Supreme Court partially allows appeal against insurance company's refusal of disability compensation under Greek Civil Code.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court partially allowed the appellant's appeal against the First Instance Court's decision to deny disability compensation. The appellant argued the First Instance Court erred in calculating the compensation amount, while the insurance company contended the refusal was lawful. The Court found the First Instance Court's assessment reasonable and within its discretionary power, but ruled that the appellant had a valid claim for lost income during specific employment periods.
Legislator headnote
AI generatedArticles 931 and 559 of the Civil Code; The court must review the reasonableness of the compensation amount awarded for disability, but the First Instance Court's assessment of the disability's consequences on the appellant's life is presumed correct unless it exceeds the limits of its discretionary power.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1903 / 2024 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1903/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο και Ζωή Καραχάλιου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 2 Φεβρουαρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ε. Μ. του Χ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Ντοκατζή με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Σ. Μ. του Ε., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο και 2) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "..." και ήδη "… … Ανώνυμος Εταιρεία Γενικών Ασφαλίσεων", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αναστασία Νταραντάνη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και η οποία στην εν λόγω από 1-2-2024 δήλωση, καθώς και με τις κατατεθείσες προτάσεις της δήλωσε την ως άνω μεταβολή της επωνυμίας της αναιρεσίβλητης εταιρείας.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-2-2017 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο ... Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1091/2019 εν μέρει οριστική και 747/2020 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5016/2022 του Μονομελούς Εφετείου ... Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 6-2-2023 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ζωή Καραχάλιου, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο ο αναιρεσείων και η 2η των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 1 και 2 του Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν ο επισπεύδων τη συζήτηση διάδικος δεν εμφανισθεί ο ίδιος ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος στη συζήτηση της αναίρεσης με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση, σαν να ήταν αυτός παρών, υπό την επιφύλαξη όμως ότι η από αυτόν επίσπευση της συζήτησης είχε λάβει χώρα εγκύρως (Α.Π. 224/2023, Α.Π. 1152/2023). Αν αντιθέτως η επίσπευση της συζήτησης έγινε με την επιμέλεια του αντιδίκου του διαδίκου που δεν εμφανίσθηκε κατά τη συζήτηση της αναίρεσης ή εμφανίσθηκε, αλλά δεν έλαβε μέρος σε αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως τη νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση αυτού. Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση (Α.Π. 534/2023, Α.Π. 474/2022). Στην αντίθετη περίπτωση, η συζήτηση προχωρεί παρά την απουσία εκείνου που έχει νόμιμα κλητευθεί. Την κλήτευση του απολειπόμενου διαδίκου επικαλείται και αποδεικνύει ο παριστάμενος διάδικος (Α.Π. 175/2023, Α.Π. 474/2022).
Στην προκειμένη περίπτωση από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου προκύπτει ότι κατά τη συζήτηση της ένδικης από 6-2-2023 αίτησης αναίρεσης κατά της υπ' αριθμ. 5016/2022 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου .., κατά τη δικάσιμο που αναγράφεται στην αρχή της παρούσας (2-2-2024), δεν εμφανίσθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο ο πρώτος των αναιρεσίβλητων, ούτε υποβλήθηκε ως προς αυτόν δήλωση, ότι δεν θα παραστεί κατά την εκφώνηση της υπόθεσης (άρθρα 242 παρ.2 και 573 παρ.1 Κ.Πολ.Δ.).Από την προσκομιζόμενη μετ' επικλήσεως από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση της αναίρεσης αναιρεσείοντα υπ' αριθμ. 6655/29-9-2023 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου ..., με έδρα το Πρωτοδικείο ..., Π.Θ.Ι., προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της αίτησης αναίρεσης, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την ορισθείσα με Πράξη της Προέδρου του Δ' Πολιτικού Τμήματος (άρθρο 568 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, επιδόθηκε με επιμέλειά του, νόμιμα και εμπρόθεσμα στον πρώτο αναιρεσίβλητο. Συνακόλουθα, εφόσον ο απολειπόμενος αναιρεσίβλητος κλήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα για να παραστεί κατά την ως άνω δικάσιμο, το Δικαστήριο πρέπει να προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης παρά την απουσία του (άρθρο 576 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.).
Η κρινόμενη από 6-2-2023 (αριθμ. έκθ. κατ. 2394/226/2023) αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 5016/2022 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου ... , η οποία εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο καθώς και από τη σύμβαση ασφάλισης αυτού (άρθρα 591, 614 αριθ. 6 Κ.Πολ.Δ.), έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552,553 παρ. 1β, 556,558,564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.).
Πρέπει, επομένως να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 Κ.Πολ.Δ.). Από την κατ' άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 5016/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου ..., αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής:
Ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων Ε. Μ. άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου ... την από 16-2-2017 με αριθμό κατάθεσης 507764/646/16-2-2017 αγωγή του κατά των αναιρεσίβλητων Σ. Μ. και της ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "..." και ήδη, όπως μετονομάστηκε "... … Ανώνυμος Εταιρεία Γενικών Ασφαλίσεων", με την οποία ισχυρίσθηκε ότι, εξαιτίας τροχαίου ατυχήματος, οφειλόμενου σε αποκλειστική υπαιτιότητα του πρώτου εναγομένου, ήδη πρώτου αναιρεσίβλητου, οδηγού του με αριθμό κυκλοφορίας … 2616 ΙΧ επιβατηγού αυτοκινήτου, ιδιοκτησίας του, το οποίο ήταν ασφαλισμένο στην ήδη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία, τραυματίστηκε σοβαρά και υπέστη μερική μόνιμη (εφ' όρου ζωής) αναπηρία, ενώ η με αριθμό κυκλοφορίας … 154 δίκυκλη μοτοσυκλέτα, που οδηγούσε, καταστράφηκε ολοσχερώς.
Ζήτησε δε, μετά τη μετατροπή του αιτήματος της αγωγής από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, να αναγνωρισθεί ότι οι εναγόμενοι του οφείλουν, εις ολόκληρον ο καθένας, αποζημίωση για την αποκατάσταση της εκ του ενδίκου ατυχήματος ζημίας του (θετικής και αποθετικής), χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη και πρόσθετη χρηματική παροχή, λόγω της μόνιμης αναπηρίας του, κατ' άρθρο 931 Α.Κ.
Το ως άνω Δικαστήριο με την υπ' αριθμ. 1091/2019 απόφασή του, αφού έκρινε ότι το ένδικο ατύχημα οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του πρώτου εναγομένου, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή ως προς τα αιτούμενα κονδύλια της αποζημίωσης λόγω της ολοσχερούς καταστροφής της μοτοσυκλέτας, των νοσηλίων και της απώλειας εισοδήματος μέχρι 30-4-2018, αναγνώρισε την υποχρέωση των εναγομένων να καταβάλουν στον ενάγοντα το αναφερόμενο σε αυτή συνολικό χρηματικό ποσό, ενώ ανέβαλε την έκδοση οριστικής απόφασης ως προς τα λοιπά κονδύλια και διέταξε τη διενέργεια ιατρικής πραγματογνωμοσύνης και να προσκομιστούν από τον ενάγοντα οι αναφερόμενες στο διατακτικό της απόφαση και βεβαίωση.
Ο ενάγων με κλήση επανέφερε προς συζήτηση την αγωγή, κατά το μέρος που είχε αναβληθεί η έκδοση οριστικής απόφασης, και το ως άνω Δικαστήριο με την υπ' αριθμ. 747/2020 οριστική απόφασή του, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή και αναγνώρισε ότι οι εναγόμενοι οφείλουν να καταβάλουν στον ενάγοντα τα αναφερόμενα σ' αυτή ειδικότερα ποσά.
Επί ασκηθεισών εκ μέρους των διαδίκων αντίθετων εφέσεων κατά των ως άνω αποφάσεων (υπ' αριθμ. 1091/2019 και 747/2020) του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, το Μονομελές Εφετείο ... με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 5016/2022 απόφασή του δέχθηκε τυπικά τις εφέσεις, απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση των εκκαλούντων-εναγομένων, ήδη αναιρεσίβλητων, δέχθηκε εν μέρει κατ' ουσίαν την έφεση του εκκαλούντος- ενάγοντος, ήδη αναιρεσείοντος, εξαφάνισε την υπ' αριθμ. 747/2020 απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, ως προς το κεφάλαιο των μελλοντικών χειρουργικών επεμβάσεων, κράτησε την υπόθεση και δικάζοντας την αγωγή κατά το ανωτέρω κεφάλαιο, δέχθηκε εν μέρει αυτήν και αναγνώρισε ότι οι εναγόμενοι ευθυνόμενοι εις ολόκληρον οφείλουν να καταβάλουν στον ενάγοντα το αναφερόμενο στο διατακτικό της ποσό.
Ήδη ο ενάγων με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλει την άνω υπ' αριθμ. 5016/2022 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου ..., για του λόγους που αναφέρει σ' αυτή. Κατά τη διάταξη του άρθρου 929 του Α.Κ., "Σε περίπτωση βλάβης του σώματος ή της υγείας προσώπου η αποζημίωση περιλαμβάνει, εκτός από τα νοσήλια και τη ζημία που έχει επέλθει, οτιδήποτε ο παθών θα στερείται στο μέλλον ή θα ξοδεύει επιπλέον εξαιτίας της αύξησης των δαπανών του" και κατά τη διάταξη του άρθρου 298 του ίδιου Κώδικα "Η αποζημίωση περιλαμβάνει τη μείωση της υπάρχουσας περιουσίας του δανειστή (θετική ζημία) καθώς και το διαφυγόν κέρδος.
Τέτοιο κέρδος λογίζεται εκείνο που προσδοκά κανείς με πιθανότητα σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις και ιδίως τα προπαρασκευαστικά μέτρα που έχουν ληφθεί". Από τις προαναφερόμενες διατάξεις συνάγεται, ότι, σε περίπτωση παράνομης και υπαίτιας βλάβης του σώματος ή της υγείας προσώπου, η αποζημίωση, εκτός από τη θετική ζημία, δηλαδή τη μείωση της περιουσίας, περιλαμβάνει και την αποθετική τοιαύτη (διαφυγόν κέρδος).
Την έννοια του διαφυγόντος κέρδους, η οποία αποτελεί έννοια νομική και όρον εφαρμογής του άρθρου 298 του Α.Κ., παρέχει η διάταξη αυτή κατά την οποία "(ως τοιούτο) λογίζεται το κέρδος εκείνο, που προσδοκά κανείς με πιθανότητα, σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις, και ιδίως τα προπαρασκευαστικά μέτρα που έχουν ληφθεί" (Α.Π. 1445/2018, Α.Π. 1155/2007).
