Legislator Case Law & Legislation
1902/2018 AI generated

1902/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1902/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αρτεμισία Παναγιώτου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (σύμφωνα με την υπ'αριθμ.231/2018 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου), Γεώργιο Αναστασάκο, Μαρία Γεωργίου, Ευφροσύνη Καλογεράτου - Ευαγγέλου και Κων/να Μαυρικοπούλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1902/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατά τη διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 Π.Κ., "όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν η ζημιά που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών".

Keywords

AI generated
lack of shareholder standing undeclared gainful employment authorized representative fault of counsel false statements regarding commercial business non-implementation of the offending agreements
AI generated
88/2024
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Οκτωβρίου 2023, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
1266/2023
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Κατσιάνη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Ασημίνα Υφαντή, Γεώργιο Παπαγεωργίου Κορνηλία Πανούτσου - Εισηγήτρια και Χρυσούλα Πλατιά, Αρεοπαγίτες.
1664/2022
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Απριλίου 2022, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
734/2017
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10/12/2004 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
1810/2018
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Γαλάνη-Λεοναρδοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αρτεμισία Παναγιώτου, Γεώργιο Αναστασάκο, Μαρία Γεωργίου και Ευφροσύνη Καλογεράτου-Ευαγγέλου-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1902 / 2018 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 1902/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ'ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αρτεμισία Παναγιώτου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (σύμφωνα με την υπ'αριθμ.231/2018 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου), Γεώργιο Αναστασάκο, Μαρία Γεωργίου, Ευφροσύνη Καλογεράτου - Ευαγγέλου και Κων/να Μαυρικοπούλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Οκτωβρίου 2018, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ισιδώρου Ντογιάκου (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Σ. Κ. του Ε., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Τσιρώνη, για αναίρεση της υπ'αριθ. 273/2018 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου. Με πολιτικώς ενάγοντες τους Π. Μ. του Γ. και Μ. Κ. του Ν., κατοίκων ..., οι οποίοι εμφανίσθηκαν χωρίς πληρεξούσιο δικηγόρο. Το Τριμελές Εφετείο Ναυπλίου με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην υπ'αριθ.πρωτ. ….94/28-6-2018 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 888/18.

Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 513 παρ. 1 εδ. γ' και 3 ΚΠΔ, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση σύμφωνα με τα άρθρα 155 - 161 και μέσα στη προθεσμία του άρθρου 166. Οι διάδικοι παρίστανται στη συζήτηση με συνήγορο.

Εξάλλου, σύμφωνα με αυτά που ορίζονται στο άρθρο 515 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα αν εμφανιστεί ο αναιρεσείων η συζήτηση γίνεται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, ακόμα και αν κάποιος από αυτούς δεν εμφανίστηκε. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα με ημερομηνία 26-7-2018 αποδεικτικά επιδόσεως του Αρχιφύλακα του Α.Τ.

… Π. Κ., οι πολιτικώς ενάγοντες της κρινόμενης υπόθεσης Π. Μ. του Θ. και Μ. Κ. του Ν., με αναιρεσείοντα τον Σ. Κ. του Ε., κλητεύθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα από την Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου κατά τη διάταξη του άρθρου 155 παρ. 1 εδ. α' και 2 εδ.β'του ως άνω Κώδικα για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, πλην όμως κατ' αυτήν και κατά την εκφώνηση της υποθέσεως ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου εμφανίστηκαν αυτοπροσώπως χωρίς συνήγορο όπως προς τούτο κατ' άρθρο 513 παρ. 3 ΚΠΔ είχαν υποχρέωση, θεωρούμενοι ως δικονομικά απόντες.

Μετά από αυτά και εφόσον η κρινόμενη από 27-6-2018 και με αριθμ. πρωτ. …4/28-6-2018 αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της υποθέσεως παρά την απουσία αυτών (πολιτικώς εναγόντων) σαν να ήταν και αυτοί παρόντες.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 Π.Κ., "όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν η ζημιά που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών".

