Legislator Case Law & Legislation
1903/2018 AI generated

1903/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1903/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αρτεμισία Παναγιώτου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, (σύμφωνα με την υπ' αριθμ. 231/2018 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου), Γεώργιο Αναστασάκο, Μαρία Γεωργίου, Ευφροσύνη Καλογεράτου - Ευαγγέλου - Εισηγήτρια και Ζαμπέτα Στράτα, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1903/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ειδικότερα, η σχετική περί ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος ένσταση του απορρίφθηκε από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την αιτιολογία ότι: Με την υπό κρίση ένσταση του ο κατηγορούμενος ισχυρίζεται ότι το επιδοθέν σ' αυτόν κλητήριο θέσπισμα είναι άκυρο λόγω του ότι δεν υφίσταται ακριβής περιγραφή της πράξης για την οποία κατηγορείται (άρθρ. 321§15 ΚΠΔ).

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1903 / 2018 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 1903/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αρτεμισία Παναγιώτου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, (σύμφωνα με την υπ' αριθμ. 231/2018 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου), Γεώργιο Αναστασάκο, Μαρία Γεωργίου, Ευφροσύνη Καλογεράτου - Ευαγγέλου - Εισηγήτρια και Ζαμπέτα Στράτα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Οκτωβρίου 2018, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ισίδωρου Ντογιάκου, (κωλυομένης της Εισαγγελέως) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Δ. Μ. του Ι., κατοίκου ..., που παρέστη αυτοπροσώπως με την ιδιότητά του ως δικηγόρος, για αναίρεση της υπ' αριθ. 110/2018 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Α. Γ. του Σ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Γκούσκο.

Το Πενταμελές Εφετείο Πειραιώς, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην υπ' αριθμ. πρωτ. …26/24.5.2018 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 911/2018.

Αφού άκουσε Τον αναιρεσείοντα με την ιδιότητα του ως δικηγόρου και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του πολιτικώς ενάγοντος, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και ειδικότερα ως προς το δεύτερο λόγο αυτής, να διαταχθεί από τον Άρειο Πάγο η επί τριετία αναστολή της ποινής φυλακίσεως που επιβλήθηκε στον αναιρεσείοντα και να απορριφθεί κατά τα λοιπά η αίτηση αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη υπ' αριθμ. πρωτ. …26/24.5.2018 αίτηση - δήλωση του Δ.Μ. του Ι., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 110/2018 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς, (το οποίο κατ' έφεση δικάζοντας κήρυξε τον ήδη αναιρεσείοντα ένοχο για τις αξιόποινες πράξεις της ψευδούς καταμηνύσεως, της συκοφαντικής δυσφημήσεως κατ' εξακολούθηση και της ψευδορκίας μάρτυρα και του επέβαλε, με το ελαφρ. της περ. ε' της παραγρ. 2 του άρθρου 84 ΠΚ, συνολική ποινή φυλακίσεως δέκα (10) μηνών) ασκήθηκε παραδεκτώς και εμπροθέσμως κατ' άρθρο 473 παρ. 3 ΚΠοινΔ (καταχώρηση της προσβαλλομένης αποφάσεως στο ειδικό βιβλίο την 9.5.2018). Πρέπει, επομένως να ερευνηθεί η βασιμότητα των λόγων της.

Από τις διατάξεις των άρθρων 320 και 321 του ΚΠΔ προκύπτει ότι, ο κατηγορούμενος κλητεύεται στο ακροατήριο για να δικασθεί με επίδοση σ αυτόν εγγράφου που περιέχει εκτός άλλων, ακριβή καθορισμό των πράξεων για τις οποίες κατηγορείται, ώστε να μπορεί να προετοιμάσει την υπεράσπιση του. Κατά τις διατάξεις όμως, των άρθρων 170 παρ. 1, 173 παρ. 1, και 174 παρ. 2, του ΚΠΔ, οι οποίες δεν θίγουν τα από το άρθρο 6 παρ. 3 εδ.

