Legislator Case Law & Legislation
1902/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against insurance contract ruling, upholding lower court's interpretation of policy terms.

Case Number 1902/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Third Instance Court's decision regarding an insurance contract dispute. The appellant argued that the insurer should bear liability even after the insured's recovery from a serious illness, but the court found no ambiguity in the contract's wording. Consequently, the court ruled that the lower court correctly interpreted the agreement without needing to apply specific statutory provisions on contract interpretation.

Legislator headnote

AI generated

Articles 173 and 200 of the Civil Code; The court held that where a lower court decision clearly interprets contract terms without ambiguity, an appeal based on alleged misinterpretation is inadmissible.

Keywords

AI generated
insurance contract interpretation serious illness clause contractual ambiguity appeal admissibility civil code provisions

Cited Legislation

AI generated
Article 561 § 2 of the Code of Civil Procedure
Article 173 of the Civil Code
Article 200 of the Civil Code
Article 491 § 4 of the Code of Civil Procedure
Articles 106, 176, 183 and 191 § 2 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1902 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1902/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Σπυρίδων Κουτσοχρήστο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 6 Δεκεμβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Χ. Σ. του Α., κατοίκου ... Αττικής, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Καραγκούνη που ανακάλεσε την από 3/12/2021 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία ..., που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Τσικρικά με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6/3/2017 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4082/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 847/2020 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 25/10/2020 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την υπό κρίση αίτηση διώκεται η αναίρεση της υπ' αριθμ. 847/2020 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, με την οποία έγινε δεκτή τυπικώς και κατ' ουσίαν η από 23-10-2018 έφεση της ήδη αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρίας κατά της υπ' αριθμ. 4082/2018 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και απορρίφθηκε η από 6-3-2017 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας.

Από την επιτρεπτή κατ' άρθρον 561 § 2 ΚΠολΔ επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δικογραφίας προκύπτει ότι η διαδικαστική πορεία της κρινομένης υποθέσεως ήταν η εξής: Η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα με την από 6-3-2017 ασκηθείσα ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών αγωγή της κατά της εναγόμενης και ήδη αναιρεσίβλητης ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας, ιστορούσε ότι στις 25-6-1997 κατήρτισε με την τελευταία σύμβαση ασφάλισης ζωής, με ισόβια διάρκεια των καλύψεών της, που περιλάμβανε ασφάλεια ισόβιας σύνταξης, με επιστροφή ασφαλίστρων και με συμμετοχή στα κέρδη, για την οποία εκδόθηκε το υπ' αριθμ. ...

ασφαλιστήριο συμβόλαιο, ότι με πρόσθετη πράξη του ως άνω συμβολαίου και συγκεκριμένα, με το Παράρτημα Β' αυτού προβλεπόταν, μεταξύ άλλων, η πρόσθετη κάλυψη της ισόβιας απαλλαγής από την πληρωμή των ασφαλίστρων σε περίπτωση διαρκούς ολικής ανικανότητος από ασθένεια ή ατύχημα ή και σε περίπτωση προσβολής της ασφαλισμένης από μια εκ των περιοριστικώς αναφερομένων στο Παράρτημα, σοβαρών ασθενειών, στις οποίες περιλαμβάνεται και η ασθένεια του καρκίνου, ο οποίος εξειδικευόταν στο άρθρο 2 παρ. 4 του παραρτήματος, ότι περιελάμβανε την νόσο "Hodgin" εκτός του σταδίου I.

Ιστορούσε ακόμη η ενάγουσα ότι στις 7-4-2004 διαπιστώθηκε μετά από διαγνωστικές εξετάσεις, ότι η ίδια έπασχε από λέμφωμα, νόσο "Hodgins", σταδίου II και ότι ακολούθως, μετά από ενημέρωση της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας, ενεργοποιήθηκε στις 10-12-2004, η απαλλαγή της ασφαλισμένης (ενάγουσας) από την εκ μέρους της πληρωμή των σχετικών ασφαλίστρων, μετά την υποβολή των ιατρικών πιστοποιητικών και δικαιολογητικών και του ιατρικού της φακέλου αλλά και ότι η εναγομένη, πράγματι, σε εφαρμογή των όρων του προαναφερθέντος Παραρτήματος, απήλλαξε αυτήν (την ενάγουσα) από την καταβολή των ασφαλίστρων για το χρονικό διάστημα από 10-12-2004 μέχρι το έτος 2014.

Ιστορούσε περαιτέρω η ενάγουσα ότι κατά τον μήνα Ιούνιο του έτους 2014 η εναγομένη, όλως αιφνιδίως και αντισυμβατικώς, κοινοποίησε προς αυτήν (ενάγουσα) επιστολή ταχυπληρωμής, με την οποία αξίωνε από αυτήν την καταβολή ασφαλίστρων, για το χρονικό διάστημα από 10-6-2014 μέχρι 10-9-2014, ύψους 499,35 ευρώ και την καλούσε με σχετική επιστολή της, επικαλούμενη ότι έχει αποκατασταθεί η ανικανότητά της (της ενάγουσας ασφαλισμένης), σύμφωνα με το άρθρο 5 του άνω παραρτήματος του ασφαλιστηρίου, να καταβάλει στο εξής τα οφειλόμενα εκ μέρους της ασφάλιστρα, προκειμένου να διατηρηθεί σε ισχύ το ανωτέρω ασφαλιστήριο συμβόλαιο και ότι η ίδια (ενάγουσα) αναγκάστηκε, προκειμένου να μην προβεί η εναγομένη ασφαλιστική εταιρία σε καταγγελία της σχετικής σύμβασης, να καταβάλει για ασφάλιστρα, αχρεωστήτως, για το χρόνο μέχρι την άσκηση της αγωγής, ποσό 6.440,56 ευρώ και μετά ταύτα, ζήτησε η ενάγουσα, α) να αναγνωρισθεί ότι δεν έχει υποχρέωση καταβολής ασφαλίστρων προς την εναγομένη, για το χρονικό διάστημα από 10-6-2014 και εφεξής, λόγω εμφανίσεως της ασθένειας του καρκίνου, κατά τα οριζόμενα στην πρόσθετη πράξη - Παράρτημα Β' του ασφαλιστηρίου συμβολαίου της, β) να υποχρεωθεί η εναγομένη να παραλείπει στο μέλλον να της αποστέλλει επιστολές καλώντας την να αποδείξει την ανικανότητά της προς εργασία και το βαθμό αυτής και να την χρεώνει με ασφάλιστρα, γ) να υποχρεωθεί η εναγόμενη να της καταβάλει βάσει των, εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού, διατάξεων, τα ασφάλιστρα που κατέβαλε μετά τις 10-6-2014 μέχρι την άσκηση της αγωγής, εντόκως από την επίδοση της αγωγής και μέχρις εξοφλήσεως και δ) να καταδικασθεί η εναγόμενη σε καταβολή της δικαστικής της δαπάνης.

