Legislator Case Law & Legislation
1903/2006 AI generated

Supreme Court allows appeal against appellate court for failure to consider sworn affidavits submitted during proceedings.

Case Number 1903/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court granted the appeal against the Athens Court of Appeal's decision of 7945/2002, ruling that the lower court failed to consider specific sworn affidavits submitted by the appellant. The appellant argued these documents were crucial evidence regarding the legality of service of process, while the appellate court claimed it had reviewed all evidence. The court found the appellate court's reasoning insufficient to prove these documents were considered, necessitating a remand for retrial.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559(8)(b) & 559(9) of the Code of Civil Procedure; An appeal is admissible when the court fails to consider matters proposed that have a significant impact on the outcome, provided the court did not explicitly address the specific evidence submitted.

Keywords

AI generated
Code of Civil Procedure sworn affidavits failure to consider evidence appellate review remand for retrial service of process legal representation

Cited Legislation

AI generated
Art. 559(8)(b) of the Code of Civil Procedure
Art. 559(9) of the Code of Civil Procedure
Art. 520(1) of the Code of Civil Procedure
Art. 580(3) of the Code of Civil Procedure
Art. 31(1) of Law 2172/1993

Cited Case Law

AI generated
AP 12/1991
AP 767/2002
88/2002

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1903 / 2006 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1903/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Στέφανο Γαβρά, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καράμπελα, Εμμανουήλ Καλούδη, Χρήστο Αλεξόπουλο και Ειρήνη Αθανασίου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Νοεμβρίου 2006, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ....., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Λάμπρο Μακρυγιάννη.

Του αναιρεσίβλητου: ....., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόδωρο Θεοδωρόπουλο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-3-1998 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 976/2000 του ίδιου Δικαστηρίου, 1315/2002 μη οριστική και 7945/2002 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 16-9-2004 αίτησή του και τον από 28-9-2006 πρόσθετο λόγο. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ειρήνη Αθανασίου, διάβασε την από 17-10-2006 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την αναίρεση της προσβαλλόμενης υπ΄ αριθ. 7945/2002 οριστικής αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατά τη στο σκεπτικό ειδική διαδικασία, κατά παραδοχή ως βασίμου του πρώτου λόγου αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου και την απόρριψη όλων των λοιπών λόγων αναιρέσεως, δηλαδή τόσο του δεύτερου λόγου αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου όσο και του από 28-9-2006 πρόσθετου λόγου αναιρέσεως κατ΄ αμφότερα τα μέρη του. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και του πρόσθετου λόγου, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1.Επειδή, ο λόγος αναιρέσεως του αριθμού 8 περ.β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. "Πράγματα", κατά την έννοια της πιο πάνω διατάξεως, αποτελούν και οι λόγοι εφέσεως, αν είναι ορισμένοι. 'Όμως ο λόγος αυτός αναιρέσεως δεν στοιχειοθετείται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον ουσιώδη ισχυρισμό (ή λόγο εφέσεως) που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.ΑΠ 12/1991).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ.9 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως αίτηση κατά την έννοια της διατάξεως αυτής νοείται η δικονομική αίτηση παροχής δικαστικής προστασίας η δημιουργική αντίστοιχης εκκρεμότητας δίκης, όπως είναι και το ένδικο μέσο της εφέσεως, όχι όμως και οι λόγοι της εφέσεως, τους οποίους πρέπιε, κατά το άρθρο 520 παρ.1 ΚΠολΔ, να περιέχει το έγγραφο της εφέσεως, η μη λήψη υπόψη των οποίων στοιχειοθετεί, κατά τα πιο πάνω, τον από το άρθρο 559 αριθ.8 περ.β' του ίδιου Κώδικα, λόγο αναιρέσεως (ΑΠ 767/2002, 88/2002).

Στην προκειμένη περίτπωση με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου προβάλλεται ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη με την προσβαλλόμενη απόφασή του και έτσι άφησε αδίκαστο το δεύτερο πρόσθετο λόγο εφέσεως του αναιρεσείοντος, με τον οποίο αυτός παραπονούνταν ότι όχι ορθά το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δεν απέρριψε την ένδικη αγωγή του αναιρεσιβλήτου επειδή ο τελευταίος, ως αλλοδαπός, δεν είχε την κατά το νόμο απαιτούμενη άδεια να εργάζεται στην Ελλάδα με την ειδικότητα που ισχυριζόταν στην εν λόγω αγωγή, κατά τα ειδικότερα στο λόγο αυτόν αναιρέσεως διαλαμβανόμενα, με αποτέλεσμα να υποπέσει στην πλημμέλεια που προβλέπεται από τον αριθμό 9 περ.

γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ διότι άφησε αίτηση αδίκαστη. Ο λόγος αυτός, πρέπει, να απορριφθεί, ως απαράδεκτος, γιατί, και με την εκδοχή ότι ο πρόσθετος λόγος εφέσεως δεν ερευνήθηκε, δεν ιδρύεται στην περίπτωση αυτή ο από την τελευταία διάταξη προβαλλόμενος αναιρετικός λόγος. Ο ίδιος λόγος αναιρέσεως, από τον αριθμό 8 περ.β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, αφού το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, έλαβε υπόψη του τον προαναφερόμενο πρόσθετο λόγο εφέσεως του αναιρεσείοντος, τον ερεύνησε και τον απέρριψε ως αβάσιμο, διότι δέχτηκε ότι ο αναιρεσίβλητος "αλλοδαπός υπήκοος από την Τυνησία, (ήταν) εφοδιασμένος με την .....

άδεια παραμονής και εργασίας στην Ελλάδα του Αστυνομικού Τμήματος Λαυρίου-Τμήματος Αλλοδαπών". Δεν υπέπεσε συνεπώς στην από το άρθρο 559 αριθ.8 περ.β' ΚΠολΔ προβλεπόμενη πλημμέλεια.

2. Επειδή, ο από το πρώτο μέρος της διατάξεως του άρθρου 559 αριθ.16 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο, το οποίο προέβη αυτεπαγγέλτως ή κατά πρόταση κάποιου από τους διαδίκους σε έρευνα για τη συνδρομή ή όχι των προϋποθέσεων του δεδικασμένου, κατά παράβαση του νόμου δέχτηκε ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο.

Στον έλεγχο του Αρείου Πάγου υπόκειται η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας τόσο για το αν τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά συνιστούν την έννοια του δεδικασμένου και για το αν αυτό έχει την έκταση και τα αποτελέσματα, τα οποία προσέδωσε σ'αυτό η απόφαση, όσο και η κρίση για τη συνδρομή, ή μη των κατά το άρθρο 324 ΚΠολΔ προϋποθέσεων του δειδκασμένου, εφόσον η κρίση αυτή στηρίζεται σε διαδικαστικά έγγραφα, όπως είναι η αγωγή και οι δικαστικές αποφάσεις, η εκτίμηση του περιεχομένουτ ων οποίων, κατά το άρθρο 561 παρ.2 του ίδιου Κώδικα, ελέγχεται από τον 'Αρειο Πάγο.

Τότε μόνον η κρίση αυτή δεν υπόκειται, σύμφωνα με το άρθρο0 561 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, στον έλεγχο του Αρείου Πάγου όταν στηρίχθηκε μόνο σε άλλα μη διαδικαστικά έγγραφα και αποδεικτικά εν γένει μέσα, εφόσον στην περίτπωση αυτήν πρόκειται για μη δυνάμενη να ελεγχθεί αναιρετικώς εκτίμηση πραγματικών γεγονότων από το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 494/1984).

Στην προκειμένη περίπτωση, με το πρώτο μέρος του μοναδικού πρόσθετου λόγου αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετέιο κατά παράβαση του νόμου δεν δέχτηκε ότι υπάρχει δεδικασμένο από την υπ'αριθ. 976/2000 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία κατέστη τελεσίδικη ως προς τη σ'αυτήν πρώτη εναγόμενη ετερόρρυθμη εμπορική εταιρεία, της οποίας ομόρρυθμο μέλος κατά το παρελθόν υπήρξε ο συνεναγόμενός της και ήδη αναιρεσείων, με την οποία (απόφαση) η ένδικη από 30-3-1998 αγωγή του αναιρεσιβλήτου απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη καθόσον απευθυνόταν κατά της εν λόγω δεύτερης εναγόμενης εταιρείας. 'Όπως όμως προκύπτει από την πιο πάνω υπ'αριθ. 976/2000 απόφαση η εκτίμηση του περιεχομένου της οποίας, κατά το άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, η εν λόγω (ένδικη) αγωγή καθόσον απευθυνόταν κατά της σ'αυτήν πρώτης εναγόμενης ετερόρρυθμης εταιρείας απορρίφθηκε μεν πράγματι ως οσυιαστικά αβάσιμη, πλην όμως η απόρριψη αυτή έγινε επειδή κρίθηκε ότι "κατά το χρόνο επιδόσεως της αγωγής η πρώτη εναγομένη εταιρεία δεν υπήρχε με τη μορφή της ετερορρύθμου εταιρείας εκπροσωπούμενης από το δεύτερο εναγόμενο (ήδη αναιρεσείοντα), όπως αναφέρεται στο δικόγραφο".