Προκύπτει, επίσης, ότι το διαφυγόν κέρδος αποτελεί ζημία, η οποία θα επέλθει στο μέλλον και κατ' ανάγκην συνδέεται με την υποθετική εξέλιξη των πραγμάτων. Δεν εμφανίζει τη βεβαιότητα της θετικής ζημίας. Για την απόδειξή της, που είναι δύσκολη για τον ζημιωθέντα συγκριτικά με τη θετική ζημία, ο νόμος αρκείται σε απλή πιθανολόγηση.
Έτσι, η ανωτέρω διάταξη του άρθρου 298 εδάφ. β' του Α.Κ. έχει ουσιαστικό μεν χαρακτήρα, εφόσον καθορίζει τα στοιχεία της αξίωσης αποζημίωσης, αλλά και δικονομικό χαρακτήρα, εφόσον επιτρέπει στον δικαστή να αρκεσθεί σε απλή πιθανολόγηση (Α.Π. 1445/2018, Α.Π. 1306/2003). Εν όψει αυτών, στην περίπτωση που από την εκτίμηση των αποδείξεων προκύψει, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, ότι η ζημία του ενάγοντος, που εμφανιζόταν, κατά την αγωγή, ως πιθανή, κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων, είναι απλώς ενδεχόμενη, η αγωγή απορρίπτεται ως κατ' ουσίαν αβάσιμη ως προς το στοιχείο της πιθανότητας του διαφυγόντος κέρδους, με την έννοια που προαναφέρθηκε.
Για να επιδικασθεί αποζημίωση για την μελλοντική ζημία, θα πρέπει να είναι δυνατός ο προσδιορισμός αυτής κατά το χρόνο της απόφασης, είτε εφάπαξ, είτε κατά χρονικές περιόδους. Όταν, όμως, αυτή δεν είναι απλώς μέλλουσα, αλλά η πραγμάτωσή της εξαρτάται και από άλλους αστάθμητους παράγοντες, οι οποίοι είναι ενδεχόμενο να επέλθουν στο μέλλον και των οποίων η τυχόν μέλλουσα πραγματοποίηση είναι αδύνατο να προβλεφθεί, κατά τους κανόνες της κοινής πείρας, τότε δεν επιδικάζεται, ως πρόωρη και επιδικάζεται μόνο όταν γεννηθεί (Α.Π. 1445/2018, Α.Π. 325/2016, Α.Π. 1105/2015, Α.Π. 2153/2013, Α.Π. 869/2013, Α.Π. 601/2010, Α.Π. 2076/2006, Α.Π. 122/2006).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 914 του A.K., όποιος ζημιώνει άλλον παράνομα και υπαίτια, έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 297, 298, 299, 330 και 932 του ιδίου κώδικα, προκύπτει, ότι προϋποθέσεις της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία, αλλά και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, που αποτελεί μη περιουσιακή ζημία, είναι:
α) ζημιογόνος συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη), β) παράνομος χαρακτήρας της πράξης ή παράλειψης, γ) υπαιτιότητα, που περιλαμβάνει το δόλο και την αμέλεια και δ) πρόσφορος αιτιώδης συνάφεια μεταξύ ζημιογόνου συμπεριφοράς και αποτελέσματος, δηλαδή της ζημίας (Ολ. Α.Π. 2/2019, Α.Π. 254/2023, Α.Π. 736/2021, Α.Π. 1267/2020, Α.Π. 1188/2020, Α.Π. 1116/2019).
Εξάλλου, με τη διάταξη του άρθρου 930 παρ. 3 του Α.Κ., το οποίο αναφέρεται στην, κατά τα άρθρα 928 και 929 του Α.Κ., υποχρέωση αποζημίωσης λόγω θανάτωσης ή βλάβης του σώματος ή της υγείας προσώπου, ορίζεται ότι η αξίωση αποζημίωσης δεν αποκλείεται εκ του ότι κάποιος άλλος έχει την υποχρέωση να αποζημιώσει ή να διατρέφει αυτόν που αδικήθηκε.
Με τη διάταξη αυτή (930 παρ. 3 του Α.Κ.) ο νομοθέτης, για να αποτρέψει την ανεπιεική λύση της απαλλαγής (ολικής ή μερικής) του ζημιώσαντος, εισάγει ειδικώς για τις περιπτώσεις υποχρέωσης αποζημίωσης ένεκα θανάτωσης ή βλάβης του σώματος ή της υγείας προσώπου των άρθρων 928 και 929 του Α.Κ. εξαίρεση από την αρχή του καταλογισμού των ωφελειών ή συνυπολογισμού ζημίας και κέρδους (Ολ.
Α.Π. 807/1973). Η Α.Κ. 930 παρ. 3 αποτελεί έκφραση μιας γενικότερης αρχής ότι, σε περίπτωση προσβολής της ζωής, του σώματος ή της υγείας προσώπου με αδικοπραξία, ο υπεύθυνος δεν απαλλάσσεται της αστικής ευθύνης από το ότι τρίτος υποχρεούται από σύμβαση ή από τον νόμο σε ορισμένη παροχή προς τον παθόντα ή τους οικείους του.
Η παροχή αυτή σκοπό έχει την εξασφάλιση και ανακούφιση του ζημιωθέντος και όχι την απαλλαγή του ζημιώσαντος. Ο παραπάνω σκοπός της Α.Κ. 930 παρ. 3 επιβάλλει την όσο το δυνατόν ευρεία ερμηνεία αυτής. Σύμφωνα έτσι με την παραπάνω γενική αρχή, η διάταξη του άρθρου 930 παρ. 3 του Α.Κ., παρά το ότι από τη γραμματική διατύπωσή της φαίνεται να αφορά στις περιπτώσεις, τις οποίες κάποιος άλλος έχει υποχρέωση να αποζημιώσει ή να διατρέφει αυτόν, που ζημιώθηκε, αυτή εφαρμόζεται σε κάθε παροχή τρίτου, ιδιωτικού ή δημοσίου δικαίου, είτε στηρίζεται σε σύμβαση, είτε στο νόμο, είτε γίνεται εκουσίως χωρίς νομική υποχρέωση και αποβλέπει στην άρση ή μείωση των συνεπειών της προσβολής κατά της ζωής, του σώματος ή της υγείας προσώπου και όχι να ωφελήσει τον βλάψαντα, του οποίου αφήνεται άθικτη η υποχρέωση αποζημίωσης.
Από τα παραπάνω συνάγεται ότι "άλλος" με την έννοια της Α.Κ. 930 παρ. 3 μπορεί να είναι οποιοσδήποτε τρίτος (Δημόσιο, ασφαλιστικοί οργανισμοί, ασφαλιστικές εταιρίες, ιδιώτης, συγγενείς, εργοδότης κ.λπ.). Επομένως, κατ' εφαρμογή της παραπάνω διάταξης του άρθρου 930 παρ. 3 του Α.Κ., ο παθών από αδικοπραξία δικαιούται σε σωρευτική απόληψη, πέραν των παροχών τρίτου και της οφειλόμενης από τον αδικοπραγήσαντα αποζημίωσης (Α.Π. 254/2023, Α.Π. 1635/2018, Α.Π. 593/2018, Α.Π. 152/2017, Α.Π. 1488/2014, Α.Π. 384/2013).
Ειδικότερα, η υποχρέωση του τρίτου προς παροχή μπορεί να στηρίζεται και σε σχέση δημοσίου δικαίου, όπως στην περίπτωση που παρέχεται από το Δημόσιο μισθός ή σύνταξη σε πρόσωπο, που δεν μπορεί να προσφέρει εργασία λόγω ανικανότητάς του από ατύχημα (Α.Π. 1635/2018, Α.Π. 593/2018, Α.Π. 152/2017). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή, αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.
Α.Π. 4/2021, Ολ. Α.Π. 2/2019, Ολ. Α.Π. 7/2006). Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.
Α.Π. 2/2019, Ολ. Α.Π. 27/1998). Στην περίπτωση κατά την οποία το Δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το Δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.
Τούτο συμβαίνει, όταν το Δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, μολονότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, αν και τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.
Α.Π. 2/2019, Ολ. Α.Π. 7/2006). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, η οποία στοιχειοθετεί τον προβλεπόμενο από τη διάταξη του αριθμού 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. λόγο αναίρεσης, συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της απόφασης, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το Δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα, που ήταν εφαρμοστέος, αλλά δεν εφαρμόσθηκε (Ολ.
Α.Π. 2/2019, Ολ. Α.Π. 6/2006). Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία, που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και, γενικότερα, ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (Ολ.
Α.Π. 6/2020, Ολ. Α.Π. 1/2020, Ολ. Α.Π. 6/2019, Ολ. Α.Π. 2/2019, Ολ. Α.Π. 15/2006). Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 14 Κ.Πολ.Δ προκύπτει ότι, ο απ' αυτήν προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αναίρεσης αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο (Ολ.ΑΠ 2/2001, ΑΠ 2001/2009), ενώ οι ακυρότητες από το ουσιαστικό δίκαιο ελέγχονται μέσω του λόγου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ. (ΑΠ 1518/2008, 558/2008).
Μέσω του παραπάνω από το άρθρο 559 αριθμ. 14 Κ.Πολ.Δ., λόγου ελέγχονται, πλην άλλων, το παραδεκτό άσκησης αγωγής (ΑΠ 388/1997), ή των ενδίκων μέσων, καθώς και η έκταση του μεταβιβαστικού ή επικοινωτικού αποτελέσματος της έφεσης (Ολ ΑΠ 33/1990, ΑΠ 710/2016, 371/2008, 212/2006, 1360/1997). Περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 522, 534 και 536 Κ.Πολ.Δ, με την άσκηση της έφεσης, η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους πρόσθετους λόγους.
Εάν το αιτιολογικό της εκκαλούμενης απόφασης κρίνεται εσφαλμένο, αλλά το διατακτικό ορθό, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο αντικαθιστά τις αιτιολογίες και απορρίπτει την έφεση. Σε κάθε περίπτωση, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, εκτός από την περίπτωση κατά την οποία, μετά την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, δικάζει την υπόθεση κατ' ουσίαν, δεν μπορεί να εκδώσει επιβλαβέστερη για τον εκκαλούντα απόφαση, χωρίς ο εφεσίβλητος να έχει ασκήσει δική του έφεση ή αντέφεση.
Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών συνάγεται ότι το εφετείο, προκειμένου να κρίνει αν το πρωτοβάθμιο δικαστήριο αποφάνθηκε ορθά ή όχι, δεσμεύεται από την έκταση των παραπόνων που περιλαμβάνονται στην έφεση και τους πρόσθετους λόγους. Εάν η αγωγή απορρίφθηκε με την πρωτοβάθμια απόφαση κατ' ουσίαν, εν όλω ή εν μέρει και ο ενάγων με την έφεσή του παραπονείται για την απόρριψή της, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, εάν κρίνει ορθό το διατακτικό της απόφασης, αλλά εσφαλμένο το αιτιολογικό της, μπορεί, εφ' όσον δεν χειροτερεύει η θέση του εκκαλούντος, να απορρίψει ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την έφεση και να επικυρώσει την πρωτόδικη απόφαση, που απέρριψε την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη, αντικαθιστώντας, απλώς, τις εσφαλμένες αιτιολογίες του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου με νέες, ορθές, που αναφέρονται στο ίδιο θέμα.
