Legislator Case Law & Legislation
1903/2017 AI generated

1903/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1903/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, και Παρασκευή Καλαϊτζή, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1903/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Όπως προκύπτει απ’ την επιτρεπτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως, (όπως αυτή διορθώθηκε, ως άνω), το δικαστήριο δέχθηκε την συνδρομή στο πρόσωπο του αρχικού ενάγοντος Μ. Π. (του οποίου εξ αδιαθέτου κληρονόμοι είναι οι αναιρεσίβλητοι), της 15ετούς κτητικής παραγραφής και βάσει αυτής την αναγνώριση της κυριότητός του επί του επιδίκου αγροτεμαχίου 512 μ2 στην Κ.Π. ...

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1903 / 2017 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1903/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, και Παρασκευή Καλαϊτζή, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Σεπτεμβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ... με έδρα στο ΔΔ ..., όπως νόμιμα εκπροσωπείται, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Εμμανουήλ Βλάχο.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Π. Π. του Μ., 2)Τ. Π. του Μ., ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων του αποβιώσαντος Μ. Π., κατοίκων ΔΔ ..., που δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-7-1993 αγωγή του αρχικώς ενάγοντος αποβιώσαντος Μ. Π., που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Ρόδου.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1020/1993 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου, 219/2009 μη οριστική του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, που ανέβαλε την εκδίκαση της υπόθεσης, 192/2010 του ιδίου δικαστηρίου που κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση και 42/2016 οριστική, όπως διορθώθηκε με την 67/2016 απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 12-10-2016 αίτησή του Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, το αναιρεσείον παραστάθηκε όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Όπως προκύπτει απ’ τις επικαλούμενες και προσκομιζόμενες .../3.2.2017 και .../6.2.2017 εκθέσεις εκδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Ρόδου Μ. Κ., στους απολειπομένους αναιρεσιβλήτους, με πρωτοβουλία του επισπεύδοντος ΝΠΔΔ (...) - αναιρεσείοντος, έχει επιδοθεί ακριβές αντίγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσης αποφάσεως δικάσιμο. Επομένως, η συζήτηση προχωρεί παρά την απουσία των ανωτέρω (κλητευθέντων αλλά) απουσιαζόντων αναιρεσιβλήτων (άρθρ. 576§2 ΚΠολΔ).

ΙΙ. Κατ’ άρθρ. 560 αρ. 1 ΚΠολΔ, (το νοηματικό πεδίο του οποίου τελεί σε αντιστοίχιση με την διάταξη 559 αρ. 1 ΚΠολΔ), κατά των αποφάσεων...των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση "αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου...". Ο λόγος αυτός αναιρέσεως, για ευθεία παράβαση κανόνος του ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοσθεί ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, αντιστοίχως δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του κανόνος δικαίου για την επέλευση της απαγγελθείσης έννομης συνέπειας ή την άρνησή της.

ΙΙΙ. Οι διατάξεις των άρθρ. 4 και 23 του Α.Ν. 1539/1938, ως ισχύει, (άρθρα τα οποία αναφέρονται αντιστοίχως στο απαράγραπτο των επί ακινήτων κτημάτων δικαιωμάτων του Ελληνικού Δημοσίου, ήτοι στο ανεπίδεκτο της επ’ αυτών χρησικτησίας και στις επισυρόμενες ποινικές κυρώσεις, καθόσον αφορά στους αυτογνωμόνως επιλαμβανομένους οιουδήποτε δημοσίου κτήματος), συμφώνως προς το άρθρ. 22 §7 του Ν. 4301/2014, έχουν ανάλογη εφαρμογή και επί των κτημάτων και εν γένει ακινήτων, που ανήκουν στα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου των ... της Δωδεκανήσου και της ..., των Ιερών Ναών και των Ιερών Μονών τους και στα υπαγόμενα σε αυτά εκκλησιαστικά ιδρύματα, Ιερά Προσκυνήματα και Εκκλησιαστικά Μουσεία. Περαιτέρω, η ισχύς του εν λόγω νόμου (4301/2014) τέθηκε σε ισχύ από 7.10.2014, κατ’ άρθρ. 56 αυτού (ΦΕΚ Α223).

IV. Στην προκειμένη περίπτωση το αναιρεσείον (Ν.Π.Δ.Δ. του ...) με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως αιτιάται, ότι το δευτεροβαθμίως δικάσαν Πολυμελές Πρωτοδικείο Ρόδου, με την προσβαλλομένη 42/2016 απόφασή του, όπως αυτή διορθώθηκε με την 67/2016, απόφαση του ιδίου δικαστηρίου, υπέπεσε στην κατ’ άρθρ. 560 αρ. 1 ΚΠολΔ πλημμέλεια, υπό την έννοια, ότι το αναιρεσείον ενώπιον του εν λόγω δικαστηρίου προέβαλε (με τον πρώτο λόγο εφέσεως και τον δεύτερο πρόσθετο λόγο εφέσεως), την προστατευτικότητα των προειπωθεισών ουσιαστικών διατάξεων (ΑΝ. 1539/38 ΚΑΙ 4301/14, ως άνω), καθόσον αφορά στο με ανάλογη εφαρμογή τους ανεπίδεκτο της χρησικτησίας του επιδίκου αγρού της ιδιοκτησίας του (αναιρεσείοντος).