ά ΕΣΔΑ προστατευόμενα δικαιώματα του κατηγορουμένου, η ακυρότητα από τη μη τήρηση των διατάξεων αυτών (320-321 ΚΠΔ), όπως εκείνη σε περίπτωση ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος, είναι σχετική, ως αναγόμενη σε προπαρασκευαστικές πράξεις της κύριας διαδικασίας, γι αυτό και αν ο κατηγορούμενος εμφανιστεί στη δίκη και δεν προβάλλει κατά την έναρξη της πρωτοβαθμίου δίκης, αντιρρήσεις στην πρόοδο αυτής, η σχετική ακυρότητα καλύπτεται, το κλητήριο θέσπισμα θεωρείται έγκυρο και από την επίδοση αυτού αρχίζει η κύρια διαδικασία και αναστέλλεται η παραγραφή. (ΑΠ 1424/2013), Ήτοι απώτατο χρονικό διαδικαστικό σημείο, που μπορεί ο κατηγορούμενος να προβάλλει την ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος στην πρωτοβάθμια δίκη και τις αντιρρήσεις του στην πρόοδο της δίκης, για να μην καλυφθεί η υπάρχουσα σχετική ακυρότητα, είναι η έναρξη της συζήτησης της υπόθεσης δηλαδή "η έναρξη της πρωτοβαθμίου δίκης" η οποία έναρξη συμπίπτει με την απαγγελία της κατηγορίας και όχι οπωσδήποτε με την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας, που γίνεται με την έναρξη εξετάσεως στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου οιουδήποτε αποδεικτικού μέσου.

Μετά την έναρξη της πρωτοβάθμιας δίκης ήτοι την έναρξη της εκδικάσεως της υποθέσεως, που συντελείται με την εκφώνηση των ονομάτων των διαδίκων και την απαγγελία της κατηγορίας από τον εισαγγελέα, δεν μπορεί να προταθεί παραδεκτά από τον κατηγορούμενο τέτοια ακυρότητα αργότερα, ούτε και μέχρι την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας, δηλαδή μέχρι την εξέταση οποιουδήποτε αποδεικτικού μέσου ή την όρκιση του πρώτου μάρτυρα.

Τούτο συνάγεται και από τις διατάξεις των άρθρων 68 και 126 ΚΠΔ, στις οποίες, σε αντίθεση με την ειδική διαφορετική διατύπωση του ανωτέρω άρθρου 174 παρ. 2, προβλέπεται ρητά ότι η δήλωση πολιτικής αγωγής και η ένσταση κατά τόπον αναρμοδιότητας του δικαστηρίου, μπορεί να προβληθούν μέχρι "την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας".

Κατά συνέπεια, μόνον εάν δεν εμφανισθεί ο κατηγορούμενος στην πρωτοβάθμια δίκη και δικαστεί ερήμην ή σε περίπτωση εμφανίσεως του, μόνον αν προβληθεί εγκαίρως και παραδεκτώς απ' αυτόν η ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος κατά την έναρξη της εκδικάσεως της υποθέσεως στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και πάντως πριν από την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας, δεν καλύπτεται η σχετική ακυρότητα και σε περίπτωση που απορριφθεί ο σχετικός ισχυρισμός περί ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο μπορεί να προβληθεί από τον κατηγορούμενο ο ισχυρισμός αυτός και με λόγο εφέσεως, οπότε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ένεκα του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της εφέσεως, που προσδιορίζεται από την έκταση αυτής και τους λόγους εφέσεως (αρθρ. 502 παρ.2 Κ.Ποιν.Δ.), έχει υποχρέωση να αποφανθεί και επί του λόγου αυτού.

