Legislator Case Law & Legislation
1902/2017 AI generated

1902/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1902/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη - εισηγήτρια, Ασπασία Μαγιάκου και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1902/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Νομέας κατά το άρθρο 974 του ίδιου κώδικα, είναι όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κάτοχος)αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου. Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει, ότι προς απόκτηση νομής επί πράγματος απαιτείται η συνδρομή δύο στοιχείων στο πρόσωπο του αποκτώντος, δηλαδή η βούληση εξουσιάσεως αυτού με διάνοια κυρίου (animus domini) και η φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα ( cocpus).

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1902 / 2017 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1902/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη - εισηγήτρια, Ασπασία Μαγιάκου και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Σεπτεμβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1)Α. Ά. του Γ., 2)Γ. Ά. του Α. κατοίκων αμφοτέρων ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Κωνσταντίνο Μπότσαρη.

Της αναιρεσίβλητης: Π. συζ. Ι. Λ., το γένος ..., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Δημήτριο Νούσιο,

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-12-2008 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Σερρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 25/2013 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου, 2109/2014 μη οριστική και 319/2016 οριστική του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 17-5-2016 αίτησή τους και τους από 14-8-2017 πρόσθετους λόγους αυτής.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και των προσθέτων λόγων αυτής, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ 319/2016 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης, έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 495 παρ 1 και 4 και 552 επ ΚΠολΔικ. Επομένως αυτή (αίτηση) είναι παραδεκτή, όπως παραδεκτοί είναι οι νόμιμα και εμπρόθεσμα ασκηθέντες πρόσθετοι λόγοι αυτής (άρθρ 569 ΚπολΔικ) που αφορούν τα ίδια κεφάλαια της πληττομένης με την αναίρεση αποφάσεως, ήτοι της κτήσης ή μη από την ενάγουσα της κυριότητας του ενδίκου ακινήτου και γι' αυτό πρέπει (η αναίρεση και οι πρόσθετοι λόγοι) να εξετασθούν ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους.

Επειδή κατά το άρθρο 1045ΑΚ, για την κτήση της κυριότητας ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, απαιτείται άσκηση νομής επί μία εικοσαετία, χωρίς να έχει σημασία ο τρόπος με τον οποίο αποκτήθηκε η νομή αυτού ενώ κατά τις διατάξεις των άρθρων 976 και 983 για την απόκτηση της νομής πράγματος που βρίσκεται στην κατοχή άλλου η νομή αποκτάται είτε με παράδοση αυτής στον αποκτώντα, με τη βούληση του έως τώρα νομέα ή και με μόνη τη μεταξύ τους συμφωνία για μεταβίβαση αυτής, εφόσον ο αποκτών είναι σε θέση να ασκεί την εξουσία πάνω στο πράγμα, είτε με κληρονομική διαδοχή.

Νομέας κατά το άρθρο 974 του ίδιου κώδικα, είναι όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κάτοχος)αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου. Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει, ότι προς απόκτηση νομής επί πράγματος απαιτείται η συνδρομή δύο στοιχείων στο πρόσωπο του αποκτώντος, δηλαδή η βούληση εξουσιάσεως αυτού με διάνοια κυρίου (animus domini) και η φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα ( cocpus).

H ταυτόχρονη κατά κανόνα συνύπαρξη (με εξαίρεση την πλασματική κτήση νομής) των δύο αυτών στοιχείων είναι δημιουργική του προστατευόμενου από το ισχύον δίκαιο, δικαιώματος νομής. Ειδικότερα η διάνοια κυρίου συνίσταται στην πρόθεση του έχοντος αυτήν προσώπου για διαρκή, απεριόριστη και αποκλειστική εξουσίαση του πράγματος, όμοια ή ανάλογη με εκείνη που απορρέει από το δικαίωμα της πλήρους κυριότητας, η οποία εκδηλώνεται με τη μεταχείρηση του πράγματος, κατά τον ίδιο τρόπο με τον οποίο θα μπορούσε να το μεταχειριστεί ο ιδιοκτήτης αυτού, χωρίς να απαιτείται απαραίτητα η πρόθεση αυτή να κατευθύνεται σε έννομη κτήση της κυριότητας, ούτε και να συνοδεύεται από την πεποίθηση αυτού που εξουσιάζει το πράγμα ότι έχει την κυριότητα αυτού (opinion domimi).

Εκείνος όμως που εξουσιάζει το πράγμα για μία εικοσαετία γίνεται, κατά το άρθρο 1045ΑΚ, κύριος αυτού με έκτακτη χρησικτησία, ανεξαρτήτως, όπως ειπώθηκε, αν είχε την πεποίθηση ότι είχε την κυριότητα. Άσκηση της νομής επί ακινήτου που οδηγεί στην κτήση της κυριότητας αυτού με χρησικτησία και που κατά το άρθρο 980ΑΚ ασκείται αυτοπροσώπως ή μέσω άλλου, αποτελούν οι υλικές και εμφανείς πάνω σ' αυτό πράξεις, που προσιδιάζουν στην φύση και τον προορισμό του και κατά την αντικειμενική συναλλακτική αντίληψη είναι δηλωτικές εξουσιάσεως αυτού, κατά τρόπο διαρκή και σταθερό, με διάνοια κυρίου.

Τέτοιες δε πράξεις είναι και η εποπτεία η επίσκεψη, η επίβλεψη, η καλλιέργεια, η δενδροφύτευση, η συλλογή των καρπών του, η οριοθέτηση και καταμέτρηση των διαστάσεών του, η περιτοίχηση, η περίφραξη, η ανοικοδόμηση, χωρίς να απαιτείται και ο ημερολογιακός προσδιορισμός των επί μέρους πράξεων μέσα στο χρόνο της χρησικτησίας.

