθρα 144 παρ.1 ΚΠολΔ, 241 ΑΚ) της αποφάσεως αυτής.

Επομένως, παρότι το αναιρεσείον άσκησε την από 3-2-2005 έφεσή του κατά της πρωτόδικης αποφάσεως, που κατατέθηκε στη γραμματεία του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών στις 4-3-2005 (όπως προκύπτει από την επ' αυτής σχετική πράξη καταθέσεως), εν τούτοις δεν ανατρέπεται η ιδιότητα της προσβαλλόμενης αποφάσεως ως τελεσίδικης, αφού η κατ' αυτής έφεση ασκήθηκε εκπροθέσμως, δηλαδή μετά την πάροδο τριών ετών από την επομένη της δημοσιεύσεώς της.

Ετσι, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε εμπροθέσμως μέσα σε έξι χρόνια από την επόμενη ημέρα της δημοσιεύσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως, οπωσδήποτε δε πριν περάσουν τριάντα (30) ημέρες από την επίδοση αυτής προς το αναιρεσείον, που έλαβε χώρα, όπως το τελευταίο δέχεται με την αναίρεσή του, στις 24-2-2005 (μετά δηλαδή την παρέλευση τριετίας από τη δημοσίευση της εν λόγω απόφασης).

Επομένως, αμφότερες οι ενστάσεις του αναιρεσιβλήτου, που προβάλλονται με τις προτάσεις του (άρθρο 570 παρ.1 ΚΠολΔ), αφενός για απαράδεκτο της αιτήσεως αναιρέσεως ως απευθυνόμενης κατά αποφάσεως που κατά την άσκησή της δεν ήταν τελεσίδικη και αφετέρου για εκπρόθεσμο της ίδιας αιτήσεως αναιρέσεως, αντίστοιχα, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμες.

2.- Επειδή από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 106, 321, 322, 324 και 331 του Κ.Πολ.Δ προκύπτουν τα ακόλουθα: α) Το παραγόμενο από τις τελεσίδικες δικαστικές αποφάσεις δεδικασμένο, σκοπός του οποίου είναι η διατήρηση βεβαιότητας δικαίου και η μη διάσπαση της επιβαλλόμενης από τη φύση του δικαίου συνοχής, ενώ η έκτασή του προσδιορίζεται από το περιεχόμενο του αιτήματος, καλύπτει την κριθείσα έννομη σχέση ή συνέπεια και προϋποθέτει, εκτός άλλων, και ταυτότητα ιστορικής και νομικής αιτίας εκείνης προς την κρινόμενη υπόθεση.

β)Δεδικασμένο δημιουργείται και όταν το αντικείμενο της δίκης που διεξάγεται μεταξύ των ίδιων προσώπων είναι διαφορετικό από εκείνο το οποίο ζητήθηκε στη δίκη που προηγήθηκε, έχει όμως αναγκαία προϋπόθεση την ύπαρξη του δικαιώματος που κρίθηκε στη δίκη εκείνη, τούτο δε συμβαίνει όταν στη νέα δίκη πρόκειται να κριθεί η ίδια δικαιολογητική σχέση και το ίδιο νομικό ζήτημα με αυτό το οποίο κρίθηκε με την προηγουμένη απόφαση, απαιτείται όμως για την ενεργοποίηση του δεδικασμένου (και) η ταυτότητα της νομικής αιτίας, δηλαδή ταυτότητα της διατάξεως που συγκρότησε τη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού της τελεσίδικης αποφάσεως προς τον κανόνα δικαίου, στον οποίο θεμελιώνεται η νέα αγωγή.

γ) Η επέκταση της ισχύος του δεδικασμένου και επί της υπάρξεως ή ανυπαρξίας έννομης σχέσεως που κρίθηκε παρεμπιπτόντως, αλλ΄ αρμοδίως, στην προηγούμενη δίκη προϋποθέτει η εν λόγω έννομη σχέση να αποτέλεσε προδικαστικό ζήτημα, η έρευνα του οποίου να ήταν νομικώς αναγκαία και να έπρεπε να προηγηθεί, κατά το ουσιαστικό δίκαιο, της οριστικής κρίσεως του αντικειμένου της διαφοράς.

