Supreme Court partially allows appeal against labor court ruling on unpaid wages and cash payment evidence.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece partially allowed the appeal against a First Instance Court decision regarding unpaid wages. The appellants argued that the lower court failed to verify cash payments made without proper receipts, violating specific labor law provisions. Consequently, the Court set aside the contested portion of the judgment and remanded the case for further examination on the merits of the wage claims.
Legislator headnote
AI generatedArticles 40(2) of Law 3863/2010 and 424 of the Civil Code; The court must verify that wage payments exceeding the statutory limit are made via bank transfer with conclusive proof, and failure to do so constitutes a procedural error warranting remittal.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1903 / 2023 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1903/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Μαριάνθη Παγουτέλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου - Μπουλταδάκη, Δημητρία Στρούζα - Ξένου - Κοκολέτση και Τριανταφυλλιά Πατρώνα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 15 Νοεμβρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Των αναιρεσειουσών: 1) Α. Μ. του Κ. , κατοίκου ... , 2) Σ. Υ. του Ι. , κατοίκου ... και 3) Ι. Ξ. του Ν. , κατοίκου ... , που παραστάθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Ιωάννη Γιαννάτου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "... ΠΑΡΟΧΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ Ο.Ε." ως καθολικής διαδόχου της αρχικώς ενάγουσας ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΚΟΜΜΩΤΗΡΙΩΝ Α.Ε." που εδρεύει στην Αθήνα, που εκπροσωπείται νόμιμα από την διαχειρίστρια Ε. Τ. και παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου Λάμπρου Μακρυγιάννη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-4-2013 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 2666/2013 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 4390/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζήτησαν οι αναιρεσείουσες με την από 4-3-2020 αίτησή τους.
Εκδόθηκε η 500/2022 απόφαση του Αρείου Πάγου που κήρυξε απαράδεκτη την συζήτηση της υπόθεσης. Την υπόθεση επανέφεραν για εκ νέου συζήτηση οι αναιρεσείουσες με την από 20-5-2022 κλήση τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Δημητρία Στρούζα - Ξένου - Κοκολέτση. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Mε την από 4.3.2020 και με αριθ. κατάθ. 2654/281/21.5.2020, αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθ. 4390/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατά τη διαδικασία των περιουσιακών διαφορών. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 1 ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρα 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
2. Από την, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση της προσβαλλόμενης και των διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την από 17.4.2013 και αριθ. κατάθ. 57846/1937/19.4.2013, αγωγή της η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη ισχυρίσθηκε ότι δυνάμει συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου που συνήφθη με τις εναγόμενες και ήδη αναιρεσείουσες, προσελήφθησαν οι τελευταίες για να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους ως κομμώτρια η πρώτη, μανικιουρίστ η δεύτερη και κομμώτρια η τρίτη.
Ότι σε εκτέλεση των ανωτέρω συμβάσεων, οι εναγόμενες προσέφεραν τις υπηρεσίες τους μέχρι την 19.3.2013 οι δύο πρώτες και την 2.4.2013 η τρίτη, οπότε και προέβησαν σε επίσχεση εργασίας, ζητώντας δεδουλευμένες αποδοχές, τις οποίες η ίδια (ενάγουσα) αμφισβήτησε. Με βάση το ιστορικό αυτό, ζήτησε, να αναγνωριστούν άκυρες οι εξώδικες δηλώσεις των εναγόμενων περί ασκήσεως του δικαιώματος επίσχεσης, καθώς και να αναγνωριστεί ότι οι συμβάσεις εργασίας τους έχουν λυθεί συνεπεία οικειοθελούς αποχωρήσεώς τους.
Κατά την, επ' ακροατηρίω, συζήτηση της ως άνω αγωγής ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών οι εναγόμενες - αντενάγουσες άσκησαν με δήλωση του πληρεξουσίου τους δικηγόρου, που καταχωρήθηκε στα πρακτικά, αλλά και με τις έγγραφες προτάσεις τους, ανταγωγή, με την οποίαν ζήτησαν να υποχρεωθεί η ενάγουσα - αντεναγόμενη να καταβάλει σε καθεμία απ' αυτές τα αναφερόμενα σ' αυτή ποσά δεδουλευμένων αποδοχών, λόγω της μη καταβολής των οποίων άσκησαν το δικαίωμά τους περί επισχέσεως της εργασίας τους, καθώς επίσης να καταβάλει σε καθεμία απ' αυτές τις αποδοχές υπερημερίας για τα αντίστοιχα χρονικά διαστήματα και να αναγνωριστεί η υποχρέωση της ενάγουσας - αντεναγόμενης να καταβάλει σε καθεμία απ' αυτές το ποσό των 10.000 ευρώ ως χρηματική τους ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που τους προκάλεσαν οι συκοφαντικές διαδόσεις της τελευταίας, οι οποίες έλαβαν χώρα δια των αναφερόμενων σ' αυτή (ανταγωγή) εξωδίκων δηλώσεων της εργοδότριάς τους και τέλος, να αναγνωριστεί ότι δεν λύθηκαν οι συμβάσεις εργασίας τους λόγω οικειοθελούς αποχώρησής τους από την εργασία τους, αλλά παραμένουν ενεργείς και σε αναστολή λόγω της μη καταβολής των δεδουλευμένων αποδοχών τους.
