Supreme Court allows appeal against insurance liability judgment due to insufficient evidence on driver fault.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court granted the appeal against a final insurance liability judgment, ruling it admissible and substantively valid. The appellant argued that the lower court failed to establish key facts regarding the unknown driver's speed, road curvature, and vehicle alignment at the time of the accident. Consequently, the court found the lower court's assessment of fault and liability legally flawed and remanded the case for retrial.
Legislator headnote
AI generatedArticles 591 et seq. and 614 para. 6 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that an appeal is admissible and the lower court's decision on liability must be remanded when the record lacks essential factual elements required to determine the degree of fault and civil liability.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1902 / 2024 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1902/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο και Αντιγόνη Τζελέπη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 2 Φεβρουαρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ΝΠΙΔ με την επωνυμία "… ...", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αργυρώ Γρατσία - Πλατή με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Του αναιρεσιβλήτου: Δ.Κ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Παπαδάτο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-2-2009 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου και της Μ.Σ. συζ. Δ.Κ., που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο ... και συνεκδικάστηκε με την από 19-12-2013 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 85/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5676/2018 μη οριστική και 2192/2020 τελεσίδικη του Μονομελούς Εφετείου .... Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 8-2-2021 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Αντιγόνη Τζελέπη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 8-2-2021 (με αριθμ. καταθ. 3515/20-5-2021) αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αριθμ.2192/6-4-2020 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου ... , που εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών, που αφορούν απαιτήσεις αποζημίωσης για ζημίες που προκλήθηκαν από αυτοκίνητο και από τη σύμβαση ασφάλισης αυτού (άρθρα 591 επ., 614 παρ. 6 του ΚΠολΔ), είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ), διότι ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας του άρθρου 564 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, από τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης (στις 6-4-2020) αφού από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν προκύπτει, ούτε οι διάδικοι επικαλούνται επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 του ΚΠολΔ).
Επομένως, πρέπει να ερευνηθεί ως προς τη νομική και ουσιαστική βασιμότητα των λόγων αυτής (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Από την προσβαλλόμενη με αριθμό 2192/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου ... και τα λοιπά διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, που επισκοπούνται επιτρεπτά (άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτουν τα ακόλουθα, αναφορικά με τη διαδικαστική πορεία της ένδικης υπόθεσης:
Ο ήδη αναιρεσίβλητος άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου ... κατά του ήδη αναιρεσείοντος ΝΠΙΔ, με την επωνυμία "..." την από 19-12-2013 (με αρ. καταθ. 173649/6266/20-12-2013) αγωγή του, με την οποία εξέθετε ότι, κατά τον αναφερόμενο τόπο και χρόνο, άγνωστος οδηγός, οδηγώντας φορτηγό αυτοκίνητο αγνώστου αριθμού κυκλοφορίας, προκάλεσε από υπαιτιότητά του τον τραυματισμό του, υπό τις συνθήκες που λεπτομερώς αναφέρονται στην αγωγή.
Ζήτησε, δε, μετά τον παραδεκτό μερικό περιορισμό του αιτήματος από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό 1) να αναγνωριστεί η υποχρέωση του εναγόμενου να του καταβάλει τα σε αυτή αναφερόμενα χρηματικά ποσά, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Το Μονομελές Πρωτοδικείο ... με την υπ'αριθμ. 85/2016 οριστική απόφασή του, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή.
Μετά την άσκηση εφέσεων εκ μέρους του ενάγοντος ήδη αναιρεσίβλητου, και του εναγόμενου και ήδη αναιρεσείοντος, εκδόθηκε αρχικά η υπ'αριθμ. 5676/2018 μη οριστική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου ..., με την οποία διατάχθηκε η επανάληψη της συζήτησης, για τον στο διατακτικό αυτής αναφερόμενο λόγο και στη συνέχεια η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, με την οποία μετά συνεκδίκαση των εφέσεων, απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η έφεση του ήδη αναιρεσείοντος, έγινε δεκτή κατ'ουσίαν η έφεση του ήδη αναιρεσίβλητου και, αφού εξαφανίσθηκε η προσβαλλόμενη με την έφεση απόφαση έγινε δεκτή εν μέρει κατ' ουσίαν η αγωγή και αναγνωρίστηκε η υποχρέωση του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος να καταβάλει στον ενάγοντα και ήδη αναιρεσίβλητο το στο διατακτικό αυτής αναφερόμενο χρηματικό ποσό, με το νόμιμο τόκο από την επομένη ημέρα επίδοσης της αγωγής.
Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 εδάφ. β' και 914 του ΑΚ συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.