Δηλαδή η απόρριψη της αγωγής αυτής ως προς την προαναφερόμενη ετερόρρυθμη εταιρεία δεν έγινε επειδή κρίθηκε ότι δεν υπήρχε η επικαλούμενη ήδη οφειλή της εταιρείας αυτής έναντι του αναιρεσιβλήτου. Το Εφετέιο, όπως από την προσβαλλόμενη απόφασή του προκύπτεκ δέχτηκε ότι "το γεγονός ότι η αγωγή απορρίφθηκε (με την ως άνω εκκληθείσα πρωτόδικη απόφαση) ως προς την πρώτη των εναγομένων ετερόρρυθμη εμπορική εταιρεία, δεν δημιουργεί δεδικασμένο κατά την έννοια του άρθρου 329 ΚΠολΔ και δεν αίρει την αστική ευθύνη του δευτέρου εναγομένου (αναιρεσείοντος), ο οποίος...

ενάγεται αυτοτελώς, υπό την ιδιότητά του ως ομορρύθμου μέλους της εν λόγω εταιρείας..." και, κατόπιν τούτου, απέρριψε ως αβάσιμο το σχετικό πρόσθετο λόγο εφέσεως του αναιρεσείοντος. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν αρνήθηκε κατά παράβαση του νόμου το προβληθέν από τον αναιρεσείοντα δεδικασμένο από την ως άνω άπόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Διότι, και υπό την εκδοχή ότι η απόφαση αυτή κατέστη τελεσίδικη ως προς την προαναφερόμενη ετερόρρυθμη εταιρεία, της οποίας, κατά την παραδοχή του Εφετείου, ομόρρυθμο μέλος υπήρξε κατά το παρελθόν, μέχρι την αποχώρησή του από αυτήν (16-12-1997) ο αναιρεσείων, η εν λόγω απόφαση δεν αποτελεί δεδικασμένο έναντι του τελευταίου αναφορικά με το ζήτημα της μη υπάρξεως της ένδικης οφειλής, δεδομένου ότι η απόρριψη της ένδικης αγωγής με την απόφαση αυτή καθόσον απευθυνόταν κατά της πιο πάνω ετερόρρυθμης εταιρείας, δεν έγινε για έναν τέτοιο λόγο, οπότε και μόνο το δεδικασμένο θα επεκτεινόταν στη συγκεκριμένη περίπτωση, σύμφωνα με το άρθρο 329 ΚΠολΔ, υπέρ του αναιρεσείοντος, ο οποίος ενήχθη ατομικώς.

Εξάλλου. Το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη αποφασή του πλήρεις αιτιολογίες αναφορικά με την παραδοχή του ότι η πιο πάνω υπ'αριθ. 976/2000 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών δεν αποτελεί δεδικασμένο έναντι του αναιρεσείοντος για ανυπαρξία της ένδικης οφειλής. Οι αιτιολογίες δε αυτές καθιστούν εφικτό το σχετικό αναιρετικό έλεγχο, έτσι ώστε να μην υφίσταται έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως επί το εν λόγω ζητήματος.

Επομένως, ο μοναδικός πρόσθετος λόγος αναιρέσεως, τόσο κατά το από τον αριθμο΄16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρώτο μέρος του, όσο και κατά το από τον αριθμό 19 του ίδιου άρθρου δεύτερο μέρος του, με τα οποία μέρη του υποστηρίζονται, αντίστοιχα, τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος στο σύνολό του.