Μετά την συζήτηση της ως άνω ασκηθείσης αγωγής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 4082/2018 οριστική απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου, με την οποία αυτή απορρίφθηκε ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας, ως προς το δεύτερο αναγνωριστικό της αίτημα και το τρίτο, καταψηφιστικό, έγινε όμως δεκτή κατά το πρώτο αναγνωριστικό της αίτημα, ως νόμω και ουσία βάσιμη και αναγνωρίσθηκε ότι αυτή (ενάγουσα), "δεν υποχρεούται στην καταβολή ασφαλίστρων της βασικής ασφάλισης ζωής και των παραρτημάτων του με αριθμό ...

ασφαλιστηρίου ζωής που έχει συνάψει την 25.6.1997 στην Αθήνα με την εναγόμενη", όπως επί λέξει αναφέρεται στο διατακτικό της. Ακολούθως κατά της ως άνω πρωτοβαθμίου αποφάσεως η ήδη αναιρεσίβλητη ανώνυμη ασφαλιστική εταιρία άσκησε ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών την από 23-10-2018 έφεσή της, μετά την συζήτηση της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλομένη υπ' αριθμ. 847/2020 απόφαση, με την οποίαν, αφού έγινε τυπικώς δεκτή και κατ' ουσίαν η έφεση, εξαφανίσθηκε η ως άνω υπ' αριθμ. 4082/2018 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και απορρίφθηκε η παραπάνω από 6-3-2017 ασκηθείσα αγωγή.

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 και 566 § 1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 § 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρο 577 § 3 ΚΠολΔ). Κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν εφάρμοσε τέτοιο κανόνα, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφάρμοσε αυτόν, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται, ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στον νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν προφανή την παραβίαση.

Ο λόγος αυτός ιδρύεται και όταν η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου αφορά τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, γενικούς ή ειδικούς, με τους οποίους αίρονται οι ασάφειες ή καλύπτονται τα κενά που διαπιστώνονται στις δικαιοπρακτικές δηλώ-σεις βούλησης των μερών. Περαιτέρω, οι από τα άρθρα 173 και 200 ΑΚ θεσπιζόμενοι γενικοί ερμηνευτικοί κανόνες, σύμφωνα με τους οποίους κατά την ερμηνεία των συμβάσεων και γενικώς των δικαιοπραξιών αναζητείται η αληθινή βούληση χωρίς προσήλωση στις λέξεις των δηλώσεων, λαμβανομένης υπόψη της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών, έχουν εφαρμογή σε κάθε περίπτωση που κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας υφίσταται κενό ή αμφιβολία για την έννοια της ερμηνευομένης δικαιοπραξίας, λόγω αοριστίας ή ατελούς διατυπώσεως της δικαιοπρακτικής δήλωσης βουλήσεως (ΑΠ 619/2015).

Ειδικότερα, στο άρθρο 173 ΑΚ ορίζεται ότι: "Κατά την ερμηνεία της δήλωσης βουλήσεως αναζητείται η αληθινή βούληση χωρίς προσήλωση στις λέξεις", ενώ στο άρθρο 200 του ίδιου Κώδικα ορίζεται ότι "Οι συμβάσεις ερμηνεύονται όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπ' όψη και τα συναλλακτικά ήθη". Το άρθρο 173 ΑΚ αναφέρεται σε κάθε δήλωση βουλήσεως, ακόμη και στις μονομερείς και μη απευθυντέες, ενώ το άρθρο 200 ΑΚ μόνον στις συμβάσεις (ΑΠ 1166/2021).

Οι διατάξεις των ως άνω άρθρων αποσκοπούν στην ερμηνεία της δηλώσεως βουλήσεως και κάθε μια από αυτές συμπληρώνει την άλλη. Η πρώτη αφορά το υποκειμενικό στοιχείο της δήλωσης, δηλαδή την άποψη του δηλούντος και απαιτεί η ερμηνεία να μην προσκολλάται στις λέξεις της δηλώσεως αλλά να αναζητεί την αληθινή βούληση του δηλούντος και η δεύτερη αφορά το αντικειμενικό στοιχείο, δηλαδή την άποψη των συναλλαγών και επιβάλλει η δήλωση να ερμηνεύεται όπως απαιτεί η καλή πίστη, για τον προσδιορισμό της οποίας και μόνον θα πρέπει να ληφθούν υπόψη τα συναλλακτικά ήθη.

Οι παραπάνω διατάξεις παραβιάζονται όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά την διάγνωση ασάφειας ή ατέλειας κατά την διατύπωση της βουλήσεως ή οποιασδήποτε αμφιβολίας ως προς την έννοιά της, παραλείπει να προσφύγει στους κανόνες που τίθενται με αυτές για την συναγωγή της προσήκουσας ερμηνείας ή να παραθέσει τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή τους (ΑΠ 357/2010, ΑΠ 1179/1996).

Οι ίδιες διατάξεις όμως παραβιάζονται και όταν το δικαστήριο της ουσίας, αν και ρητώς δέχεται ότι η υπό αξιολόγηση δήλωση βουλήσεως δεν έχει ανάγκη ερμηνείας, διότι (δήθεν) είναι σαφής, σιωπηρώς καταφάσκει την ανάγκη αυτή, διότι προβαίνει σε αναζήτηση του πράγματι ηθελημένου νοήματος της υπό αξιολόγηση δηλώσεως με συσχέτιση των επί μέρους εκφράσεων των ενδιαφερομένων ή άλλων, προηγουμένων ή μεταγενεστέρων δηλώσεων αυτών, με χρησιμοποίηση πρόσθετων αποδεικτικών στοιχείων ή με ενδοιαστικές εκφράσεις ή επιχειρήματα, τα οποία αναδεικνύουν προσπάθεια ερμηνείας της δηλώσεως βουλήσεως, κατά την οποία δεν έγινε εφαρμογή των ερμηνευτικών κανόνων που προαναφέρθηκαν (ΟλΑΠ 324/1978, ΑΠ 253/2010).

Οι ίδιες διατάξεις εξάλλου παραβιάζονται και όταν το δικαστήριο της ουσίας προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους, δηλαδή όταν η ερμηνεία που δίδεται από αυτό ως προς το περιεχόμενο της υπό αξιολόγηση δηλώσεως δεν είναι σύμφωνη προς τους κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ. Η κατά τον άνω τρόπο παραβίαση των τελευταίων αυτών διατάξεων, ιδρύει τον προαναφερθέντα από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως (ΑΠ 554/2018).

Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, με την οποία αυτό, από τα πραγματικά περιστατικά της συγκεκριμένης περιπτώσεως εξάγει το στηριζόμενο στην βούληση του δηλούντος (άρθρο 173 ΑΚ) υποκειμενικό νόημα της δηλώσεως βουλήσεως, όπως επίσης και εκείνη, με την οποία συνάγει το αντικειμενικό (άρθρο 200 ΑΚ) νόημα της δηλώσεως βουλήσεως είναι κρίση νομική και ως τέτοια υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 1333/2012).

Καλή πίστη εξάλλου, είναι η συναλλακτική ευθύτητα και εντιμότητα που δείχνει ο έντιμος και εχέφρων συναλλασσόμενος, σύμφωνα με τις κοινωνικές αντιλήψεις που επικρατούν και με την έννοια αυτή, η καλή πίστη αποτελεί κριτήριο συμπεριφοράς, το οποίο έχει αναχθεί σε κανόνα δικαίου. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθ. 559 αριθ. 1 εδ.

β' ΚΠολΔ η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς. Κατά την έννοια της ως άνω διάταξης ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται μόνον όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, δηλαδή τις γενικές και αφηρημένες αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα με την βοήθεια της επιστημονικής έρευνας ή της επαγγελματικής ενασχόλησης και έχουν γίνει κοινό κτήμα, για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας κανόνα δικαίου, ιδίως όταν αυτός περιέχει νομικές έννοιες ή για την υπαγωγή ή όχι σ' αυτόν των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς και όχι όταν παραβιάζει τα διδάγματα αυτά κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών γεγονότων, δηλαδή της ουσίας της υπόθεσης (ΑΠ 1455/2021, ΑΠ 1309/2021, ΑΠ 1/2018, ΑΠ 1662/2010).

Περίπτωση τέτοιας έμμεσης, αλλά σαφούς διαπίστωσης κενού ή ασάφειας στην δικαιοπραξία συντρέχει μεταξύ άλλων και όταν το δικαστήριο κατέφυγε για τον σχηματισμό της κρίσης του ως προς την μορφή και το περιεχόμενο της δικαιοπραξίας σε συσχετισμό των όρων της σύμβασης, στην λήψη στοιχείων εκτός της σύμβασης, ήτοι σε έγγραφα και λοιπά στοιχεία, εκτός του συστατικού ή αποδεικτικού της δικαιοπραξίας εγγράφου ή αντλεί επιχειρήματα από τον σκοπό αυτής (ΑΠ 1270/2021, ΑΠ 205/2020, ΑΠ 51/2020).

Για να συναγάγει το ερμηνευτικό πόρισμα το δικαστήριο δεν είναι υποχρεωμένο να αρκεσθεί στο περιεχόμενο της συμβάσεως, αλλά μπορεί να αντλήσει στοιχεία και εκτός της συμβάσεως, που θα προταθούν από τους διαδίκους. Δεν αποκλείεται μάλιστα να λάβει υπόψη του και στοιχεία από την μεταγενέστερη από την κατάρτιση της συμβάσεως συμπεριφορά των μερών, ως ενδεικτικά του νοήματος που είχαν προσδώσει στην σχετική σύμβαση τα μέρη, γεγονός που υποδηλώνεται και με τις σύμφωνες με αυτό ενέργειές τους (ΑΠ 679/2018, ΑΠ 374/2013).

Η διαπίστωση από το δικαστήριο της ουσίας κενού ή ασάφειας στην δικαιοπραξία μπορεί να αναφέρεται ρητά στην απόφασή του, αλλά και να προκύπτει έμμεσα από αυτή (ΑΠ 1651/2013). Για να είναι ορισμένος ο προ-αναφερθείς από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ λόγος, όταν αφορά την παραβίαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, πρέπει να αναγράφεται στο αναιρετήριο (μεταξύ των άλλων) ότι το δικαστήριο της ουσίας, ενώ είχε διαπιστώσει ευθέως ή εμμέσως την ύπαρξη κενού, ασάφειες ή αμφιβολίας, δεν προσέφυγε στους ερμηνευτικούς κανόνες, αλλιώς είναι αόριστος και απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 1086/2019, ΑΠ 451/2014, 574/2010).

Περαιτέρω κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει συνεπώς, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι, να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στην συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκεί-νου που δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 1/1999, 26/2004, ΑΠ 78/2020, 2267/2013).

Ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται μόνον όταν η πλημμέλεια αφορά παράβαση κανόνων ουσιαστικής φύσης και όχι δικονομικών διατάξεων, που ρυθμίζουν την διαδικασία. Ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για την στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις, στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).

Για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αρ. 19 λόγος αναίρεσης, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο: α) ότι η απόφαση στερείται παντελώς αιτιολογιών ή έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, στην περίπτωση δε της ανεπάρκειας των αιτιολογιών, ποιές επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιέχει, ενώ στην περίπτωση των αντιφατικών αιτιολογιών πού εντοπίζεται η αντίφαση, β) ο πραγματικός ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση κλπ) και τα περιστατικά που προτάθηκαν προς θεμελίωσή του, καθώς και η σύνδεσή του με το διατακτικό, γ) η νόμιμη βάση, ήτοι η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάστηκε και μάλιστα ενάριθμα και δ) οι παραδοχές του δικαστηρίου, με πληρότητα και όχι αποσπασματικά υπό τις οποίες συντελέστηκε η παραβίαση (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 1312/2020, ΑΠ 472/2017, ΑΠ 793/2015, ΑΠ 1788/2013, ΑΠ 130/2009, ΑΠ 1438/2009, ΑΠ 1206/2008).

Τέλος, η ύπαρξη νόμιμης βάσης και η αντίστοιχη έλλειψή της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση. Ο Άρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του προκειμένου λόγου αναίρεσης, ελέγχοντας μόνο την προσβαλλόμενη απόφαση και το αιτιολογικό της, από την οποία πρέπει να προκύπτει η αποδιδόμενη σ' αυτήν νομική πλημμέλεια και όχι από το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων σε εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ (ΑΠ 156/2017).

Στην κρινομένη υπόθεση από την παραδεκτή επισκόπηση της ως άνω προσβαλλομένης υπ' αριθμ. 847/2020 αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο δέχτηκε αναιρετικώς ανελέγκτως κατ' άρθρον 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική διαδικασία σχετικό μέρος, τα ακόλουθα: "Δυνάμει του υπ' αριθ. .../1997 ασφαλιστηρίου συμβολαίου ζωής καταρτίσθηκε, την 25-6-1997, η από 10-6-1997 (ημερομηνία έναρξης ασφάλισης), μεταξύ των διαδίκων, σύμβαση ασφαλίσεως ζωής, ισοβίου διαρκείας, που περιλάμβανε ασφάλεια ισόβιας σύνταξης, με επιστροφή ασφαλίστρων και με συμμετοχή στα κέρδη, η οποία διέπεται από τους διαλαμβανόμενους σε αυτό, όρους και συμφωνίες.