Υπαιτιότητα είναι ο ψυχικός δεσμός του δράστη προς την αδικοπραξία. Αν η ζημία οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του παθόντος, δεν οφείλεται αποζημίωση, ενώ, αν διαπιστωθεί οικείο πταίσμα αυτού, το δικαστήριο μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 300 του ΑΚ, να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της.
Η παράνομη συμπεριφορά, ως όρος της αδικοπραξίας, μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη, ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή την δικαιοπραξία ή από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.
Αιτιώδης συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε αντικειμενικώς να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η ύπαρξη της υπαιτιότητας δεν αποκλείεται, κατ' αρχήν, από το γεγονός ότι στο επιζήμιο αυτό αποτέλεσμα συνετέλεσε και συντρέχον πταίσμα του ζημιωθέντος, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος, αλλά η ύπαρξη αυτού, προβαλλόμενη από τον υπαίτιο κατ' ένσταση, συνεπάγεται τη μη επιδίκαση από το δικαστήριο αποζημίωσης ή τη μείωση του ποσού της, κατά το πιο πάνω άρθρο 300 του ΑΚ.
Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, γενικώς λαμβανόμενα, μπορούν να θεωρηθούν αντικειμενικώς ως πρόσφορη αιτία της ζημίας που επήλθε, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, κατά πόσο, δηλαδή, τα περιστατικά αυτά του πταίσματος επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, αντικειμενικώς, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος, ενώ η κρίση για το αν πράγματι, στη συγκεκριμένη περίπτωση, η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε την αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, καθόσον ανάγεται σε εκτίμηση πραγματικού υλικού, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ (ΑΠ 736/2021, ΑΠ 551/2020, ΑΠ12/2020).
Επίσης, οι έννοιες της υπαιτιότητας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και, επομένως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς τη συνδρομή ή όχι υπαιτιότητας του ζημιώσαντος ή οικείου πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 του ΚΠολΔ, για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παραβίαση διδαγμάτων κοινής πείρας (ΑΠ 1178/2023, ΑΠ 607/2023, ΑΠ 1348/2021, ΑΠ 186/2021).
Εκφεύγει όμως του αναιρετικού ελέγχου η κρίση ως προς το βαθμό - την βαρύτητα του πταίσματος και το ποσοστό, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, διότι η κρίση αυτή σχηματίζεται από την κατ' άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, χωρίς την υπαγωγή τους σε νομική έννοια (ΑΠ 1178/2023, ΑΠ 607/2023, ΑΠ 1204/2021, ΑΠ 52/2021, ΑΠ 301/2021).
Τα προαναφερόμενα έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του ν. ΓΠΝ/1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των αυτοκινήτων που συγκρούσθηκαν, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 του ΑΚ, η οποία εφαρμόζεται σε κάθε περίπτωση ζημίας, άρα και από αδικοπραξία κατά τις διατάξεις των άρθρων 914 επ.
του ΑΚ, στις οποίες μπορεί να θεμελιωθεί και η ευθύνη για την ζημία, που προκαλείται κατά την λειτουργία του αυτοκινήτου κατ' άρθρο 4 του Ν. ΓΠΝ/1911. Η παράβαση διατάξεων του Κ.Ο.Κ. δεν θεμελιώνει αυτή καθ' εαυτήν υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του αποτελέσματος που επήλθε (ΑΠ 250/2023,ΑΠ 223/2023, ΑΠ 736/2021,ΑΠ 68/2020).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος απ` αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις, δε, αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες . Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.
Τα επιχειρήματα ,δε, του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 610/2023, ΑΠ 3/2021, ΑΠ 552/2020, ΑΠ 551/2020, ΑΠ 208/2020).
Στη προκείμενη περίπτωση, το αναιρεσείον με τον πρώτο λόγο της κρινόμενης αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Ειδικότερα, με τον ως άνω λόγο ισχυρίζεται ότι η προσβαλλόμενη διέλαβε ελλιπείς, ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες αναφορικά με τις συνθήκες τέλεσης του ατυχήματος και την υπαιτιότητα του αγνώστου οδηγού του αγνώστου κυκλοφορίας ζημιογόνου φορτηγού αυτοκινήτου.
Το Μονομελές Εφετείο ... , με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά αναφορικά με τον ως άνω αναιρετικό λόγο : "... Στις 22 Ιουλίου του έτους 2007 και ώρα 16.45 ο ενάγων Δ. Κ. του Γ. (ήδη αναιρεσίβλητος) οδηγώντας την με αριθμό κυκλοφορίας …-153 δίκυκλη μοτοσικλέτα του, εκινείτο στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας της Λεωφόρου ...