Από δε το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 173 παρ. 1 και 174 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα προκύπτει ότι την ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος ή της επιδόσεως του, η οποία είναι σχετική και αφορά σε διαδικαστική πράξη που κατ' ανάγκην επιδρά στο κύρος της διαδικασίας στο ακροατήριο και στην καταδικαστική απόφαση που θα εκδοθεί, αν δεν καλυφθεί, αν δηλαδή ο κατηγορούμενος εμφανιστεί στη δίκη και προβάλλει εγκαίρως αντίρρηση για την πρόοδο της μπορεί, εφόσον η σχετική ένσταση του απορρίφθηκε, να την προτείνει επαναφέροντας την με λόγο εφέσεως και στη δευτεροβάθμια δίκη.

Αν δεν προταθεί η ακυρότητα αυτή με λόγο εφέσεως καλύπτεται, με επακόλουθο το κλητήριο θέσπισμα να θεωρείται πλέον έγκυρο, τυχόν δε επαναφορά της ενστάσεως αυτής στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο είναι απαράδεκτη. Κατά τη διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 502 ΚΠΔ "σε κάθε περίπτωση το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έχει εξουσία να κρίνει μόνο για εκείνα τα μέρη της πρωτόδικης αποφάσεως στα οποία αναφέρονται οι προβαλλόμενοι στην έφεση λόγοι. (ΑΠ 959/2015).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι το Πενταμελές Εφετείο Πειραιώς, ως δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, όπως και το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Πειραιώς, ως πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, λόγω της ειδικής δωσιδικίας που απολαμβάνει λόγω της δικηγορικής του ιδιότητος εσφαλμένα απέρριψαν την ένστασή του για ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος, με το οποίο είχε παραπεμφθεί για να δικασθεί για τις αξιόποινες πράξεις της ψευδούς καταμηνύσεως, της συκοφαντικής δυσφημήσεως και της ψευδορκίας μάρτυρα.

Όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης υπ' αριθμ. 110/2018 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς και των πρακτικών της, σε συνδυασμό με την πρωτοβάθμια με αριθμό 1857/2017, 58/2018 καταδικαστική απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Πειραιώς, ως και τα πρακτικά αυτής, αλλά και από τα έγγραφα που παραδεκτώς επισκοπούνται, προκειμένου να ερευνηθεί το παραδεκτό του προβαλλόμενου συναφούς πρώτου λόγου αναιρέσεως, ο αναιρεσείων, κατόπιν παραπομπής της υποθέσεως από το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιώς, εμφανίσθηκε για να δικασθεί ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Πειραιώς, κατά τη δικάσιμο αυτού της 13.6.2017.

Κατά την συζήτηση της υποθέσεως παριστάμενος αυτοπροσώπως ως δικηγόρος, δεν αντέλεξε για οιονδήποτε λόγο στην πρόοδο της δίκης και το δικαστήριο, αφού άρχισε η αποδεικτική διαδικασία, στη συνέχεια ανέβαλε την εκδίκαση της υποθέσεως για κρείσσονες αποδείξεις, σύμφωνα με τη διάταξη της παραγράφου 3 του άρθρου 352 ΚΠΔ.

Στην επομένη συζήτηση ενώπιον του ιδίου δικαστηρίου κατά τη δικάσιμο της 11.12.2017, ο κατηγορούμενος ήδη αναιρεσείων προέβαλε για πρώτη φορά την εν λόγω ένσταση, το δε πρωτοβάθμιο Δικαστήριο (Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Πειραιώς) με την παρεμπίπτουσα απόφαση του με αριθμό 1857 / 2017 που περιελήφθηκε στα πρακτικά της υπ' αριθμ. 58 /2018 αποφάσεώς του απέρριψε την παραπάνω ένσταση ως απαράδεκτη, καθ' όσον η ( τυχόν ) ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος είχε καληφθεί και δεν ήταν δυνατόν να προταθεί το πρώτον στη μετ' αναβολή δίκη, αφού δεν προβλήθηκε πριν από την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας στην προηγούμενη δίκη που αναβλήθηκε.

