1903/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Φεβρουαρίου 2014, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9/6/2009 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Λάρισας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 191/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 63/2013 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 9/5/2013 αίτησή του.
Legislator headnote
AI generated1903/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε την υπόθεση κατ' ουσίαν, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ.) και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1903 / 2014 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1903/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημήτριο Μουστάκα, Χριστόφορο Κοσμίδη, Νικόλαο Τρούσα και Ασπασία Καρέλλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Φεβρουαρίου 2014, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Μ. Ζ. του Ν., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευστράτιο Μαυραγάνη και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Δ. Π. του Ι., κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9/6/2009 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Λάρισας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 191/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 63/2013 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 9/5/2013 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Τρούσας ανέγνωσε την από 14/2/2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του τέταρτου λόγου αναίρεσης και την απόρριψη των λοιπών λόγων. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από την προσκομιζόμενη με επίκληση από τον αναιρεσείοντα έκθεση επιδόσεως 3936 Γ'/4-6-2013 της αρμόδιας δικαστικής επιμελητήτριας στο Πρωτοδικείο Λάρισας Ο. Μ.-Σ. προκύπτει ότι, ακριβές αντίγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως, με πράξη ορισμού δικασίμου για 26-11-2013, και κλήσεως προς συζήτηση για τη δικάσιμο αυτή, επιδόθηκε, με παραγγελία του επισπεύδοντος την συζήτηση αναιρεσείοντος, νόμιμα και εμπρόθεσμα στην αναιρεσίβλητη. Κατά τη δικάσιμο αυτή η συζήτηση της υποθέσεως αναβλήθηκε για την παρούσα δικάσιμο (25-2-2014), για την οποία και επιδόθηκε (ως εκ περισσού) στην αναιρεσίβλητη, με επιμέλεια επίσης του αναιρεσείοντος, βεβαίωση του γραμματέως του Δικαστηρίου τούτου περί αναβολής της συζητήσεως της υποθέσεως, με κλήση να παραστεί κατ' αυτή, όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη με επίκληση από τον αναιρεσείοντα έκθεση επιδόσεως 4954 Γ'/ 24-12-2013 της ίδιας ως άνω δικαστικής επιμελητήτριας. Η αναιρεσίβλητη, όμως, κατά την παρούσα μετ' αναβολή εκ του πινακίου δικάσιμο, για την οποία δεν ήταν αναγκαία νέα κλήτευσή της (αρθρ. 226 παρ. 4 και 575 Κ.Πολ.Δ.), κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε από το πινάκιο στη σειρά της δεν εμφανίσθηκε στο ακροατήριο με πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε κατέθεσε, κατ άρθρο 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ. δήλωση παραστάσεως. Επομένως, πρέπει το Δικαστήριο να προχωρήσει στη συζήτηση της αιτήσεως, παρά την απουσία της (αρθρ. 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αρ. 1 Κ.Πολ.Δικ. (όπως και του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ), λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή εάν εφαρμόσθηκε, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και εάν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε την υπόθεση κατ' ουσίαν, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ.) και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Μεταξύ των κανόνων που έχουν ισχύ ουσιαστικού νόμου, η παραβίαση των οποίων ιδρύει τον ανωτέρω λόγο αναίρεσης, συμπεριλαμβάνονται και οι συλλογικές συμβάσεις εργασίας ως και οι αποφάσεις των διαιτητικών δικαστηρίων, επί συλλογικών διαφορών εργασίας. Στην προκείμενη περίπτωση, το Μονομελές Πρωτοδικείο (που δίκασε ως Εφετείο), όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε τα ακόλουθα: "Την 23η Μαρτίου 2001 στα Δένδρα Τυρνάβου Ν.
Λάρισας καταρτίσθηκε μεταξύ των διαδίκων προφορική σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, πλήρους απασχόλησης, δυνάμει της οποίας η ενάγουσα (ήδη αναιρεσίβλητη) προσλήφθηκε από τον εναγόμενο (ήδη αναιρεσείοντα) προκειμένου να εργασθεί στην επιχείρησή του - βιοτεχνία κατασκευής επίπλων, που βρίσκεται στο 10ο χιλ.