Από τη διάταξη αυτή συνάγεται, ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται α) σκοπός του δράστη να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος χωρίς να είναι αναγκαία η πραγματοποίηση του οφέλους αυτού, β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από την οποία, ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος και προέβη στην επιζήμια για τον ίδιο ή άλλον συμπεριφορά (πράξη, παράλειψη ή ανοχή) και γ) βλάβη ξένης, κατά το αστικό δίκαιο, περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με την απατηλή συμπεριφορά (παραπλανητική ενέργεια ή παράλειψη του δράστη) και την συνεπεία αυτής πλάνη εκείνου που προέβη στην περιουσιακή διάθεση, χωρίς να απαιτείται ταυτότητα παραπλανηθέντος και ζημιωθέντος Περιουσιακό όφελος συνιστά η αύξηση της περιουσίας του ίδιου του δράστη ή άλλου, καθώς και η ευνοϊκότερη διαμόρφωση της περιουσιακής καταστάσεως οιουδήποτε από αυτούς.

Το περιουσιακό αυτό όφελος είναι παράνομο, όταν ο δράστης ή το άλλο πρόσωπο δεν έχει νόμιμη αξίωση κατά του παθόντος, ο δε αξιούμενος, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος τούτου, σκοπός οφέλους αποτελεί υποκειμενικό στοιχείο του αδίκου (έγκλημα με "υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση"). Τέλος, η περιουσιακή βλάβη (ζημία), που υπάρχει σε περίπτωση μειώσεως ή χειροτερεύσεως της περιουσίας του παθόντος, έστω και αν αυτός έχει ενεργό αξίωση για την ανόρθωσή της, θα πρέπει, ως στοιχείο της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος της απάτης, να είναι άμεσο, αναγκαίο και αποκλειστικό αποτέλεσμα της περιουσιακής διαθέσεως, ήτοι της πράξεως, παραλείψεως ή ανοχής, στην οποία προέβη εκείνος που πλανήθηκε από την απατηλή συμπεριφορά του δράστη.

Θα πρέπει να υπάρχει, δηλαδή, αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της απατηλής συμπεριφοράς και της πλάνης, που προκλήθηκε από αυτήν, καθώς και μεταξύ της πλάνης αυτής και της περιουσιακής βλάβης, η οποία πρέπει να είναι το άμεσο, αναγκαίο και αποκλειστικό αποτέλεσμα της πλάνης και της εξ αυτής πράξεως, παραλείψεως ή ανοχής του πλανηθέντος.

Η κρίση δε περί του αν η προξενηθείσα από την πράξη της απάτης ζημία είναι ιδιαίτερα μεγάλη, συνιστώσα επιβαρυντική περίσταση κατά τη δεύτερη περίπτωση της παρ. 1 του άρθρου 386 Π.Κ., ανήκει στην ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, αλλά απαιτείται να προσδιορίζεται στην απόφαση αιτιολογημένα το μέγεθος της ζημίας, εφόσον το ποσό της ζημίας του παθόντος, σύμφωνα με την εν λόγω διάταξη, συναρτάται προς το ύψος της ποινής.

Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ., ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' Κ.Ποιν.Δ., όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη.

Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, που ελήφθησαν υπόψη από το Δικαστήριο προκειμένου να μορφώσει την καταδικαστική του κρίση, όπως επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 Κ.Ποιν.Δ, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ) χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τί προέκυψε από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι το Δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο ορισμένα από αυτά κατ' επιλογή, ενώ δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους και δεν απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσεως ούτε χρειάζεται να διευκρινίζεται από ποίο ή ποία αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή.