Εν τούτοις, το δικαστήριο αυτό δεν εφήρμοσε τις προμνημονευθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους. Ειδικότερα, το αναιρεσείον ισχυρίζεται, ότι, αν και στον πρώτο βαθμό ενώπιον του Ειρηνοδικείου Ρόδου είχε δικασθεί ερήμην, (εκδοθείσης τότε υπ’ αυτού τις 1020/1993 αποφάσεως) ενώπιον δε του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρόδου η έκκλητη δίκη είχε διεξαχθεί στις 5.11.2015 (του νόμου 4301 έχοντος τεθεί σε ισχύ από 7.10.2014, κατά τα ως άνω, αφενός και αφετέρου στην ενώπιον του Πρωτοδικείου (δευτεροβάθμια) δίκη, είχε αναδείξει προσηκόντως το ζήτημα (του ανεπιδέκτου της χρησικτησίας του, επιδίκου εκκλησιαστικού ακινήτου), με τον Α’ λόγο εφέσεως και τον δεύτερο, πρόσθετο λόγο εφέσεως, όπως προαναφέρθηκε, το δικαστήριο της ουσίας, εφήρμοσε, ως μη ώφειλε, το άρθρ. 63 του Κτηματολογικού Κανονισμού Δωδεκανήσου, και όχι τις προρρηθείσες εφαρμοστέες ουσιαστικές διατάξεις και ανεγνώρισε στο πρόσωπο του δικαιοπαρόχου των αναιρεσιβλήτων την 15ετή κτητική παραγραφή και την βάσει αυτής κτήση της κυριότητός του επί του επιδίκου.

V. Όπως προκύπτει απ’ την επιτρεπτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως, (όπως αυτή διορθώθηκε, ως άνω), το δικαστήριο δέχθηκε την συνδρομή στο πρόσωπο του αρχικού ενάγοντος Μ. Π. (του οποίου εξ αδιαθέτου κληρονόμοι είναι οι αναιρεσίβλητοι), της 15ετούς κτητικής παραγραφής και βάσει αυτής την αναγνώριση της κυριότητός του επί του επιδίκου αγροτεμαχίου 512 μ2 στην Κ.Π. ...

Ρόδου. Αναλυτικότερα οι παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως έχουν ως εξής: "Στην κτηματική περιφέρεια ... Ρόδου βρίσκεται αγρός εκτάσεως 11749 τ.μ., με κτηματολογικά στοιχεία τόμος γαιών ... αριθ 4, φύλλο 4, μερίδα 583, φάκελος 349, νομικής φύσης αρζί μιρί, ο οποίος φέρεται εγγεγραμμένος από αρχική θεμελιώδη καταγραφή στο όνομα της εκκαλούσας (βλ.

το υπ’ αριθμ. .../2009 πιστοποιητικό ιδιοκτησίας του Κτηματολογίου Ρόδου). Από την αρχική αυτή εγγραφή, η οποία κατέστη αμετάκλητη αποδεικνύεται κατά αμάχητο τεκμήριο η εκ μέρους της εκκαλούσας κτήση του δικαιώματος τούτου πριν από την έναρξη της κατάρτισης του Κτηματολογίου και η διατήρηση του υπέρ της παραπάνω δικαιούχου εξακολουθητικά μέχρι τις 28-4-1952, που δημοσιεύτηκε ο νόμος 2100/1952, εφόσον δεν υπάρχει νεότερη εγγραφή για την έκπτωση από το δικαίωμα αυτό με κάποιον από τους τρόπους που προβλέπονται στα άρθρα 68 και 69 του Κτηματολογικού Κανονισμού, με την οποία (διατήρηση) αποσβέστηκε η κυριότητα του Δημοσίου επί του επιδίκου και η εκκαλούσα απέκτησε την πλήρη κυριότητα του.

Κατ’ εφαρμογή δηλαδή του άρθρου 9 του ως άνω νόμου, αφενός το επίδικο ακίνητο αποκτήθηκε κατά πλήρη κυριότητα από την εκκαλούσα και αφετέρου μεταβλήθηκε η νομική του φύση από αρζί μιρί σε μουλκ και συνεπώς έκτοτε αντιτάσσεται κατά της εκκαλούσας η κατά άρθρο 63 του Κτηματολογικού Κανονισμού κτητική παραγραφή, στην οποία στηρίζεται η κρινόμενη αγωγή, εφόσον βέβαια το επίδικο ακίνητο δεν χρησιμοποιήθηκε ποτέ για την εξυπηρέτηση κάποιου θρησκευτικού σκοπού.