της επαρχιακής οδού …, στα Δένδρα Τυρνάβου. Ο εναγόμενος είχε δημοσιεύσει αγγελία στην τοπική εφημερίδα "Ελευθερία" της 25 Φεβρουαρίου 2001, με την οποία ζητούσε "γυναίκες για τρίψιμο στα λούστρα". Ως μισθός που θα καταβαλλόταν στην ενάγουσα συμφωνήθηκε ο νόμιμος, που θα οριζόταν κάθε φορά από τις οικείες και σχετικές με τον κλάδο Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας και Διαιτητικές Αποφάσεις.
Η ενάγουσα παρείχε την εργασία της στον εναγόμενο μέχρι την 23η Δεκεμβρίου 2008, οπότε και απολύθηκε. Κατά τη διάρκεια του χρόνου της εργασίας της, προέβαινε, κατ' εντολή του τεχνίτη λουστραδόρου σ' όλες τις βοηθητικές εργασίες, που απαιτούνται να γίνουν πριν το λουστράρισμα και μέχρι το τελικό του στάδιο.
Συγκεκριμένα υπό την επίβλεψη και τις υποδείξεις του λουστραδόρου ενεργούσε την προεργασία του λουστραρίσματος, ήτοι προέβαινε στο στοκάρισμα και τρίψιμο της επιφάνειας των επίπλων που θα δεχόταν το λούστρο, στο τρίψιμο της επιφάνειας μετά το αρχικό και ενδιάμεσα στάδιο βαφής του λουστραρίσματος, ώστε η επιφάνειά τους να είναι λεία πριν δεχθεί το τελικό λούστρο και συγκέντρωνε τα υλικά παρασκευής του λούστρου, προκειμένου στη συνέχεια, ο τεχνίτης λουστραδόρος να προβεί στις τελικές ενέργειες, ήτοι την παρασκευή του λούστρου με τη σωστή αναλογία και ανάμιξη των υλικών και τη σωστή χρήση του πιστολιού βαφής, εργασίες που γίνονται αποκλειστικά από τον τεχνίτη λουστραδόρο, καθόσον απαιτούνται για την εκτέλεσή τους, ιδιαίτερη τεχνική, εξειδικευμένη γνώση και εμπειρία, που διαθέτει μόνο ο τεχνίτης λουστραδόρος και όχι ο βοηθός του.
Η ενάγουσα εργαζόταν στον ίδιο χώρο που γινόταν και η τελική εργασία της διαδικασίας του λουστραρίσματος, δηλαδή η βαφή με το λούστρο, επειδή η εργασία της αποτελούσε μέρος της όλης διαδικασίας του λουστραρίσματος και για να ελέγχεται η παρεχόμενη από αυτήν εργασία από τον τεχνίτη λουστραδόρο, να της δίνει ο τελευταίος τις κατάλληλες οδηγίες και να επιβλέπει τη σωστή υλοποίησή τους. (......).
Ενόψει του είδους των υπηρεσιών που πράγματι η ενάγουσα προσέφερε στον εναγόμενο (συνεχίζει το Πρωτοδικείο), συνάγεται ότι παρείχε στον εργοδότη της εργασία βοηθού λουστραδόρου και δεν απασχολήθηκε από αυτόν ως εργάτρια ξύλου, που ο ίδιος δήλωσε στην από 23-3-2001 αναγγελία πρόσληψής της στον ΟΑΕΔ.". Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, εκ του άρθρου 560 αρ.1 ΚΠολΔ (και όχι του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ που αναγράφεται στο αναιρετήριο), ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι έσφαλε το Μονομελές Πρωτοδικείο (που δίκασε ως Εφετείο), που με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε ότι η αναιρεσίβλητη (ενάγουσα) εργάσθηκε στην επιχείρησή του, ως βοηθός λουστραδόρου και όχι ως εργάτρια ξύλου και ως εκ τούτου, για το επίδικο χρονικό διάστημα από 23-3-2001 μέχρι 23-12-2008, εσφαλμένα εφάρμοσε τις αναφερόμενες συλλογικές συμβάσεις εργασίας, που ρυθμίζουν "τους όρους εργασίας και αμοιβής των εργατοτεχνιτών, που απασχολούνται στην επεξεργασία και κατεργασία ξύλου και ναυπηγοξυλουργών όλης της Χώρας" με συνέπεια να υποχρεωθεί να της καταβάλει, ως διαφορά αμοιβής τα αναφερόμενα στην αίτηση και στην απόφαση χρηματικά ποσά.