Όμως, δεν αποτελούν λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, η εσφαλμένη εκτίμηση και αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων και των εγγράφων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον, στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης, υπ' αριθ. 273/2018, αποφάσεώς του, το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Ναυπλίου, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων, τα οποία προσδιορίζονται κατ' είδος σ' αυτή, δέχθηκε ανελέγκτως, ότι αποδείχθηκαν τα εξής:

ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων: "...τέλεσε τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξης της απάτης ιδιαίτερα μεγάλης ζημίας κατ' εξακολούθηση, για την οποία καταδικάστηκε πρωτοδίκως. Ειδικότερα αποδείχτηκε ότι ο κατηγορούμενος στο …:

α) αρχές Νοεμβρίου και αρχές Δεκεμβρίου 2010 και β) αρχές 2011, με σκοπό να αποκομίσει παράνομο περιουσιακό όφελος, έβλαψε ξένη περιουσία με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών. Πλέον συγκεκριμένα παρέστησε ψευδώς στον ανωτέρω τόπο και χρόνο αντίστοιχα στους: α) Μ. Π. του Γ. και β) Κ. Μ. του Ν., ότι:

ενεργεί ως εντεταλμένο όργανο της εταιρείας με την επωνυμία "...." που εδρεύει στη Σ. Β. εξουσιοδοτημένο από αυτή να εισπράττει για λογαριασμό της χρήματα προς επένδυση από "επωνύμους" υποψήφιους επενδυτές, οι οποίοι και κατάφεραν δια των επενδύσεων στην ως άνω, να αυξήσουν το κεφάλαιο που της εμπιστεύτηκαν κατά 100%.

Με τον ανωτέρω τρόπο έπεισε να του καταβάλουν: α) ο Μ. Π. στις 13-12-2010 στον υπ' αριθμ.0026....102 λογαριασμό του, που τηρούσε στην Τράπεζα ..., το χρηματικό ποσό των 11.000 ευρώ και β) ο Κ. Μ. στις 20-5-2011, στον υπ' αριθμ.5019...58 λογαριασμό που τηρούσε στην "ΤΡΑΠΕΖΑ …" το χρηματικό ποσό των 20.000 ευρώ. Η αλήθεια όμως την οποία γνώριζε ο κατηγορούμενος, ήταν ότι ουδέποτε αυτός δρούσε για λογαριασμό της εταιρείας "...." ούτε ήταν εξουσιοδοτημένος να εισπράττει στο όνομα και για λογαριασμό της ανωτέρω εταιρείας, γεγονός που εάν γνώριζαν οι προαναφερόμενοι εγκαλούντες - επενδυτές δε θα προέβαιναν στην καταβολή των προαναφερόμενων ποσών στον ατομικό του λογαριασμό.

Είχε την εξουσία μόνο να ενημερώνει τους επενδυτές για κάθε επενδυτικό προϊόν της εν λόγω εταιρείας, αυτός (κατηγορούμενος) επίσης ουδέποτε είχε πρόθεση να αποδώσει στην προαναφερόμενη. Αντίθετα σκοπός του ήταν να ενσωματώσει στην περιουσία του τα προμνησθέντα ποσά, τα οποία απέσπασε από τους εγκαλούντες με τον ως άνω απατηλό τρόπο και να τα ιδιοποιηθεί παράνομα, χρησιμοποιώντας αυτά (χρηματικά ποσά) για την κάλυψη δικών του αναγκών, προκαλώντας ισόποση ιδιαίτερα μεγάλη ζημιά στους εγκαλούντες.

Πρέπει επομένως να κηρυχθεί ένοχος της αποδιδόμενης σ' αυτόν πράξεως της απάτης ιδιαίτερα μεγάλης ζημιάς κατ' εξακολούθηση." Στη συνέχεια, το παραπάνω Δικαστήριο της ουσίας, κήρυξε τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα ένοχο της αξιόποινης πράξεως της απάτης κατ' εξακολούθηση με ζημία ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, για την οποία, του επέβαλε ποινή φυλακίσεως δύο (2) ετών, ανασταλείσα επί τριετία, με το ακόλουθο διατακτικό: "Στο … Π.Ε.