Τούτο, όμως, μπορεί να γίνει μόνον εφ' όσον οι νέες αιτιολογίες δεν έχουν το χαρακτήρα νέων, οριστικών διατάξεων, δηλαδή νέου διατακτικού, επιβλαβέστερου του αρχικού για τον εκκαλούντα, το οποίο δεν επιτρέπεται να μεταβληθεί χωρίς να ασκηθεί έφεση ή αντέφεση από τον εφεσίβλητο (ΑΠ 1686/2010). Στην προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο ..., με την πληττόμενη απόφασή του, κατά το μέρος που ενδιαφέρει στην παρούσα δίκη, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς, ως προς τα πραγματικά γεγονότα, κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:" Στις 4-5-2015 και περί ώρα 8.40 πμ ο ενάγων Ε.
Μ. (22 ετών) (ήδη αναιρεσείων), οδηγώντας τη με αριθμό κυκλοφορίας … 0154 δίκυκλη μοτοσικλέτα ιδιοκτησίας του, κινείτο στην ... ..., επί της οδού .... Η οδός αυτή είναι διπλής κατεύθυνσης με δύο λωρίδες ανά κατεύθυνση πλάτους 8 μ η κάθε μία, με υπερυψωμένη διαχωριστική νησίδα πλάτους 2 μ στο κέντρο του οδοστρώματος, όριο ταχύτητας το οριζόμενο σε κατοικημένη περιοχή των 50 χιλιομέτρων/ώρα, ο δε, ενάγων κινείτο στην αριστερή λωρίδα της άνω οδού με κατεύθυνση από οδό ...
προς οδό .... Κατά τον ίδιο χρόνο ο πρώτος εναγόμενος Σ. Μ. (72 ετών) (ήδη πρώτος αναιρεσίβλητος) οδηγός του με αριθμό κυκλοφορίας … -2616 ΙΧΕ αυτοκινήτου, το οποίο ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη κατά τη λειτουργία του στη δεύτερη εναγομένη ασφαλιστική εταιρία, με την επωνυμία "... Ανώνυμος Εταιρία Γενικών Ασφαλίσεων" (ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη), ευρίσκετο σε θέση στάθμευσης στο δεξιό άκρο της οδού ..., στο ίδιο ρεύμα κυκλοφορίας με αυτό του ενάγοντος, στο ύψος της διασταύρωσής της με την οδό ....
Καθώς ο ενάγων πλησίαζε το ανωτέρω σημείο, κινούμενος κανονικά στη λωρίδα του, ο εναγόμενος εκκινώντας από το σημείο στάθμευσής του, το οποίο βρισκόταν στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας του ρεύματος προς ..., στο ύψος που η νησίδα διακόπτεται, ώστε οι κινούμενοι στο ρεύμα αυτό να έχουν πρόσβαση αριστερά στην οδό ...
και προτιθέμενος να κινηθεί αριστερά ώστε να εισέλθει στην οδό αυτή, διενήργησε από το σημείο σταθμεύσεώς του αιφνίδια κάθετη και προς αριστερά είσοδο στο ρεύμα πορείας του ενάγοντος. Με την ενέργεια του αυτή ανέκοψε την πορεία του κανονικώς κινούμενου ενάγοντος επί της αριστερής λωρίδας κυκλοφορίας της οδού ..., με αποτέλεσμα η μοτοσικλέτα του να επιπέσει με την εμπρόσθια επιφάνειά της στην αριστερή πλευρά του οχήματος του πρώτου εναγομένου, να ανατραπεί και να συρθεί από το ευρισκόμενο σε κίνηση όχημα αυτού στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας της οδού ..., εκτρεπόμενη από την πορεία της, να ακινητοποιηθεί τελικά εντός του αντιθέτου ρεύματος πλησίον της διασταύρωσης της οδού ...
με την οδό ... και να προκληθεί ο τραυματισμός του ενάγοντος. Η σύγκρουση των δύο οχημάτων οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του πρώτου εναγόμενου, ο οποίος από έλλειψη προσοχής και σύνεσης την οποία επιδεικνύει ο μέσος συνετός οδηγός, που όφειλε και μπορούσε να καταβάλει κατά την οδήγηση του οχήματός του, δεν είχε διαρκώς τεταμένη την προσοχή του, ούτε είχε τον πλήρη έλεγχο και την εποπτεία του σχήματός του, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς, δεν έλεγξε αν ήταν σε θέση κατά τη διαδικασία αποσταύθμευσης να εισέλθει και να κινηθεί κάθετα στο οδόστρωμα αν μπορούσε να το πράξει με ασφάλεια, χωρίς να παρακωλύσει τους λοιπούς χρήστες της οδού και χωρίς να θέσει σε λειτουργία το δείκτη αλλαγής πορείας, παρά τις επιβαλλόμενες από το άρθρο 12 παρ. 1 και 19 παρ. 1, 2, 3, 26 παρ. 5γ του ΚΟΚ υποχρεώσεις.
Αντίθετα, ουδεμία αμέλεια βαρύνει τον ενάγοντα, ο οποίος κανονικά κινείτο στη λωρίδα του, με ταχύτητα εντός του επιτρεπομένου ορίου των 50 χιλιομέτρων / ώρα αλλά και των λοιπών συνθηκών της οδού, δηλαδή φωτισμός ημέρας, αραιή κυκλοφορία οχημάτων, ευθεία οδός χωρίς περιορισμούς ορατότητας, ξηρό οδόστρωμα και δεν ήταν σε θέση να προβεί σε οποιοδήποτε αποφευκτικό ελιγμό, λόγω της όλως αιφνίδιας καθέτου εισόδου στην πορεία του του εναγομένου, ακριβώς στο σημείο του ανοίγματος της νησίδας, παρά δε, την ταχύτατη αντίδρασή του και την τροχοπέδησή του επί 3,60 μέτρα δεν ήταν σε θέση να αποφύγει τη σύγκρουση.
Έλλειψη αυξημένης ταχύτητας εκ μέρους του αποδεικνύει το γεγονός ότι η μοτοσυκλέτα δεν εκτινάχθηκε με την πρόσκρουση αλλά ανετράπη και παρασύρθηκε κάτω από το όχημα του εναγόμενου. Πάντα τα ανωτέρω αποδεικνύονται από τη σχηματισθείσα ποινική δικογραφία από το ΤΤ ..., στην οποία περιλαμβάνονται η έκθεση αυτοψίας, το πρόχειρο σχεδιάγραμμα και οι φωτογραφίες του τόπου του ατυχήματος, όπου αποτυπώνονται τα ευρήματα της σύγκρουσης, και επιβεβαιώνονται από την όψιμη προανακριτική κατάθεση του εναγομένου.
Ο τελευταίος, στις 14-8-2015 κατέθεσε ότι ξεκίνησε την αποστάθμευση διαπιστώνοντας ότι το οδόστρωμα ήταν ελεύθερο, ακολούθως αντελήφθη τη μοτοσικλέτα σε απόσταση 130-140 μέτρων η οποία στο διάστημα των 1,5-2 δευτερολέπτων που εκτίμησε ότι απαιτούντο να αποσταθμεύσει και να ολοκληρώσει την είσοδό του στο αντίθετο ρεύμα, ο ενάγων είχε ήδη προσεγγίσει το σημείο λόγω υπερβολικής ταχύτητας.
Πλήρως καταρρίφθηκε ο ισχυρισμός περί υπερβολικής ταχύτητας, λόγω της προαναφερθείσας συμπεριφοράς της μοτοσυκλέτας μετά την πρόσκρουση, όπως προαναφέρθηκε, ενώ οι εκτιμήσεις των δευτερολέπτων για τις κινήσεις των οχημάτων που επικαλέσθηκε ο εναγόμενος είναι αυθαίρετες. Κρίνοντας ομοίως το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, περί αποκλειστικής υπαιτιότητας του εναγομένου, ορθά το νόμο εφάρμοσε και τις αποδείξεις εκτίμησε και όλα όσα αντίθετα υποστηρίζουν οι εναγόμενοι περί συνυπαιτιότητας επαναφέροντας με τον πρώτο λόγο της εφέσεώς τους τη σχετική ένσταση κατ' άρθρο 300 ΑΚ, που υπέβαλαν πρωτοδίκως είναι αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και ο λόγος αυτός, αφού η αποκλειστική αιτία της σύγκρουσης είναι η αιφνίδια κάθετη παρεμβολή του εναγομένου στην πορεία του κανονικά κινούμενου ενάγοντος.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι αμέσως μετά το ατύχημα ο ενάγων (ήδη αναιρεσείων) διακομίσθηκε με ασθενοφόρο του ΕΚΑΒ στο Γ.Ν. ... "Γ. ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΑΟΥ", ως πολυτραυματίας, πολυκαταγματίας, όπου διαπιστώθηκε ότι είχε υποστεί τραυματισμό του ήπατος και της χοληδόχου κύστης, κάταγμα της διάφυσης του βραχιόνιου οστού, κάταγμα των διαφύσεων αμφοτέρων της ωλένης και της κερκίδας, κάταγμα της κοτύλης (του μηριαίου).
Διασωληνώθηκε στο ΤΕΠ και οδηγήθηκε στην Α' ΜΕΘ, το κάταγμα της δεξιάς κοτύλης αντιμετωπίστηκε συντηρητικά από τους ορθοπεδικούς με τοποθέτηση σκελετικής έλξης. Παρέμεινε στη ΜΕΘ μέχρι τις 04-06-2015, όπου παρουσίασε κατά την παραμονή του εκεί υποτροπιάζοντα επεισόδια εμπύρετα, ενώ στις 12-05-2015 υποβλήθηκε σε ερευνητική λαπαροστομία λόγω ισχαιμίας ανιόντος κόλου, όπου έγινε δεξιά κολεκτομή και αποκατάσταση της συνέχειας του εντέρου με πλαγιοπλάγια ειλεοεγκάρσια αναστόμωση και προφυλακτική ειλεοστομία.