Ειδικότερα, η σχετική περί ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος ένσταση του απορρίφθηκε από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την αιτιολογία ότι: Με την υπό κρίση ένσταση του ο κατηγορούμενος ισχυρίζεται ότι το επιδοθέν σ' αυτόν κλητήριο θέσπισμα είναι άκυρο λόγω του ότι δεν υφίσταται ακριβής περιγραφή της πράξης για την οποία κατηγορείται (άρθρ. 321§15 ΚΠΔ).

Επί της ενστάσεως αυτής λεκτέα τα ακόλουθα: Ο κατηγορούμενος παραπέμθηκε ενώπιον του ακροατηρίου του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιά δυνάμει του από 11.7.2016 κλητηρίου θεσπίσματος. Κατά τη δικάσιμο της 28.2.2017 το Δικαστήριο με την 955/2017 απόφαση του κήρυξε εαυτό αναρμόδιο και παρέπεμψε τον κατηγορούμενο να δικαστεί ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού.

Η απόφαση αυτή επέχει θέση παραπεμπτικού βουλεύματος και έτσι με την 1668/2017 κλήση του Εισαγγελέως Εφετών Πειραιώς κλήθηκε να εμφανιστεί ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού κατά τη δικάσιμο την 13.6.2017, όπου παριστάμενος αυτοπροσώπως ως δικηγόρος, δεν αντέλλεξε για την εγκυρότητα της κλήσεως και εντεύθεν για ενδεχόμενες ελλείψεις του διατακτικού της ως άνω απόφασης.

Το Δικαστήριο προχώρησε στη συζήτηση των υποθέσεων και μετά την εξέταση των μαρτύρων με την 1074/2017 απόφαση του ανέβαλλε την εκδίκαση αυτής κατ' άρθρο 352 ΚΠΔ. Επομένως στο στάδιο αυτό η υπό κρίση ένσταση και αν ακόμη υποτεθεί ότι βάλλει κατά ελλείψεων του διατακτικού της ως άνω απόφασης αν παραδεκτώς προβάλλεται και πρέπει να απορριφθεί ανεξαρτήτως του ότι η περιγραφή της πράξης του αυτής κατηγορείται είναι πλήρης και ακριβής".

Ακολούθως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο προχώρησε στην εκδίκαση της υπόθεσης και κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο για τις ως άνω πράξεις και τον καταδίκασε σε συνολική ποινή φυλακίσεως δύο (2) ετών.

Εναντίον της ανωτέρω καταδικαστικής αποφάσεως ο αναιρεσείων άσκησε την με αριθμό 1/10.1.2018 έφεσή του στην οποία περιέλαβε γενικώς λόγους κακής εκτίμησης των αποδείξεων για τους οποίους ζητούσε την εξαφάνιση της άνω πρωτοδίκου αποφάσεως και την απαλλαγή του. Επίσης, ενώπιον του δευτεροβάθμιου Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών επανέφερε προς κρίση και τον παραπάνω ισχυρισμό του περί ακυρότητος του κλητηρίου θεσπίσματος, αναπτύσσοντας προφορικά και καταθέτοντας εγγράφως την ένστασή του περί ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος, προβάλλοντας και πάλι ότι δεν καθόριζε επακριβώς την πράξη για την οποία και καταδικάστηκε. Το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε, με την παρεμπίπτουσα απόφασή του με τον αυτόν αριθμό με την προσβαλλομένη απόφαση, που περιελήφθη στα πρακτικά αυτής ως απαράδεκτη την παραπάνω ένστασή του με την αιτιολογία ότι:

"....Με την υπό κρίση ένστασή του ο εκκαλών κατηγορούμενος ισχυρίζεται ότι το επιδοθέν σ' αυτόν κλητήριο θέσπισμα είναι άκυρο, λόγω του ότι δεν υφίσταται ακριβής περιγραφή της πράξης για την οποία κατηγορείται (άρθρ. 321 παρ. 1δ ΚΠΔ). Επί της ενστάσεως αυτής, λεκτέα τα ακόλουθα: Ο κατηγορούμενος παραπέμφθηκε ενώπιον του ακροατηρίου του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιά, δυνάμει του από 11/7/2016 κλητηρίου θεσπίσματος.