Επί της αγωγής και της ανταγωγής, οι οποίες συνεκδικάστηκαν, εκδόθηκε η υπ' αριθ. 2666/2013 απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου με την οποία, αφού κρίθηκε ότι η αγωγή είναι μη νόμιμη ως προς το αίτημά της για αναγνώριση της ακυρότητας των εξώδικων δηλώσεων των εναγόμενων περί ασκήσεως του δικαιώματος επισχέσεως, έγιναν εν μέρει δεκτές η αγωγή και η ανταγωγή ως ουσιαστικά βάσιμες και αναγνωρίστηκε αφενός ότι οι συμβάσεις των εναγόμενων - αντεναγουσών έχουν λυθεί λόγω της οικειοθελούς αποχώρησής τους και αφετέρου ότι η ενάγουσα- αντεναγόμενη είναι υποχρεωμένη να καταβάλει στην πρώτη εναγόμενη - αντενάγουσα το ποσό των 10.678 ευρώ, στην δεύτερη εναγόμενη - αντενάγουσα το ποσό των 8.265,03 ευρώ και στην τρίτη εναγόμενη - αντενάγουσα το ποσό των 7.332,56 ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές τους, επί ασκηθεισών δε κατ' αυτής αντιθέτων εφέσεων εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση με την οποία οι εφέσεις έγιναν δεκτές τυπικά και κατ' ουσίαν, εξαφανίστηκε η εκκαλούμενη απόφαση, διακρατήθηκε η υπόθεση και συνεκδικάστηκαν η αγωγή και η ανταγωγή και, αφού απορρίφθηκε η αγωγή, έγινε δεκτή κατά ένα μέρος η ανταγωγή και υποχρεώθηκε η αντεναγόμενη να καταβάλει στη μεν δεύτερη αντενάγουσα το ποσό των 125,14 ευρώ και στην τρίτη αντενάγουσα το ποσό των 2.031,14 ευρώ και αναγνωρίστηκε ότι άπασες οι αντενάγουσες δεν αποχώρησαν οικειοθελώς από την εργασία τους.
Ειδικότερα το Εφετείο δέχτηκε τα ακόλουθα κρίσιμα, καθόσον αφορά τους ερευνώμενους αναιρετικούς λόγους, πραγματικά περιστατικά : "....Οι εναγόμενες - αντενάγουσες προσλήφθηκαν με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, από την ενάγουσα - αντεναγόμενη, στις 20.3.1996 η πρώτη, στις 10.12.2002 η δεύτερη και στις 2.9.2013 η τρίτη, για να εργασθούν στην αλυσίδα επιχειρήσεως κομμωτηρίου της τελευταίας ως κομμώτρια (η πρώτη) και ως βοηθοί κομμωτή (οι δεύτερη και τρίτη), λαμβάνοντας κατά το έτος 2011 μηνιαίες καθαρές αποδοχές με πλήρες ωράριο εργασίας και για 25 ημέρες τον μήνα, τα ποσά των 933,57 ευρώ, 1.032,67 ευρώ και 768,77 ευρώ, αντίστοιχα.
Η ενάγουσα - αντεναγομένη διατηρούσε κομμωτήρια σε διάφορες περιοχές της Αττικής, όπως στον Πειραιά, στο Περιστέρι, στο Αιγάλεω και στο Κολωνάκι, απασχολώντας προσωπικό 42 ατόμων, περίπου, συνολικά. Στο τέλος του έτους του 2011, λόγω της ύφεσης που είχε ήδη αρχίσει να πλήττει την ελληνική οικονομία, η επιχείρηση της ενάγουσας παρουσίασε μείωση του κύκλου εργασιών της και μείωση των εσόδων της.