Με τέτοιο περιεχόμενο, ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, καθόσον στην πραγματικότητα πλήττεται με αυτόν η ανέλεγκτη παραδοχή της απόφασης του Πρωτοδικείου (που δίκασε ως Εφετείο), σύμφωνα με την οποία η αναιρεσίβλητη με βάση το αντικείμενο της εργασίας της εργάσθηκε στην επιχείρησή του αναιρεσείοντος πράγματι ως βοηθός λουστραδόρου και όχι ως εργάτρια ξύλου, όπως υποστηρίζει ο αναιρεσείων, δηλαδή, υπό την επίφαση της παραβίασης των κλαδικών Σ.Σ.Ε.
πλήττεται η ανέλεγκτη από τον Άρειο Πάγο εκτίμηση, από το δικαστήριο της ουσίας, πραγματικών γεγονότων.
Με τους δεύτερο και πέμπτο λόγους αναιρέσεως, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση της ελλείψεως νόμιμης βάσης εξ αιτίας ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών. Οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι, προεχόντως, ως απαράδεκτοι, διότι η αιτίαση αυτή δεν μπορεί να θεμελιώσει παραδεκτό λόγο αναιρέσεως από τους περιοριστικώς αναφερόμενους στο άρθρο 560 ΚΠολΔ, αφού η προσβαλλόμενη απόφαση του Πρωτοδικείου εκδόθηκε επί εφέσεως κατά αποφάσεως Ειρηνοδικείου Με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, υπό την επίκληση πλημμέλειας από το άρθρο 560 αρ. 1 ΚΠολΔ (και όχι από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ) προβάλλεται η αιτίαση ότι το Δικαστήριο της ουσίας, αφού δέχθηκε ότι η αναιρεσίβλητη (ενάγουσα) εργάστηκε κατά το επίδικο χρονικό διάστημα (23/3/2001 - 23/12/2008) ως βοηθός λουστραδόρου, επιδίκασε σ' αυτήν διαφορές αποδοχών και επιδομάτων εορτών και αδείας (συνολικού ύψους 9.474,24 ευρώ), υπολογίζοντας στις νόμιμες αποδοχές της, πλην του βασικού μισθού και των επιδομάτων γάμου και τριετιών και το επίδομα ανθυγιεινής εργασίας, το οποίο όμως σύμφωνα με τις οικείες Σ.Σ.Ε. "για τους όρους αμοιβής και εργασίας των εργατοτεχνιτών που απασχολούνται στην επεξεργασία ξύλου και ναυπηγοξυλουργών όλης της Χώρας", καταβάλλεται μόνο στους "μηχανοξυλουργούς και λουστραδόρους".
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι με βάση τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι η αναιρεσίβλητη εργάστηκε στη βιοτεχνία κατασκευής επίπλων του αναιρεσείοντος ως βοηθός λουστραδόρου, υπό την επίβλεψη και τις εντολές του τεχνίτη λουστραδόρου και "στον ίδιο χώρο που γινόταν και η τελική εργασία της διαδικασίας του λουστραρίσματος, δηλαδή η βαφή με το λούστρο, επειδή η εργασία της αποτελούσε μέρος της όλης διαδικασίας του λουστραρίσματος και για να ελέγχεται η παρεχόμενη από αυτήν εργασία από τον τεχνίτη λουστραδόρο, να της δίνει ο τελευταίος τις κατάλληλες οδηγίες και να επιβλέπει τη σωστή υλοποίησή τους", προδήλως, για την ταυτότητα του νομικού, εδικαιούτο και αυτή (αναιρεσίβλητη) επίδομα ανθυγιεινής εργασίας, δεδομένου ότι εργαζόταν υπό τις ίδιες (ανθυγιεινές) συνθήκες, στον ίδιο εργασιακό χώρο, όπως και ο τεχνίτης λουστραδόρος.