…, στους παρακάτω αναφερόμενους χρόνους, με περισσότερες πράξεις τέλεσε έγκλημα που διώκεται και τιμωρείται με στερητική της ελευθερίας ποινή και, ειδικότερα, με σκοπό να αποκομίσει παράνομο περιουσιακό όφελος έβλαψε ξένες περιουσίες πείθοντας κάποιους σε πράξεις με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών η συνολική δε ζημία που προξένησε είναι ιδιαίτερα μεγάλη.

Συγκεκριμένα, στον ως άνω τόπο, με περισσότερες πράξεις:

α) Περί τις αρχές Νοεμβρίου 2010 και αρχές Δεκεμβρίου 2010, σε αντίστοιχες συναντήσεις που είχε με τον πρώτο των εγκαλούντων, Μ. Π. του Γ., παρέστησε σ' αυτόν ψευδώς, ότι ενεργεί ως εντεταλμένο όργανο της εταιρείας "... A.D." που εδρεύει στη Σ. Β., εξουσιοδοτημένο από αυτή να εισπράττει για λογαριασμό της χρήματα προς επένδυση από "επωνύμους" υποψηφίους επενδυτές, οι οποίοι και κατάφεραν, δια των επενδύσεων στην ως άνω, να αυξήσουν το κεφάλαιο που της εμπιστεύτηκαν κατά 100°/ο.

Κατ' αυτό τον τρόπο έπεισε το Μ. να καταβάλλει την 13.12.2010, στον υπ' αριθ. 0026...02 λογαριασμό του, που τηρούσε στην τράπεζα ..., το χρηματικό ποσό των 11.000 ευρώ. Και β) Περί τις αρχές του 2011, σε συναντήσεις που είχε με το δεύτερο των εγκαλούντων, Κ. Μ. του Ν., παρέστησε σ' αυτόν ψευδώς, ότι είναι εντεταλμένο όργανο της εταιρείας "...

A.D." που εδρεύει στη Σ. Β., εξουσιοδοτημένο από αυτή να εισπράττουν για λογαριασμό της χρήματα προς επένδυση από "επωνύμους" υποψήφιους επενδυτές, οι οποίοι και κατάφεραν, δια των επενδύσεων στην ως άνω εταιρεία, να αυξήσουν το κεφάλαιο που της εμπιστεύτηκαν κατά100%. Κατ' αυτό τον τρόπο έπεισε τον Κ. να καταβάλλει την 20.05.2011, στον υπ' αριθ. 5019...58 λογαριασμό του, που τηρούσε στην "ΤΡΑΠΕΖΑ …", το χρηματικό ποσό των 20.000,00 ευρώ.

Πλην όμως, τα ανωτέρω, ως γνώριζε ο κατηγορούμενος ήταν ψευδή, καθόσον ουδόλως δρούσε αυτός για λογαριασμό της εταιρείας "... Α.D.", ούτε ήταν εξουσιοδοτημένος να εισπράττει στο όνομα και για λογαριασμό της ανωτέρω εταιρείας οποιοδήποτε ποσό αντ' αυτής, αλλά αντίθετα είχε την εξουσία μόνο να ενημερώνει τους επενδυτές για κάθε επενδυτικό προϊόν της εν λόγω εταιρείας, γεγονός που αν γνώριζαν οι εγκαλούντες δεν θα προχωρούσαν στην προπεριγραφείσα χρηματική καταβολή των 11.000,00 και 20.000,00 ευρώ, αντίστοιχα, σε ατομικούς λογαριασμούς τον προαναφερόμενού κατηγορουμένου, ποσό πού ο κατηγορούμενος ωφελήθηκε παρανόμως, καθόσον ενσωμάτωσε αυτά στην περιουσία τον παρανόμως, χωρίς να τα αποδώσει στην προαναφερόμενη εταιρεία για να προβεί στην έκδοση των οικείων αδειών, προκαλώντας ανάλογη, ιδιαίτερα μεγάλη, οικονομική ζημία στην περιουσία, αντίστοιχα, εκάστού των εγκαλούντων, ως ακριβώς εξ υπαρχής επεδίωκε".