Τραχειοστομήθηκε από ωτορινολαρυγγολόγο και στις 22-05-2015 χειρουργήθηκε από ορθοπεδικούς και συγκεκριμένα υποβλήθηκε σε ανοικτή ανάταξη των καταγμάτων του ΔΕ άνω άκρου και εσωτερική οστεοσύνθεση. Παρουσίασε διαπύηση του χειρουργικού τραύματος, έγινε διάνοιξη και παροχέτευση αυτού και αφέθηκε ανοιχτό με σκοπό να κλείσει, στις 04-06-2015 μεταφέρθηκε προς περαιτέρω νοσηλεία στη Δ1 Χειρουργική Κλινική, αρχικά ήταν εμπύρετος και είχε ανάγκη πολλών βρογχοαναρροφήσεων, αφαιρέθηκε το Levin σίτισης στις 12-06-2015 και έπειτα από θετική δοκιμασία κατάποσης και σε συνεννόηση με τον ΩΡΛ, σιτίστηκε σταδιακά.
Έγινε ψυχιατρική εκτίμηση και δόθηκε φαρμακευτική αγωγή. Επανεκτιμήθηκε από τους ορθοπεδικούς και αφαιρέθηκε η σκελετική έλξη στις 18-06-2015, ενώ στις 23-06-2015 αφαιρέθηκε επιτυχώς η τραχειοστομία. Ο ασθενής κινητοποιήθηκε σταδιακά και ορθοστάτησε με μερική φόρτιση. Τέθηκαν νάρθηκες ιπποποδίας και έκτασης δακτύλων και ακολούθησε εντατική φυσιοθεραπεία, έγινε καρδιολογική εκτίμηση λόγω φλεβοκομβικής ταχυκαρδίας και δόθηκε φαρμακευτική αγωγή.
Επίσης, έγινε νευρολογική εκτίμηση και υποβλήθηκε σε ΜRΙ εγκεφάλου στις 29-06-2015, με ευρήματα ήπιας μετωπιαίας ατροφίας, πνευμονολογική εξέταση κατά την οποία ανευρέθηκαν οζώδεις παχύνσεις του υπεζωκότα παρασπονδυλικά αριστερά στο ύψος του διχασμού της τραχείας, στο ύψος της αριστερής πνευμονικής βάσης και επιδιαφραγματικά αριστερά ινώδεις αλλοιώσεις του αριστερού κάτω λοβού και δόθηκαν οδηγίες από πνευμονολόγους.
Το χειρουργικό τραύμα του ασθενούς παρουσίασε βελτίωση και στις 03-07-2015 έγινε εκ νέου σύγκλειση αυτού με μεμονωμένες ραφές και εξήλθε από το νοσοκομείο στις 07-07-2015, παρουσιάζοντας εικόνα περιφερικής νευροπάθειας με καταργημένα τενόντια αντανακλαστικά, πτώση των άνω άκρων και ύποπτο πέλμα δεξιά. Μετά την έξοδό του από το νοσοκομείο, εισήχθη κατόπιν συστάσεως των θεραπόντων ιατρών στο Κέντρο Αποκατάστασης "ΑΡΩΓΗ" όπου νοσηλεύτηκε έως τις 30-08-2015 και από 08-09-2015 έως 01-12-2015.
Στο ενδιάμεσο διάστημα (από 30-08-2015 έως τις 08-09-2015) εισήχθη εκ νέου στο παραπάνω νοσοκομείο όπου υποβλήθηκε σε προγραμματισμένη χειρουργική επέμβαση σύγκλεισης προσωρινής ειλεοστομίας, λόγω προηγηθείσας δεξιάς κολεκτομής. Μετά την έξοδό του από το Κέντρο Αποκατάστασης την 1-12-2015 συνέχισε την αποθεραπεία του κατ' οίκον αντιμετωπίζοντας σοβαρά κινητικά προβλήματα και έχοντας αδυναμία αυτοεξυπηρέτησης.
Στις 21-12-2015 εισήχθη στην Κλινική "ΑΓΙΟΣ ΛΟΥΚΑΣ", λόγω αποστήματος ΑΡ νεφρού, υδρονέφρωση λόγω λίθου ουρητήρα και πυελονεφρίτιδα και υποβλήθηκε σε ουρητηροπυελοσκόπηση αριστερά και τοποθέτηση stent αριστερό. Εξήλθε στις 30-12-2015 με οδηγίες, επανεισήχθη, δε στην παραπάνω Κλινική στις 09-02-2016, λόγω λίθου αριστερού ουρητήρα και υποβλήθηκε σε νέα ουρητηροπυελοσκόπηση αριστερά και λιθοτριψία λέιζερ του λίθου του αριστερού ουρητήρα.
Εξήλθε στις 10-02-2016 με οδηγίες, ακολούθησε μονοήμερη νοσηλεία του στις 17-03-2016 για την ίδια αιτία και δη για αφαίρεση double j αριστερά. Παράλληλα, εξετασθείς στις 02-02-2016 στα Ε.Ι. της Νευρολογικής Κλινικής του Νοσοκομείου "ΑΧΕΠΑ", βρέθηκε να πάσχει από παραπάρεση, συνεπεία των πολλαπλών καταγμάτων των κάτω άκρων και κακώσεων των νεύρων, εξ αιτίας του ένδικου ατυχήματος.
Του συνεστήθη παρακολούθηση προγράμματος αποκατάστασης σε Κέντρο Αποθεραπείας Αποκατάστασης, με αναμενόμενη ανάκτηση αυτονομίας βάδισης με ετερόπλευρη υποστήριξη. Σε επαναληπτικούς δε ελέγχους στα Ε.Ι. του νοσοκομείου "Γ. ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΑΟΥ", τον Σεπτέμβριο του 2016, παρουσίαζε νευροπάθεια (τραυματικής αιτιολογίας) του ΔΕ ισχιακού νεύρου, καθώς και των ωλένιων νεύρων στο ύψος του αγκώνα ΑΡ>ΔΕ.
Υποβλήθηκε σε νευρολογική εξέταση, που έδειξε πτώση άκρου ποδός ΔΕ, υπαισθησία/αναισθησία ΔΕ κάτωθεν του γονάτου, εξαιρουμένης της έσω επιφάνειας της κνήμης, μειωμένο αχίλλειο αντανακλαστικό ΔΕ, αδυναμία βάδισης στη φτέρνα ΔΕ, πάρεση πελματιαίας κάμψης, σημαντική διαταραχή της ελεύθερης βάδισης, διαταραχή λεπτών κινήσεων των άκρων χειρών και διαταραχές των λειτουργιών των εντέρων.
Μετά από αξιολόγηση από την Πρωτοβάθμια Υγειονομική Επιτροπή του ΚΕ.Π.Α. του ΙΚΑ Πύλης Αξιού ..., (7-6-2018) διαπιστώθηκε ποσοστό αναπηρίας 81% (εκ του οποίου 20% οφειλόμενου σε ψυχιατρική πάθηση) και δη από 05-10-2016 έως 30-04-2018, όπως όλα τα ανωτέρω προέκυψαν από τις ιατρικές γνωματεύσεις, πιστοποιητικά, εξιτήρια των άνω νοσοκομείων στα οποία νοσηλεύτηκε, ενώ στην έκταση του τραυματισμού του ουδόλως συνετέλεσε ο ίδιος, με οποιοδήποτε τρόπο και δη κινούμενος με υπερβολική ταχύτητα με το όχημά του, όπως αβάσιμα ισχυρίσθηκαν οι εναγόμενοι ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, κατ' άρθρον 300 ΑΚ και επαναφέρουν με τον πρώτο λόγο της εφέσεώς τους, που είναι απορριπτέος, όπως ορθά απερρίφθη από το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο...".
Ακολούθως, η προσβαλλόμενη απόφαση, αναφορικά με το κονδύλιο της απώλειας εισοδημάτων του ενάγοντος, το είδος και την έκταση των κακώσεων που αυτός υπέστη από το ένδικο ατύχημα, τη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης και την πρόσθετη παροχή εκ του άρθρου 931 Α.Κ., δέχθηκε επί λέξει τα εξής: "...Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο ενάγων (ήδη αναιρεσείων), κατά το χρόνο του ατυχήματος, ήταν απόφοιτος του πρώτου ΕΠΑΛ Νεάπολης ...
και δη ειδικότητας μηχανικών και ηλεκτρολογικών συστημάτων αυτοκινήτου του Τομέα Οχημάτων, και είχε παρακολουθήσει πρόγραμμα κατάρτισης με τίτλο "Εργατοϋπαλληλικό Προσωπικό Βιομηχανικών και Εμπορικών Επιχειρήσεων" στο ΚΕΚ ΠΛΑΤΩΝ, από 02-12- 2014 έως 8-01-2015, ενώ πραγματοποίησε την πρακτική του άσκηση από 09-01-2015 έως 16-04-2015 στην εταιρία "Α.Κ.-X.Μ.
Ο.Ε..", ομόρρυθμο μέλος της οποίας ήταν ο πατέρας του, με προβλεπόμενη άμεση πρόσληψη στην εταιρία αυτή από 18-08-2015, με την ειδικότητα του μηχανικού αυτοκινήτων, με μηνιαίο μισθό 1.000 ευρώ μικτά και καθαρά 783,82 ευρώ. Η παραπάνω στοχευμένη κατάρτιση του ενάγοντας στον τομέα της μηχανικών και ηλεκτρολογικών του αυτοκινήτου, που είχε ξεκινήσει και ολοκληρωθεί προ του επιδίκου ατυχήματος είχε σαφή σκοπό την απασχόλησή του στην οικογενειακή επιχείρηση και οι ισχυρισμοί των εναγομένων (ήδη αναιρεσίβλητων) περί έωλης και προσχηματικής σχεδιαζόμενης πρόσληψης είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.
Πλην, όμως, εξαιτίας του ατυχήματος και του βαρύτατου τραυματισμού του, που είχε ως συνέπεια την πρόκληση σε αυτόν ποσοστού αναπηρίας 81% τουλάχιστον μέχρι το έτος 2021, ματαιώθηκε η πρόσληψη αυτή, με αποτέλεσμα να απωλέσει εισόδημα για το άνω διάστημα των 32,5 μηνών (από 18-08-2015 έως 30-04-2018), ύψους 32.500 ευρώ (1.000 ευρώ X 32,50 μήνες), πλέον δώρου Χριστουγέννων ετών 2016, 2017 και 2018, συνολικού ύψους 3.000 ευρώ (1.000 ευρώ X 3 έτη), δώρο Πάσχα των ιδίων ετών, συνολικού ύψους 1.500 ευρώ (500 ευρώ X 3 έτη) και επιδόματος αδείας των ιδίων ετών, συνολικού ύψους 1.500 ευρώ (500 ευρώ X 3 έτη).
Ήτοι, απώλεσε για το άνω διάστημα εισόδημα συνολικού ύψους 38.500 ευρώ (32.500 + 3.000 + 1.500 + 1.500 ευρώ), από το οποίο πρέπει να αφαιρεθεί το συνολικό ποσό των 4.225,50 ευρώ, το οποίο έλαβε ως επίδομα βαριάς αναπηρίας ύψους 313 ευρώ μηνιαίως για το χρονικό διάστημα από 13- 03-2017 έως 30-04-2018 (13% μήνες) (313 ευρώ X 13% μήνες = 4.225,50 ευρώ).