Το εν λόγω ασφαλιστήριο συμβόλαιο ζωής παρείχε, ειδικότερα, στην εφεσίβλητη: α) βασική ασφάλιση ζωής, β) ασφάλιση εξόδων νοσοκομειακής περίθαλψης, γ) απαλλαγή πληρωμής ασφαλίστρων σε περίπτωση διαρκούς ολικής ανικανότητας και δ) καταβολή του ασφαλιζόμενου ποσού, σε περίπτωση διαρκούς ολικής ανικανότητας ή σε περίπτωση σοβαρής ασθένειας.

Περαιτέρω, συμφωνήθηκε ότι η καταβολή των ασφαλίστρων θα χωρεί σε δόσεις ανά τρίμηνο, ανερχομένου του ασφαλίστρου, κατά το χρόνο σύναψης της σύμβασης, στο ποσό των 1.339 δρχ, για τη βασική ασφάλιση ζωής, 1.238 δρχ, για την πρόσθετη κάλυψη απαλλαγής, από την πληρωμή των ασφαλίστρων, 29.613 δρχ, για έξοδα νοσοκομειακής περίθαλψης, και 483 δρχ, για την καταβολή του ασφαλιζόμενου ποσού λόγω ανικανότητας, ήτοι στο ποσό των 308,312 ecu ή 32.673 δρχ.

και κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής, στο ποσό των 499,35 ευρώ. Στο Παράρτημα Β' του ως άνω ασφαλιστηρίου συμβολαίου με τίτλο: "ΠΡΟΣΘΕΤΗ ΑΣΦΑΛΙΣΗ ΑΠΑΛΛΑΓΗΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΛΗΡΩΜΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΡΩΝ ΣΕ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΔΙΑΡΚΟΥΣ ΟΛΙΚΗΣ ΑΝΙΚΑΝΟΤΗΤΑΣ" (και υπό τον υπότιτλο "ΠΡΟΔΙΑΓΡΑΦΕΣ") συμφωνήθηκε ότι "Με αυτό το Παράρτημα, που αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του Ασφαλιστηρίου Ζωής, η Ανώνυμη Ελληνική Εταιρία Γενικών Ασφαλειών "..." δηλώνει τα εξής:

Δέχεται την αίτηση του ασφαλισμένου με το Ασφαλιστήριο Ζωής και αναλαμβάνει την υποχρέωση να τον απαλλάξει από παραπέρα καταβολή ασφαλίστρων της βασικής ασφάλισης ζωής και των παραρτημάτων της, πλην των παραρτημάτων Ζ και Κ, σε περίπτωση που ο ασφαλισμένος πάθει διαρκή ολική ανικανότητα από ασθένεια ή ατύχημα πριν συμπληρώσει τα 65 του χρόνια......

Στο άρθρο 1 του ενώ λόγω Παραρτήματος ορίζεται ότι: "Διαρκής Ολική Ανικανότητα θεωρείται η για ένα (1) τουλάχιστον χρόνο από τότε που θα γνωστοποιηθεί εγγράφως στην Εταιρία διαρκής και ολοκληρωτική ανικανότητα του Ασφαλισμένου, είτε από ασθένεια είτε από ατύχημα, να εκτελέσει την εργασία που έκανε πριν πάθει την ανικανότητα ή κάθε άλλη εργασία για την οποία έχει την απαιτούμενη μόρφωση, εκπαίδευση και πείρα.

Πάντως διαρκής ολική ανικανότητα θεωρούνται οπωσδήποτε οι παρακάτω περιπτώσεις: Iα) Η αθεράπευτη απώλεια της χρήσης και των δύο χεριών ή και των δύο ποδιών ή ενός χεριού και ενός ποδιού. β) Η αθεράπευτη απώλεια της όρασης και των δύο οφθαλμών ή η απώλεια της όρασης ενός οφθαλμού και ενός ποδιού ή και χεριού.

γ) Η συνεπεία ατυχήματος ανίατη παραφροσύνη. II. Οι σοβαρές ασθένειες: Έμφραγμα μυοκαρδίου, η συνεπεία στεφανιαίας νόσου εγχείρηση BY-PASS, το εγκεφαλικό επεισόδιο, ο καρκίνος, η νεφρική ανεπάρκεια. Στις παραπάνω περιπτώσεις του παρ. I και II η διαρκής ολική ανικανότητα αναγνωρίζεται αμέσως. Οι παραπάνω περιπτώσεις διαρκούς ολικής ανικανότητας των παρ.

I και

ΙΙ συμφωνούνται περιοριστικά και όχι ενδεικτικά". Στο άρθ. 2 του εν λόγω παραρτήματος ορίζονται οι σοβαρές ασθένειες του άρθ. 1 παρ. II "1...2...3...4. ΚΑΡΚΙΝΟΣ: Ορίζεται κάθε ανεξέλεγκτη ανάπτυξη και επέκταση κακοηθών κυττάρων και διήθηση των ιστών. Ο όρος καρκίνος περιλαμβάνει τη λευχαιμία, τα λεμφώματα, κακοήθη μελανώματα καθώς και τη νόσο του HODGKIN εκτός του 1ου σταδίου...".

Κατά τη διάταξη του άρθρου 4 του Παραρτήματος (υπό τον ειδικότερο τίτλο "ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΙΣ ΣΕ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΑΝΙΚΑΝΟΤΗΤΑΣ") ορίζεται "Όταν συμβεί η Ανικανότητα, ο Ασφαλισμένος ή οποιοσδήποτε που ενεργεί κατ' εντολή του και για λογαριασμό του πρέπει να υποβάλει στην Εταιρία με δικά του έξοδα τα απαιτούμενα πιστοποιητικά και κάθε άλλο αποδεικτικό στοιχείο.

Η εταιρία επιφυλάσσει στον εαυτό της το δικαίωμα της εξακρίβωσης της Ανικανότητας, από γιατρούς της δικής της επιλογής με οποιοδήποτε τρόπο και σε οποιοδήποτε χρόνο. Σε περίπτωση δε άρνησης του Ασφαλισμένου να δεχτεί τις ζητούμενες από την Εταιρία ιατρικές εξετάσεις εκπίπτει κάθε δικαιώματός του από την παρούσα πρόσθετη ασφάλιση και εφαρμόζονται οι γενικοί όροι της βασικής ασφάλισης ζωής.