Κατά τη δικάσιμο της 28/2/2017, το Δικαστήριο, με την υπ' αριθ. 955/2017 απόφασή του, κήρυξε εαυτό αναρμόδιο και παρέπεμψε τον κατηγορούμενο να δικαστεί ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Πειραιώς. Η απόφαση αυτή επείχε θέση παραπεμπτικού βουλεύματος και, έτσι, με την υπ' αριθ. 1668/2017 κλήση του Εισαγγελέως Εφετών Πειραιώς, κλήθηκε να εμφανιστεί ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού, κατά τη δικάσιμο της 13/6/2017, όπου, παριστάμενος αυτοπροσώπως, ως δικηγόρος, δεν αντέλεξε για την εγκυρότητα της κλήσεως και, εντεύθεν, για ενδεχόμενες ελλείψεις του διατακτικού της ως άνω απόφασης.

Το Δικαστήριο προχώρησε στην συζήτηση της υπόθεσης και, μετά την εξέταση των μαρτύρων, με την υπ' αριθ. 1074/2017 απόφασή του, ανέβαλε την εκδίκαση αυτής, κατ' άρθρο 352 ΚΠΔ. Την ίδια ένσταση υπέβαλε και πρωτοδίκως η οποία απερρίφθη ως απαράδεκτη. Επομένως, στο στάδιο αυτό, η υπό κρίση ένσταση και αν ακόμη υποτεθεί ότι βάλλει κατά ελλείψεων του διατακτικού της ως άνω απόφασης, απαραδέκτως προβάλλεται εκ νέου ανεξαρτήτως του ότι δεν προσβάλλεται και με λόγο έφεσης.

Άλλωστε πρέπει να σημειωθεί ότι η περιγραφή της πράξης, για την οποία ο εκκαλών κατηγορείται, είναι πλήρης και ακριβής".

Σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, αφού δεν προβλήθηκε από τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο η ένσταση περί ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος έγκαιρα και νόμιμα κατά την έναρξη της εκδικάσεως της υποθέσεως στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και πάντως πριν από την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας στο αλλά μετά από αυτή και συγκεκριμένα μετά τη δικάσιμο της 13.6.2017, οπότε και ως δικηγόρος ήταν παρών και αναβλήθηκε η υπόθεση για κρείσσονες αποδείξεις, καλύφθηκε οποιαδήποτε έλλειψη και σχετική ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος και δεν μπορούσε ο αναιρεσείων να προβάλει ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος ούτε στην μετ' αναβολή για κρείσσονες αποδείξεις δικάσιμο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου της 11.12.2017.

Σε κάθε, όμως, περίπτωση η εν λόγω ένσταση δεν επαναφέρθηκε στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο με σχετικό λόγο εφέσεως, ούτε επικαλείται κάτι τέτοιο ο αναιρεσείων προβάλλοντας τον σχετικό λόγο αναιρέσεως και, ως εκ τούτου, δεν είχε υποχρέωση το δικαστήριο να απαντήσει επ' αυτής αφού απαραδέκτως προβαλλόταν σχετική ακυρότητα που δεν προβλήθηκε έγκαιρα και καλύφθηκε. ( ΑΠ 959/ 2015).

Πλην όμως αν και διατυπώνεται το απαράδεκτο του προβληθέντος ισχυρισμού λόγω του ότι δεν περιλήφθηκε σε σχετικό λόγο εφέσεως προς το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, εν τούτοις, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, απήντησε επί του σχετικού ισχυρισμού του αναιρεσείοντα απορρίπτοντάς τον με την προαναφερθείσα πλήρη και σαφή αιτιολογία.