Άλλωστε, αντίθετη εκδοχή, θα παραβίαζε την συνταγματική αρχή της ίσης μεταχείρισης (άρθρ. 4 παρ. 1 του Συντ/τος). Από τη διάταξη του άρθρου 7 παρ. 1 του ν. 1876/1990, που ορίζει ότι οι κανονιστικοί όροι της συλλογικής συμβάσεως εργασίας έχουν άμεση και αναγκαστική ισχύ, σε συνδυασμό προς τη διάταξη του άρθρου 22 παρ. 2 του Συντάγματος, κατά την οποία οι συλλογικές συμβάσεις εργασίας συμπληρώνουν τους καθοριζόμενους από το νόμο γενικούς όρους εργασίας, προκύπτει ότι οι συνδικαλιστικές οργανώσεις ασκούν κατά τη σύναψη των Σ.Σ.Ε.
νομοθετική (κανονιστική) εξουσία, η οποία έχει παραχωρηθεί σ' αυτές από την ως άνω διάταξη του άρθρου 22 παρ. 2 του Συντάγματος, δηλαδή είναι φορείς δημόσιας εξουσίας κατά παραχώρηση από το Κράτος και συνεπώς οι Σ.Σ.Ε. ως προς το κανονιστικό τους μέρος έχουν ισχύ ουσιαστικού νόμου. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 8 παρ. 2 του ίδιου ως άνω ν. 1876/1990, οι υπόλοιπες (πλην των εθνικών γενικών) συλλογικές συμβάσεις εργασίας(επομένως και οι εξομοιούμενες με αυτές, κατά το άρθρο 16 παρ. 3 του ίδιου νόμου, διαιτητικές αποφάσεις)δεσμεύουν τους εργαζομένους και εργοδότες που είναι μέλη των συμβαλλόμενων συνδικαλιστικών οργανώσεων, τον εργοδότη που συνάπτει συλλογική σύμβαση εργασίας ατομικά και τους εργοδότες που συνάπτουν συλλογική σύμβαση εργασίας με κοινούς εξουσιοδοτημένους εκπρόσωπο ή εκπροσώπους, όπως ορίζεται στην παρ. 4 του άρθρου 43 του εν λόγω νόμου.
Κατά τη διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 11 του ίδιου νόμου, με απόφασή του, που εκδίδεται μετά από γνώμη του Ανώτατου Συμβουλίου Εργασίας, ο Υπουργός Εργασίας μπορεί να επεκτείνει και να κηρύξει γενικώς υποχρεωτική για όλους τους εργαζομένους του κλάδου ή επαγγέλματος συλλογική σύμβαση εργασίας, η οποία δεσμεύει ήδη εργοδότες που απασχολούν το 51% των εργαζομένων του κλάδου ή επαγγέλματος.
Η επέκταση ομοιοεπαγγελματικής συλλογικής σύμβασης εργασίας δεσμεύει όλους τους εργαζομένους του επαγγέλματος, ανεξάρτητα από το είδος της επιχείρησης ή εκμετάλλευσης, με την επιφύλαξη της παρ. 2 του άρθρου 10, "κατά την οποία κλαδική ή επιχειρησιακή συλλογική σύμβαση εργασίας υπερισχύει σε περίπτωση συρροής με ομοιοεπαγγελματική συλλογική σύμβαση εργασίας".
Ακόμη, κατά τη διάταξη της παρ. 3 του ίδιου ως άνω άρθρου 11, "την επέκταση μπορεί να ζητήσει και αρμόδια συνδικαλιστική οργάνωση των εργαζομένων ή των εργοδοτών με αίτησή της, που υποβάλλει στον Υπουργό Εργασίας. Η επέκταση ισχύει από την ημερομηνία της έκδοσης της απόφασης του Υπουργού και, στην περίπτωση που υπάρχει αίτηση, από την ημερομηνία υποβολής της".
Από τις ως άνω παρατιθέμενες διατάξεις προκύπτει ότι η συλλογική σύμβαση εργασίας ισχύει μόνο έναντι των μελών των εργατικών και εργοδοτικών οργανώσεων που την έχουν συνάψει, αν δε αυτή επεκτάθηκε με απόφαση του Υπουργού Εργασίας, η ισχύς της επεκτείνεται και πέραν από τα πρόσωπα αυτά και δη στους εργαζομένους και εργοδότες του κλάδου ή του επαγγέλματος που η σύμβαση αυτή αφορά, οι οποίοι θα μπορούσαν με τις δραστηριότητές τους να είναι μέλη των οργανώσεων που μετείχαν στη σύναψή τους.