Εξ αυτού του λόγου, η ενάγουσα δεν μπορούσε να ανταποκριθεί έγκαιρα στις οικονομικές της υποχρεώσεις και άρχισε να καθυστερεί την καταβολή των δεδουλευμένων αποδοχών του προσωπικού της. Συγκεκριμένα, σταμάτησε να καταβάλει τους μισθούς των εργαζομένων στους τραπεζικούς λογαριασμούς τους και έδωσε εντολή να καταβάλλονται οι μισθοί των υπαλλήλων τμηματικά σε μετρητά, ανάλογα με τις εισπράξεις που έκαναν τα καταστήματά της.
Οι τμηματικές καταβολές των δεδουλευμένων αποδοχών των εργαζομένων γίνονταν από τον υπεύθυνο κάθε καταστήματος, ο οποίος σημείωνε σε κατάσταση τα χρήματα που έπαιρνε κάθε υπάλληλος και στη συνέχεια ενημερώνονταν το λογιστήριο που τηρούσε τους σχετικούς λογαριασμούς. Εξαιτίας της καθυστέρησης αυτής, στην καταβολή των δεδουλευμένων τους, αλλά και λόγω του ότι τους καταβάλλονταν έναντι των μηνιαίων αποδοχών τους επιμέρους χρηματικά ποσά, οι εναγόμενες - αντενάγουσες άρχισαν να διαμαρτύρονται προς την ενάγουσα - αντεναγόμενη.
Η τελευταία, προέβη μονομερώς σε επιβολή εκ περιτροπής απασχόληση των εναγόμενων και συγκεκριμένα όσον αφορά την πρώτη εξ αυτών με διάρκεια από 10.1.2013 έως 31.3.2013, όσον αφορά την δεύτερη με διάρκεια από 10.1.2013 έως 30.3.2013 και όσον αφορά την τρίτη με διάρκεια από 7.1.2013 έως 28.2.2013. Όσον αφορά δε, την δεύτερη εναγόμενη της είχε επιβληθεί εκ περιτροπής απασχόληση και προγενέστερα, ήτοι από 11.1.2012 έως και 30.3.2012 και από 1.4.2012 έως και 31.5.2012.
Κατόπιν, των ανωτέρω οι καθαρές αποδοχές των εναγόμενων - αντεναγουσών είχαν διαμορφωθεί κατά το επίδικο χρονικό διάστημα πριν την επίσχεση εργασίας στην οποία προέβησαν οι εναγόμενες, ως εξής : για την πρώτη στο ποσό των 34,94 ευρώ (ημερομίσθιο), για τη δεύτερη στο ποσό των 478,88 ευρώ (μισθός) και για την τρίτη στο ποσό των 29,73 ευρώ (ημερομίσθιο).
Πρέπει να σημειωθεί δε, ότι όσον αφορά την δεύτερη εναγόμενη, η ενάγουσα προέβη εκτός από την μετατροπή της εργασίας της σε εκ περιτροπής και σε αλλαγή της ειδικότητάς της από βοηθό κομμώτρια σε ταμία ήδη από την 11.1.2012. Μετά από αυτά, οι εναγόμενες - αντενάγουσες, την 19.3.2013 οι δύο πρώτες και την 2.4.2013 η τρίτη, προέβησαν σε επίσχεση εργασίας, κοινοποιώντας στην ενάγουσα- αντεναγόμενη τις με την ίδια ημερομηνία εξώδικες δηλώσεις τους περί επίσχεσης εργασίας, στις οποίες ανέφεραν ότι η τελευταία καθυστέρησε αδικαιολόγητα να τους καταβάλει τις δεδουλευμένες τακτικές αποδοχές τους, συνολικού ποσού 10.678 ευρώ για την πρώτη, 8.265,03 ευρώ για την δεύτερη και 7.332,56 ευρώ για την τρίτη, όπως τα ποσά αυτά αναλύονται ειδικότερα στις ανωτέρω εξώδικες δηλώσεις και με έναρξη των ανωτέρω οφειλόμενων αποδοχών από το μήνα Μάϊο, Σεπτέμβριο και Ιούλιο του έτους 2012, αντίστοιχα, για κάθε μία από αυτές, και λήξη των οφειλόμενων αποδοχών τον μήνα Μάρτιο του έτους 2013.