Ακολούθως των ανωτέρω και, σύμφωνα με όσα σχετικώς εξετέθησαν, ο πρώτος, από το άρθρο 510 §1 στοιχ. Β' ΚΠΔ λόγος της αναιρέσεως κρίνεται αβάσιμος και απορριπτέος.

Περαιτέρω, από τα άρθρα 148 έως 153, 474 παρ. 2, 476 παρ. 2 και 509 παρ. 1α ΚΠΔ προκύπτει, ότι προϋπόθεση του κύρους της αίτησης αναίρεσης κατά αποφάσεων είναι οι περιεχόμενοΐσε αυτή λόγοι από τους περιοριστικώς διαλαμβανόμενους στο άρθρο 510 του ίδιου Κώδικα, να διατυπώνονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, γιατί διαφορετικά, η αίτηση τυγχάνει απαράδεκτη.

Από την ανωτέρω αξίωση του νόμου, να είναι δηλαδή σαφείς και ορισμένοι οι αναιρετικοί λόγοι, δεν εξαιρείται ο προβλεπόμενος στο παραπάνω άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' τέτοιος της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που απαιτείται από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. Ενόψει τούτων, για το ορισμένο του λόγου αυτού, πρέπει, α) αν ελλείπει παντελώς η αιτιολογία να προτείνεται με την αίτηση αναίρεσης η ανυπαρξία της, σε σχέση με συγκεκριμένο ή συγκεκριμένα κεφάλαια της απόφασης, στα οποία αναφέρεται η σχετική αιτίαση, και β) αν υπάρχει αιτιολογία, αλλά δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, να προσδιορίζεται, επί πλέον, σε τι ακριβώς συνίσταται η έλλειψη αυτή, αναφορικά με το συγκεκριμένο ή τα συγκεκριμένα πληττόμενα κεφάλαια της απόφασης (ολ.

ΑΠ 19/2001). Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο αναιρετικό λόγο ο αναιρεσείων αποδίδει, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου του την από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ πλημμέλεια στην προσβαλλομένη υπ' αριθμ. 110/ 2018 απόφαση που τον καταδίκασε διότι, ως ισχυρίζεται με τον άνω λόγο της αναιρέσεώς του επί λέξει: "είναι ουσία αβάσιμη η προσβαλλομένη απόφαση διότι τα στοιχεία που αναφέρω σε αυτήν με το σημείωμα "αποδείξεις" αποδεικνύουν την αθωότητά μου, το οποίο και παραθέτω ακολούθως" και ακολούθως ότι καταδικάσθηκε από το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο "μόνο με την ψευδή κατάθεση του μηνυτού η οποία καταρρέει με τον πακτωλό των αποδεικτικών στοιχείων που προσάγω και επικαλούμαι".

Έτσι όμως όπως έχει διατυπωθεί ο λόγος αυτός, χωρίς να προσδιορίζεται σε τι ακριβώς συνίσταται οι ελλείψεις και πλημμέλειες της πρσβαλλομένης αποφάσεως, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, αφ' ενός λόγω της αοριστίας αυτού και αφ' ετέρου διότι έτσι όπως διατυπώνεται, πλήττεται αναιρετικώς η ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.

Τέλος, κατά το άρθρο 470 εδ. α' ΚΠΔ στην περίπτωση που ασκήθηκε ένδικο μέσο εναντίον καταδικαστικής αποφάσεως από εκείνον που καταδικάσθηκε ή υπέρ αυτού, δεν μπορεί να γίνει χειρότερη η θέση του ούτε να ανακληθούν τα ευεργετήματα που δόθηκαν με την απόφαση που προσβάλλεται. Κατά δε το άρθρο 510 παρ. 1 εδ. Η του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως εναντίον αποφάσεως ποινικού δικαστηρίου συνιστά η υπέρβαση εξουσίας.