Την επέκταση μπορεί να ζητήσει και η αρμοδία συνδικαλιστική οργάνωση των εργαζομένων ή των εργοδοτών με αίτησή της προς τον Υπουργό Εργασίας. Η επέκταση αυτή ισχύει από τη χρονολογία εκδόσεως της αποφάσεως του Υπουργού (όχι αναδρομικώς) και, στην περίπτωση, κατά την οποία υπάρχει αίτηση, από τη χρονολογία υποβολής της.
Ειδικότερα, ο χρόνος διάρκειας της δεσμεύσεως από την κηρυσσόμενη ως γενικώς υποχρεωτική συλλογική σύμβαση εργασίας ταυτίζεται, με το χρόνο ισχύος της τελευταίας, αρχίζει όμως όχι από το χρόνο ενάρξεως της ισχύος αυτής, αλλά από το χρόνο (χρονολογία) δημοσιεύσεως της σχετικής υπουργικής αποφάσεως, η οποία επεκτείνει την ισχύ της, στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, οπότε η εν λόγω υπουργική απόφαση αποκτά νομική ισχύ.
Με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως ο αναιρεσείων μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για το ότι "εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις από 21.6.2004, 14.4.2005, 20.6.2006, 25.6.2007 και 2.6.2008 σ.σ.ε για τους όρους αμοιβής και εργασίας των εργατοτεχνιτών που απασχολούνται στην επεξεργασία και κατεργασία Ξύλου και Ναυπηγοξυλουργών όλης της Χώρας, που κηρύχθηκαν υποχρεωτικές με τις ΥΑ 12376/22.7.2004, ΥΑ 12154/5.7.2005, ΥΑ 12820/28.9.2006, ΥΑ 13138/25.10.2007 και την ΥΑ 78521/3892/ 14.11.2008 αντίστοιχα, αφενός λαμβάνοντας υπόψη τις νόμιμες αποδοχές του τεχνίτη λουστραδόρου και όχι του βοηθού λουστραδόρου, αφετέρου δε λαμβάνοντας υπόψη τις νόμιμες αποδοχές που καθιερώνουν οι ανωτέρω σ.σ.ε από τον χρόνο ισχύος της κάθε μίας και όχι από τότε που κηρύχθηκαν υποχρεωτικές".
Σχετικά, το Πρωτοδικείο δέχθηκε τα εξής: "Ως μισθός που θα καταβαλλόταν στην ενάγουσα συμφωνήθηκε ο νόμιμος, που θα οριζόταν κάθε φορά από τις οικείες και σχετικές με τον κλάδο Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας και Διαιτητικές Αποφάσεις.......Περαιτέρω, το νόμιμο ημερομίσθιο της ενάγουσας με βάση τις ισχύουσες οικείες Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας συμπεριλαμβανομένων και των επιδομάτων:
α) γάμου 10%, β)τριετιών 5% για κάθε τριετία που συμπλήρωνε από την πρόσληψή της και γ) ανθυγιεινής εργασίας 7% (βλ. τους προσκομισθέντες πίνακες αποδοχών επεξεργασίας και κατεργασίας ξύλου και ναυπηγοξυλουργών, ΣΣΕ 21-6-2004, ΣΣΕ 14-4-2005, ΣΣΕ 20-6-2006, ΣΣΕ 25-6-2007, ΣΕΕ 2-6-2008 και ο με βάση το ημερομίσθιο νόμιμος μηνιαίος μισθός της (εικοσιπενταπλάσιο του ημερομισθίου) ανέρχονταν: 1)Από 1-1-2004 έως 31-3-2004:
ημερομίσθιο 32,50 ευρώ, μηνιαίος μισθός 812,50 €, 2) Από 1-4-2004 έως 30-6-2004: ημερομίσθιο 33,89 €, μηνιαίος μισθός 847,25 ευρώ. 3) Από 1-7-2004 έως 31-12-2004: ημερομίσθιο 34,73 €, μηνιαίος μισθός 868,25 ευρώ. 4) Από 1-1-2005 έως 31-8-2005: ημερομίσθιο 35,77 €, μηνιαίος μισθός 894,25 €. 5) Από 1-9-2005 έως 31-12-2005: ημερομίσθιο 36,84 €, μηνιαίος μισθός 921 €. 6) Από 1-1-2006 έως 31-3-2006:
