Supreme Court dismisses appeal on payment to unauthorized lawyer not extinguishing debt claim.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the lower court's judgment against an insurance company. The appellant argued that the insurer paid the claim to his lawyer without specific authorization, constituting a tort, and that the appellate court failed to consider this fact. The court ruled that payment to a judicial representative without substantive civil law authority does not extinguish the debt, as the creditor's claim remains intact against the debtor. Consequently, the appeal was rejected as unfounded, and the appellant was ordered to bear the legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 97 §§ 1, 2 of the Code of Civil Procedure and Article 41 of the Civil Code: Payment to a judicial representative without specific substantive civil law authority does not extinguish the debt, as the creditor's claim remains valid against the debtor.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1903 / 2008 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1903/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές:Δημήτριο Δαλιάνη, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: X, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Σοφιανού ο οποίος ανακάλεσε την από 8-10-2008 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε αυτοπροσώπως .
Της αναιρεσιβλήτης: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας γενικών ασφαλειών με την επωνυμία "ΑLLIANZ AEΓΑ" ως καθολικής διαδόχου της ανωνύμου ασφαλιστικής εταιρίας υπό την επωνυμία "AGF ΚΟΣΜΟΣ ΑΕ" που εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Εμμανουήλ Κοπακάκη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ..
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-9-2000 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 798/2002 του ίδιου Δικαστηρίου και 4302/2003 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 18-5-2006 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Κουτρομάνος ανέγνωσε την από 3-1-2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη της αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 97 §§ 1, 2 ΚΠολΔ και 417 ΑΚ προκύπτει, ότι η καταβολή ένδικης παροχής δύναται να γίνει και προς τον δικαστικό πληρεξούσιο, υπό την προϋπόθεση όμως ότι έχει σχετική πληρεξουσιότητα του αστικού δικαίου, αφού η δικαστική πληρεξουσιότητα αναφέρεται μόνο σε διαδικαστικές πράξεις, στις οποίες δεν περιλαμβάνεται και η λήψη της επίδικης παροχής, που αποτελεί πράξη του ουσιαστικού δικαίου (και όχι διαδικαστική), για την οποία απαιτείται ειδική πληρεξουσιότητα. Εάν δε ο οφειλέτης καταβάλει την παροχή σε δικαστικό πληρεξούσιο που δεν έχει σχετική εξουσιοδότηση, η καταβολή δεν επιφέρει το αποσβεστικό της ενοχής αποτέλεσμα, όπως συμβαίνει γενικώς σε περίπτωση καταβολής σε μη νομιμοποιούμενο για τη λήψη της παροχής πρόσωπο. Εκ τούτων παρέπεται ότι ο δανειστής, στην περίπτωση αυτή, δεν υφίσταται, κατ' αρχήν, οποιαδήποτε ζημία, αφού εξακολουθεί να έχει ακεραία την απαίτησή του κατά του οφειλέτου.
Στην προκειμένη περίπτωση, ο ήδη αναιρεσείων ιστορούσε στην από 21-9-2000 αγωγή του: ότι κατά το έτος 1995 τραυματίσθηκε σε οδικό ατύχημα και ενήγαγε (πλην άλλων και) την αναιρεσίβλητη εταιρία, ως ασφαλίστρια του ζημιογόνου οχήματος, ότι την σχετική δίκη διεξήγαγε δια του πληρεξουσίου του δικηγόρου Μιχαήλ Ασημακοπούλου, στον οποίο η αναιρεσίβλητη κατέβαλε το επιδικασθέν με απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών χρηματικό ποσό των 3.500.000 δραχμών και ότι η αναιρεσίβλητη έπραξε τούτο, παρόλο που δεν είχε "πληρεξουσιότητα" για λήψη της παροχής ο ρηθείς δικηγόρος, ο οποίος και ιδιοποιήθηκε το ποσό που εισέπραξε. Ζητούσε δε ο αναιρεσείων να υποχρεωθεί η αναιρεσίβλητη να του καταβάλει ισόποση προς το ανωτέρω ποσό αποζημίωση λόγω αδικήματος, καθώς και χρηματική ικανοποίηση 1.000.000 δραχμών (εις ολόκληρον με τον αρχικώς συνεναγόμενο ως άνω δικηγόρο, ως προς τον οποίο στη συνέχεια εχώρησε παραίτηση). Το Εφετείο απέρριψε ως νομικώς αβάσιμη την αγωγή, κατά της αποφάσεώς του δε παραπονείται ήδη με την κρινόμενη αίτησή του ο ηττηθείς διάδικος.