δ)Σε περίπτωση διαρκούς ενοχικής σχέσεως από την οποία πηγάζουν περισσότερες έννομες συνέπειες, ειδικότερα δε επί συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου, στην οποία η απασχόληση του μισθωτού θεμελιώνει ποικίλες αξιώσεις που στηρίζονται σε διάφορους ουσιαστικούς νόμους, Σ.Σ.Ε. ή Δ.Α., το δεδικασμένο των αποφάσεων που κρίνουν επιμέρους αιτήματα ως έννομες συνέπειες της ως άνω διαρκούς έννομης σχέσης τελούν υπό την προϋπόθεση ότι το νομοθετικό καθεστώς που ισχύει κατά τον κρίσιμο χρόνο θα παραμείνει αναλλοίωτο και στο μέλλον, αφού ο δικαστής δεν μπορεί να βασιστεί στην κατά την πρόβλεψή του εξέλιξη του νομοθετικού καθεστώτος και να αναφερθεί δεσμευτικώς για τη νέα δίκη σ΄ αυτό, αλλά υποχρεούται να δικάσει με βάση τη σκέψη ότι το νομοθετικό καθεστώς που ισχύει στον κρίσιμο χρόνο θα παραμείνει αναλλοίωτο και στο μέλλον.

Συνεπώς η τελεσίδικη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, έστω και εσφαλμένη, ότι η συνιστώσα προδικαστικό ζήτημα για τις απαιτούμενες επιμέρους αγωγικές αξιώσεις του μισθωτού διαρκούς σύμβασης εξαρτημένης εργασίας και ως τέτοια αρμοδίως ερευνώμενη διέπεται από πλέγμα υφιστάμενων τότε και θα διέπεται στο μέλλον από παρόμοιες μελλοντικές διατάξεις δεν αποτελεί δεδικασμένο για την εκτός του κριθέντος χρονικού διαστήματος και στο μέλλον αναγόμενη χρονική περίοδο, αν κατ΄ αυτήν δεν παρέμεινε αναλλοίωτο το προηγούμενο νομοθετικό καθεστώς, αν δηλαδή κατά την κρίσιμη νέα χρονική περίοδο γεννήθηκαν οι με την νεότερη αγωγή αιτούμενες επιμέρους αξιώσεις, οι οποίες στηρίζονται σε νέες νομοθετικές διατάξεις, διαφορετικές από εκείνες που ίσχυσαν κατά την πρώτη δίκη, εφόσον αυτές (διατάξεις) όχι μόνο θεμελιώνουν, όπως προαναφέρθηκε, τις νέες αξιώσεις του μισθωτού, αλλά προσδιορίζουν, κατά τη νέα αυτή χρονική περίοδο και το πλέγμα που διαμορφώνει το νέο νομοθετικό καθεστώς υπό το οποίο ερευνάται η υπόθεση.

Τέτοιες νέες νομοθετικές διατάξεις είναι, κατά το κανονιστικό τους μέρος, και οι όροι Σ.Σ.Ε. ή Δ.Α., πολλοί από τους οποίους προσδιορίζουν, ενόψει της ισχύος τους για συγκεκριμένη χρονική περίοδο (βλ. άρθρ. 9 και 16 παρ. 3 του ν. 1876/1990), όχι μόνο την έκταση, αλλά και τη φύση των βασικών αποδοχών και διαφόρων επιδομάτων του μισθωτού για την περίοδο εκείνη.

ε)Η υποστηριζόμενη υπό το στοιχείο δ΄ άποψη αποτρέπει και τη διάσπαση της συνοχής του δικαίου, αφού όχι μόνο επιτρέπει τη διόρθωση λαθών (κατά τη νέα περίοδο) που παρεισέφρησαν στην προγενέστερη δικαστική απόφαση και περιβλήθηκαν με το από αυτήν παραγόμενο δεδικασμένο με την, υπό το μετά ταύτα ισχύον νέο νομοθετικό καθεστώς, νέα (μετά την μεταγενέστερη της κριθείσας χρονικής περιόδου) έρευνα της υποθέσεως, αλλά διαμορφώνει και τη δικαστική κρίση επί των ουσιωδών της υποθέσεως ζητημάτων μέσα στα πλαίσια των νομοθετικών μεταβολών που αναφέρονται ή επηρεάζουν την έννομη σχέση και τις από αυτή συνέπειες.