Εξάλλου για την διατήρηση της νομής που αποκτήθηκε είτε πρωτότυπα, είτε με παράγωγο τρόπο δεν απαιτείται τα στοιχεία της, δηλαδή η φυσική εξουσίαση και η βούληση εξουσίασης με διάνοια κυρίου, να είναι διαρκώς ενεργά, ήτοι δεν απαιτείται διαρκής σωματική επαφή του νομέα με το πράγμα, ούτε συνεχής εγρήγορσή του ώστε να είναι συνεχώς στραμμένη η διάνοια κυρίου στο πράγμα, αλλά εξακολουθούν να υφίστανται τα στοιχεία αυτά ενόσω μπορούν σε κάθε στιγμή να εκδηλωθούν και ιδίως η με υλικές πράξεις εκδηλούμενη φυσική εξουσία, εφόσον μπορεί ανά πάσα στιγμή να ασκηθεί στο πράγμα.

Εξάλλου ο διάδικος που προβάλλει τη χρησικτησία, πρέπει να επικαλεσθεί τη νομή και να καθορίσει συνάμα και τις μερικότερες υλικές πράξεις αυτής, από τις οποίες, αν αποδειχθούν, θα συναχθεί η πραγμάτωση της θέλησης του κατόχου να κατέχει το πράγμα σαν δικό του. Εξ ετέρου από τις διατάξεις του άρθρου 12 του Ν. 1337/1983 "για την επέκταση των πολεοδομικών σχεδίων και οικιστική ανάπτυξη" σε συνδυασμό με εκείνες του άρθρου 49 παρ 2 και 3 του Ν 947/1979 περί οικιστικών περιοχών, συνάγεται ότι με την κύρωση της Πράξεως Εφαρμογής της πολεοδομικής μελέτης οριστικοποιούνται οι αναφερόμενες σ' αυτήν εδαφικές μεταβολές, σε συσχετισμό με τους φερόμενους ιδιοκτήτες τους, οι οποίοι από της μεταγραφής της αποκτούν πρωτοτύπως κυριότητα επί των αναγραφομένων ιδιοκτησιών, υπό την προϋπόθεση ότι είναι κύριοι των ακινήτων που αποτέλεσαν τη βάση διαμορφώσεως τους.

Αν δεν συντρέχει η προϋπόθεση αυτή, ο αληθινός κύριος του ως άνω βασικού ακινήτου δύναται να διεκδικήσει το αντίστοιχο που διαμορφώθηκε, ασκώντας τη σχετική αγωγή κατά του φερόμενου στον κτηματολογικό πίνακα ως δικαιούχου ή των διαδόχων του (Ολ ΑΠ 1236/1982, Ολ ΣτΕ 1730/2000, ΑΠ 2248/2014). Τέλος από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ 1ΚΠολΔικ λόγος αναιρέσεως για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του και εάν εφαρμόσθηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Κατά την έννοια της διατάξεως του αριθμ. 19 του ίδιου άρθρου, λόγος αναίρεσης για έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως ιδρύεται, όταν από τις αιτιολογίες της, δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι όροι της ουσιαστικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή δεν συντρέχουν ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της.

Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (Ολ ΑΠ 9/2016). Εξάλλου οι ίδιοι λόγοι αναίρεσης είναι δυνατόν να φέρεται ότι πλήττουν την προσβαλλόμενη απόφαση, γιατί παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου κανόνα δικαίου, αλλά στην πραγματικότητα, υπό το πρόσχημα ότι κατά την εκτίμηση των αποδείξεων παραβιάστηκε κανόνας δικαίου, να πλήττουν την απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, οπότε οι οικείοι λόγοι αναιρέσεως θα απορριφθούν ως απαράδεκτοι, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ 1 ΚΠολΔικ, γιατί πλήττουν την ανέλεγκτη, περί την εκτίμηση πραγματικών περιστατικών κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως (άρθρ 561 παρ 2 ΚΠολΔικ) το Εφετείο, μετά από συνεκτίμηση των νομίμως σ' αυτό επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατ' ανέλεγκτη κρίση, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, αναφορικά με την ένδικη διεκδικητική αγωγή κυριότητας της αναιρεσίβλητης, επί ενός ακινήτου επιφανείας 2125τ.μ.

που βρίσκεται στο αγρόκτημα ... και τη διόρθωση της εγγραφής του στα οικεία Κτηματολογικά βιβλία: "Κατά τη διανομή του αγροκτήματος Σερρών, που έλαβε χώρα το έτος 1936, χαρακτηρίστηκε ως ιδιοκτησία του Χ. Κ. και εξαιρέθηκε της διανομής, το με αριθ. 17 του κτηματολογικού πίνακα αγροτεμάχιο, εμβαδού 2.125 τ.μ., που βρίσκεται στο αγρόκτημα ..., στη θέση "..." και συνορεύει ανατολικά με το με αριθ.

κτηματολογικού πίνακα 18 αγροτεμάχιο, δυτικά με ρέμα, βόρεια με χέρσο λόφο και νότια με τα με αριθ. 1 και 2 Ο.Π. του νέου ρυμοτομικού σχεδίου του οικισμού ... (βλ. αντίγραφο του κτηματολογικού πίνακα διανομής του αγροκτήματος "..." όπου αναγράφεται ως ιδιοκτήτης του με αριθμό 17 τεμαχίου εκτ. 2.125 τ.μ. ο Κ. Χ., καθώς και το με αριθμ.

πρωτ. .../7-12-2005 έγγραφο της Διεύθυνσης Πολιτικής Γης της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας - Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Σερρών). Το αγροτεμάχιο αυτό κατέλαβαν, περί τα έτη 1941-1942, η μητέρα της ενάγουσας Μ. Μ. και πρώτος της σύζυγος Ι. Γ. ή Γ., οι οποίοι άρχισαν να το καλλιεργούν με λαχανικά, ενώ παράλληλα περισυνέλλεγαν τους καρπούς των οπωροφόρων δένδρων (συκιών) που υπήρχαν εντός αυτού, τα οποία πωλούσαν σε λαϊκές αγορές.