Επομένως, η απώλεια εισοδήματος για το άνω διάστημα ανήλθε στο ποσό των 34.274,50 ευρώ (38.500 ευρώ - 4.225,50 ευρώ). Το ποσό του επιδόματος αναπηρίας που έλαβε ο ενάγων από το Τμήμα Προνοιακών Επιδομάτων του Δήμου ... αφαιρείται καθώς σκοπός της αποζημίωσης είναι η αποκατάσταση της ζημίας και οικονομικής βλάβης που υπέστη ο ζημιωθείς ενάγων και όχι η ωφέλειά του.
Κρίνοντας ομοίως η εκκαλουμένη ορθά το νόμο εφάρμοσε και τις αποδείξεις εκτίμησε και όλα όσα αντίθετα υποστηρίζουν οι εναγόμενοι με τον 4° λόγο της έφεσής τους και ο ενάγων με τον 4ο λόγο της δικής του εφέσεως είναι αβάσιμα και απορριπτέα. Ο ενάγων εξετάσθηκε από τον διορισθέντα με την υπ' αρ. 1091/2019 απόφαση χειρουργό ορθοπεδικό στις 14-10-2019 στο ιατρείο του τελευταίου, παρουσία και του διορισθέντος τεχνικού συμβούλου της εναγόμενης ασφαλιστικής εταιρίας Μ.Λ.
Οι διαπιστώσεις του πραγματογνώμονα για την κατάσταση της υγείας του ενάγοντος είναι βάδιση με εμφανή και έντονη χωλότητα και με χρήση βακτηρίας χειρός (μπαστούνι) και σημαντική διαταραχή της ελεύθερης βάδισης, λόγω τόσο νευρολογικής βλάβης όσο και μετατραυματικής οστεοαρθρίτιδας του δεξιού ισχίου.
Χαρακτηριστικό της βαρύτητας των κακώσεων είναι η αδυναμία να φορέσει κάλτσες και υποδήματα με κορδόνια αυτόνομα, φοράει καθημερινά και υποχρεωτικά ειδικό κηδεμόνα έσω υποδήματος στο αριστερό σκέλος, λόγω μόνιμης πάρεσης του περονιαίου νεύρου, που πλέον συγκροτεί το πέλμα του σε ορθή γωνία σε σχέση με την κνήμη, καθόσον διαφορετικά, ο άκρος πους έχοντας υποστεί νευρολογικού τύπου πτώση θα έρπονταν κατά τη βάδιση με αποτέλεσμα να προσκρούει στο παραμικρό εμπόδιο.
Το δεξί σκέλος, πάσχοντας από εγκατεστημένη μετατραυματική οστεοαρθρίτιδα βρίσκεται κατά τη βάδιση σε ανταλγική έξω στροφή, ενώ το εύρος κίνησης και λειτουργικότητας της κατ' ισχίο δεξιάς άρθρωσης ελέγχεται σημαντικά περιορισμένο, λόγω της εξελισσόμενης οστεοαρθρίτιδας φέρει έντονη πρωινή δυσκαμψία, ιδιαίτερη δυσχέρεια κατά τα πρώτα πρωινά του βήματα, ενώ ιδιαιτέρως δυσχερής είναι η ανάβαση και κατάβαση κλίμακας.
Λόγω της περιγραφόμενης νευρολογικής βλάβης, υπάρχει σημαντική έκπτωση της μυϊκής ισχύος και στα δύο σκέλη κατά την πελματιαία κάμψη, η ραχιαία κάμψη του δεξιού άκρου ποδός ελέγχεται κλινικά ελαττωμένη, καθώς επίσης δε δύναται να βαδίσει στις πτέρνες. Στα άνω άκρα ελέγχονται διαταραχές των λεπτών κινήσεων, νευροπάθεια τραυματικής αιτιολογίας αμφοτέρων των ωλενίων νεύρων, βλάβες που θεωρούνται πλέον ως μη περαιτέρω βελτιούμενες, καθώς παρουσιάζει σοβαρού βαθμού αξονικού τύπου βλάβη δεξιού κερκιδικού νεύρου στην περιοχή του βραχίονα, βλάβη κατώτερου στελέχους αριστερού βραχιονίου πλέγματος, αιτιάται αιμωδίες κυρίως στο δεξί άνω άκρο ενώ παράλληλα αδυνατεί να κρατήσει παρατεταμένα και σφικτά στις παλάμες του αντικείμενα, επίσης εμφανίζει σοβαρού βαθμού αξονικού τύπου βλάβη δεξιού ισχιακού νεύρου άνωθεν μεσότητας μηρού.
Επειδή η πορεία της άρθρωσης του δεξιού ισχίου του ενάγοντος θεωρείται μη αναστρέψιμη, θα οδηγήσει σε σχετικά σύντομο διάστημα, υποχρεωτικά, σε χειρουργική επέμβαση ολικής αρθροπλαστικής του δεξιού ισχίου, η κλινική εικόνα του ενάγοντος πληροί τα βασικά κριτήρια για χειρουργική αποκατάσταση, το κόστος της επέμβασης υπολογίσθηκε από τον πραγματογνώμονα σε 8.465,91 ευρώ.
Όσον αφορά το κάταγμα του βραχιονίου στο οποίο φέρει εσωτερική οστεοσύνθεση με πλάκα οκτώ οπών και επτά βίδες συνιστάται, λόγω του νεαρού της ηλικίας, να υποβληθεί σε χειρουργική επέμβαση αφαίρεσης των υλικών οστεοσύνθεσης, το κόστος της υπολογίζεται από τον πραγματογνώμονα σε 4.033,85 ευρώ. Οι ανωτέρω διαπιστώσεις για την κατάσταση υγείας του ενάγοντος συμπορεύονται με τις διαπιστώσεις του διορισθέντος τεχνικού συμβούλου, όπως αναλύονται στην από 20-1-2020 έκθεσή του, στην οποία γίνεται μνεία για την αναγκαιότητα της πρώτης επέμβασης και απλή σύσταση για τη δεύτερη.
Κατόπιν αυτών το αιτούμενο αγωγικό κονδύλιο των 10.000 ευρώ για τη μελλοντική χειρουργική επέμβαση αφαίρεσης υλικών οστεοσύνθεσης και τη μελλοντική επέμβαση ολικής αρθροπλαστικής ισχίου πρέπει να γίνει δεκτό και ως ουσία βάσιμο. Έσφαλε, επομένως η εκκαλουμένη απόφαση υπ' αρ. 747/2020, η οποία επεδίκασε για την αιτία αυτή 6.500 ευρώ, κατά παραδοχή του σχετικού σκέλους του τρίτου λόγου της έφεσης του ενάγοντος, ενώ απορριπτέος είναι ο έκτος λόγος της έφεσης των εναγομένων, με τον οποίο θεωρούν την ολική αρθροπλαστική προαιρετική.
Πέραν της προαναφερθείσας ανωτέρω απόφασης από 7-6-2018 της Δευτεροβάθμιας Επιτροπής ΚΕΠΑ για μόνιμη αναπηρία σε ποσοστό 81% μέχρι το έτος 2021 και ο πραγματογνώμονας προβαίνει στις ίδιες διαπιστώσεις, ότι ο επίδικος τραυματισμός επέφερε στον ενάγοντα μόνιμη αναπηρία σε ποσοστό 77% εκ των οποίων 6% οφείλεται σε ψυχιατρική πάθηση (η ψυχιατρική πάθηση ανέρχεται σε ποσοστό 20%, η οποία αναλογικά αθροιζόμενη στη σωματική αναπηρία, αυξάνει το 71% της τελευταίας σε συνολική αναπηρία 77%).
Η ως άνω αναπηρία του ενάγοντος τον καθιστά μόνιμα ανίκανο να ασκήσει στο μέλλον το επάγγελμα του μηχανικού αυτοκινήτων, στο οποίο είχε ειδικευθεί κατά τα προαναφερθέντα με τη φοίτησή του, όπως και κάθε επάγγελμα που απαιτεί χειρωνακτικό κάματο, ενώ δύναται να ασκήσει καθιστικά επαγγέλματα που απαιτούν γνώσεις που δεν κατέχει, δύναται, όμως, να τις αποκτήσει.
Τα συμπεράσματα αυτά του πραγματογνώμονα δεν αφίστανται από τις κρίσεις του τεχνικού συμβούλου, ο οποίος εκτιμά ότι ο ενάγων είναι αδύνατον να ανταπεξέλθει στις απαιτήσεις του επαγγέλματος του μηχανικού αυτοκινήτων ή σε συναφή επαγγέλματα, αλλά ότι δύναται να ασκήσει επάγγελμα καθιστικό, λαμβάνοντας τη σχετική εκπαίδευση, στοιχείο εφικτό λόγω του νεαρού της ηλικίας του.
Συνεπώς, λόγω του επίδικου τραυματισμού του και της μόνιμης αναπηρίας του, ο ενάγων πλέον δεν μπορεί να εργαστεί και μελλοντικά, τουλάχιστον μέχρι το 2021, ως μηχανικός αυτοκινήτων, επάγγελμα κατά το οποίο θα λάμβανε ως μισθωτός το ποσό των 1.000 ευρώ μηνιαίως κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, αν δεν μεσολαβούσε το ατύχημα, ενώ λόγω του τραυματισμού και της εξ αυτού αναπηρίας λαμβάνει από το Δήμο ...
επίδομα βαριάς αναπηρίας, μηνιαίως 313 ευρώ, ποσό το οποίο πρέπει να αφαιρεθεί από τον υπολογιζόμενη μηνιαία απώλεια εισοδήματος, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν και πιο πάνω. Έτσι, ο ενάγων δικαιούται το ποσό των 687 ευρώ μηνιαίως, μέχρι 28-2-2021, το οποίο πρέπει να επιδικαστεί κατά μήνα και όχι εφάπαξ, καθόσον δεν γίνεται επίκληση και απόδειξη εξαιρετικών περιστατικών που να την επιβάλουν, συνδεόμενα με οικονομική αδυναμία του ενάγοντος για βιοπορισμό (...).
Για το πέραν της 28-2-2021 και μέχρι το έτος 2060 χρονικό διάστημα η αγωγή είναι απορριπτέα ως αβάσιμη, καθόσον, ενώ η κατάσταση της υγείας του ενάγοντος είναι μη αναστρέψιμη, με βάση τα προαναφερθέντα και το σύνολο των ιατρικών πιστοποιητικών, την έκθεση πραγματογνωμοσύνης και την έκθεση του τεχνικού συμβούλου, η απαίτησή του εξαρτάται από αστάθμητους παράγοντες, της πορείας της υγείας του, του ύψους της προσδοκώμενης αμοιβής, των επιδομάτων που τυχόν δικαιούται αυτός, αλλά και της τυχόν επιμόρφωσής του σε άλλο τομέα.