με κατεύθυνση από την ... προς την ..., και πλησίαζε στον οικοδομικό αριθμό 561 της ειρημένης Λεωφόρου. Στην μνησθείσα περιοχή η Λεωφόρος ... είναι μονόδρομος με δύο λωρίδες κυκλοφορίας προς την ... και πλάτος οδοστρώματος περί τα 7 μ. Τον ίδιο χρόνο στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας και λίγο μπροστά από τον πιο πάνω διάδικο εκινείτο ένα φορτηγό λευκού χρώματος, αγνώστων στοιχείων, που οδηγείτο από πρόσωπο, το οποίο, παρά τις προσπάθειες της τροχαίας και του προαναφερθέντα διαδίκου δεν κατέστη δυνατό να ανευρεθεί και παραμένει μέχρι σήμερα άγνωστο.
Ο ειρημένος άγνωστος οδηγός οδηγώντας με αμέλεια το όχημά του, και χωρίς να έχει τεταμένη την προσοχή του στην οδήγηση του οχήματός του, εισήλθε αιφνιδιαστικά (χωρίς να χρησιμοποιήσει τους δείκτες κατεύθυνσης του οχήματός του) και δίχως να ελέγξει στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας όπου εκινείτο η μοτοσικλέτα του διαδίκου.
Αποτέλεσμα της προμνησθείσης συμπεριφοράς του ήταν να παρεμβληθεί πριν την πορεία της δίκυκλης μοτοσικλέτας του Δ.Κ. η οποία επέπεσε αρχικά στο αριστερό τμήμα του φορτηγού και στη συνέχεια εξετράπη της πορείας της προς τα αριστερά και σύρθηκε για 51,6 μέτρα στις προστατευτικές μεταλλικές μπάρες με αποτέλεσμα το σοβαρό τραυματισμό του οδηγού της μοτοσικλέτας και τον ακρωτηριασμό του αριστερού ποδιού του στην μεσότητα του μηρού.
Με τα ανωτέρω δεδομένα η ένδικη σύγκρουση οφείλεται αρχικά σε υπαιτιότητα του αγνώστου οδηγού του φορτηγού αυτοκινήτου, ο οποίος δεν επέδειξε κατά την οδήγηση του οχήματός του την επιμέλεια που θα επεδείκνυε ο κάθε μέσος συνετός οδηγός αυτοκινήτου και ενώ ήθελε να πραγματοποιήσει ελιγμό αλλαγής κατεύθυνσης δεν ήλεγξε προηγουμένως αν μπορούσε να το πράξει χωρίς κίνδυνο ή παρακώλυση των υπολοίπων οχημάτων που χρησιμοποιούσαν την παραπάνω οδό, ενώ πραγματοποίησε τον ανωτέρω ελιγμό χωρίς να καταστήσει έγκαιρα γνωστή την πρόθεσή του αυτή, χρησιμοποιώντας τους δείκτες κατεύθυνσης (παράβαση των διατάξεων των άρθρων 12 παρ. 1 και 21 παρ. 1, 2 του ν. 2696/1999.
Όμως στην επέλευση του προαναφερθέντος τροχαίου αυτοκινητικού ατυχήματος, και μάλιστα ανεξάρτητα από την αμέλεια του πιο πάνω οδηγού, συνετέλεσε και πταίσμα του εκ των διαδίκων Δ. Κ. του Γ., κατά ποσοστό 50%, το οποίο συνίσταται στο ότι ο τελευταίος εκινείτο με ταχύτητα υπερβαίνουσα κατά πολύ την ανώτατη επιτρεπομένη των 70 χλμ, ώρα, την οποία δεν μείωσε ενόψει των επικρατουσών συνθηκών της οδού (αριστερή καμπύλη ως προς την πορεία του).
Η άποψη αυτή ενισχύεται ιδιαίτερα από το σύρσιμο της μοτοσικλέτας του ως άνω διαδίκου, αλλά και αυτού του ίδιου του διαδίκου στην μεταλλική νησίδα επί 51,6 μέτρα, σύρσιμο το οποίο προκάλεσε και τον ακρωτηριασμό του αριστερού του ποδιού. Τα αυτά αφού δέχθηκε και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλουμένη αυτού απόφαση τόσο ως προς τα εμπλακέντα στο ένδικο ατύχημα οχήματα, καθώς και τις συνθήκες κάτω από τις οποίες το εν λόγω ατύχημα έλαβε χώρα, όσο και ως προς τη συνυπαιτιότητα των οδηγών των εμπλακέντων στο ως άνω ατύχημα οχημάτων, και δη ως προς το ποσοστό συνυπαιτιότητας ενός εκάστου από τους πιο πάνω οδηγούς τόσο για την πρόκληση του ενδίκου ατυχήματος όσο και για τον τραυματισμό του παθόντος διαδίκου Δ.Κ.