Περαιτέρω, το νομικό καθεστώς της 42/1981 αποφάσεως του Δ.Δ.Δ.Δ Πειραιώς "περί των όρων αμοιβής και εργασίας του προσωπικού νοσηλευτικών κ.λ.π ιδρυμάτων του Δημοσίου, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ", η οποία κηρύχτηκε εκτελεστή και ακολούθως υποχρεωτική με τις υπ΄ αριθ. 16170/1981 (ΦΕΚ 472/11-8-1981, τ.Β΄) και 18749/1981 (ΦΕΚ 731/4-12-1981, τ.Β΄) αποφάσεις του Υπουργού Εργασίας αντίστοιχα, μετέβαλε η από 22-12-1988 Ε.Σ.Σ.Ε., η οποία κηρύχθηκε υποχρεωτική (Α.Υ.Ε 17853/1989) για όλους τους εργοδότες και εργαζομένους του επαγγέλματος στο οποίο αφορά και ίσχυσε από 1-7-1988 (άρθρο 10 ΕΣΣΕ).

Μ΄ αυτήν επεκτάθηκαν στους εργαζόμενους (πλην των ιατρών) με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου στα νοσοκομεία του ν.δ. 2593/1953 (όπως είναι και το αναιρεσείον), που είναι μέλη των σωματείων των ανηκόντων στην ΠΟΕΔΗΝ, στο σύνολό τους οι διατάξεις του ν. 1505/1984, όπως τροποποιήθηκε με το ν. 1810/1988 (άρθρο 3 παρ. 1 της άνω Ε.Σ.Σ.Ε.).

Με τη διάταξη του άρθρου 9 της εν λόγω Ε.Σ.Σ.Ε. ορίστηκε ότι τυχόν καταβαλλόμενες ανώτερες αποδοχές από αυτές που καθορίζονται με τη συλλογική αυτή σύμβαση διατηρούνται. Τούτο έχει την έννοια της διατηρήσεως των μέχρι τη μεταβολή του νομικού καθεστώτος ανωτέρων αποδοχών και όχι της εξακολουθήσεως και μετά ταύτα του προϊσχύοντος νομικού καθεστώτος (Ολ.

ΑΠ 10/2002). Στην προκειμένη περίπτωση το Μονομελές Πρωτοδικείο, όπως από την προσβαλλόμενη απόφασή του προκύπτει, δέχτηκε ότι ο αναιρεσίβλητος προσλήφθηκε από το αναιρεσείον νοσοκομείο στις 16-3-1981 και εργάστηκε έκτοτε, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αόριστου χρόνου, ως φύλακας ασφαλείας.

Σύμφωνα όμως με όσα στη προτασσόμενη σκέψη αναφέρονται, η σχέση αυτή διέπεται από τους συμβατικούς όρους και τις εκάστοτε ισχύουσες Σ.Σ.Ε. της ΠΟΕΔΗΝ. Το δε αναιρεσείον δεν δεσμεύεται από την ως άνω διαιτητική απόφαση σε συνδυασμό με τις εκάστοτε ισχύουσες λοιπές Σ.Σ.Ε., Δ.Α και εθνικές γενικές συλλογικές συμβάσεις εργασίας (Ε.Γ.Σ.Σ.Ε.).