Ανέφεραν επιπλέον, ότι η ανωτέρω επανειλημμένη, κακόπιστη και αντισυμβατική συμπεριφορά της ενάγουσας - αντεναγόμενης τους έχει προκαλέσει προβλήματα επιβίωσης, καθόσον στερούνται άλλων πόρων και το μοναδικό και κύριο εισόδημά τους προέρχεται από την εργασία τους, ώστε να μην μπορούν να καλύψουν τις βασικές βιοτικές τους ανάγκες και δήλωναν ότι από την κοινοποίηση των ανωτέρω εξώδικων δηλώσεων ασκούν το δικαίωμα επίσχεσης της παροχής της εργασίας τους μέχρι να τους καταβληθούν οι πιο πάνω καθυστερούμενες αποδοχές τους.
Η ενάγουσα - αντεναγόμενη απάντησε στις πιο πάνω δηλώσεις με τις από 23.3.2013 και από 3.4.2013 εξώδικες απαντήσεις της, που κοινοποίησε στις εναγόμενες στις 1.4.2013 και 3.4.2013, αμφισβητώντας μεταξύ άλλων, τις οφειλές της προς αυτές και τις κάλεσε να προσέλθουν στην εργασίας τους. Ωστόσο, οι εναγόμενες - αντενάγουσες δεν επέστρεψαν στην εργασία τους και ακολούθως η ενάγουσα - αντεναγόμενη προέβη στην αναγγελία της οικειοθελούς αποχώρησης αυτών προς την αρμόδια Επιθεώρηση Εργασίας, δηλώνοντας ότι αποχώρησαν την 15.4.2013 οικειοθελώς από την εργασία τους σε αυτήν, καθώς επίσης κατέθεσε μονομερώς στον ΟΑΕΔ ανυπόγραφες δηλώσεις οικειοθελούς αποχώρησής τους στις 22.4.2013.
Όμως, ο εργοδότης μισθωτού, εργαζόμενου με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου που έχει ασκήσει δικαίωμα επισχέσεως, δεν μπορεί να θεωρήσει ότι ο τελευταίος εγκατέλειψε αυθαίρετα τη θέση του και να συναγάγει εξ αυτού ότι ο εργαζόμενος κατήγγειλε την εργασιακή σύμβαση, ώστε να απαλλαγεί από την υποχρέωση καταβολής της οφειλόμενης αποζημίωσης απολύσεως ν. 2112/1920 και του ν. 3198/55.
Εξάλλου, από το περιεχόμενο των εξώδικων δηλώσεων, που κοινοποίησαν οι εναγόμενες στην ενάγουσα προκύπτει ότι ουδέποτε αυτές εκδήλωσαν επιθυμία να αποχωρήσουν οικειοθελώς από την εργασία τους. Από τα ανωτέρω εκτιθέμενα συνάγεται ότι ρητή καταγγελία των εργασιακών σχέσεων των εναγόμενων εκ μέρους της εργοδότριας ενάγουσας ουδέποτε έλαβε χώρα, αλλά ότι σιωπηρή αλλά σαφής βούληση της ενάγουσας περί μη αποδοχής της εργασίας των εναγόμενων και περί λύσης της εργασιακής σχέσης αυτών έλαβε χώρα για πρώτη φορά με τις από 19.3.2013 και 2.4.2013 εξώδικες απαντήσεις- δηλώσεις αυτής, οι οποίες κοινοποιήθηκαν στις εναγόμενες στις 1.4.2013 και 3.4.2013 και ότι οικειοθελής αποχώρηση των εναγόμενων δεν αποδεικνύεται ότι έλαβε χώρα, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η ενάγουσα - αντεναγόμενη.
Επομένως, εφόσον η ενάγουσα με τον ανωτέρω τρόπο απέκρουσε την προσφορά των υπηρεσιών των εναγόμενων, θεωρείται ότι κατάγγειλε τις συμβάσεις εργασίας τους, πλην όμως όχι νομίμως. Εξάλλου, οι εναγόμενες - αντενάγουσες, προκειμένου να διεκδικήσουν τις αξιώσεις τους που πηγάζουν από την άκυρη καταγγελία της σχέσεως εξαρτημένης εργασίας τους (αποδοχές υπερημερίας) όφειλαν να ασκήσουν αγωγή περί της ακυρότητας της καταγγελίας των συμβάσεων εργασίας τους εντός τριμήνου από τη λύση των εργασιακών τους σχέσεων, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 του Ν. 3198/1955, διαφορετικά οι αξιώσεις τους από την άκυρη καταγγελία των συμβάσεων εργασίας τους είναι απαράδεκτες, εφόσον παρέλθει άπρακτη η ως άνω τρίμηνη ανατρεπτική προθεσμία.