του Γ., ορθά τις αποδείξεις εκτίμησε και τον νόμο ερμήνευσε και εφήρμοσε, και, κατά συνέπεια τα όσα αντιθέτως υποστηρίζουν ο μεν εκκαλών Δ. Κ. του Γ. με το δεύτερο λόγο της από 22/5/2016 και με αύξ. αριθμ. έκθ. κατάθ. 1702/27-5-2016 έφεσής του, το δε "Επικουρικό Κεφάλαιο" με τους πρώτο και δεύτερο λόγους της από 7/3/ 2016 και με αύξ.
αριθμ. έκθ. κατάθ. 1340/17-5-2016 έφεσής του είναι αβάσιμα κατ' ουσίαν και απορριπτέα και ως εκ τούτο απορριπτέοι τυγχάνουν οι αμέσως προηγούμενοι λόγοι εφέσεων....". 'Ετσι που έκρινε το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες αναφορικά με το κρίσιμο ζήτημα της εμπλοκής αγνώστου αυτοκινήτου στην επέλευση του τροχαίου ατυχήματος και εντεύθεν την υπαιτιότητα του οδηγού αυτού.
Ειδικότερα, δεν αναφέρει: α) ποιά ήταν η ταχύτητα του άγνωστου αυτοκινήτου κατά την κίνησή του στην δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας και ποια η απόσταση αυτού από την όπισθεν κινούμενη στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας δίκυκλη μοτοσυκλέτα που οδηγούσε ο τραυματισθείς ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος, β) αν η οδός στο σημείο του ατυχήματος είναι ευθεία ή αν είναι καμπύλη με μεγάλη ή μικρή κλίση προς τα δεξιά ή αριστερά, γ)αν κατά το χρόνο της πρόσκρουσης το αγνώστου κυκλοφορίας φορτηγό αυτοκίνητο είχε ήδη ευθυγραμμιστεί στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας ή όχι και σε αρνητική περίπτωση πόσα μέτρα είχε εισέλθει σε αυτήν, δ) τα σημεία πρόσκρουσης των εμπλακέντων οχημάτων.
Με αυτά τα δεδομένα καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή όχι εφαρμογής των άνω διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκαν και ειδικότερα ο έλεγχος του κρίσιμου ζητήματος της υπαιτιότητας ή μη, του βαθμού του πταίσματος του αγνώστου οδηγού και της εντεύθεν ύπαρξης ή μη αστικής ευθύνης του αναιρεσείοντος.
Πρέπει, επομένως, να γίνει δεκτός ως βάσιμος, ο ως άνω πρώτος λόγος αναίρεσης. Μετά την παραδοχή του ως άνω λόγου και λόγω της αναιρετικής του εμβέλειας παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων της κρινόμενης αναίρεσης, ήτοι του δεύτερου λόγου, από τον αριθμό 11 γ ΚΠολΔ, του τρίτου λόγου, από τον αριθμό 1 εδ.α ΚΠολΔ και του τέταρτου λόγου αυτής, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ο οποίος αφορά στο κεφάλαιο της χρηματικής ικανοποίησης (παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας και των ακραίων ορίων διακριτικής ευχέρειας του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου κατά τον καθορισμό αυτής).
Συνακόλουθα, θα πρέπει η κρινόμενη αίτηση να γίνει δεκτή και να αναιρεθεί στο σύνολό της η προσβαλλόμενη υπ'αριθμ. 2192/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου ..., να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, στο εκδόν την προσβαλλόμενη απόφαση Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλον Δικαστή.
Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου, που έχει καταθέσει το αναιρεσείον για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ), και να καταδικαστεί ο αναιρεσίβλητος ,λόγω της ήττας του, (άρθρ. 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ) στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματος του.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ.2192/2020 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου ..., που εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 591 επ. και 614 παρ. 1 ΚΠολΔ.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο, ανωτέρω Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, πλην αυτού που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση.
Διατάσσει την επιστροφή στο αναιρεσείον του παραβόλου που κατέθεσε για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης.
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην ..., στις 26 Ιουνίου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία καθώς και της αρχαιοτέρας Αρεοπαγίτου ο β'αρχαιότερος της Συνθέσεως Αρεοπαγίτης
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην ..., στις 13 Δεκεμβρίου 2024.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