Μετά το θάνατο του ως άνω Ι. Γ. ή Γ., κατά το έτος 1950, την καλλιέργεια του ανωτέρω αγρού συνέχισε μόνη της η μητέρα της ενάγουσας μέχρι το έτος 1953, οπότε την καλλιέργεια του ανέλαβε από κοινού με τον δεύτερο σύζυγο της και πατέρα της ενάγουσας .... Στο επίδικο ακίνητο, αποδείχθηκε ότι οι γονείς της ενάγουσας, καλλιεργούσαν διάφορα κηπευτικά (όπως κρεμμυδομάνες και ντοματιές άνυδρες) αλλά και δημητριακά (σησάμι, κριθάρι), δηλαδή αγροτικά προϊόντα τα οποία συνέχεια πωλούσαν στις λαϊκές αγορές της περιοχής.

Το έτος 1978, οι γονείς της ενάγουσας, ενόψει του επικείμενου γάμου της, αποφάσισαν να της μεταβιβάσουν το επίδικο ακίνητο άτυπα, λόγω δωρεάς. Έκτοτε το επίδικο, όπως αποδείχθηκε δεν καλλιεργήθηκε. Από το έτος 1978, που η ενάγουσα, έλαβε στην νομή της το περιγραφόμενο ακίνητο νέμονταν και κατείχε αυτό με διάνοια κυρίας, διενεργώντας επ' αυτού όλες τις προσιδιάζουσες στην φύση και τον προορισμό του εμφανείς υλικές διακατοχικές πράξεις, άλλοτε αυτοπροσώπως, άλλοτε με αντιπρόσωπο την μητέρα της, χωρίς καμία ενόχληση ή διαμαρτυρία εκ μέρους των εναγομένων η οποιουδήποτε άλλου, μέχρι και το έτος 2004.

Ειδικότερα αποδείχθηκε ότι, εξαιτίας του γεγονότος, ότι η ενάγουσα διέμενε στην Αθήνα, την εποπτεία του επιδίκου είχε αναλάβει για λογαριασμό της, η μητέρα της η οποία ενόσω ζούσε, επισκεπτόταν το επίδικο, για να το επιβλέπει, και να περισυλλέξει τους καρπούς των οπωροφόρων δένδρων (συκιών) που υπήρχαν εντός αυτού.

Μετά δε την μόνιμη εγκατάστασή της, το έτος 1995 στον παραπάνω τόπο (βλ. την υπ' αριθμ. πρωτ. 6228/Φ/ 6.6.00 βεβαίωση του Νοσοκομείου Αθηνών "Άγιος Σάββας" στο περιεχόμενο της οποίας αναφέρεται ότι η ενάγουσα υπηρέτησε ανελλιπώς στο παραπάνω Νοσοκομείο από της προσλήψεως της στις 16.2.1976 έως 9.10.1995 οπότε και διεγράφη λόγω μετατάξεως της στο Γ.Ν.Ν Σερρών), την εποπτεία του ακινήτου ανέλαβε η ίδια η ενάγουσα, η οποία επισκεπτόταν το επίδικο, για να το επιβλέπει.

Έτσι η ενάγουσα, το έτος 1998, ήτοι με την πάροδο εικοσαετίας κατέστη κυρία αυτού με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας κατ' άρθρο 1045 ΑΚ, καθόσον νεμόταν συνεχώς και αδιάλειπτα το επίδικο, χωρίς να ενοχληθεί ή να αμφισβητηθεί η νομή της σ' αυτό από οποιονδήποτε. Το έτος 1990, ο πρώτος εναγόμενος, άσκησε ενώπιον του Ειρηνοδικείου Σερρών, την από 15.12.1990 αγωγή κατά του μη διαδίκου, στην παρούσα δίκη Ν.

Ζ.. Με την αγωγή αυτή ο παραπάνω αναφερόμενος, ισχυριζόμενος ότι έχει καταστεί κύριος του επιδίκου υπ' αριθ. 17 αγροτεμαχίου με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας και ότι ο εναγόμενος αμφισβητεί την κυριότητα του, ζητούσε να αναγνωρισθεί κύριος αυτού. Το ως άνω Δικαστήριο με την υπ' αριθ. 217/1991 απόφαση του, κατόπιν ομολογίας της αγωγής από τον εναγόμενο, έκανε δεκτή αυτή και αναγνώρισε τον ενάγοντα και ήδη πρώτο εναγόμενο Α.

Ά., κύριο του επιδίκου ακινήτου. Από την απόφαση όμως αυτή δεν απορρέει δεδικασμένο στην παρούσα δίκη, δεδομένου ότι η νυν ενάγουσα, δεν ήταν διάδικος στην δίκη εκείνη που διεξήχθη μεταξύ του πρώτου εναγομένου και του Ν. Ζ.. Ακολούθως, δυνάμει της υπ' αριθ. 10.069 ΕΠΑ/11.5.1990 απόφασης του Νομάρχη Σερρών πραγματοποιήθηκε επέκταση των ορίων του οικισμού του ...

και το επίδικο ακίνητο, εντάχθηκε εντός του σχεδίου πόλεως. Ο πρώτος εναγόμενος, αρχικά με την υπ' αριθ. .../2003 πράξη της Συμβολαιογράφου Σερρών Δ. Κ.-Μ., παραχώρησε σε κοινή χρήση για την επέκταση των δημοτικών δρόμων δύο τμήματα του επιδίκου ακινήτου, εμβαδού 202 τ.μ. και 339 τ.μ., αντίστοιχα και έτσι δημιουργήθηκαν τρία αυτοτελή, άρτια και οικοδομήσιμα οικόπεδα και δη το με αριθ. 17° εμβαδού 489 τ.μ., το με αριθ. 17β οικόπεδο εμβαδού 547, 50 τ.μ.

και το με αριθ. 17γ εμβαδού 547,50 τ.μ. Εξ αυτών το με αριθ. 17γ οικόπεδο, μεταβίβασε ο πρώτος εναγόμενος στον υιό του, δεύτερο εναγόμενο, λόγω γονικής παροχής δυνάμει του υπ' αριθ. .../2003 συμβολαίου της Συμβολαιογράφου Σερρών Δ. Κ.-Μ., που έχει μεταγραφεί νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Σερρών στον τ. ...