Επιδικάζοντας η εκκαλουμένη για το χρονικό διάστημα από 1-5-2018 έως 28-2-2021 το ποσό των 687 ευρώ / μήνα για απώλεια τακτικών αποδοχών, το ποσό των 343,50 ευρώ / έτος για δώρα Πάσχα ετών 2019 - 2020 και το ποσό των 175,91 ευρώ για αναλογία δώρου Πάσχα 2021, το ποσό των 343,50 ευρώ/έτος για επίδομα αδείας ετών 2018 - 2020, το ποσό των 715,62 ευρώ/έτος για δώρα Χριστουγέννων 2018 - 2020 (συνυπολογίζοντας την αναλογία αδείας) όλα αυτά νομιμότοκα από την πρώτη ημέρα του επομένου μήνα, ορθά το νόμο εφάρμοσε και τις αποδείξεις εκτίμησε, έστω και με διάφορη αιτιολογία ως προς την αφαίρεση του ποσού των 313 ευρώ, έτσι όλα όσα αντίθετα ισχυρίζεται ο ενάγων με τον τέταρτο λόγο της εφέσεώς του και οι εναγόμενοι, επίσης με τον τέταρτο λόγο της εφέσεώς τους είναι αβάσιμα και απορριπτέα.
Λόγω της σωματικής και ψυχικής ταλαιπωρίας ο ενάγων υπέστη ηθική βλάβη. Συγκεκριμένα, συνεπεία του τροχαίου ατυχήματος διακινδύνευσε η σωματική του ακεραιότητα, υποβλήθηκε σε πολλές χειρουργικές επεμβάσεις και δοκίμασε αισθήματα έντονου άγχους, φόβου και αγωνίας, επίσης, η εξαιτίας της μόνιμης βλάβης της υγείας του πλήρης ανατροπή της φυσιολογικής εξέλιξης της ζωής του και η επακόλουθη επιδείνωση των καθημερινών συνθηκών διαβίωσης του προκάλεσαν ιδιαίτερο πόνο, ταλαιπωρία και συναισθηματική ανασφάλεια (αγανάκτηση - απαισιοδοξία - απογοήτευση).
Συνεκτιμώντας, συνεπώς, την αποκλειστική υπαιτιότητα του πρώτου εναγομένου, το είδος και την έκταση της βλάβης που προκλήθηκε στον ενάγοντα και συγκεκριμένα ότι σε ηλικία 22 ετών κατέστη ανάπηρος, υποβλήθηκε και θα υποβληθεί σε σειρά θεραπειών και λοιπών ιατρικών κλινικών και παρακλινικών εξετάσεων εφ' όρου ζωής, υπέστη την οδυνηρή εμπειρία τόσο του τροχαίου ατυχήματος όσο και της σοβαρότατης προσβολής της υγείας του με τρόπο μόνιμο, σε χρονικό σημείο που βρισκόταν στο πλέον παραγωγικό στάδιο της ηλικίας του που επιδρά καθοριστικά στην ψυχική υγεία αλλά και στην κοινωνική, επαγγελματική και προσωπική ανέλιξη της ζωής του, κρίνει ότι οι εναγόμενοι οφείλουν να του καταβάλουν προς απάμβλυνση των συνεπειών των ανωτέρω, κατ' άρθρο 932 του ΑΚ, ως χρηματική ικανοποίηση το ποσό των 120.000 ευρώ, λαμβάνοντας υπόψη και την κοινωνική και οικονομική κατάσταση των διαδίκων φυσικών προσώπων, επίσης και το ποσό των 300 ευρώ για τη στενοχώρια που δοκίμασε από την απώλεια του οχήματος του.
Τα ανωτέρω ποσά κρίνονται ως εύλογα (άρθρο 932 του ΑΚ), ήτοι ανάλογα με τις ως άνω συγκεκριμένες περιστάσεις της κρινομένης υπόθεσης, αλλά και σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας (άρθρ. 25 § 1 του ισχύοντος Συντάγματος και 2, 9 § 2 και 10 § 2 της Ε.Σ.Δ.Α.), όπως η αρχή αυτή εξειδικεύεται με τη διάταξη του άρθρου 932 του ΑΚ για τον προσδιορισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποίησης.
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που με την εκκαλουμένη απόφαση αναγνώρισε ότι οφείλεται στον ενάγοντα τα ίδια παραπάνω ποσά δεν παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας, ούτε υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής ευχέρειάς του, αφού τα αναγνωρισθέντα, ως οφειλόμενα ποσά δεν αφίστανται - κατά την κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και την περί δικαίου συνείδηση - από τα επιδικαζόμενα σε παρόμοιες περιπτώσεις ποσά (...).
Επομένως, οι υποστηρίζοντες τα αντίθετα πέμπτος λόγος της έφεσης του ενάγοντος και όγδοος λόγος της έφεσης των εναγομένων, είναι απορριπτέοι ως κατ' ουσία αβάσιμοι. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο βαρύτατος τραυματισμός του ενάγοντος επιφέρει σοβαρότατες δυσμενείς επιπτώσεις στην προσωπική του ζωή, στην κοινωνική του εξέλιξη και επαγγελματική δραστηριότητα, αδυνατεί να ασκήσει το επάγγελμα του μηχανικού αυτοκινήτων για το οποίο εκπαιδεύτηκε, αλλά και οποιοδήποτε άλλο που απαιτεί χειρωνακτικό κάματο, η αναπηρία του, επομένως, τον αποκλείει από την αγορά εργασίας σε όλους τους τομείς που απαιτείται χειρωνακτική εργασία.
Επί πλέον, η μη ιάσιμη, κατά τα ανωτέρω, αναπηρία του και το αναπόφευκτο ψυχικό τραύμα του τον επηρεάζει άμεσα σε όλες τις εκφάνσεις της προσωπικής και οικογενειακής του ζωής, αφού δεν είναι πλέον σε θέση να απολαύσει πολλές από τις απλές χαρές της ζωής, ανάλογες με το νεαρό της ηλικίας του όπως αθλητικές δραστηριότητες.
Οι προεκτεθείσες συνέπειες δεν δύνανται να καλυφθούν εντελώς από τις προβλεπόμενες από τα άρθρα 929 και 932 ΑΚ παροχές και, ως εκ τούτου, ο ενάγων δικαιούται την αυτοτελή αποζημίωση, κατ' άρθρο 931 ΑΚ, η οποία πρέπει να καθορισθεί στο ποσό των 100.000 ευρώ. Κρίνοντας ομοίως το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ορθά το νόμο εφάρμοσε και τις αποδείξεις εκτίμησε και όλα όσα αντίθετα υποστηρίζει ο ενάγων με τον έκτο λόγο της εφέσεώς του και οι εναγόμενοι με τον ένατο λόγο της εφέσεώς τους είναι αβάσιμα και απορριπτέ....".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Μονομελές Εφετείο ... δέχθηκε τυπικά τις εφέσεις των διαδίκων, απέρριψε κατ' ουσίαν την από 22-6-2020 (αρ. έκθ. κατ. 37741/2650/2020) έφεση των εναγομένων- ήδη αναιρεσίβλητων, δέχθηκε εν μέρει την από 13-7-2020 (αρ. έκθ. κατ. 54177/4359/2020) έφεση του ενάγοντος, ήδη αναιρεσείοντος και κατ' ουσία, ως προς το κεφάλαιο των μελλοντικών χειρουργικών επεμβάσεων και απέρριψε αυτή ως προς όλα τα λοιπά κεφάλαια, εξαφάνισε την εκκαλούμενη υπ' αριθμ. 747/2020 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου ..., ως προς το παραπάνω κεφάλαιο, κράτησε και δίκασε την από 16-2-2017 αγωγή ως προς το κεφάλαιο αυτό, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή κατά τούτο και αναγνώρισε την υποχρέωση των εναγομένων να καταβάλουν στον ενάγοντα το ποσό των 10.000 ευρώ.
Ειδικότερα, με βάση τις παραπάνω παραδοχές, το Εφετείο, έκρινε ουσιαστικά βάσιμο το αίτημα της ένδικης αγωγής του ενάγοντος ήδη αναιρεσείοντος για διαφυγόντα κέρδη και επικύρωσε κατά τούτο τις εκκαλούμενες πρωτόδικες υπ' αριθμ. 1091/2019 και 747/2020 αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου ..., που είχαν κρίνει ομοίως και είχαν επιδικάσει αποζημίωση λόγω απώλειας εισοδημάτων από εργασία για τα χρονικά διαστήματα από 18-8-2015 έως 30-4-2018 και από 1-5-2018 έως 28-2-2021.
Ειδικότερα, το Εφετείο, όπως προκύπτει από τις αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης, αναφορικά με το ως άνω αγωγικό κονδύλιο της αποζημίωσης του αναιρεσείοντος για διαφυγόντα κέρδη και ειδικότερα λόγω απώλειας εισοδημάτων από την εργασία του, αν και δέχθηκε ότι η μη πρόσληψή του στην εταιρεία "Α.Κ.- Χ.Μ.
Ο.Ε.", από 18-8-2015, με την ειδικότητα του μηχανικού αυτοκινήτων, με μηνιαίο μισθό 1.000 ευρώ, συνδέεται αιτιωδώς με το σοβαρό τραυματισμό, που υπέστη από την εκτιθέμενη στην προσβαλλόμενη αδικοπρακτική συμπεριφορά του πρώτου αναιρεσίβλητου, που είχε ως αποτέλεσμα να απωλέσει κατά τα επίδικα χρονικά διαστήματα εισόδημα 1.000 ευρώ μηνιαίως, εν τούτοις, ακολούθως, έκρινε ότι, έπρεπε από τα απωλεσθέντα εισοδήματα να αφαιρεθεί το ποσό των 313 ευρώ μηνιαίως, το οποίο έλαβε για το χρονικό διάστημα από 13-3-2017 έως 30-4-2018 και συνέχισε να λαμβάνει κατά το χρονικό διάστημα από 1-5-2018 έως 28-2-2021 ως επίδομα βαριάς αναπηρίας από το Ταμείο Προνοιακών Επιδομάτων του Δήμου ..., επιδικάζοντας έτσι για την αιτία αυτή, τελικώς, για το χρονικό διάστημα από 18-8-2015 έως 30-4-2018 το συνολικό ποσό των 34.274,50 ευρώ [ 32.500 ευρώ (32,5 μήνες Χ 1.000 ευρώ) + 3.000 ευρώ (δώρα Χριστουγέννων ετών 2016,2017,2018) + 1.500 ευρώ (δώρα Πάσχα ετών 2016,2017,2018) + 1.500 ευρώ (επίδομα αδείας ετών 2016,2017,2018) =38.500 ευρώ - 4.225,50 ευρώ (προνοιακό επίδομα βαριάς αναπηρίας] και για το χρονικό διάστημα από 1-5-2018 έως 28-2-2021 το ποσό των 687 ευρώ μηνιαίως (1.000 ευρώ αποδοχές- 313 ευρώ επίδομα βαριάς αναπηρίας), πλέον δώρων Χριστουγέννων, Πάσχα και επιδομάτων αδείας.
