1902/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 31 Μαρτίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1902/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1902 / 2014 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1902/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Γεράσιμο Φουρλάνο, Εμμανουήλ Κλαδογένη και Βασίλειο Πέππα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 31 Μαρτίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Τoυ αναιρεσείοντος: Κ. Δ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αγγελική Πέτρουλα.
Του αναιρεσιβλήτου: Π. Π., κατοίκου ... ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Ιωαννίδη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-6-1999 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6817/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 8635/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 2-6-2009 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Βασίλειος Πέππας, ανέγνωσε την από 2-11-2012 έκθεση της κωλυομένης να μετάσχει στη σύνθεση του δικαστηρίου Αρεοπαγίτου Ευφημίας Λαμπροπούλου, με την οποία εισηγήθηκε την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης κατά παραδοχή όλων των λόγων της υπό κρίση αίτησης. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 8635/07 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία αντιμωλία των διαδίκων. Με την προσβαλλόμενη τελεσίδικη απόφασή του, το Εφετείο, αφού κατά παραδοχή της από 15/12/06 εφέσεως του ήδη αναιρεσιβλήτου εξαφάνισε την 5874/06 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, στη συνέχεια δικάζοντας επί της από 30/6/99 αγωγής του αναιρεσείοντος, που είχε γίνει μερικώς δεκτή από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, για την καταβολή αποζημιώσεως και χρηματικής ικανοποίησης, απέρριψε αυτήν κατ' ουσίαν.
Κατά το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν αντιστοιχούν προς όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.
Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Αντιφατικότητα αιτιολογίας υπάρχει, όταν το δικαστήριο δέχεται, ως αποδειχθέντα, γεγονότα τα οποία αλληλοαποκλείονται ή όταν δεν είναι σαφές ποία είναι εκείνα τα οποία θεμελιώνουν το διατακτικό.
Στην ένδικη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε τα ακόλουθα: "Ο ενάγων Κ. Δ. στις 19-3-1996 υπέστη συντριπτικό κάταγμα των κονδύλων της αριστερής κνήμης, συνεπεία ατυχήματος στη νήσο Σαμούϊ της Ταυλάνδης, όπου διέμενε. Εκεί μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο Bandon, όπου διαγνώστηκε το κάταγμα και του παρασχέθηκαν οι πρώτες ιατρικές φροντίδες με την τοποθέτηση, εκτός των άλλων, μηροκνημοποδικού νάρθηκα.
Λόγω ελλείψεως εξειδικευμένου ιατρικού προσωπικού στον τόπο του ατυχήματος, ο ενάγων αποφάσισε να μεταφερθεί στην Ελλάδα. Προς τούτο κατόπιν συνεννοήσεως της αδελφής του ενάγοντος (μάρτυρος αποδείξεως) με τον εναγόμενο, ο οποίος είναι ιατρός χειρούργος - ορθοπεδικός και είχε χειρουργήσει στο παρελθόν τον ενάγοντα στο δεξιό του πόδι (γόνατο), ο τελευταίος μεταφέρθηκε στην Ελλάδα και εισήχθη στις 21-3-1996 στο "Ιατρικό Κέντρο Αθηνών", όπου χειρουργούσε ο εναγόμενος, προκειμένου να υποβληθεί στην απαιτούμενη χειρουργική επέμβαση.
Από τον εργαστηριακό και ακτινολογικό έλεγχο που διενεργήθηκε, διαπιστώθηκε ότι υπέστη βαρύ συντριπτικό κάταγμα αρθρικής επιφάνειας αμφοτέρων των κονδύλων του αριστερού γόνατος με καθίζηση του έξω κνημιαίου κονδύλου και κάταγμα του έσω κνημιαίου κονδύλου χωρίς παρεκτόπιση, και υποβλήθηκε από τον εναγόμενο σε χειρουργική θεραπεία οστεοσύνθεσης των καταγμάτων των κνημιαίων κονδύλων με μεταλλική πλάκα Τ, πέντε κοχλιών και ενός ελευθέρου κοχλία για καθήλωση του κνημιαίου κυρτώματος.