Η ανωτέρω τρίμηνη προθεσμία αρχίζει και στην προκειμένη περίπτωση από την επόμενη ημέρα της γνώσης από αυτές της άνω εκδηλωθείσας βούλησης της ενάγουσας - αντεναγόμενης εργοδότριας να λύσει τις συμβάσεις εργασίας με καταγγελία, ήτοι από 1.4.2013 και 3.4.2013, αντίστοιχα, κατά τα ανωτέρω εκτιθέμενα (οπότε τους κοινοποιήθηκαν οι προαναφερόμενες εξώδικες απαντήσεις- δηλώσεις της ενάγουσας) και εφόσον δεν αποδείχτηκε ότι οι εναγόμενες προέβησαν στην άσκηση της αγωγής- ανταγωγής εντός της ανωτέρω τρίμηνης προθεσμίας, οι αξιώσεις αυτών που αφορά τους μισθούς υπερημερίας, είναι απορριπτέα ως αβάσιμη κατ' ουσία, λόγω της παραγραφής τους.
Συνεπώς, η σύμβαση εργασίας των εναγόμενων - αντεναγουσών δεν λύθηκε λόγω της οικειοθελούς αποχώρησης αυτών αλλά λόγω της σιωπηρής αλλά σαφούς βούλησης της ενάγουσας περί μη αποδοχής της εργασίας αυτών και περί λύσης της εργασιακής σχέσης τους. Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλουμένη, έκανε εν μέρει δεκτή ως ουσία βάσιμη την αγωγή της ενάγουσας κατά το δεύτερο αίτημά της, και αναγνώρισε ότι οι συμβάσεις εργασίας των εναγόμενων - αντεναγουσών έχουν λυθεί, κατά τα εκτιθέμενα στο σκεπτικό, στο οποίο ανέφερε ότι "η λύση της εργασιακής συμβάσεως εκάστης εναγόμενης επήλθε την 15.4.2013 με την προεκτεθείσα μονομερή δήλωση της ενάγουσας εργοδότριάς του για την οικειοθελή τους αποχώρηση, έστω και αντισυμβατικώς ή κατά κατάχρηση του σχετικού δικαιώματός της, η οποία (δήλωση οικειοθελούς αποχωρήσεως) επέφερε από τότε ως μονομερής απευθυντέα δικαιοπραξία τις έννομες συνέπειές της και κατέστη γνωστή σε αυτές τις εναγόμενες και με την άσκηση και επίδοση από τον Απρίλιο του ιδίου έτους της παρούσας αγωγής της....", έσφαλε περί την εφαρμογή του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων, διότι με την ανωτέρω αιτιολογία ενώ δέχθηκε εμμέσως ότι η ενάγουσα - αντεναγόμενη προέβη σε καταγγελία των συμβάσεων εργασίας των εναγόμενων - αντεναγουσών με τις ανωτέρω ενέργειές της και επομένως, έπρεπε να απορρίψει το δεύτερο αίτημα της αγωγής ως ουσιαστικώς αβάσιμο, αφού με αυτό ζητούνταν η αναγνώριση της λύσης των επίδικων εργασιακών σχέσεων λόγω της οικειοθελούς αποχώρησης των εργαζόμενων- εναγόμενων, τελικά κατέληξε στο αντιφατικό συμπέρασμα να το κάνει δεκτό ως ουσιαστικά βάσιμο χωρίς να διευκρινίζει στο διατακτικό την αιτία της λύσης των επίδικων συμβάσεων εργασίας, που αποτελεί και το καθοριστικό στοιχείο από το οποίο εξαρτάται η ουσιαστική ή μη βασιμότητα του ένδικου αιτήματος, κατά παραδοχή του τέταρτου λόγου της ένδικης εφέσεως των εναγόμενων - αντεναγουσών.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι πράγματι υπήρχαν εκ μέρους της ενάγουσας- αντεναγόμενης καθυστερήσεις στην καταβολή των αποδοχών των εναγόμενων από το έτος 2012 και εντεύθεν, μέχρι το χρόνο που αυτές προέβησαν στην επίσχεση εργασίας. Η καθυστέρηση στην πληρωμή των αποδοχών υπήρχε και ως προς τους λοιπούς εργαζόμενους της ενάγουσας.