Ο Ασφαλισμένος οφείλει επίσης, δύο (2) μήνες, πριν από κάθε ετήσια επέτειο της σύναψης της ασφάλειας, να παρέχει με δικά του έξοδα ιατρική έκθεση σχετική με την ανικανότητά του". Τέλος, κατά το άρθρο 5 του Παραρτήματος (υπό τον ειδικότερο τίτλο "ΑΠΑΛΛΑΓΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΡΩΝ") ορίζεται "Η Εταιρία απαλλάσσει τον Ασφαλισμένο από παραπέρα καταβολή Ασφαλίστρων, αν ο Ασφαλισμένος πάθει Διαρκή Ολική Ανικανότητα και εφόσον η ασφάλεια βρίσκεται σε πλήρη ισχύ.

Μέχρι να αναγνωριστεί από την Εταιρία η διαρκής ολική ανικανότητα του Ασφαλιζομένου, ο Συμβαλλόμενος είναι υποχρεωμένος να συνεχίσει να πληρώνει τα ασφάλιστρα. Μετά την αναγνώριση, τα ασφάλιστρα που καταβλήθηκαν και αφορούσαν το διάστημα από την ημερομηνία γνωστοποίησης της ανικανότητας μέχρι την ημερομηνία αναγνώρισης επιστρέφονται.

Η έναρξη της ανικανότητας δεν μπορεί να ανατρέχει σε χρόνο προηγούμενο από τη χρονολογία της δήλωσής της στην Εταιρία. Σε περίπτωση που η Εταιρία έχει λόγους να πιστεύει ότι έχει αποκατασταθεί η ικανότητα του Ασφαλισμένου πρέπει να επαναληφθεί η καταβολή των ασφαλίστρων και σε αντίθετη περίπτωση εφαρμόζονται οι Γενικοί Όροι του Ασφαλιστηρίου Ζωής".

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η εφεσίβλητη διαγνώστηκε, τον Απρίλιο του έτους 2004, ότι πάσχει από καρκίνο, νόσο "Hodgin", τύπου οζώδους σκλήρυνσης, σταδίου II, για την αντιμετώπιση της οποίας υπεβλήθη σε έξι (6) κύκλους χημειοθεραπείας, από τον Απρίλιο, ως το Σεπτέμβριο του έτους 2004, στους οποίους ανταποκρίθηκε ομαλά.

Έκτοτε, από το Σεπτέμβριο του έτους 2004, δηλαδή μετά τον τελευταίο κύκλο χημειοθεραπείας, το νόσημα της εφεσίβλητης είναι σε πλήρη ύφεση, και όπως προκύπτει από τακτικούς και εργαστηριακούς ελέγχους, τα τελευταία χρόνια, μετά το πέρας της πενταετίας από την χημειοθεραπεία, είναι απολύτως υγιής και δεν λαμβάνει κανενός είδους θεραπεία, ούτε υπάρχουν ενδείξεις για υποτροπή ή μεταστάσεις της νόσου.

Τα ανωτέρω αποδεικνύονται σαφώς από όλα τα ιατρικά πιστοποιητικά που προσκομίζουν οι διάδικοι, με πιο πρόσφατο την από 17-7-2014 βεβαίωση της αιματολόγου - ιατρού, Κ. Θ.. Κατόπιν εκδηλώσεως της ανωτέρω ασθένειας του καρκίνου (η οποία αποτελεί "σοβαρή ασθένεια", κατά τους παραπάνω όρους του ασφαλιστηρίου συμβολαίου) η εκκαλούσα, με την από 15-10-2004 επιστολή της προς την εφεσίβλητη ενεργοποίησε την, συμβατικώς προβλεπομένη, απαλλαγή της εφεσίβλητης, από την υποχρέωση καταβολής ασφαλίστρων, από 10-12-2004 και αναγνώρισε την "Διαρκή Ολική Ανικανότητα ή Σοβαρή Ασθένεια" της εφεσίβλητης από 27-5-2004, ορίζοντας ότι από την ημερομηνία αυτή ίσχυε η βασική ασφάλιση Ζωής και οι πρόσθετες καλύψεις του ασφαλιστηρίου, πλην του παραρτήματος Ζ' του οποίου η ισχύς έπαυσε από την ίδια ημερομηνία.

Στη συνέχεια, με την από 23-10-2013 επιστολή της εκκαλούσας προς την εφεσίβλητη, η πρώτη ζήτησε να της προσκομισθούν, εντός δύο (2) μηνών, δικαιολογητικά και αποδεικτικά στοιχεία, σχετικά με την διαρκή ανικανότητα της εφεσίβλητης καθώς και ο βαθμός ανικανότητάς της. Την επιστολή αυτή η εφεσίβλητη δεν παρέλαβε, καθόσον είχε στο μεταξύ αλλάξει διεύθυνση κατοικίας, λόγω του μεσολαβήσαντος γάμου της, οπότε δεν απέστειλε, εντός δύο (2) μηνών, τα ζητούμενα δικαιολογητικά.

Στη συνέχεια η εκκαλούσα απέστειλε στην εφεσίβλητη την από 20-3-2014 επιστολή της - έγγραφο, με το οποίο της γνώριζε ότι έπαυε αυτοδικαίως η ισχύς της απαλλαγής πληρωμής των ασφαλίστρων, οπότε η τελευταία υποχρεούτο, από 10-6-2014 να καταβάλει κανονικά τα ασφάλιστρα, ενώ με ηλεκτρονικό μήνυμα, από 24-3-2014, στον ασφαλιστικό πράκτορα της τελευταίας, της γνώρισε ότι το συμβόλαιό της επανερχόταν σε κατάσταση πληρωμής ασφαλίστρων.

Η εφεσίβλητη, την 16- 6-2014 απέστειλε στην εκκαλούσα τα στοιχεία της νέας της διεύθυνσης, αντίγραφα εργαστηριακών εξετάσεων, από το χρονικό διάστημα 2004 ως 14-2-2014 καθώς και την άνω γνωμάτευση της Κ. Θ., από τα οποία προέκυπτε ότι είναι αποθεραπευμένη, δεν λαμβάνει κανενός είδους θεραπεία και παρακολουθείται ανά έτος.

Στη συνέχεια η εκκαλούσα, με το ηλεκτρονικό μήνυμα από 26-6-2014 γνωστοποίησε στην εφεσίβλητη ότι δεν προέκυπτε συνέχιση την ανικανότητάς της και η τελευταία, με το από 18-7-2014 έγγραφο - επιστολή, ενημέρωσε την ασφαλιστική εταιρία ότι, προ του κινδύνου να καταγγελθεί η σύμβαση ασφάλισης, θα κατέβαλε τα ασφάλιστρα, τα οποία και πράγματι κατέβαλε, συνολικά, ανερχόμενα, ως την άσκηση της αγωγής, ποσό 6.440,56 ευρώ.