Έτσι που έκρινε και με αυτά που ανωτέρω δέχθηκε το Εφετείο, παραβίασε ευθέως την προαναφερόμενη ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 930 παρ. 3 του Α.Κ., την οποία εσφαλμένα ερμήνευσε και επίσης εσφαλμένα δεν εφάρμοσε, αν και σύμφωνα με τις ανωτέρω παραδοχές της συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της, καθόσον η υποχρέωση των αναιρεσίβλητων- εναγομένων (υπαίτιου οδηγού και ασφαλιστικής εταιρείας) σε αποζημίωση του αναιρεσείοντος, δεν μπορεί να αποκρουστεί, επειδή τρίτος και στην προκειμένη περίπτωση το Τμήμα Προνοιακών Επιδομάτων του Δήμου ..., παρέχει επίδομα σ' αυτόν λόγω της αναπηρίας του, η οποία προκλήθηκε, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, εξαιτίας αποκλειστικής υπαιτιότητας του πρώτου αναιρεσίβλητου και η εξ αυτού προκληθείσα μερική μόνιμη αναπηρία του, δεν του επέτρεψαν να εργασθεί ως μηχανικός αυτοκινήτων, όπως θα έπραττε, αν δεν είχε μεσολαβήσει ο τραυματισμός του.
Επομένως, σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις που προαναφέρθηκαν, ο αναιρεσείων δικαιούται να αξιώσει αθροιστικά την αποζημίωση λόγω απώλειας εισοδημάτων από την εργασία του, με βάση τις αποδοχές που θα ελάμβανε και την παροχή -επίδομα βαριάς αναπηρίας, το ποσό του οποίου (επιδόματος) δεν μπορεί να συνυπολογισθεί, ούτε να συμψηφιστεί προς την εν λόγω αποζημίωση για διαφυγόντα κέρδη, διότι διαφορετικά οι αναιρεσίβλητοι - ζημιώσαντες θα ωφελούντο σε βάρος του παθόντος - αναιρεσείοντος και δεδομένου ότι, σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις που προαναφέρθηκαν, η διάταξη του άρθρου 930 παρ. 3 Α.Κ.
αποβλέπει να ωφελήσει τον προσβληθέντα και όχι τον βλάψαντα, του οποίου διαφορετικά αφήνεται άθικτη η υποχρέωση αποζημίωσης και εφαρμόζεται η διάταξη αυτή, όχι μόνο στις περιπτώσεις που κάποιος άλλος έχει υποχρέωση να αποζημιώσει ή να διατρέφει αυτόν που ζημιώθηκε, αλλά σε κάθε περίπτωση παροχής τρίτου, από σχέση ιδιωτικού ή δημοσίου δικαίου, είτε στηρίζεται σε σύμβαση, είτε στο νόμο, ενώ επιπλέον, ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά για τη συγκεκριμένη περίπτωση, δηλαδή δεν υπάρχει νομοθετική ρύθμιση που να αποκλείει τη σωρευτική απόληψη από τον αναιρεσείοντα - παθόντα και των δύο παροχών.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, ο πρώτος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμός 1 του Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση της ευθείας παραβίασης της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 930 παρ. 3 Α.Κ., είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός.
Περαιτέρω, η προσβαλλόμενη απόφαση, αναφορικά με το αίτημα για επιδίκαση αποζημίωσης, λόγω διαφυγόντων εισοδημάτων του ενάγοντος για το πέραν της 28-2-2021 και μέχρι το έτος 2060 χρονικό διάστημα, έκρινε την αγωγή αβάσιμη, με την αιτιολογία ότι ενώ η κατάσταση της υγείας του ενάγοντος είναι μη αναστρέψιμη, με βάση το σύνολο των ιατρικών πιστοποιητικών, την έκθεση πραγματογνωμοσύνης και την έκθεση του τεχνικού συμβούλου, η απαίτησή του εξαρτάται από αστάθμητους παράγοντες, της πορείας της υγείας του, του ύψους της προσδοκώμενης αμοιβής, των επιδομάτων που τυχόν δικαιούται αυτός, αλλά και της τυχόν επιμόρφωσής του σε άλλο τομέα.
Έτσι, αφού απέρριψε τον τέταρτο λόγο της έφεσης του ενάγοντος, με τον οποίο παραπονείτο για την απόρριψη του ως άνω κονδυλίου από την πρωτόδικη απόφαση ως προώρως ασκηθέν και τον τέταρτο συναφή λόγο της έφεσης των εναγομένων, με τον οποίο παραπονούνταν για την εν μέρει παραδοχή της αξίωσης αποζημίωσης για διαφυγόντα κέρδη, επικύρωσε κατά τούτο την πρωτόδικη απόφαση.
Όπως, όμως, προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση (Κ.Πολ.Δ. 561 παρ. 2), της πρωτόδικης υπ' αριθμ. 747/2020 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου ..., η ως άνω αξίωση αποζημίωσης διαφυγόντων κερδών για το χρονικό διάστημα μετά την 28-2-2021 (και μέχρι το 2060) απορρίφθηκε πρωτοδίκως, όχι ως αβάσιμη, αλλά διότι κρίθηκε ότι ασκείται πρόωρα.
Κατ' ακολουθίαν τούτων, το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ, διότι, χωρίς να εξαφανίσει την εκκαλούμενη πρωτόδικη απόφαση και εντεύθεν να εκδικάσει κατ' ουσίαν την υπόθεση, εξέδωσε επιβλαβέστερη απόφαση για τον εκκαλούντα- ενάγοντα, ήδη αναιρεσείοντα, κατά παράβαση των άρθρων 522 και 536 Κ.Πολ.Δ., καθώς έκρινε ότι είναι απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμη η ως άνω αξίωση, με συνέπεια να μην μπορεί αυτή να αχθεί σε νέα κρίση, ενώ η απόρριψη της ίδιας αξίωσης από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ως πρόωρης, δεν δημιουργεί δυσμενές δεδικασμένο σε βάρος του αναιρεσείοντος σε μελλοντική δίκη, καθώς δεν πρόκειται για τομή διαφοράς (Α.Π. 1572/2018, Α.Π. 1751/2017, Α.Π. 1543/2017, Α.Π. 1105/2015, Α.Π. 2153/2013).
Επομένως, ο τρίτος λόγος της υπό κρίση αναίρεσης είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. Κατόπιν της παραδοχής του προαναφερόμενου λόγου της αναίρεσης, παρέλκει η έρευνα του δεύτερου λόγου αυτής, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., που αναφέρεται στο ίδιο κεφάλαιο της προσβαλλόμενης απόφασης (αποζημίωση για διαφυγόντα κέρδη και ειδικότερα λόγω απώλειας εισοδημάτων από την εργασία του για το χρονικό διάστημα από 28-2-2021 έως το έτος 2060), καθόσον η αναιρετική εμβέλεια του εν λόγω γενόμενου δεκτού τρίτου αναιρετικού λόγου, καταλαμβάνει το κεφάλαιο τούτο και καθιστά αλυσιτελή την εξέταση του ανωτέρω λόγου.
Σύμφωνα με το άρθρο 932 του Α.Κ., "Σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη, κατά την κρίση του, χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του.
Σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου η χρηματική ικανοποίηση μπορεί να επιδικαστεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης". Κατά την έννοια του άρθρου αυτού, το δικαστήριο της ουσίας, αφού δεχθεί, ότι συνεπεία αδικοπραξίας προκλήθηκε σε κάποιο πρόσωπο ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη, καθορίζει στη συνέχεια το ύψος της οφειλόμενης γι` αυτήν χρηματικής ικανοποίησης, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη, ως κριτήρια, το είδος της προσβολής, την έκταση της βλάβης, τις συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας, τη βαρύτητα του πταίσματος του υπόχρεου, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων μερών.
Ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης αφέθηκε στην ελεύθερη εκτίμηση του δικαστηρίου, η σχετική κρίση του οποίου δεν υπόκειται, κατ` αρχήν, σε αναιρετικό έλεγχο, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να κριθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, είτε ευθέως, είτε εκ πλαγίου, για έλλειψη νόμιμης βάσης.
Επιβάλλεται, όμως, σε κάθε περίπτωση, να τηρείται, κατά τον καθορισμό του ποσού που επιδικάζεται, η αρχή της αναλογικότητας, ως γενική νομική αρχή και μάλιστα αυξημένης τυπικής ισχύος, υπό την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου δεν πρέπει να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, πράγμα που, αν συμβαίνει, ελέγχεται ως παραβίαση της πιο πάνω γενικής νομικής αρχής, ήτοι ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ. (Ολ.Α.Π. 9/2015, Α.Π. 548/2021, Α.Π. 525/2021, Α.Π. 553/2019, Α.Π. 1207/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης αποδίδει στην προσβαλλομένη την εκ του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ πλημμέλεια, ότι κατά κακή εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 932 Α.Κ. και παραβιάζοντας την αρχή της αναλογικότητας του επιδίκασε ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη το ποσό των 120.000 ευρώ, στέρησε δε την απόφαση από νόμιμη βάση, αφού δεν έλαβε υπόψη ότι εξ αιτίας των σωματικών βλαβών σημαντικής έκτασης που υπέστη, έχει επέλθει πλήρης ανατροπή της φυσιολογικής εξέλιξης της ζωής του, σε ηλικία 22 ετών, δηλαδή έχοντας μόλις διανύσει το 1/4 της ζωής του.
Το ως άνω ποσό, όπως ισχυρίζεται, είναι καταφανώς χαμηλό σε σχέση με αυτά που επιδικάζονται σε ανάλογες περιπτώσεις. Με αυτά, τα οποία ανωτέρω έκρινε και δέχθηκε το Εφετείο, καθορίζοντας τη χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης στο ποσό των 120.000 ευρώ (συν 300 ευρώ για την απώλεια του οχήματός του) δεν παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας, ούτε υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, δεδομένου ότι το εν λόγω ποσό, κατά την κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και τη συνείδηση για το δίκαιο, δεν υπολείπεται και μάλιστα καταφανώς εκείνων που συνήθως επιδικάζονται σε παρόμοιες περιπτώσεις χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης.