ημερομίσθιο 37,96 €, μηνιαίος μισθός 949 €. 7)Από 1-4-2006 έως 30-5-2006: ημερομίσθιο 39,84 €, μηνιαίος μισθός 996 €. 8)Από 1-7-2006 έως 31-12-2006: ημερομίσθιο 41,02 €, μηνιαίος μισθός 1.025,50 €. 9) Από 1-1-2007 έως 31-3-2007 ημερομίσθιο 42,25 €, μηνιαίος μισθός 1.056,25 ευρώ. 10) Από 1-4-2007 έως 30-6-2007: ημερομίσθιο 43,98 €, μηνιαίος μισθός 1.099,50 €. 11) Από 1-7-2007 έως 31-12-2007:
ημερομίσθιο 45,32 €, μηνιαίος μισθός 1.133 €. 12) Από 1-1-2008 έως 30-6-2008: ημερομίσθιο 47,13 €, μηνιαίος μισθός 1.178,25 € και 13) από 1-7-2008 έως 23-12-2008 (απόλυση): ημερομίσθιο 48,78 €, μηνιαίος μισθός 1.219,50 €.". Όμως, ο ως άνω υπολογισμός των νομίμων αποδοχών είναι εσφαλμένος. Ειδικότερα: 1) από 1-1-2004 έως 31-3-2004 όρισε ως νόμιμο ημερομίσθιο 32,50 ευρώ, ενώ με βάση την από 20.5.2003 σ.σ.ε που κηρύχθηκε υποχρεωτική από 12.6.2003 (ΥΑ 15737/2.9.2003 ΦΕΚ Β' 1311/12.9.2003) το νόμιμο ημερομίσθιο της αναιρεσίβλητης ως βοηθού λουστραδόρου ανερχόταν στα 31,25 €. 2) Από 1-4-2004 έως 30-6-2004 όρισε ως νόμιμο ημερομίσθιο 33,89 €, ενώ με βάση την από 20.5.2003 σ.σ.ε που κηρύχθηκε υποχρεωτική από 12.6.2003 (ΥΑ 15737/2.9.2003 ΦΕΚ Β' 1311/12.9.2003) το νόμιμο ημερομίσθιο της αναιρεσίβλητης ως βοηθού λουστραδόρου ανερχόταν στα 32,59 €. 3) Από 1-1-2005 έως 3 1-8-2005 όρισε ως νόμιμο ημερομίσθιο 35,77 €, ενώ με βάση την από 21.6.2004 σ.σ.ε που κηρύχθηκε υποχρεωτική από 29.6.2004 (ΥΑ 12376/22.7.2004 ΦΕΚ Β' 1200/4.8.2004) και την από 14.4.2005 σ.σ.ε που κηρύχθηκε υποχρεωτική από 26.4.2005 (ΥΑ 12154/5.7.2005 ΦΕΚ Β' 1057/27.7.2005) το νόμιμο ημερομίσθιο της αναιρεσίβλητης ως βοηθού λουστραδόρου ανερχόταν από 1.1.2005 έως 25.4.2005 στα 34,73 € και από 26.4.2005 έως 31.8.2005 στα 35,77 €. 4) Από 1-1-2006 έως 31-3-2006 όρισε ως νόμιμο ημερομίσθιο 37,96 €, ενώ με βάση την από 14.4.2005 σ.σ.ε που κηρύχθηκε υποχρεωτική από 26.4.2005 (ΥΑ 12154/5.7.2005 ΦΕΚ Β' 1057/27.7.2005) το νόμιμο ημερομίσθιο της αναιρεσίβλητης ως βοηθού λουστραδόρου ανερχόταν στα 36,84 €. 5) Από 1-4-2006 έως 30-6-2006 όρισε ως νόμιμο ημερομίσθιο 39,84 €, ενώ με βάση την από 14.4.2005 σ.σ.ε που κηρύχθηκε υποχρεωτική από 26.4.2005 (ΥΑ 12154/5.7.2005 ΦΕΚ Β' 1057/27.7.2005) το νόμιμο ημερομίσθιο της αναιρεσίβλητης ως βοηθού λουστραδόρου ανερχόταν από 1.4.2006 έως 30.6.2006 στα 36,84 €. 6) Από 1-7-2006 έως 31-12-2006 όρισε ως νόμιμο ημερομίσθιο 41,02 €, ενώ με βάση την από 14.4.2005 σ.σ.ε που κηρύχθηκε υποχρεωτική από 26.4.2005 (ΥΑ 12154/5.7.2005 ΦΕΚ Β' 1057/27.7.2005) το νόμιμο ημερομίσθιο της αναιρεσίβλητης ως βοηθού λουστραδόρου ανερχόταν από 1.7.2006 έως 10.7.2006 στα 36,84 €. 7) Από 1-1-2007 έως 31-3-2007 όρισε ως νόμιμο ημερομίσθιο 42,25 €, ενώ με βάση την από 20.6.2006 σ.σ.