Όμως με την υπ΄ αριθ. 7665/2001 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, όπως από αυτήν προκύπτει, κρίθηκε, ότι η σχέση εργασίας του αναιρεσιβλήτου δεν διέπεται από τις εκάστοτε ισχύουσες Σ.Σ.Ε. της ΠΟΕΔΗΝ, καθώς και ότι η σχέση αυτή εργασίας διέπεται από τις υπ΄ αριθ. 1/1982, 73/1982 και 74/1982 αποφάσεις του ΔΔΔΔ Αθηνών, καθώς και την υπ΄ αριθ. 42/1981 απόφαση του ΔΔΔΔ Πειραιώς σε συνδυασμό με τις εκάστοτε ισχύουσες Ε.Γ.Σ.Σ.Ε.

και επιδικάστηκαν στον αναιρεσίβλητο διαφορές αποδοχών με βάση τις Ε.Γ.Σ.Σ.Ε που ίσχυαν μέχρι 31-12-1997. Από την απόφαση αυτή δεν απορρέει δεδικασμένο, κατά την έννοια των άρθρων 321, 322 και 324 Κ.Πολ.Δ, που να ισχύει στην προκείμενη υπόθεση, αφού αυτή έχει διαφορετική ιστορική και νομική αιτία και δη αναφέρεται σε διαφορές αποδοχών για το μεταγενέστερο χρονικό διάστημα από 1-12-1998 έως 31-12-2000 με βάση τις Ε.Γ.Σ.Σ.Ε.

για τα έτη 1998 και 1999 αφενός και για τα έτη 2000 και 2001 αφετέρου, αντίστοιχα (πράξεις καταθέσεως Υ. Εργασίας 12/19-5-1998 και 31/23-5-2000, αντίστοιχα), η ισχύς των οποίων ορίστηκε από 1-1-1998 και 1-1-2000, αντίστοιχα. Το πρωτοβάθμιο όμως δικαστήριο (Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών), δέχτηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του ότι απορρέει δεδικασμένο από την ως άνω εφετειακή απόφαση που ισχύει και στην προκειμένη υπόθεση αναφορικά με τον τρόπο υπολογισμού των αποδοχών του αναιρεσιβλήτου, δηλαδή δέχτηκε, ότι κατά το παραπάνω κρίσιμο χρονικό διάστημα η σχέση εργασίας του αναιρεσιβλήτου διεπόταν όχι από τις Σ.Σ.Ε.

της ΠΟΕΔΗΝ, αλλά από τις αμέσως πιο πάνω Ε.Γ.Σ.Σ.Ε. για τα έτη 1998 και 1999 αφενός και 2000 και 2001 αφετέρου, αντίστοιχα, και ακολούθως δέχτηκε την ένδικη αγωγή. Κρίνοντας όμως έτσι, σύμφωνα με όσα στην προτασσόμενη σκέψη διαλαμβάνονται, κατά παράβαση του νόμου δέχτηκε ότι υπάρχει δεδικασμένο που απορρέει από την αμέσως πιο πάνω εφετειακή απόφαση και ισχύει και στην προκειμένη υπόθεση αναφορικά με το προαναφερόμενο και εδώ ενδιαφέρον ζήτημα, κατά το βάσιμο, από τον αριθμό 16, αποκλειστικά και μόνο, όπως εκτιμάται, του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ μοναδικό λόγο αναιρέσεως.

Δεν συντρέχει δε απαράδεκτο του λόγου αυτού αναιρέσεως κατά το άρθρο 562 παρ.2 ΚΠολΔ, προεχόντως διότι το με αυτόν επικαλούμενο σφάλμα προκύπτει από την ίδια την προσβαλλόμενη απόφαση (άρθρ. 562 παρ.2 στοιχ.β΄ΚΠολΔ-πρβλ.ΑΠ 309/1986) και γι' αυτό η σχετική ένσταση του αναιρεσιβλήτου, που προβλήθηκε με τις προτάσεις αυτού (άρθρο 570 παρ.1 ΚΠολΔ) πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη.

Επομένως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και, σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ, όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 31 παρ.1 του ν.2172/19993, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλο δικαστή, εκτός από αυτόν που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθ. 275/2002 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Μονομελές Πρωτοδικείο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή, εκτός από αυτόν που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, την οποία ορίζει σε επτακόσια είκοσι (720) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Νοεμβρίου 2006. Και

Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 5 Δεκεμβρίου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