Στη συνέχεια, η εκκαλούσα, λόγω των διαμαρτυριών της εφεσίβλητης, με το από 23-7-2014 έγγραφό της γνωστοποίησε στην ασφαλισμένη ότι εμμένει στην απόφασή της να επαναφέρει το ασφαλιστήριο συμβόλαιο, σε κατάσταση πληρωμής ασφαλίστρων, από 10-6-2014. Η εφεσίβλητη, παρά την καταβολή των ασφαλίστρων, επέμενε και επιμένει στην άποψή της, σχετικά με τους ανωτέρω συμβατικούς όρους, ότι πρέπει να απαλλάσσεται από τα ασφάλιστρα και για τούτο επέλεξε, πλέον, να προχωρήσει στην άσκηση της ένδικης αγωγής.

Με βάση τα ανωτέρω, αποδεικνύεται (από όλα τα προσκομισθέντα από τους διαδίκους ιατρικά πιστοποιητικά), ότι μετά την υποβολή της εφεσίβλητης στον τελευταίο κύκλο χημειοθεραπείας και κατόπιν παρακολούθησής της για ικανό χρόνο, ότι αυτή δεν νοσούσε κατά τoν κρίσιμο χρόνο (10-6-2014), οπότε της ζητήθηκε να καταβάλει εκ νέου ασφάλιστρα και εντεύθεν και δεν εντοπίζονται, πλέον σ' αυτήν, ύποπτα ευρήματα κακοηθείας (η υποβολή της σε τακτικό εργαστηριακό έλεγχο γίνεται βάσει του ισχύοντος διεθνώς πρωτοκόλλου και για προληπτικούς λόγους, διότι, πράγματι, οι πιθανότητες για εμφάνιση υποτροπής ή μεταστάσεων είναι σαφώς αυξημένες σε όσους διαγνώστηκαν ήδη ότι πάσχουν από την ανωτέρω νόσο, σε σχέση με τον λοιπό πληθυσμό).

Με βάση τα ανωτέρω και κατά τους όρους της σύμβασης, όπως το περιεχόμενό τους προκύπτει από την ανάγνωση αυτών, η απαλλαγή της εφεσίβλητης από την καταβολή των ασφαλίστρων ίσχυε για όσο χρονικό διάστημα η νόσος ήταν ενεργός και δεν επήλθε με μόνη την προσβολή της εφεσίβλητης από τη νόσο και εις το διηνεκές, για όσο διάστημα διαρκεί η σύμβαση, ασχέτως της καλής ή όχι, κατάστασης της υγείας της, όπως η εφεσίβλητη ισχυρίζεται.

Δεν διαφοροποιείται, κατά τους όρους της σύμβασης, η περίπτωση που ο ασφαλισμένος, όπως η εφεσίβλητη, διαγνωστεί με σοβαρή νόσο, όπως η νόσος του "Hodgins", σταδίου II (για το στάδιο I δεν προβλέπεται, καν, απαλλαγή από την καταβολή ασφαλίστρων), καθόσον είναι σαφές, σύμφωνα με το άρθ. 1 του Παραρτήματος Β' της σύμβασης, ότι η παραπάνω νόσος προκαλεί, μεν, ολική διαρκή ανικανότητα, για τουλάχιστον ένα (1) έτος (αφού η νόσος περιλαμβάνεται στην κατηγορία των σοβαρών ασθενειών, κατά το άρθ. 2 το ίδιου παραρτήματος), όμως, σε περίπτωση που αποκατασταθεί η ικανότητα του ασφαλισμένου, πρέπει κατά το άρθ. 5 παρ. 2, να επαναληφθεί η καταβολή των ασφαλίστρων.

Δηλαδή εν προκειμένω, από την ανάγνωση των παραπάνω όρων του ασφαλιστηρίου συμβολαίου, συνάγεται ότι η εκκαλούσα ανώνυμη ασφαλιστική εταιρία υποχρεούται να απαλλάσσει τον ασφαλισμένο (εν προκειμένω την εφεσίβλητη), από τη συμβατική υποχρέωση καταβολής ασφαλίστρων, σε περίπτωση εκδηλώσεως οιασδήποτε, διαλαμβανόμενης, στον κατάλογο του άρθρου 2 παρ. 4 του ως άνω Παραρτήματος, "σοβαρής ασθένειας", σε περίπτωση, όμως, ιάσεως της ως άνω "σοβαρής ασθένειας" (γεγονός, το οποίο ο ασφαλισμένος υποχρεούται να γνωστοποιήσει στον ασφαλιστή, κατά τα προεκτιθέμενα), ενεργοποιείται εκ νέου η υποχρέωση καταβολής ασφαλίστρων, σε περίπτωση δε, υποτροπής της νόσου ή εκδήλωσης νέας νόσου ή ανικανότητας, υπάρχει και πάλι η δυνατότητα ενεργοποίησης της ανωτέρω ρήτρας απαλλαγής.

Τούτο δε ανεξαρτήτως της παρόδου μακρού χρόνου, χωρίς η ασφαλιστική εταιρία να αξιώσει να της παρασχεθεί ιατρική έκθεση, σχετικά με την ικανότητα ή την ανικανότητα του ασφαλισμένου, κατά το άρθ. 4 του άνω παραρτήματος, καθόσον μόνη η πάροδος μακρού χρόνου δεν καθιστά, άνευ άλλου τινός, κατ' άρθ. 281 ΑΚ, την αξίωση, εκ μέρους του ασφαλιστή, περί καταβολής του ασφαλίστρου, καταχρηστική.

Αντίθετη ερμηνευτική εκδοχή, υπό την οποία το ένα συμβαλλόμενο μέρος (εν προκειμένω η εκκαλούσα ανώνυμη ασφαλιστική εταιρία), βαρύνεται, εν πάση περιπτώσει (δηλαδή ακόμη και σε περίπτωση ιάσεως της "σοβαρής ασθένειας"), με την εκπλήρωση της παροχής του (ήτοι την παροχή ασφαλιστικής καλύψεως) και το έτερο μέρος απαλλάσσεται, εις το διηνεκές, από την υποχρέωση εκπληρώσεως της αντιπαροχής του (ήτοι την καταβολή του προβλεπομένου ασφαλίστρου), δικαιούμενο σε λήψη όλων των όφειλομένων συμβατικών παροχών του αντισυμβαλλομένου μέρους, αντίκειται στους όρους και το σκοπό της συμβάσεως...