Η τελευταία όμως προέβη στην καταβολή των οφειλόμενων αποδοχών προς όλους τους εργαζομένους της, μεταξύ των οποίων και στις εναγόμενες, με τμηματικές καταβολές. Ενισχυτικά δε στοιχεία της κρίσεως του Δικαστηρίου περί της καταβολής στις εναγόμενες των οφειλόμενων αποδοχών τους κατά το μέγιστο μέρος τους (όσον αφορά την πρώτη και την δεύτερη των εναγόμενων), αποτελούν αφενός το ότι, όπως ανωτέρω αναφέρθηκε, οι καταβλητέες αποδοχές των εναγόμενων ήταν μειωμένες, λόγω της μεταβολής της εργασίας τους σε εκ περιτροπής εργασία, κατά τους χρόνους που αναφέρθηκαν ανωτέρω, αφετέρου δε, τα αιτούμενα από την δεύτερη εξ αυτών ποσά για υπερεργασία και πρόσθετη εργασία, αορίστως ζητούνται, αφού δεν αναφέρονται οι ώρες εργασίας πέραν του νομίμου ωραρίου της την εβδομάδα, καθώς και το είδος και ο χρόνος παροχής της πρόσθετης εργασίας της, καθώς επίσης τα αιτούμενα ποσά από όλες τις εναγόμενες, που αφορούν την αμοιβή τους λόγω συμμετοχής τους στο επιδοτούμενο σεμινάριο της ΕΕΔΕ "Επενδύοντας στους ανθρώπους", δεν αποδείχτηκε ότι πράγματι τους οφείλονται, αφού από κανένα στοιχείο δεν προέκυψε η ολοκλήρωση της παρακολούθησης αυτού από τις εναγόμενες, ούτε αν ήταν υπόχρεη η ενάγουσα για την καταβολή της αμοιβής αυτής.
Όσον αφορά δε, την τρίτη εναγόμενη, πρέπει να σημειωθεί ότι, αρχικώς η ανωτέρω εναγόμενη συμφώνησε ότι οι οφειλόμενες από την ενάγουσα αποδοχές της ανήρχοντο στο ποσό των 2.031,34 ευρώ, πλην όμως αρνήθηκε να εισπράξει τμηματικά το ανωτέρω ποσό, αξιώνοντας άμεση εξόφληση του συνολικού ποσού και στη συνέχεια συντάχθηκε με τις άλλες δύο εναγόμενες, αρνούμενες άπασες να αναγνωρίσουν τα χρήματα που ήδη είχαν πάρει χωρίς απόδειξη.
Με βάση τα ανωτέρω το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έκανε στο σύνολό τους δεκτό ως ουσιαστικά βάσιμο το αίτημα της ανταγωγής εκάστης των αντεναγουσών - εναγόμενων και επιδίκασε σε αυτές το σύνολο των αιτουμένων ως οφειλόμενων σε αυτές από την αντεναγόμενη - ενάγουσα δεδουλευμένων αποδοχών τους, έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, δεδομένου ότι έπρεπε να επιδικασθούν στην μεν δεύτερη το ποσό των 125,14 ευρώ και στην τρίτη το ποσό των 2.031,14 ευρώ κατά παραδοχή ως βασίμου του τρίτου λόγου της ένδικης εφέσεως της ενάγουσας - αντεναγόμενης.
Τέλος, όσον αφορά το αίτημα των εναγόμενων - αντεναγουσών στην ασκηθείσα ανταγωγή τους να αναγνωρισθεί ότι η ενάγουσα - αντεναγόμενη οφείλει σε κάθε μία εξ αυτών το ποσό των 10.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστησαν από όσα γεγονότα αναφέρει αυτή στις εξώδικες δηλώσεις- απαντήσεις της προς αυτές, τα οποία είναι συκοφαντικά και προσβλητικά της προσωπικότητάς τους, πρέπει να λεχθεί ότι πράγματι από την ανάγνωση του περιεχομένου των από 23.3.2013 και από 3.4.2013 εξώδικων απαντήσεων της ενάγουσας προς τις εναγόμενες διαπιστώνεται ότι αυτές χαρακτηρίζονται από έντονο και καυστικό ύφος, περιέχουσες οξείς εκφράσεις και χαρακτηρισμούς προς το πρόσωπο των εναγόμενων.
Κατά την κρίση του παρόντος Δικαστηρίου, όμως, δεν αξιολογείται ότι έγιναν με σκοπό την προσβολή της προσωπικότητας των εναγόμενων, αλλά είναι αποτέλεσμα ενδεχομένων έντονης συναισθηματικής φόρτισης εξαιτίας της άδοξης κατάληξης της μεταξύ τους επαγγελματικής συνεργασίας, η οποία ήταν μακροχρόνια και ομαλή μέχρι του χρονικού σημείου που εμφανίστηκαν οικονομικές δυσχέρειες στην τελευταία και η οποία ανέμενε από τις εναγόμενες την αρωγή τους στην προσπάθειά της να αντιμετωπίσει την οικονομική δυσπραγία που αντιμετώπιζε, χωρίς να απολύσει το προσωπικό της και όχι την κοινοποίηση σε αυτήν εκ μέρους των εναγόμενων των εξώδικων δηλώσεών τους περί άσκησης του δικαιώματός τους για επίσχεση εργασίας (μετά από τις οποίες επακολούθησαν οι δικές της εξώδικες απαντήσεις), ενέργεια που αξιολογήθηκε από την ενάγουσα βεβιασμένη, καταχρηστική και αντίθετη προς την προσπάθειά της να αντιμετωπίσει την πρόσκαιρη οικονομική της δυσχέρεια.