και με α/α .... Ακόμα, με το υπ' αριθ. .../2003 συμβόλαιο της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου, νομίμως μεταγραμμένου στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Σερρών ο πρώτος εναγόμενος μεταβίβασε λόγω γονικής παροχής το με αριθ. 17β οικόπεδο στη θυγατέρα του Φ. Ά.. Αν και στο περιεχόμενο των παραπάνω αναφερόμενων συμβολαίων γονικής παροχής ως τρόπος κτήσης της κυριότητας του πρώτου εναγομένου αναφέρεται η έκτακτη χρησικτησία και η προαναφερθείσα υπ' αριθ. 217/1991 απόφαση του Ειρηνοδικείου Σερρών, εξακολουθεί να παραμένει αδιευκρίνιστο σημείο, ο χρόνος μεταγραφής της παραπάνω απόφασης, καθόσον δεν προσκομίζεται πιστοποιητικό μεταγραφής της από το αρμόδιο Υποθηκοφυλακείο.

Εν συνεχεία, κατά το έτος 2004, ο δεύτερος εναγόμενος δυνάμει της υπ' αριθ. 251/2004 οικοδομικής άδειας του τμήματος πολεοδομίας του Νομού Σερρών, προέβη στην ανέγερση οικοδομής εντός του με αριθ. 17γ οικοπέδου, αποβάλλοντας έτσι την ενάγουσα από αυτό, η οποία διαμαρτυρήθηκε με το από 3.8.2004 εξώδικο έγγραφο που κοινοποίησε στο δεύτερο εναγόμενο.

Παράλληλα η ενάγουσα, στα πλαίσια της αμφισβήτησης της κυριότητας της από τους εναγόμενους, άσκησε ενώπιον του Ειρηνοδικείου Σερρών την υπ' αριθ. έκθεσης κατάθεσης 1272/2004 τριτανακοπή ζητώντας την ακύρωση της προαναφερθείσας υπ' αριθ. 217/1991 απόφασης του ίδιου ως άνω Δικαστηρίου, στην οποία θεμελίωνε το δικαίωμα κυριότητας του ο πρώτος εναγόμενος.

Με την υπ' αριθ. 556/2005 απόφαση του το Δικαστήριο απέρριψε την τριτανακοπή ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας. Εν συνεχεία η ενάγουσα άσκησε για τους ίδιους λόγους την υπ' αριθ. έκθεσης κατάθεσης 1629/2005 τριτανακοπή, η συζήτηση της οποίας κηρύχθηκε απαράδεκτη αρχικά με την υπ' αριθ. 72/2007 απόφαση του Ειρηνοδικείου Σερρών και ακολούθως με την υπ' αριθ. 635/2007 απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου κατόπιν επαναφοράς της προς περαιτέρω συζήτηση με κλήση.

Με την ένδικη αγωγή η ενάγουσα παραιτήθηκε από το δικόγραφο της υπ' αριθ. έκθεσης κατάθεσης 1629/2005 τριτανακοπής, και επομένως δεν υφίσταται εκκρεμοδικία. Ακόμη, αποδείχθηκε ότι κατά την έναρξη του Κτηματολογίου στην περιοχή του ... και δη στις πρώτες εγγραφές, τμήμα του επιδίκου αγροτεμαχίου, εμβαδού 1.557τ.μ.,καταχωρήθηκε στο Κτηματολογικό Βιβλίο του Κτηματολογικού Γραφείου Σερρών ως γεωτεμάχιο με ΚΑΕΚ .../0/0 και αναγράφηκε ο πρώτος εναγόμενος ως δικαιούχος κυριότητας κατά ποσοστό 100% με αιτία κτήσης τη χρησικτησία και τμήμα αυτού, εμβαδού 553 τ.μ., καταχωρήθηκε ως γεωτεμάχιο με ΚΑΕΚ .../0/0 και αναγράφηκε ο δεύτερος εναγόμενος ως δικαιούχος κυριότητας κατά ποσοστό 100% με τίτλο κτήσης το υπ' αριθ. .../2003 συμβόλαιο γονικής παροχής της Συμβολαιογράφου Σερρών Δ.

Κ.-Μ., που έχει μεταγραφεί νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Σερρών στον τ. ... και με α/α .... Οι ανωτέρω όμως εγγραφές, είναι ανακριβείς και προσβάλλουν το δικαίωμα κυριότητας της ενάγουσας, επί του επιδίκου αγροτεμαχίου, που αποκτήθηκε όπως παραπάνω αναφέρθηκε δια εκτάκτου χρησικτησίας.

Βέβαια, οι εναγόμενοι αρνούνται την ως άνω κτηθείσα κυριότητα της ενάγουσας, ισχυριζόμενοι ότι ουδέποτε, τόσο η ίδια όσο και οι δικαιοπάροχοι της άσκησαν πράξεις νομής επί του επιδίκου, καθόσον την νομή αυτού είχαν καθ όλο το επίδικο χρονικό διάστημα οι ίδιοι και οι δικαιοπάροχοι τους. Ειδικότερα ισχυρίζονται ότι, ο πρώτος από αυτούς, νέμονταν και κατείχε το επίδικο ακίνητο, από το έτος 1967 και μετά συνεχώς και μέχρι την άσκηση της αγωγής, κατόπιν άτυπης δωρεάς από τον πατέρα του, και ότι στον πατέρα του, είχε περιέλθει η νομή του, μετά την αγορά του από τον εγγεγραμμένο ως δικαιούχο στον κτηματολογικό πίνακα Χ.