Τμήμα του επίδικου ακινήτου επιφάνειας 233τ.μ., η τότε Εκκλησιαστική Επιτροπή του Ιερού Ναού ... ..., αποτελούμενη από πέντε μέλη, πώλησε στις 10-3-1947 στον Γ. Π. [πατέρα του αρχικώς εφεσίβλητου, βλ. σχετικώς προσκομιζόμενο από τους εφεσίβλητους πιστοποιητικό οικογενειακής κατάστασης], αντί του τιμήματος των 9.000 Ιταλικών Φράγκων και συντάχθηκε το προσκομιζόμενο με επίκληση από τους εφεσίβλητους "πωλητήριον έγγραφον".

Περαιτέρω και προγενέστερα στις 2-3-1939 η τότε Εκκλησιαστική Επιτροπή ..., αποφάσισε την τμηματική του ακινήτου πώληση, σε οικόπεδα, κατόπιν εγκρίσεως και της Α.Σ. του Μητροπολίτου Ρόδου κ.κ. Α. ως επόπτη των εκκλησιαστικών περιουσιών και για το λόγο αυτό, πουλήθηκε στην κ. Α. Ν. Χ., κάτοικο ... τμήμα του ως άνω αγρού εκτάσεως 179 τ.μ αντί συνολικού ποσού τριακοσίων λιρετών καταβληθέντων τοις μετρητοίς. (Βλ.

προσκομιζόμενο με επίκληση από τους εφεσίβλητους από 2.3.1939 πωλητήριον). Ακόμα με το από 6-9-1937 "πωλητήριον" η τότε Εκκλησιαστική Επιτροπή πώλησε στην ίδια παραπάνω Α. Ν. Χ. σύζυγο Γ. Π. τμήμα του ως άνω αγρού συνολικής επιφάνειας 100 τμ αντί διακοσίων λιρετών τα οποία η ως άνω αγοράστρια κατέβαλε τοις μετρητοίς.

Τα τρία παραπάνω τμήματα (233+179+100=512 τ.μ.) είναι ενιαία και αποτελούν τη συνολική επίδικη έκταση, όπως αυτή εμφαίνεται ως έκταση "Α" με στοιχεία ... στο συνημμένο στην αγωγή από Μάιος 1993 τοπογραφικό διάγραμμα της αγρονόμου τοπογράφου μηχανικού Ε. Β. Η ως άνω επίδικη έκταση το έτος 1965 περιήλθε λόγω άτυπης γονικής παροχής στον δικαιοπάροχο των εφεσίβλητων Μ.

Π., ο οποίος το νεμόταν συνεχώς και το κατείχε έκτοτε αδιατάρακτα και αδιαμφισβήτητα, εν γνώσει της εκκαλούσας. Ο προαναφερόμενος δικαιοπάροχος των εφεσίβλητων ασκούσε πράξεις νομής στο επίδικο, ήτοι καλλιεργούσε τον αγρό με σιτηρά και μάζευε τους καρπούς από τις λεμονιές, ενώ το έτος 1948, κατασκεύασε μια κατοικία στο επίδικο ακίνητο επιφάνειας 70 τμ.

Η παλαιότητα της κατοικίας προκύπτει από τις προσκομιζόμενες φωτογραφίες, η γνησιότητα των οποίων δεν αμφισβητήθηκε, λαμβανομένων υπόψη και των διδαγμάτων της κοινής πείρας. Περαιτέρω με το με αριθμό πρωτοκόλλου .../6-6-1985 έγγραφο της Πολεοδομίας Δωδεκανήσου, συνεπεία αιτήσεως του αρχικώς εφεσίβλητου του επετράπη να κατασκευάσει αποχωρητήριο διαστάσεων 2μ χ 2,5μ. (βλ σχετικά προσκομιζόμενο με επίκληση από τους εφεσίβλητους έγγραφο).

Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι ο αρχικώς εφεσίβλητος και δικαιοπάροχος των νυν εφεσίβλητων από το έτος 1965, νεμόταν την επίδικη έκταση, με διάνοια κυρίου, χωρίς ποτέ να αμφισβητηθεί από την εκκαλούσα, απορριπτόμενου του σχετικού δεύτερου λόγου εφέσεως με τον οποίο αποδίδεται στην εκκαλούμενη η πλημμέλεια ότι εκτίμησε εσφαλμένα τα πραγματικά περιστατικά επειδή ο αρχικώς εφεσίβλητος δεν νεμόταν την επίδικη έκταση με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι το επίδικο ακίνητο δεν χρησιμοποιήθηκε ποτέ από την εκκαλούσα για εξυπηρέτηση θρησκευτικού σκοπού, ο δε αρχικώς εφεσίβλητος το νεμόταν συνεχώς, από το έτος 1965 μέχρι και την άσκηση της κρινόμενης αγωγής, δηλαδή για διάστημα μεγαλύτερο των δεκαπέντε ετών, ασκώντας τις προαναφερόμενες εμφανείς υλικές πράξεις νομής και συνεπώς συμπληρώθηκε στο πρόσωπο του και χωρίς προσμέτρηση του χρόνου νομής των δικαιοπαρόχων του, ο χρόνος κτητικής παραγραφής για την απόκτηση κυριότητας.

Αντίθετα, δεν αποδείχθηκε από κανένα αποδεικτικό μέσο και είναι απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος ο τρίτος πρόσθετος λόγος εφέσεως, ότι ο αρχικώς εφεσίβλητος δεν είχε γνωστοποιήσει στην εκκαλούσα ότι νέμεται την επίδικη έκταση ως αποκλειστικός κύριος, καθώς όπως προκύπτει από τα ως άνω αναφερθέντα πωλητήρια, η εκκαλούσα είχε παραδώσει τη νομή εκουσίως στους δικαιοπαρόχους του αρχικώς εφεσίβλητου, την οποία βούληση για την παράδοση της νομής εξωτερίκευσε ρητώς στα ως άνω πωλητήρια έγγραφα, δεν απαιτούνταν επομένως νέα γνωστοποίηση από τον αρχικώς εφεσίβλητο ότι νέμεται την επίδικη έκταση διάνοια κύριου.

Πρέπει συνεπώς, να γίνει δεκτή η κρινόμενη αγωγή στο σύνολο της ως ουσιαστικά βάσιμη και να αναγνωριστεί ότι συμπληρώθηκε ο χρόνος της νόμιμης κτητικής παραγραφής στο πρόσωπο του αρχικώς εφεσίβλητου στην επίδικη έκταση".

VI. H επισκόπηση των ανωτέρω παραδοχών της προσβαλλομένης αποφάσεως καταδεικνύει, ότι το δικαστήριο της ουσίας έσφαλε, αφού δεν εφήρμοσε, ως ώφειλε, τις προμνησθείσες (ουσιαστικού δικαίου) διατάξεις περί του ανεπιδέκτου της χρησιδεσποτείας του επιδίκου Εκκλησιαστικού κτήματος, συμφώνως προς την προηγηθείσα νομική ανάλυση, υπό τα κομβικά δεδομένα, ότι: Το Πολυμελές Πρωτοδικείου Ρόδου, κατά την ενώπιον του κατ’ έφεση δίκη, έπρεπε να εφαρμόσει τις προπαρατεθείσες ουσιαστικές διατάξεις και δυνάμει αυτών να αντιμετωπίζει το επίδικο (ιδιοκτησίας αναιρεσείοντος) εκκλησιαστικό αγροτεμάχιο ως απυρόβλητο (? ανεπίδεκτο) χρησικτησίας, μη έχοντος εν προκειμένω εφαρμογήν του άρθρου 63 του Κτηματολογικού Κανονισμού Δωδεκανήσου, κατά τα άνω εκτιθέμενα.

VII. Κατά συνέπεια, είναι βάσιμος ο πρώτος λόγος αναιρέσεως. Κατά παραδοχήν δε τούτου, (παρελκούσης της εξετάσεως των λοιπών λόγων), πρέπει ν’ αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. Εν συνεχεία, κατ’ εφαρμογήν του άρθρ. 580 § 3 ΚΠολΔ και εφόσον δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση, πρέπει να κρατηθεί η υπόθεση, να δικασθεί αυτή και να απορριφθεί η αγωγή ως μη νόμιμη. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή στον κατατεθέσαντα του καταβληθέντος παραβόλου και να επιβληθεί στους αναιρεσιβλήτους η δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος Ιερού Ναού, κατά παραδοχήν του αιτήματός του (άρθρ. 176, 183, 191§2, 495§3 ΚΠολΔ), συμφώνως προς το διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 42/2016 απόφαση του (ως Εφετείου δικάσαντος) Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, όπως αυτή είχε διορθωθεί με την 67/2016 απόφαση του ιδίου δικαστηρίου.

Κρατεί και δικάζει την υπόθεση.

Απορρίπτει την αγωγή.

Διατάσσει την επιστροφή στον καταθέσαντα του καταβληθέντος παραβόλου. Και Επιβάλλει στους αναιρεσιβλήτους την δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος Ιερού Ναού της ... ... Ρόδου. Το ποσό της οποίας ορίζει σε τρεις χιλιάδες ευρώ (3.000€).

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Οκτωβρίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Νοεμβρίου 2017.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