Επομένως, το σχετικό αίτημα της ανταγωγής είναι απορριπτέο ως ουσιαστικά αβάσιμο. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έκρινε ομοίως, έστω και με ελλιπή αιτιολογία, η οποία συμπληρώνεται από την παρούσα απόφαση δεν έσφαλε, αλλά, ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις παρά τα αντίθετα υποστηριζόμενα από τις εναγόμενες με τους ένατο, δέκατο και ενδέκατο λόγους της ένδικης εφέσεώς τους, οι οποίοι κρίνονται απορριπτέοι ως ουσιαστικά αβάσιμοι...........".
3. Με τη διάταξη του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που στόχο έχει τη διασφάλιση του συζητητικού συστήματος (άρθρο 106 ΚΠολΔ), αλλά και την αρχή της ακρόασης των διαδίκων (άρθρο 110 παρ. 2 ΚΠολΔ), ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης (ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 3/1997 ΑΠ 76/2022, 107/2020).
Με τον τρίτο λόγο της αίτησης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η εκ του άρθρου 559 αρ. 8 εδ. α ΚΠολΔ πλημμέλεια. Ειδικότερα οι αναιρεσείουσες- αντενάγουσες παραπονούνται ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του μη προταθέντα από την αναιρεσίβλητη - αντεναγόμενη ισχυρισμό, που έχει ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, περί σιωπηρής εκ μέρους της καταγγελίας των ενδίκων συμβάσεων εργασίας τους, που έλαβαν γνώση αυτές την 1.4.2013 και στις 3.4.2013, αντίστοιχα, με εντεύθεν συνέπεια την ουσιαστική αβασιμότητα των σχετικών ανταγωγικών κονδυλίων περί επιδικάσεως δεδουλευμένων αποδοχών, από τη μη καταβολή των οποίων αυτές άσκησαν το δικαίωμα επισχέσεως της εργασίας τους κατ' άρθρο 325 επ.
ΑΚ και όχι μισθούς υπερημερίας λόγω ακυρότητας της καταγγελίας, ως και περί επελθούσας αποσβέσεως του δικαιώματος αυτών να προβάλλουν το πρώτον με την ένδικη ανταγωγή, ήτοι μετά την παρέλευση της τρίμηνης προθεσμίας του άρθρου 6 παρ. 1 ν. 3198/1955 την ακυρότητα των εν λόγω καταγγελιών και την καταβολή αποδοχών υπερημερίας και να απορριφθεί ως εκ τούτου η ανταγωγή τους ως προς τα ως άνω κονδύλια.
Ο λόγος αυτός είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός, καθότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του τον ως άνω ισχυρισμό, που έχει ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και δεν είχε προταθεί ούτε πρωτοδίκως αλλά ούτε και στην κατ' έφεση δίκη, όπως προκύπτει από την κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων.
Περαιτέρω, με τον έκτο λόγο της αίτησης, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου του, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η, εκ του άρθρου 559 αρ. 8 εδ. β' ΚΠολΔ, πλημμέλεια, καθότι το Εφετείο ως προς το αίτημα της ένδικης ανταγωγής για καταβολή χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης δεν έλαβε υπόψη του τους ισχυρισμούς τους, όπως προβλήθηκαν με την ένδικη ανταγωγή τους και στοιχειοθετούν την, κατά τα άρθρα 57, 914 και 932 ΑΚ, προσβολή της προσωπικότητάς τους.