Κ.. Ωστόσο, από το προσκομιζόμενο αποδεικτικό υλικό, στο οποίο περιλαμβάνονται οι καταθέσεις των μαρτύρων απόδειξης, αποδεικνύεται ότι την νομή του επιδίκου ακινήτου είχαν συνεχώς η ενάγουσα, και η οικογένεια της, ούτε δε ο πρώτος εναγόμενος, αλλά ούτε και ο ως άνω δικαιοπάροχος του, διενήργησαν στο επίδικο ακίνητο διακατοχικές πράξεις με διάνοια κυρίου, ουδέποτε το καλλιέργησαν με σιτηρά ή άλλου είδους καλλιέργεια, αλλά εμφανίσθηκαν όπως προαναφέρθηκε για πρώτη φορά στο επίδικο το έτος 2004, κατά την έναρξη οικοδομικών εργασιών σε τμήμα αυτού.

Κρίνονται δε αξιόπιστες οι καταθέσεις των μαρτύρων αυτών (απόδειξης), καθόσον, όλοι είναι κάτοικοι της περιοχής, γνωρίζουν τα όσα ανέφεραν και κατέθεσαν εξ ιδίας αντιλήψεως, με σαφήνεια και πληρότητα, σε αντίθεση με την μαρτυρία του μάρτυρα ανταποδείξεως ο οποίος, κατοικεί στην πόλη των Σερρών, και όπως ανέφερε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, δεν γνωρίζει λεπτομέρειες για το επίδικο ακίνητο, τα όσα δε κατέθεσε πληροφορήθηκε από τους εναγόμενους.

Άλλωστε, οι πρώτες αυτές εμφανείς υλικές πράξεις των εναγομένων επί των επιδίκων με την ανέγερση οικοδομής επί του με ΚΑΕΚ .../0/0 γεωτεμαχίου από τον δεύτερο εναγόμενο, κατά το έτος 2004, διενεργούνται σε χρόνο που ήδη η ενάγουσα είχε θεμελιώσει δικαίωμα κυριότητας επί του επιδίκου με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας.

Κατά των πράξεων αυτών και της αποβολής της από τη νομή του επιδίκου, διαμαρτυρήθηκε άμεσα η ενάγουσα με το από 3.8.2004 εξώδικο έγγραφο της και την άσκηση των προαναφερθέντων ένδικων βοηθημάτων- τριτανακοπών, γεγονός που ενισχύει την κρίση του δικαστηρίου ότι αυτή είχε τη συνεχή επίβλεψη και εποπτεία του επιδίκου.

Αντίθετη κρίση, δεν συνάγεται από το γεγονός, ότι ο πρώτος εναγόμενος, έχοντας ως τίτλο κτήσης, την υπ' αριθμ.217/1991 απόφαση του Ειρηνοδικείου Σερρών, κατά την επέκταση των ορίων του οικισμού ... και την ένταξη του υπ αριθμ.17 ακινήτου, εντός του σχεδίου πόλεως εμφανίσθηκε και αφού δήλωσε ιδιοκτησιακά δικαιώματα και μνημονεύθηκε στην πράξη εφαρμογής, παραχώρησε, ακολούθως, σε κοινή χρήση για την επέκταση των δημοτικών δρόμων τμήματα του επιδίκου ακινήτου.

Και τούτο διότι, μπορεί, μετά την ένταξη περιοχής εντός του σχεδίου πόλεως, με την μεταγραφή της πράξεως εφαρμογής να επέρχονται εδαφικές μεταβολές, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 12 ν 1337/1983, σε ιδιοκτησίες εκ των οποίων διατίθενται εδαφικά τμήματα για τους σκοπούς της παρ 8 του παραπάνω νόμου, ήτοι για την δημιουργία κοινόχρηστων και κοινωφελών χώρων κ.λ.π, επί των οποίων, χωρίς να χρειάζεται άλλη διαδικασία αποκτά δικαίωμα κυριότητας πρωτότυπα, ο οικείος Ο.Τ.Α η το Δημόσιο ή τέλος ο ενδιαφερόμενος ιδιοκτήτης, πλην όμως, ούτε η κύρωση και η μεταγραφή της οικείας πράξεως ούτε η ολοκλήρωση της διαδικασίας αυτής, δύναται να επιφέρει μεταβολή στο δικαίωμα κυριότητας επί των εναπομενουσών εδαφικών εκτάσεων που δεν διατίθενται για τους προεκτεθέντες σκοπούς, αλλά έχουν πλέον διαμορφωθεί οριστικά με την πράξη εφαρμογής ως δομήσιμοι χώροι (οικόπεδα).

Οι εδαφικές αυτές εκτάσεις, εξακολουθούν να ανήκουν ως και προηγουμένως, στους πραγματικούς κυρίους αυτών έστω και αν αυτοί δεν υπέβαλαν δήλωση ιδιοκτησίας στον οικείο Δήμο ή την Κοινότητα και δεν άσκησαν ένσταση κατά της πράξεως εφαρμογής κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 12 παρ 5 του ν.1337/1983. (Εφ. Θεσ. 2359/2008 αδημοσίευτη, Εφ.

Θρ. 111/2004). Κατόπιν των ανωτέρω, αποδεικνύεται ότι αποκλειστική κυρία του με αριθ. 17 αγροτεμαχίου, έχει καταστεί η ενάγουσα και ως εκ τούτου οι ανωτέρω αρχικές εγγραφές επί των επίδικων γεωτεμαχίων με ΚΑΕΚ .../0/0 και .../0/0, που προήλθαν μετά την ένταξη του, στα όρια του οικισμού ... και την οικοπεδοποίηση του είναι ανακριβείς και προσβάλλουν το δικαίωμα κυριότητας της.