Με τις παραδοχές αυτές, οι οποίες διαλαμβάνονται στο σκεπτικό σε συνδυασμό με όσα αναφέρονται στο διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, χωρίς όμως και να ταυτίζονται ως αβάσιμα υποστηρίζει ο αναιιρεσείων, η εν λόγω απόφαση περιέχει την επιβαλλόμενη, κατά τα άνω, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του παραπάνω εγκλήματος της απάτης κατ' εξακολούθηση με ζημία ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, με παράθεση όλων των στοιχείων, που απαρτίζουν τη νομοτυπική μορφή του εγκλήματος τούτου, τα αποδεικτικά μέσα, από όπου συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, τα οποία προκύπτει ότι το άνω Δικαστήριο αξιολόγησε στο σύνολό τους χωρίς επιλεκτική εκτίμηση των αποδείξεων και χωρίς να είναι αναγκαία, κατά τα προεκτεθέντα, η συγκριτική στάθμιση και αξιολογική συσχέτιση τούτων ούτε να χρειάζεται να διευκρινίζεται από ποίο ή ποία αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή, καθώς και οι συλλογισμοί, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην προπαρατεθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 β' Π.Κ.

Ειδικότερα, εκτίθεται ο τρόπος τελέσεως της ανωτέρω πράξεως κατά χρόνο, τόπο και λοιπές περιστάσεις, αφού διαλαμβάνεται, ότι ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων ως εξουσιοδοτημένος από την εταιρεία με την επωνυμία "... A.D." που εδρεύει στη Σ. Β., μόνο να ενημερώνει τους επενδυτές για κάθε επενδυτικό προϊόν της, με σκοπό να αποκομίσει παράνομο περιουσιακό όφελος, παρέστησε ψευδώς στους μηνυτές του ότι ενεργεί ως εντεταλμένο όργανο της ως άνω εταιρείας και εισέπραξε δια της καταθέσεως σε ατομικούς του λογαριασμούς το ποσό των 11.000 και 20.000 ευρώ, αντίστοιχα, προς επένδυση από "επωνύμους" επενδυτές στην ως άνω εταιρεία με αντίστοιχη βλάβη της περιουσίας των μηνυτών και ισόποση παράνομη ωφέλεια του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου, που ενσωμάτωσε τα ποσά αυτά στην περιουσία του αποτέλεσμα στο οποίο και απέβλεψε ο ίδιος, κρίθηκε δε ανελέγκτως, η ζημία αυτή των μηνυτών ως ιδιαίτερα μεγάλη.

Περαιτέρω, αιτιολογείται πλήρως ο αντικειμενικός αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ των ψευδών παραστάσεων του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου και της προκληθείσας, από την περιγραφόμενη απατηλή συμπεριφορά του, πλάνης των μηνυτών, με αντίστοιχη επέλευση βλάβης στην περιουσία τους. Μετά από αυτά, οι υποστηρίζοντες τα αντίθετα, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ.

Δ' Κ.Ποιν.Δ. πρώτος και δεύτερος λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως, περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας είναι αβάσιμοι. Οι λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, που περιέχονται στους δύο αυτούς λόγους της αιτήσεως αναιρέσεως, περί διαφορετικής αξιολογήσεως του αποδεικτικού υλικού, συνιστώσες αμφισβήτηση των εις βάρος αυτού (αναιρεσείοντος) ουσιαστικών παραδοχών της προσβαλλόμενης καταδικαστικής αποφάσεως και της ορθότητας του αποδεικτικού πορίσματός της, είναι απαράδεκτες, αφού, με την επίφαση των ανωτέρω αναιρετικών λόγων, πλήττουν την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.

Μετά απ' αυτά και αφού δεν υπάρχουν άλλοι λόγοι αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολο της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 27-6-2018 (αριθμ. πρωτ. …94/28-6-2018) αίτηση του Σ. Κ. του Ε., κατοίκου ... για αναίρεση της υπ' αριθμ.273/2018 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Ναυπλίου. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται στα διακόσια πενήντα (250) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Οκτωβρίου 2018.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 13 Νοεμβρίου 2018.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