Με τον πρώτο αναιρετικό λόγο - κατά την εκτίμηση του περιεχομένου του - αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ πλημμέλεια, και δη παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 97 ΚΠολΔ, 417 και 914 ΑΚ και υποστηρίζεται ότι το Εφετείο εσφαλμένα έκρινε: (α) ότι, υπό τα εκτιθέμενα στην αγωγή, ήταν νόμιμη η καταβολή της οφειλόμενης, από την αναιρεσίβλητη στον αναιρεσείοντα, παροχής στον παραστάντα στη σχετική δίκη δικηγόρο, παρόλο που αυτός δεν είχε εξουσιοδότηση προς τούτο, αλλά υπήρξε μόνο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος για την διεξαγωγή της δίκης και (β) ότι, δια της γενομένης με τον τρόπο αυτό καταβολής, δεν συνέτρεξαν οι προϋποθέσεις του άρθρου 914 ΑΚ, ήτοι δεν διεπράχθη από την αναιρεσίβλητη εταιρία αδίκημα εις βάρος του αναιρεσείοντος.
Κατά το πρώτο μέρος του ο λόγος αυτός προβάλλεται αλυσιτελώς και είναι γι' αυτό απορριπτέος. Τούτο δε, διότι, υπό το εκτεθέν περιεχόμενο και αίτημα, η ένδικη αγωγή δεν είχε ως αντικείμενο την εγκυρότητα ή μη της εξόφλησης του χρέους της αναιρεσίβλητης προς τον αναιρεσείοντα με την επίμαχη καταβολή του επιδικασθέντος ποσού στον δικαστικό πληρεξούσιο του τελευταίου, αλλά την διάπραξη ή μη αδικήματος εκ μέρους της αναιρεσιβλήτου.
Κατά το δεύτερο μέρος του ο ίδιος αναιρετικός λόγος πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι εάν υποτεθεί βάσιμος ο αγωγικός ισχυρισμός ότι η καταβολή του επιδικασθέντος στον αναιρεσείοντα ποσού έγινε σε μη νομιμοποιούμενο πρόσωπο, ήτοι στον μη έχοντα σχετική πληρεξουσιότητα δικηγόρο, ουδόλως ζημιώθηκε εκ της αιτίας αυτής ο αναιρεσείων ως πραγματικός δικαιούχος της απαίτησης, αφού αυτή παρέμεινε ακεραία κατά της οφειλετρίας του.
Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως (και) αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψιν πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά δε το άρθρο 561§2 ΚΠολΔ: "Η εκτίμηση του περιεχομένου διαδικαστικών εγγράφων της δίκης ή άλλης δίκης, ιδίως αγωγών, παρεμβάσεων, ενδίκων μέσων, προτάσεων ή δικαστικών αποφάσεων ελέγχεται από το Άρειο Πάγο".
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο αναιρετικό λόγο υποστηρίζεται ότι, παρόλο που ο αναιρεσείων ανέφερε σαφώς στο αγωγικό δικόγραφο ότι ο δικηγόρος που εισέπραξε από την αναιρεσίβλητη απαίτηση για λογαριασμό του δεν είχε σχετική εξουσιοδότηση από αυτόν, το Εφετείο εσφαλμένα εκτίμησε το περιεχόμενο της αγωγής και έκρινε ότι δεν περιεχόταν σ' αυτή ο ρηθείς ισχυρισμός, τον οποίον έτσι δεν έλαβε υπόψιν και υπέπεσε στην εκ του άρθρου 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ πλημμέλεια.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως προβαλλόμενος αλυσιτελώς. Τούτο δε, διότι - ανεξάρτητα από τις εσφαλμένες παραδοχές του Εφετείου, σύμφωνα με τις οποίες δεν περιεχόταν στο αγωγικό δικόγραφο ο ανωτέρω ισχυρισμός του αναιρεσείοντος, ο δε εισπράξας την απαίτηση δικηγόρος νομίμως εισέπραξε τούτο με μόνη την ιδιότητά του ως δικαστικού πληρεξουσίου του δικαιούχου - το Δικαστήριο διέλαβε στην απόφασή του επικουρική και νομικώς ορθή (κατά τα προεκτεθέντα) αιτιολογία, που στηρίζει αυτοτελώς το απορριπτικό της αγωγής συμπέρασμα και κατά την οποία "και υπό την εκδοχή ότι ...
ο εισπράξας τα επιδικασθέντα ... δικηγόρος ενήργησε χωρίς ... εξουσία αντιπροσώπευσης ... πάλι δεν δύναται να θεμελιωθεί αξίωση εξ αδικοπραξίας της καταβαλούσης εναγομένης, καθόσον ο ενάγων ουδεμία ζημία υφίσταται εκ της καταβολής αυτής ...". Τέλος, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος ο τρίτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο, υπό την επίκληση αντιφατικών αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης, προβάλλεται η εκ του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ αιτίαση.
Τούτο δε, διότι για την στοιχειοθέτηση του λόγου αυτού προϋποτίθεται ότι το δικαστήριο εισήλθε στην ουσία και διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα, πράγμα που δεν συντρέχει στην προκειμένη περίπτωση αφού, όπως προαναφέρθηκε, η αγωγή απορρίφθηκε ως νομικά αβάσιμη. Κατόπιν τούτων, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 18-5-2006 αίτηση του X για αναίρεση της 4302/2003 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 11 Νοεμβρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Δεκεμβρίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