Πρέπει λοιπόν να γίνει δεκτή η αγωγή ως βάσιμη και κατ' ουσίαν και να αναγνωριστεί η ενάγουσα ως αποκλειστική κυρία του επίδικου αγροτεμαχίου, που εμφαίνεται στο κτηματολόγιο ως δύο αυτοτελή γεωτεμάχια με ΚΑΕΚ .../0/0 και .../0/0, αντίστοιχα και να διορθωθούν οι ανακριβείς πρώτες εγγραφές στο Κτηματολογικό Βιβλίο του Κτηματολογικού Γραφείου Σερρών, που αφορούν τα ανωτέρω γεωτεμάχια, ώστε να αναγραφεί η ενάγουσα δικαιούχος δικαιώματος

πλήρους κυριότητας αυτών σε ποσοστό 100%, με αιτία κτήσης την έκτακτη χρησικτησία. Το αίτημα της ενάγουσας περί αποβολής των εναγομένων από το επίδικο, πρέπει να γίνει δεκτό μόνο ως προς τον δεύτερο εναγόμενο ο οποίος κατέλαβε το με ΚΑΕΚ .../0/0 γεωτεμάχιο και ανήγειρε οικοδομή εντός αυτού, αποβάλλοντας την ενάγουσα. Αντιθέτως, πρέπει απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμο ως προς τον πρώτο εναγόμενο, ο οποίος εμφαίνεται στο κτηματολόγιο ως κύριος του με ΚΑΕΚ .../0/0 γεωτεμαχίου, καθόσον δεν αποδείχθηκε αποβολή της από το γεωτεμάχιο αυτό. Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφαση αν και με εν μέρει διαφορετική αιτιολογία, κατέληξε σε όμοιο αποτέλεσμα και αφού δέχθηκε την ένδικη αγωγή ως εν μέρει κατ ουσία βάσιμη, α) αναγνώρισε την ενάγουσα αποκλειστική κυρία του με αριθμό 17 του κτηματολογικού πίνακα αγροτεμαχίου, εμβαδού 2.125 τ. μ. που βρίσκεται στην θέση " ...", το οποίο καταχωρήθηκε στο Κτηματολογικό Γραφείο Σερρών ως δύο αυτοτελή γεωτεμάχια με ΚΑΕΚ .../0/0 εμβαδού 1557 τ.μ. και με ΚΑΕΚ .../0/0 εμβαδού 553 τ.μ. αντίστοιχα, β)υποχρέωσε τον δεύτερο εναγόμενο Γ. Ά. του Α. να αποδώσει

στην

ενάγουσα το με ΚΑΕΚ 441212 129012/0/0 γεωτεμάχιο εμβαδού 553τ.μ., γ) διέταξε την διόρθωση των ανακριβών πρώτων εγγραφών, στο Κτηματολογικό Βιβλίο του Κτηματολογικού Γραφείου Σερρών, που αφορούν το με ΚΑΕΚ .../0/0 γεωτεμάχιο εμβαδού 1557τ.μ., και το με αριθμό .../0/0, γεωτεμάχιο εμβαδού 553τ.μ. με σκοπό να αναγραφεί η ενάγουσα δικαιούχος δικαιώματος πλήρους κυριότητας αυτών σε ποσοστό 100%, με αιτία κτήσης την έκτακτη χρησικτησία, αν και με εν μέρει διαφορετική αιτιολογία, ουδόλως, έσφαλε και οι αντίθετοι λόγοι της έφεσης είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι, καθώς και η έφεση στο σύνολό της.

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε την έφεση των αναιρεσειόντων - εναγομένων κατά της πρωτόδικης αποφάσεως, που είχε κρίνει ομοίως. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τις επικαλούμενες και προπαρατεθείσες διατάξεις των άρθρων 974 και 945 ΑΚ καθώς και την αυτεπαγγέλτως προστιθέμενη του άρθρου 976 του ιδίου κώδικα, (άρθρ. 562 παρ 4 ΚΠολΔικ.

Περί αποκτήσεως της νομής με παράδοση με την βούληση του έως τότε νομέα και περί πρωτοτύπου, από έκτακτη χρησικτησία τρόπου αποκτήσεως της κυριότητας του ακινήτου, ενόψει του ότι υπάρχει νομική ακολουθία μεταξύ των πραγματικών γεγονότων που έγιναν δεκτά και υπήχθησαν στις εν λόγω διατάξεις και του συμπεράσματος του δικανικού της συλλογισμού.

Ειδικότερα, κατά τα ως άνω γενόμενα δεκτά ως αποδεικνυόμενα πραγματικά περιστατικά, η ενάγουσα αναιρεσίβλητη απέκτησε τη νομή του επιφανείας 2125 τμ επιδίκου ακινήτου το 1978 με παράδοση (άτυπη δωρεά) από τους έως τότε νομείς του γονείς της, που το είχαν νεμηθεί από το 1941 η μητέρα της και από το 1953 και ο πατέρας της από κοινού με την μητέρα της και ότι απέκτησε την κυριότητα του ακινήτου αυτού με έκτακτη χρησικτησία, αφού το νεμήθηκε είτε δια της μητέρας της (από το 1978 έως το 1995) είτε αυτοπροσώπως από το 1945 μέχρι το 2004, ήτοι για χρόνο μεγαλύτερο της 20ετίας, που συμπληρώθηκε το 1998, η δε νομή της, ήτοι η φυσική εξουσίαση του ακινήτου με διάνοια κυρία που συνίστατο στην επίσκεψη, επίβλεψη και συλλογή των καρπών των εντός του ακινήτου οπωροφόρων δένδρων αμφισβητήθηκε από τους εναγομένους με εμφανείς πράξεις νομής το 2004, που ο δεύτερος εναγόμενος με την έναρξη οικοδομικών εργασιών σε τμήμα του επιδίκου, απέβαλε από αυτό την ενάγουσα.