Αντίθετο συμπέρασμα δεν μπορεί να εξαχθεί από το γεγονός ότι στην τελευταία παράγραφο του άρθρου 1 του ανωτέρω Παραρτήματος αναγράφεται: "Στις παραπάνω περιπτώσεις των παρ. I και II (μεταξύ των οποίων και ο καρκίνος, όπως εν προκειμένω) η διαρκής ολική ανικανότητα αναγνωρίζεται αμέσως ...". Η εφεσίβλητη ισχυρίζεται ότι η δια-τύπωση αυτή έχει αναγραφεί επειδή ακριβώς η διαρκής ολική ανικανότητα, που προέρχεται από τις αναφερόμενες σοβαρές παθήσεις, όπως ο καρκίνος και η νεφρική ανεπάρκεια κ.λ.π., δεν αποκαθίστανται.

Ο ισχυρισμός αυτός όμως δεν συνάδει με το γράμμα των διατάξεων της σύμβασης, το περιεχόμενό της σύμβασης και τα διδάγματα της κοινής πείρας. Τούτο γιατί: α) Τόσο στις περιπτώσεις διαρκούς ολικής ανικανότητας του άρθρου 1. Ι του ανωτέρω Παραρτήματος, όσο και στις περιπτώσεις των σοβαρών ασθενειών του άρθρου 1.

ΙΙ του ίδιου Παραρτήματος υπάρχουν περιπτώσεις που η ανικανότητα είναι μόνιμη και δεν διαρκεί για ένα έτος (όπως "η αθεράπευτη απώλεια της όρασης και των δυο οφθαλμών..." ή η "αθεράπευτη απώλεια της χρήσης και των δύο χεριών ή ποδιών.." στην πρώτη περίπτωση και η νεφρική ανεπάρκεια, με αποτέλεσμα την υποβολή του ασφαλισμένου σε τακτική αιμοκάθαρση), αλλά υπάρχουν και περιπτώσεις που η ανικανότητα δεν είναι μόνιμη και διαρκεί για ένα έτος, όπως το έμφραγμα του μυοκαρδίου, αλλά και ο καρκίνος, κατά περίπτωση.

Οι περιπτώσεις αυτές ανικανότητας και σοβαρών ασθενειών αναγράφονται όλες μαζί και με τυχαία σειρά και δεν υπάρχει διάκριση, στα επόμενα άρθρα, σε μόνιμες ή ιάσιμες ασθένειες. β) Στο άρθρο 5 του ανωτέρω Παραρτήματος που αναφέρεται στην Απαλλαγή Πληρωμής Ασφαλίστρων αναγράφεται, ότι σε περίπτωση που έχει αποκατασταθεί η ικανότητα του Ασφαλισμένου πρέπει να επαναληφθεί η καταβολή των ασφαλίστρων, χωρίς να αναφέρεται σε ασθένεια, το ίδιο αναγράφεται δε και αμέσως ανωτέρω, στο ίδιο άρθρο, σχετικά με την επιστροφή των ασφαλίστρων που καταβλήθηκαν και αφορούσαν το διάστημα από την ημερομηνία "γνωστοποίησης της ανικανότητας" μέχρι την ημερομηνία αναγνώρισης και πάλι, δηλαδή, δεν γίνεται αναφορά σε ασθένεια, αλλά μόνο σε ανικανότητα, γενικά.

γ) Στο άρθρο 4 όπου αναφέρεται η υποχρέωση του ασφαλισμένου να παρέχει, με δικά του έξοδα, ιατρική έκθεση σχετική "με την ανικανότητά του", δύο μήνες πριν την ετήσια επέτειο της σύναψης της ασφάλισης, πάλι δεν γίνεται λόγος για σοβαρή ασθένεια, όμως, εκτός από όσα αναφέρθηκαν αμέσως ανωτέρω, για την όμοια διατύπωση του άρθρου 5, είναι σαφές ότι η υποχρέωση αυτή θεμελιώνεται και στην περίπτωση σοβαρής ασθένειας, αφού το άρθρο αυτό φέρει τίτλο "Υποχρεώσεις σε περίπτωση ανικανότητας", χωρίς να γίνεται μάλιστα, οποιαδήποτε διάκριση για τις μόνιμες ή μη, περιπτώσεις ανικανότητας ή ασθένειας, ή για τις αμέσως αναγνωρίσιμες ή μη περιπτώσεις ανικανότητας, ούτε καν για τις περιπτώσεις ολικής ή μη, ανικανότητας.

Ενόψει των ανωτέρω, κρίνεται ότι ορθώς ισχυρίστηκε η εκκαλούσα ότι ενεργοποιήθηκε εκ νέου (από την 10-6-2014, σε χρόνο που η εκκαλούσα αποφάσισε), η υποχρέωση της εφεσίβλητης να καταβάλλει σε αυτήν τα οφειλόμενα ασφάλιστρα, ανεξαρτήτως του ότι η επιδίωξη της τελευταίας, δια της άσκησης της κρινόμενης αγωγής, να αναγνωριστεί ότι δεν έχει υποχρέωση καταβολής ασφαλίστρων στην εκκαλούσα, για το χρονικό διάστημα από 10-6-2014 και εφεξής, λόγω του ότι νόσησε από καρκίνο το έτος 2004, δεν συνιστούν αξίωσή της (εφεσίβλητης) για καταδίκη της εκκαλούσας, σε αρνητική δήλωση της βουλήσεώς της, δηλαδή να μην προβεί (η εκκαλούσα) σε καταγγελία της ασφαλιστικής συμβάσεως, λόγω μη καταβολής των ασφαλίστρων.

Μετά ταύτα, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο έκρινε, κατά τα ανωτέρω, την αγωγή ως και ουσιαστικά βάσιμη, ως προς το πρώτο ανωτέρω αναγνωριστικό της αίτημα, έσφαλε ως προς την εφαρμογή του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων. Πρέπει, συνεπώς, να γίνει δεκτή η έφεση, ως προς τους σχετικούς, δεύτερο και τρίτο από τους λόγους της και, αφού εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση, να κρατηθεί η υπόθεση στο Δικαστήριο τούτο για να εκδικαστεί στην ουσία της η αγωγή και να απορριφθεί αυτή, ως ουσιαστικά αβάσιμη, κατά τα εκτιθέμενα στο διατακτικό της απόφασης αυτής...".