Τέτοια περίπτωση συνιστά εκτός των άλλων και η χειροτέρευση της θέσεως του κατηγορουμένου, όπως όταν το δευτεροβάθμιο δικαστήριο μετατρέπει σε χρηματική κατά το άρθρο 82 του ΠΚ την επιβληθείσα σ' αυτόν στερητική της ελευθερίας ποινή η οποία όμως πρωτοδίκως είχε ανασταλεί κατά το άρθρο 99 του ιδίου Κώδικα αφού το μέτρο της αναστολής είναι ευμενέστερο από εκείνο της μετατροπής.

Πράγματι η αναστολή της στερητικής της ελευθερίας ποινής είναι μέτρο επιεικείας. Αν δε το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν αναστείλει την ήδη (πρωτοβαθμίως) χορηγηθείσα αναστολή της ποινής, καθιστά χειρότερη τη θέση του κατηγορουμένου και υποπίπτει στην πλημμέλεια του άρθρου 510 παρ. 1 εδ. Η'ΚΠΔ. Στην προκειμένη περίπτωση το Πενταμελές Εφετείο Πειραιώς, δικάζον έφεση του αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθμ. 58 / 2018 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου ( Πλημμελημάτων) Πειραιώς, με την οποίαν είχε καταδικασθεί για ψευδή καταμήνυση, συκοφαντικής δυσφήμηση και ψευδορκία μάρτυρα σε συνολική ποινή φυλακίσεως δύο (2) ετών, ανασταλείσα επί τριετία, με την προσβαλλομένη υπ' αριθμ. 110/2018 απόφαση του, αφού καταδίκασε αυτόν για τις πράξεις αυτές και του επέβαλε συνολική ποινή φυλακίσεως δέκα (10) μηνών, στη συνέχεια μετέτρεψε αυτή σε χρηματική προς πέντε (5) ευρώ ημερησίως.

Έτσι όμως κατέστησε χείρονα τη θέση του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου κατά το άρθρο 470 ΚΠΔ και υπέπεσε στην πλημμέλεια της υπέρβασης εξουσίας. Επομένως είναι βάσιμος ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' ΚΠΔ δεύτερος λόγος αναιρέσεως της κρινομένης αιτήσεως και πρέπει να γίνει δεκτός, να αναιρεθεί εν μέρει κατά τη διάταξή της αυτή και μόνον η προσβαλλομένη απόφαση και να διαταχθεί από το παρόν Δικαστήριο η επί τριετία αναστολή εκτελέσεως της (συνολικής) ποινής φυλακίσεως που επιβλήθηκε με αυτήν στον αναιρεσείοντα, κατ' ανάλογο εφαρμογή του άρθρου 517 του ΚΠΔ, χωρίς να παραπεμφθεί κατά τούτο η υπόθεση για νέα συζήτηση, αφού δεν απαιτείται έρευνα και βεβαίωση πραγματικών γεγονότων, δεδομένου ότι για όλα αυτά κρίνει το σε πρώτο βαθμό δικάσαν Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Πειραιώς, που είχε απαγγείλει την αναστολή (ΑΠ 294/2015), να απορριφθεί δε κατά τα λοιπά η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΝΑΙΡΕΙ εν μέρει όπως στο σκεπτικό την υπ' αριθμ. 110/2018 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς.

ΑΝΑΣΤΕΛΛΕΙ την επιβληθείσα με την ανωτέρω απόφαση (συνολική) ποινή φυλακίσεως των δέκα (10) μηνών που επιβλήθηκε σε βάρος του αναιρεσείοντος επί μία τριετία. Και ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ κατά τα λοιπά την υπ' αριθμ. πρωτ. 5526/24.5.2018 αίτηση - δήλωση του Δ. Μ. του Ι., κατοίκου ..., οδός ..., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 110 / 2018 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Οκτωβρίου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 13 Νοεμβρίου 2018.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