Προσέτι το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού όπως προκύπτει από το προαναπτυχθέν περιεχόμενό της διέλαβε σ' αυτήν πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή των προδιαληφθεισών διατάξεων. Οι παραδοχές της αποφάσεως κατά τις οποίες δεν αποδείχθηκε η άσκηση από τους εναγομένους εμφανών πράξεων νομής πριν από το 2004 δεν αντιφάσκουν με τις παραδοχές της αποφάσεως περί ασκήσεως από τον πρώτο εναγόμενο και χωρίς ποτέ αυτός να εμφανιστεί στο επίδικο αφανών πράξεων νομής από το 1990 μέχρι το 2004 και ειδικότερα του ότι αυτός απέκτησε τίτλο του επιδίκου με δικαστική απόφαση του 1991 ύστερα από άσκηση (κατά τρίτου) αναγνωριστικής και ομολογημένης αγωγής κυριότητας, έκανε δήλωση ιδιοκτησίας κατά την ένταξη του ακινήτου το 1990 στο σχέδιο πόλεως, παραχώρησε το 2003 τμήματα του επιδίκου για την επέκταση δημοτικών δρόμων και μεταβίβασε το 2003 τμήματα του ακινήτου με γονική παροχή στα δύο παιδιά του (δεύτερο εναγόμενο και την θυγατέρα του), ενώ η μνημόνευση του πρώτου εναγομένου ως δικαιούχου στην πράξη Εφαρμογής και η μεταγραφή της δεν κατέλυσε τα ιδιοκτησιακά δικαιώματα της ενάγουσας επί του ακινήτου της, που με ανακριβείς και διορθωτέες έγγραφες στο Κτηματολόγιο φέρεται, κατά τα προσδιοριζόμενα τμήματά του, ότι ανήκει στους εναγομένους.

Ενόψει τούτων οι υποστηρίζοντες τα αντίθετα και από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολ.Δικ. πρόσθετοι λόγοι της αναιρέσεως (κύριος από το 1 και επικουρικός από το 19) πρέπει να απορριφθούν, ενώ οι αιτιάσεις του κύριου λόγου κατά τις οποίες από τα γενόμενα δεκτά ως αποδειχθέντα, προέκυπτε διαφορετικό πόρισμα από αυτό που έγινε δεκτό είναι απαράδεκτες, γιατί υπό την επίφαση της παραβιάσεως των επικαλουμένων διατάξεων των άρθρων 1045 και 974 ΑΚ πλήττουν την περί τα πράγματα ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.

Επειδή κατά τη διάταξη του αριθμού 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν για την απόδειξη ισχυρισμού που έχει ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού τέτοιος μόνο ισχυρισμός μπορεί να είναι αντικείμενο αποδείξεως (Ολ.

ΑΠ 23/2008). Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι δεν ιδρύεται ο αναιρετικός αυτός λόγος, αν το δικαστήριο αξιολόγησε διαφορετικά το αποδεικτικό μέσο από ότι ο αναιρεσείων υποστηρίζει, αφού η σχετική εκτίμηση δεν υπόκειται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 ΚΠολΔικ στον έλεγχο του Αρείου Πάγου. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο του κυρίου δικογράφου της αναιρέσεως, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση, η από την παραπάνω διάταξη του αριθμού 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔικ αναιρετική πλημμέλεια, κατά την οποία το Εφετείο δέχθηκε ότι η ενάγουσα ασκούσε στο επίδικο πράξεις νομής με διάνοια κυρία, παρά το ότι από το περιεχόμενο των τριών τριτανακοπών, από 10.12.2004, 14.9.2004 και 13.12.2005 που αυτή άσκησε κατά της υπ' αριθμ. 217/1991 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Σερρών και την κατάθεση του μάρτυρα Δ.

Π. που εξετάστηκε κατά την εκδίκαση της από 10.12.2004 τριτανακοπής προέκυπτε η ανυπαρξία διάνοιας κυρίου. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος καθόσον οι αιτιάσεις του δεν αφορούν στο ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα επικαλούμενα και νομίμως προσκομισθέντα στο Εφετείο αποδεικτικά μέσα, που άλλωστε τα τρία πρώτα από αυτά (τριτανακοπές μνημονεύονται ρητά στην απόφαση σελ. 16) αλλά στο ότι αξιολογήθηκαν διαφορετικά από το ότι οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν και συνακόλουθα αυτές (αιτιάσεις) πλήττουν την ορθότητα της εκτιμήσεως των αποδείξεων και την περί τα πράγματα ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.

Επειδή κατά το άρθρο 559 αρ. 8 εδ.β ΚΠολΔικ. αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο, παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση της έκβαση της δίκης "Πράγματα" κατά την έννοια της διατάξεως αυτής αποτελούν οι αυτοτελείς και λυσιτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που θεμελιώνουν ή καταλύουν τη βάση της αγωγής ή ανταγωγής, ενστάσεως ή αντιστάσεως και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Επομένως δεν αποτελούν "πράγματα" κατά την παραπάνω έννοια (και συνεπώς δεν ιδρύεται ο από την παραπάνω διάταξη λόγος αναιρέσεως), μεταξύ άλλων οι αιτιολογημένες αρνήσεις της αγωγής κλπ, τα επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου ή τα συμπεράσματα που αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων, ενώ προσέτι δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αν ισχυρισμός λήφθηκε υπόψη και απορρίφθηκε (Ολ.

ΑΠ 23/2003). Στην προκειμένη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο του κυρίου δικογράφου της αναιρέσεως και κατ' εκτίμηση του περιεχομένου του, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από την παραπάνω διάταξη του αριθμού 8 εδ. β του άρθρου 559 ΚΠολΔικ αναιρετική πλημμέλεια, κατά την οποία το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό των εναγομένων-αναιρεσειόντων, που προβλήθηκε νόμιμα, κατά τον οποίο η ενάγουσα κατείχε το επίδικο ακίνητο χωρίς διάνοια κυρίου, αφού οι δικαιοπάροχοί της που το κατέλαβαν από το 1940-1941 γνώριζαν ότι τούτο ως γεωργικός κλήρος ήταν ανεπίδεκτος νομής, πράγμα που αναφέρεται στις από 10.12.2004 και 14.9.2004 τριτανακοπές.

Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος προεχόντως γιατί αφορά σε αρνητικό ισχυρισμό της αγωγής, ο οποίος κατά τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη δεν συνιστά "πράγμα" κατά την έννοια της ερευνώμενης διάταξης, αλλά και γιατί η χωρίς διάνοια κυρίου άσκηση πράξεων νομής από τους δικαιοπαρόχους της ενάγουσας, που κατά τον επίμαχο λόγο οδηγεί σε έλλειψη διανοίας κυρίου και της ίδιας, δεν ασκεί έννομη επιρροή στην έκβαση της δίκης, η οποία θεμελιώνεται σε αυτόνομο δικαίωμα άσκηση εικοσαετούς νομής της ενάγουσας από το 1978 μέχρι το 1998 που οδηγεί σε χρησικτησία, χωρίς την προσμέτρηση της νομής των δικαιοπαρόχων της η οποία (νομή) διηγηματικά αναφέρεται στην αγωγή και την προσβαλλομένη απόφαση, χωρίς να επηρεάζει το διατακτικό ή να δημιουργεί δεδικασμένο, ενώ κατά τα αναφερόμενα στην νομική σκέψη ο τρόπος αποκτήσεως της νομής του επιδίκου από την ενάγουσα, εφόσον επικαλείται αυτόνομο δικαίωμα χρησικτησίας είναι νομικά αδιάφορος (δεν έχει σημασία ο τρόπος με τον οποίο αποκτήθηκε η νομή), σε κάθε δε περίπτωση ο αρνητικός αυτός ισχυρισμός λήφθηκε υπόψη και απορρίφθηκε, όπως τούτο προκύπτει από τις περί του αντιθέτου παραδοχής της προσβαλλομένης αποφάσεως.

Ενόψει τούτων ο λόγος αυτός (2ος του κυρίου δικογράφου) πρέπει να απορριφθεί. Επειδή ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται γενικές αρχές που συνάγονται επαγωγικά από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές ή επιστημονικές γνώσεις, οι οποίες έχουν γίνει κοινό αίτημα (Ολ.

ΑΠ 8/2005) και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για την εξειδίκευση των αορίστων νομικών εννοιών και για έμμεση απόδειξη κρισίμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων, που προσκομίστηκαν. Όμως η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, τα οποία πρέπει να καθορίζονται, ιδρύει τον από τον αριθμό 1 εδ.

β' του άρθρου 559 ΚΠολΔικ λόγο αναιρέσεως, μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς. Επομένως ο λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει διδάγματα της κοινής πείρας, προκειμένου να ανεύρει την αληθή έννοια κανόνα δικαίου ή να υπαγάγει σ' αυτόν τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς.

Ο λόγος πάντως αυτός δεν ιδρύεται όταν τα διδάγματα της κοινής πείρας χρησίμευσαν προς έμμεση απόδειξη για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, καθώς και όταν χρησιμοποιούνται για την υπό του δικαστηρίου εξακρίβωση της ύπαρξης πραγματικών περιστατικών, γιατί στην περίπτωση αυτή πρόκειται για εκτίμηση πραγμάτων εκφεύγουσα τα αναιρετικού λόγου.

Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο του κυρίου δικογράφου της αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από την παραπάνω διάταξη του αριθμού 1 εδ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔικ. πλημμέλεια, κατά την οποία το Εφετείο σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής και τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελή πολίτη θα έπρεπε να καταλήξει στο πόρισμα περί ελλείψεως διανοίας κυρίου της ενάγουσας κατά την κατοχή του επιδίκου ακινήτου από το ότι αυτή α) δεν προέβη σε δήλωση του ακινήτου στο Κτηματολόγιο, κατά το χρόνο κτηματογραφήσεως της περιοχής όπου αυτό βρίσκεται β) δεν δήλωσε ιδιοκτησιακά δικαιώματα κατά την ένταξη του ακινήτου στο ολοκληρωθέν το 1990 σχέδιο πόλεως και γ) δεν προσέφυγε στο δικαστήριο τουλάχιστον με ασφαλιστικά μέτρα νομής όταν ο δεύτερος εναγόμενος μετά από έκδοση οικοδομικής αδείας στο όνομά του ανήγειρε οικοδομή σε τμήματα του επιδίκου και για πρώτη φορά προέβη σε αποστολή εξωδίκου και όταν ήδη η αναγερθείσα οικοδομή είχε αποπερατωθεί.

Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, καθόσον οι αιτιάσεις του ούτε σε διδάγματα κοινής πείρας αφορούν, τα οποία άλλωστε ούτε κατονομάζονται, αλλά ούτε και σε κανόνα δικαίου, που με βάση αυτά, πρέπει να ερμηνευθεί ή σε πραγματικά περιστατικά που πρέπει να υπαχθούν στον, κατ' αυτόν τον τρόπο, ερμηνευθέντα κανόνα.

Αντίθετα ο λόγος αυτός υπό την επίφαση μη κατονομαζομένων διδαγμάτων κοινής πείρας, αιτιάται την απόφαση ως προς τις παραδοχές της, που είναι αντίθετες από εκείνες, που κατά την άποψη των αναιρεσειουσών είναι ορθές και προκύπτουν από την εκτίμηση των αποδείξεων και την συμπεριφορά της ενάγουσας. Ήτοι με το λόγο αυτό αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση κακή εκτίμηση των αποδείξεων και συνακόλουθα πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.

Ενόψει τούτων και ο λόγος αυτός (τρίτος) καθώς και η αναίρεση στο σύνολό της και πρόσθετοι αυτής λόγοι πρέπει να απορριφθούν και να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατασχεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου (άρθρ. 495 παρ. 3 ΚΠολΔικ), ενώ αυτοί (αναιρεσείοντες) λόγω της ήττας τους, πρέπει να καταδικασθούν στην δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης (άρθρο 183, 176 και 180 παρ.1 ΚΠολΔικ), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 17-5-2016 αίτηση και τους από 14-8-2017 προσθέτους λόγους των Ά. Α. του Γ. και Ά. Γ. του Α. κατά της Π. συζ. Ι. Λ., το γένος ..., για αναίρεση της υπ' αριθμ 319/2016 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 1η Νοεμβρίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Νοεμβρίου 2017.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