Δέχθηκε, δηλαδή, το Εφετείο ότι μετά την κατάρτιση (μεταξύ των διαδίκων) του υπ' αριθμ. .../25-6-1997 ασφαλιστηρίου συμβολαίου ζωής, κατά τον μήνα Απρίλιο του έτους 2004, διαπιστώθηκε ότι η αναιρεσείουσα νόσησε από καρκίνο, νόσο "Hodgin", τύπου οζώδους σκλήρυνσης, σταδίου II και για την αντιμετώπιση της ασθενείας της υπεβλήθη σε έξι (6) κύκλους χημειοθεραπείας που πραγματοποιήθηκαν από τον Απρίλιο μέχρι τον Σεπτέμβριο του έτους 2004, που αυτή ανταποκρίθηκε ομαλά, ενώ από την διενέργεια τακτικών εργαστηριακών ελέγχων προέκυψε ότι μετά το πέρας της πενταετίας από την χημειοθεραπεία, είναι απολύτως υγιής και δεν λαμβάνει κανενός είδους θεραπεία, ούτε υπάρχουν ενδείξεις για υποτροπή ή μεταστάσεις της νόσου.

Το Εφετείο δέχθηκε ακόμη ότι κατά τους όρους της σύμβασης, όπως το περιεχόμενό τους προκύπτει από την ανάγνωση αυτών, η απαλλαγή της εφεσίβλητης από την καταβολή των ασφαλίστρων ίσχυε για όσο χρονικό διάστημα η νόσος ήταν ενεργός, δηλαδή για το χρονικό διάστημα από 10-12-2004 μέχρι το έτος 2014 και δεν επήλθε με μόνη την προσβολή της εφεσίβλητης από την νόσο και εις το διηνεκές, για όσο διάστημα διαρκεί η σύμβαση, ασχέτως της καλής ή όχι, κατάστασης της υγείας της.

Δέχθηκε δηλαδή το Εφετείο ότι δεν διαφοροποιείται κατά τους όρους της ως άνω σχετικής σύμβασης, η περίπτωση κατά την οποία ο ασφαλισμένος (και εν προκειμένω η αναιρεσείουσα) διαγνωστεί με σοβαρή νόσο, όπως η νόσος του "Hodgins", σταδίου II (για το στάδιο I δεν προβλέπεται καν, απαλλαγή από την καταβολή ασφαλίστρων), καθόσον είναι σαφές σύμφωνα με το άρθρο 1 του Παραρτήματος Β' της σύμβασης, ότι η παραπάνω νόσος προκαλεί ολική διαρκή ανικανότητα για τουλάχιστον ένα (1) έτος (αφού η νόσος περιλαμβάνεται στην κατηγορία των σοβαρών ασθενειών κατά το άρθρο 2 το ίδιου παραρτήματος), σε περίπτωση όμως που αποκατασταθεί η ικανότητα του ασφαλισμένου, πρέπει κατά το άρθρο 5 παρ. 2, να επαναληφθεί η καταβολή των ασφαλίστρων.

Δέχθηκε ακόμη το Εφετείο ότι από την ανάγνωση των παραπάνω όρων του σχετικού ασφαλιστηρίου συμβολαίου η αναιρεσίβλητη ανώνυμη ασφαλιστική εταιρία υποχρεούται να απαλλάσσει τον ασφαλισμένο (εν προκειμένω την αναιρεσείουσα), από την συμβατική εκ μέρους της υποχρέωση καταβολής ασφαλίστρων σε περίπτωση εκδηλώσεως οιασδήποτε διαλαμβανόμενης, στον κατάλογο του άρθρου 2 παρ. 4 του ως άνω Παραρτήματος, "σοβαρής ασθένειας", σε περίπτωση όμως ιάσεως της ως άνω "σοβαρής ασθένειας" (γεγονός, το οποίο ο ασφαλισμένος υποχρεούται να γνωστοποιήσει στον ασφαλιστή), ενεργοποιείται εκ νέου η υποχρέωση καταβολής εκ μέρους του ασφαλίστρων, ενώ σε περίπτωση υποτροπής της νόσου ή εκδήλωσης νέας νόσου ή ανικανότητας, υπάρχει και πάλι η δυνατότητα ενεργοποίησης της ανωτέρω ρήτρας απαλλαγής από την καταβολή ασφαλίστρων εκ μέρους του ασφαλισμένου.

Με τις παραδοχές του αυτές, το Εφετείο δεν διαπίστωσε κενό ή αμφιβολία ως προς την δικαιοπρακτική βούληση των συμβαλλομένων μερών αναφορικά με τους σχετικούς όρους της παραπάνω αναφερόμενης ασφαλιστικής σύμβασης ούτε και προέβη σε ερμηνεία αυτών, οπότε δεν συνέτρεχαν οι σχετικές προϋποθέσεις εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, σημειουμένου, επιπροσθέτως, ότι η αναφορά στην προσβαλλόμενη απόφαση: "Ο ισχυρισμός αυτός όμως δεν συνάδει με το γράμμα των διατάξεων της σύμβασης, το περιεχόμενό της σύμβασης και τα διδάγματα της κοινής πείρας", συνιστά αξιολόγηση του προαναφερθέντος ισχυρισμού της, ότι δηλαδή η αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρία βαρύνεται σε κάθε περίπτωση, ακόμη και σε περίπτωση ιάσεως της "σοβαρής ασθένειας", με την εκπλήρωση της παροχής της, δηλαδή την παροχή ασφαλιστικής καλύψεως, ενώ το έτερο μέρος (ασφαλισμένος) απαλλάσσεται στο διηνεκές από την υποχρέωση εκπληρώσεως της αντιπαροχής του, ήτοι την εκ μέρους του καταβολή του προβλεπομένου ασφαλίστρου, δικαιούμενο όμως σε λήψη όλων των οφειλομένων συμβατικών παροχών του αντισυμβαλλομένου μέρους και σε κάθε περίπτωση πάντως (η εν λόγω αναφορά) δεν αφορά την ερμηνεία των δηλώσεων βουλήσεως των συμβληθέντων διαδίκων.

Οι δε προαναφερθείσες σαφείς και πλήρεις αιτιολογίες, με τις οποίες το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα ουδεμία αντίφαση εμφανίζουν. Επομένως, οι περί του αντιθέτου πρώτος και δεύτερος αναιρετικοί λόγοι, από τους αριθμούς 1 και 19, αντίστοιχα, κρίνονται αβάσιμοι και απορριπτέοι.

Αφού δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση για αναίρεση της ως άνω προσβαλλομένης υπ' αριθμ. 847/2020 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματος που η τελευταία υπέβαλε με τις ενώπιον του Αρείου Πάγου από 6-12-2021 έγγραφες προτάσεις της (άρθρα 106, 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 25-10-2020 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 847/2020 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία προσδιορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων ευρώ (2.700,00 €) ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Σεπτεμβρίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 15 Νοεμβρίου 2022.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