Ο λόγος αυτός είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός καθότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τους περιεχόμενους στην ανταγωγή ισχυρισμούς των αντεναγουσών, που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και δη ότι με τις προαναφερόμενες από 23.3.2013 και 3.4.2013 εξώδικες δηλώσεις της αντεναγόμενης, που επιδόθηκαν νόμιμα σ' αυτές, συκοφαντήθηκαν οι δύο πρώτες ως επικίνδυνες και αχάριστες, ότι συνέπραξαν σε πρακτική καταβολής πληρωμών μισθοδοσίας προς υπαλλήλους της αντεναγόμενης εταιρείας και εκμεταλλευόμενες δήθεν τη θέση τους αυτή εξόφλησαν τους εαυτούς τους και ότι παράλληλα αιτούνται εξοφληθέντα ποσά, καταχρώμενες εν τοις πράγμασι τις θέσεις τους, επιπλέον δε ότι η πρώτη είναι υπεξαιρέτρια και η τρίτη ότι ασκεί ανταγωνιστικές πράξεις εις βάρος της αντεναγόμενης εταιρείας, αποσπώντας πελατεία απ' αυτή και τέλος ότι, όλες έχουν δημιουργήσει εγκληματική οργάνωση.
Με το άρθρο 559 αρ.19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν, κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με τον νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόστηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.
Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ουσιαστική διάταξη νόμου (ΟλΑΠ 25/2008). Με τον τέταρτο λόγο της αίτησης, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου του, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ πλημμέλεια και δη ότι το Εφετείο με ελλιπείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες δέχτηκε ότι η αναιρεσίβλητη προέβαινε σε μερικές καταβολές των δεδουλευμένων αποδοχών των αναιρεσειουσών σε μετρητά, χωρίς να εκδίδει προς τούτο εξοφλητικές αποδείξεις, παραβιάζοντας τις διατάξεις του άρθρου 40 παρ. 2 του ν. 3863/2010 και του άρθρου 424 ΑΚ.
Ο λόγος αυτός είναι βάσιμος δεδομένου ότι προς επίρρωση- απόδειξη του ως άνω ισχυρισμού το Εφετείο δέχθηκε ότι η αναιρεσίβλητη- αντεναγόμενη προέβαινε σε μερικές καταβολές των οφειλόμενων αποδοχών προς όλους τους εργαζομένους της, μεταξύ των οποίων και προς τις αναιρεσείουσες- αντεναγόμενες, εις χείρας τους σε μετρητά, χωρίς να προσδιορίζονται τα ποσά, που δικαιούνταν κάθε μία απ' αυτές για την παραπάνω αιτία, και να διαλαμβάνονται στην απόφασή του συγκεκριμένα περιστατικά για τον χρόνο και τα αντίστοιχα ακριβή ποσά, που καταβάλλονταν κάθε φορά σ' αυτές, έτσι ώστε να μπορεί να ελεγχθεί και να διαπιστωθεί αν τα καταβληθέντα ποσά υπολείπονται εκείνων που δικαιούνταν και περαιτέρω αν υφίστανται, εν όλω ή εν μέρει, οι ένδικες αξιώσεις τους, καθώς και για ποιο λόγο η καταβολή της μισθοδοσίας γινόταν εις χείρας τους σε μετρητά και χωρίς τη χορήγηση εξοφλητικής απόδειξης και μάλιστα αναλυτικής, ήτοι με αναφορά των επί μέρους ποσών, που απαρτίζουν τις καταβληθείσες αποδοχές τους και τις αιτίες καταβολής, και όχι με κατάθεση σε τραπεζικούς λογαριασμούς των αναιρεσειουσών- αντεναγουσών, όπως προβλέπει η ως άνω διάταξη του άρθρου 40 παρ. 2 του ν. 3863/2010.
Κατ' ακολουθίαν, κατά παραδοχή ως βασίμων των τρίτου, έκτου και τέταρτου λόγων της αίτησης, παρελκούσης της έρευνας του λοιπών λόγων αυτής από τους αρ. 20 (πρώτος), 1 (δεύτερος και πέμπτος), 8 (έβδομος) και 10 (ένατος) του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρέπει να αναιρεθεί, κατά το αντίστοιχο μέρος, που αφορά στις προαναφερόμενες ανταγωγικές αξιώσεις, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος προς περαιτέρω εκδίκαση ενώπιον του ίδιου δικαστηρίου, που πρέπει να συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Τέλος, η αναιρεσίβλητη, λόγω της ήττας της, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειουσών, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά της (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΝΑΙΡΕΙ εν μέρει την υπ' αριθ. 4390/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος. ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ κατά το μέρος αυτό την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλον δικαστή. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσίβλητη στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Ιουνίου 2023.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης αποχωρησάσης από την υπηρεσία η αρχαιότερη της συνθέσεως Αρεοπαγίτης και ήδη Αντιπρόεδρος Δήμητρα Ζώη ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 28 Δεκεμβρίου 2023.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