ε που κηρύχθηκε υποχρεωτική από 11.7.2006 (ΥΑ 12820/28.9.2006 ΦΕΚ Β' 1510/13.10.2006) το νόμιμο ημερομίσθιο της αναιρεσίβλητης ως βοηθού λουστραδόρου ανερχόταν από 1.1.2007 έως 31.3.2007 στα 39,08 €. 8) Από 1-4-2007 έως 30-6-2007 όρισε ως νόμιμο ημερομίσθιο 43,98 €, ενώ με βάση την από 20.6.2006 σ.σ.ε που κηρύχθηκε υποχρεωτική από 11.7.2006 (ΥΑ 12820/28.9.2006 ΦΕΚ Β' 1510/13.10.2006) το νόμιμο ημερομίσθιο της αναιρεσίβλητης ως βοηθού λουστραδόρου ανερχόταν από 1.4.2007 έως 30.6.2007 στα 39,08 €. 9) Από 1-7-2007 έως 31- 12-2007 όρισε ως νόμιμο ημερομίσθιο 45,32 €, ενώ με βάση την από 20.6.2006 σ.σ.ε που κηρύχθηκε υποχρεωτική από 11.7.2006 (ΥΑ 12820/28.9.2006 ΦΕΚ Β' 1510/13.10.2006) το νόμιμο ημερομίσθιο της αναιρεσίβλητης ως βοηθού λουστραδόρου ανερχόταν από 1.7.2007 έως 30.7.2007 στα 39,08 €. 10) Από 1-1-2008 έως 30-6-2008 όρισε ως νόμιμο ημερομίσθιο 47,13 €, ενώ με βάση την από 25.6.2007 σ.σ.ε που κηρύχθηκε υποχρεωτική από 30.7.2007 (ΥΑ 13138/25.10.2007 ΦΕΚ Β' 2115/30.10.2007) το νόμιμο ημερομίσθιο της αναιρεσίβλητης ως βοηθού λουστραδόρου ανερχόταν από 1.1.2008 έως 30.6.2008 στα 41,47 € και 13) από 1-7-2008 έως 23-12-2008 (απόλυση) όρισε ως νόμιμο ημερομίσθιο 48,78 €, ενώ με βάση την από 30.7.2007 (ΥΑ 13138/25.10.2007 ΦΕΚ Β' 2115/30.10.2007) το νόμιμο ημερομίσθιο της αναιρεσίβλητης ως βοηθού λουστραδόρου ανερχόταν από 1.7.2008 έως 27.8.2008 στα 41,47 €.
Επομένως, η προσβαλλόμενη εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 560 αρ. 1 ΚΠολΔ (όχι από το άρθρο 559 αρ. 1), με τον οποίο προβάλλεται η παραπάνω πλημμέλεια είναι βάσιμος. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να γίνει δεκτός ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ., να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση μόνο ως προς το μέρος με το οποίο εσφαλμένα υπολόγισε τις νόμιμες αποδοχές της αναιρεσίβλητης (ενάγουσας), σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, εφόσον μπορεί να συγκροτηθεί από άλλο δικαστή (άρθ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Τέλος, λόγω της μερικής ήττας της αναιρεσίβλητης, πρέπει αυτή να καταδικαστεί σε ανάλογο μέρος των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος (άρθρ. 178 παρ. 1, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 63/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, που δίκασε ως Εφετείο, ως προς το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό.
Παραπέμπει την υπόθεση, ως προς το αναιρεθέν μέρος, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ως άνω δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη σε μέρος των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, το οποίο ορίζει σε χίλια διακόσια (1200) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 8 Απριλίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Σεπτεμβρίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