Ειδικότερα, η προσβαλλόμενη απόφαση, προκειμένου να καθορίσει στο ως άνω ποσό το ύψος της οφειλόμενης στον αναιρεσείοντα χρηματικής ικανοποίησης για την ηθική βλάβη που υπέστη από την αδικοπρακτική συμπεριφορά του πρώτου αναιρεσίβλητου, οδηγού του με αριθμό κυκλοφορίας …-2616 Ι.Χ.Ε αυτοκινήτου, αναφέρεται ρητά στις αποδειχθείσες συνθήκες του ατυχήματος, στην αποκλειστική υπαιτιότητα του προαναφερόμενου οδηγού και στις σωματικές βλάβες που αυτός (αναιρεσείων) υπέστη, ενώ εξ άλλου στο πλαίσιο της ελεύθερης από μέρους της (προσβαλλομένης) εκτίμησης όλων των στοιχείων, που προσδιορίζουν το ύψος της οφειλόμενης χρηματικής ικανοποίησης, δεν είχε υποχρέωση το Εφετείο να αιτιολογήσει ειδικότερα την απόφασή του ως προς κάθε ένα από τα στοιχεία αυτά.
Συνεπώς, η προσβαλλόμενη ως προς το αίτημα αυτό ουδόλως παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας ή υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας. Επομένως, ο ανωτέρω εκ του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ. τέταρτος λόγος αναίρεσης, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Κατά τη διάταξη του άρθρου 931 του Α.Κ. "η αναπηρία ή η παραμόρφωση, που προξενήθηκε στον παθόντα, λαμβάνεται υπόψη κατά την επιδίκαση της αποζημίωσης, αν επιδρά στο μέλλον του".
Ως αναπηρία θεωρείται κάποια έλλειψη της σωματικής, νοητικής ή ψυχικής ακεραιότητας του προσώπου, ενώ ως παραμόρφωση, νοείται κάθε ουσιώδης αλλοίωση της εξωτερικής εμφάνισης του προσώπου, η οποία καθορίζεται όχι αναγκαίως κατά τις απόψεις της ιατρικής επιστήμης αλλά κατά τις αντιλήψεις της ζωής. Περαιτέρω, ως μέλλον νοείται η επαγγελματική, οικονομική και κοινωνική εξέλιξη του προσώπου.
Δεν απαιτείται βεβαιότητα δυσμενούς επιρροής της αναπηρίας ή παραμόρφωσης στο μέλλον του προσώπου. Αρκεί και απλή δυνατότητα κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων. Η Α.Κ. 931 προβλέπει επιδίκαση από το δικαστήριο χρηματικής παροχής στον παθόντα αναπηρία ή παραμόρφωση, εφόσον συνεπεία αυτών επηρεάζεται το μέλλον του.
Η χρηματική αυτή παροχή δεν αποτελεί αποζημίωση, εφόσον η τελευταία εννοιολογικά συνδέεται με την επίκληση και απόδειξη ζημίας περιουσιακής, δηλαδή διαφοράς μεταξύ της περιουσιακής κατάστασης μετά το ζημιογόνο γεγονός και εκείνης που θα υπήρχε χωρίς αυτό. Εξάλλου, η συνεπεία της αναπηρίας ή παραμόρφωσης ανικανότητα προς εργασία, εφόσον προκαλεί στον παθόντα περιουσιακή ζημία, αποτελεί βάση αξίωσης προς αποζημίωση, που στηρίζεται στη διάταξη του άρθρου 929 του Α.Κ. (αξίωση διαφυγόντων εισοδημάτων).
Όμως, η αναπηρία ή παραμόρφωση ως τέτοια δεν σημαίνει κατ' ανάγκην πρόκληση στον παθόντα περιουσιακής ζημίας. Προέχον και κρίσιμο είναι το γεγονός της αναπηρίας ή παραμόρφωσης ως βλάβης του σώματος ή της υγείας του προσώπου, ως ενός αυτοτελούς έννομου αγαθού, που απολαύει και συνταγματικής προστασίας, σύμφωνα με τις παρ. 3 και 6 του άρθρου 21 του Συντάγματος, όχι μόνο στις σχέσεις των πολιτών προς το Κράτος αλλά και στις μεταξύ τους σχέσεις, χωρίς αναγκαίως η προστασία αυτή να συνδέεται με αδυναμία πορισμού οικονομικών ωφελημάτων ή πλεονεκτημάτων.
Έτσι, κατά την ορθή ερμηνεία της ίδιας διάταξης, με αυτή προβλέπεται η επιδίκαση στον παθόντα αναπηρία ή παραμόρφωση ενός εύλογου χρηματικού ποσού ακριβώς λόγω της αναπηρίας ή παραμόρφωσης, χωρίς σύνδεση με συγκεκριμένη περιουσιακή ζημία, η οποία άλλωστε και δεν μπορεί να προσδιοριστεί, το ύψος δε του επιδικαζόμενου εύλογου χρηματικού ποσού καθορίζεται με βάση το είδος και τις συνέπειες της αναπηρίας ή παραμόρφωσης, την ηλικία του παθόντος, καθώς και με τη συνεκτίμηση του ποσοστού τυχόν συνυπαιτιότητας του τελευταίου στην πρόκληση της αναπηρίας ή της παραμόρφωσης, όπως συμβαίνει και στην περίπτωση της, κατά τη διάταξη του άρθρου 932 του Α.Κ., αξίωσης για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης.
Συνεπώς, και στην περίπτωση αυτή, όπως και στην περίπτωση της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης, ο προσδιορισμός του επιδικαζόμενου εύλογου κατά την κρίση του Δικαστηρίου χρηματικού ποσού της προβλεπόμενης από το άρθρο 931 του Α.Κ. χρηματικής παροχής εναπόκειται στην ελεύθερη εκτίμηση του δικαστηρίου της ουσίας και η περί αυτού κρίση του τελευταίου δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων και χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να νοηθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου είτε ευθέως είτε εκ πλαγίου.
Επιβάλλεται όμως να τηρείται, κατά τον καθορισμό του ποσού που επιδικάζεται, η αρχή της αναλογικότητας, ως γενική νομική αρχή και μάλιστα αυξημένης τυπικής ισχύος, υπό την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου δεν πρέπει να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, πράγμα που αν συμβαίνει, ελέγχεται ως παραβίαση της πιο πάνω γενικής νομικής αρχής, ήτοι ως πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 1424/2022, Α.Π. 187/2021, Α.Π. 548/2020, Α.Π. 142/2019, Α.Π. 1430/2018).
Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης αποδίδει στην προσβαλλομένη την εκ του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ πλημμέλεια, ότι κατά κακή εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 931 Α.Κ. και παραβιάζοντας την αρχή της αναλογικότητας του επιδίκασε ως αυτοτελή αποζημίωση, εκ του άρθρου 931 Α.Κ., το ποσό των 100.000 ευρώ, στέρησε δε την απόφαση από νόμιμη βάση, αφού δεν έλαβε υπόψη την ηλικία του, 22 μόλις ετών κατά το χρόνο του τραυματισμού του, το γεγονός ότι κατέστη εφ' όρου ανάπηρος κατά ποσοστό 81% και τις δυσμενείς συνέπειες της καταληφθείσας αναπηρίας του στον κοινωνικό, προσωπικό και ψυχολογικό τομέα.
Το ως άνω ποσό, όπως ισχυρίζεται, είναι καταφανώς χαμηλό σε σχέση με αυτά που επιδικάζονται σε ανάλογες περιπτώσεις. Καθορίζοντας το Εφετείο τη χρηματική αποζημίωση του ενάγοντος, ήδη αναιρεσείοντος, εκ του άρθρου 931 Α.Κ, στο ποσό των 100.000 ευρώ, δεν παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας ,ούτε υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, που ελέγχονται από τον Άρειο Πάγο ως πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., ούτε την προαναφερόμενη ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 931 Α.Κ., την οποία ορθά εφάρμοσε, αφού το επιδικασθέν ως άνω ποσό, κατά την κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και την περί δικαίου συνείδηση, δε υπολείπεται και μάλιστα καταφανώς, εκείνων που συνήθως επιδικάζονται σε παρόμοιες περιπτώσεις χρηματικής παροχής εκ του άρθρου 931 Α.Κ..
Ειδικότερα, η προσβαλλόμενη απόφαση, προκειμένου να καθορίσει στο ως άνω ποσό το ύψος της οφειλόμενης στον αναιρεσείοντα χρηματικής παροχής εκ του άρθρου 931 Α.Κ., αναφέρεται ρητά στο είδος και τις συνέπειες της αναπηρίας του που προκλήθηκε από το ένδικο ατύχημα στην οικονομική, προσωπική και οικογενειακή του ζωή, στην ηλικία του παθόντος, ενώ εξ άλλου στο πλαίσιο της ελεύθερης από μέρους της (προσβαλλομένης) εκτίμησης όλων των στοιχείων, που προσδιορίζουν το ύψος της οφειλόμενης χρηματικής παροχής, δεν είχε υποχρέωση το Εφετείο να αιτιολογήσει ειδικότερα την απόφασή του ως προς κάθε ένα από τα στοιχεία αυτά, Επομένως, ο ανωτέρω εκ του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ.
πέμπτος λόγος αναίρεσης, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Κατ` ακολουθίαν των ανωτέρω, μη υπάρχοντος άλλου αναιρετικού λόγου προς έρευνα, μετά την παραδοχή της βασιμότητας του προαναφερθέντος πρώτου αναιρετικού λόγου από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., καθώς και του τρίτου λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το κεφάλαιο του διαφυγόντος κέρδους και ειδικότερα της απώλειας εισοδημάτων του αναιρεσείοντος από εργασία:
α) κατά το χρονικό διάστημα από 18-8-2015 έως 30-4-2018, β) κατά το χρονικό διάστημα από 1-5-2018 έως 28-2-2021 και γ) κατά το χρονικό διάστημα πέραν της 28-2-2021 και μέχρι το έτος 2060, και να παραπεμφθεί προς περαιτέρω εκδίκαση η υπόθεση στο εκδόν την προσβαλλόμενη απόφαση Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλο Δικαστή, εκτός εκείνου που δίκασε προηγουμένως (άρθρ. 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.), διατασσομένης της επιστροφής του παραβόλου στον αναιρεσείοντα (άρθρο 495 § 3 Κ.Πολ.Δ.).
Τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος πρέπει να επιβληθούν σε βάρος των ηττηθέντων αναιρεσίβλητων (άρθρα 106, 176, 183, 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), όπως ειδικότερα, ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει την υπ' αριθμ. 5016/2022 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου ..., κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό κεφάλαιο.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, κατά το αναιρούμενο ως άνω μέρος της, στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή.
Διατάσσει την απόδοση του κατατεθέντος παραβόλου στον καταθέσαντα αυτό αναιρεσείοντα.
Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 26 Ιουνίου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία καθώς και της αρχαιοτέρας Αρεοπαγίτου ο β' αρχαιότερος της Συνθέσεως Αρεοπαγίτης
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 13 Δεκεμβρίου 2024.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