3. Επειδή ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθ.11 περ.γ' ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Κατά την έννοια της πιο πάνω διατάξεως, για την ίδρυση του λόγου αυτού αρκεί η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόδη από το δικαστήριο της ουσίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν με επίκληση, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη του, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340, 346 και 671 (όταν πρόκειται για εργατική διαφορά) του ως άνω Κώδικα), Ειδικότερα, κατά το άρθρο 671 παρ.1 εδ.

τελευταίο αυτού όταν πρόκειται για διαφορά που δικάζεται κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθρο 663 επ. ΚΠολΔ), λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου, υπό την προϋπόθεση ότι έγιναν ύστερα από προηγούμενη κλήτευση του αντιδίκου πριν από είκοσι τέσσερις τουλάχιστον ώρες.

Οι ένορκες αυτές βεβαιώσεις αποτελούν ιδιαίτερα αποδεικτικά μέσα, διακρινόμενα από τους μάρτυρες ή τα έγγραφα (άρθρα 339, 393 επ. και 432 επ. ΚΠολΔ). Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων προς υποστήριξη του κατ΄ουσίαν αβασίμου της από 30-3-1998 ένδικης αγωγής του αναιρεσιβλήτου επικαλέστηκε ως προσκομιζόμενες με τις προτάσεις που υπέβαλε κατά τη συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, όπως από τις προτάσεις αυτές προκύπτει, και συγχρόνως προσκόμισε (εφόσον δεν γίνεται μνεία περί του αντιθέτου στην εν λόγω απόφαση) α) την υπ'αριθ. 4996/9-3-2001 ένορκη βεβαίωση ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών του Γεωργίου Παπούδη, β) τις υπ'αριθ. 15527/12-3-2001 και 15526/12-3-2001 ένορκες βεβαιώσεις των .....

και ..... ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών ελένης Δημητραλπούλου και γ) τις υπ'αριθ. 11589 β και 11593 β/7-3-2001 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών ..... για την απόδειξη της προηγούμενης νόμιμης και εμπρόθεσμης κλητεύσεως του αναιρεσιβλήτου για παράσταση κατά τις πιο πάνω υπό τα στοιχεία α' και β' ένορκες βεβαιώσεις.

Το Εφετείο βεβαιώνει στην προσβαλλόμενη απόφασή του ότι για το σχηματισμό της κρίσεώς του ως προς το κατά ένα μέρος κατ΄ουσίαν βάσιμο της ένδικης από 30-3-1998 αγωγής του αναιρεσιβλήτου, έλαβε υπόψη "τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων, που εξετάστηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και περιέχονται στα πρακτικά της εκκαλουμένης απόφασης, τις 11776, 11778/3-6-1998, 1938/1999 ένορκες βεβαιώσεις του Ειρηνοδίκη Αθηνών που προσκόμισε με επίκληση ο ενάγων (αναιρεσίβηλτιος), ληφθείσες μετά προηγούμενη νόμιμη κλήτευση και εκτιμώμενες ως ίδιο αποδεικτικό μέσο...

και τα έγγραφα που προσκομίστηκαν". Όμως από μόνη τη βεβαίωση αυτή του Εφετείου, το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης αποφάσεώς του και το σύνολο των αιτιολογιών αυτής, η οποία δεν μνημονεύει ειδικώς, όωπς θα έπρεπε, ότι έλαβε υπόψη και τις πιο πάνω, υπ'αριθ. 4996/9-3-2001 ένορκη βεβαίωση ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών του γεωργίου Παπούδη και υπ'αριθ. 15527/12-3-2001 και 15526/12-3-2001 ένορκες βεβαιώσεις των .....

και ..... ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Ελένης Δημητρακοπούλου, δεν καθίσταται αδιαστάκτως βέβαιο, ενόψει της αντίεθτης ουσιαστικής κρίσεως στην οποία κατέληξε, ότι και οι εν λόγω ένορκες βεβαιώσεις λήφθηκαν υπόψη και εκτιμήθηκαν από το Εφετείο. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της μη λήψεως υπόψη των πιο πάνω ένορκων βεβαιώσεων, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και, σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ, όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 31 παρ.1 του ν.2172/1993 να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από αυτούς που εξεδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ'αριθ. 7945/2002 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από αυτούς που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, την οποία ορίζει σε χίλια τριακόσια (1300) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Νοεμβρίου 2006.

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 5 Δεκεμβρίου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