Η μετεγχειρητική πορεία του ενάγοντος ήταν ομαλή και αυτός εξήλθε από το νοσοκομείο στις 23-3-1996 φέροντας μηροκνημοποδικό γύψινο νάρθηκα και με την σύσταση να βαδίζει με βακτηρίες μασχάλης, χωρίς τη φόρτιση του πάσχοντος μέλους. Η παρακολούθηση του ασθενούς από τον εναγόμενο θεράποντα ιατρό του στο "Ιατρικό Κέντρο Αθηνών" ήταν συνεχής.
Τρεις μήνες αργότερα αφαιρέθηκε ο νάρθηκας και τοποθετήθηκε νέος μηροκνημοποδικός κηδεμόνας με άρθρωση στο γόνατο για την λειτουργική ενίσχυση. Η χειρουργική μέθοδος που εφαρμόστηκε από τον εναγόμενο είναι η ενδεδειγμένη και εφαρμόζεται από τους περισσότερους ορθοπεδικούς, όπως αναφέρει και ο διορισθείς ως άνω πραγματογνώμων στην έκθεσή του, γι' αυτό και οι αρχικές μετεγχειρητικές ακτινογραφίες εμφανίζουν σωστή τη θέση των καταγμάτων και τη συγκράτηση με τα υλικά οστεοσύνθεσης.
Ειδικότερα οι ακτινογραφίες του αριστερού γόνατος του ενάγοντος, στις οποίες ο τελευταίος υποβλήθηκε στις 24-4-1996 δείχνουν μεν την συντριπτικότητα του άνω πέρατος της κνήμης με ανασύσταση όμως των αρθρικών επιφανειών και πολύ μικρή καθίζηση του έσω πλατώ σε θέση αποδεκτή. Όμως η μετεγχειριτική πορεία του ασθενούς (ενάγοντος) δεν ήταν ικανοποιητική, όπως δείχνουν και οι μεταγενέστερες ακτινογραφίες στις οποίες υποβλήθηκε ο ενάγων στις 4-6-1996, οι οποίες δείχνουν μεγαλύτερη καθίζηση του έσω πλατώ με σημαντική ραιβότητα του γόνατος και χωρίς ακόμα να έχει πωρωθεί το κάταγμα.
Ακολούθως στις 24-7-1996 και ενώ είχε ήδη αρχίσει η προοδευτική φόρτιση του πάσχοντος μέλους με την βοήθεια βακτηριών μασχάλης και η συνεχής κινησιοθεραπεία για τη λύση της δυσκαμψίας του γόνατος, οι ακτινογραφίες στις οποίες υποβλήθηκε ο ασθενής, δείχνουν πώρωση του κατάγματος των κονδύλων σε Θέση ραιβότητας με γωνίωση που πλησιάζει τις 15ο και τις αρθρικές επιφάνειες σε αναντιστοιχία.
Μη αναμένοντας τα αποτελέσματα αυτά ο ενάγων τον Αύγουστο του ιδίου έτους (1996) επισκέφθηκε τον ιατρό ορθοπεδικό Α. Μ., ο οποίος χειρουργούσε στην κλινική "ΥΓΕΙΑ". Κατά σύσταση του τελευταίου την 23-8-1996 ο ενάγων εισήχθη εις την εν λόγω κλινική για συνέχιση της θεραπείας. Εκεί υποβλήθηκε αυθημερόν από τον προαναφερόμενο ιατρό σε νέα επέμβαση αφαίρεσης των υλικών οστεοσύνθεσης και διορθωτική υποκονδυλίου οστεοτομίας της αριστερής κνήμης, η οποία συγκρατήθηκε με δύο αγκράφες.
Στις 26-8-1996 εξήλθε από την κλινική φέροντας τον αρθρωτό μηροκνημοποδικό κηδεμόνα και με τη σύσταση να συνεχίσει την κινησιοθεραπεία (βλ. το από 23-8-1996 πρακτικό εγχειρήσεως και το από 26-8-1996 εξιτήριο). Τον Οκτώβριο του ιδίου έτους (1996) αφαιρέθη ο τεχνητός μηροκνημοποδικός κηδεμόνας και ο ενάγων συνέχισε την κινησιοθεραπεία βαδίζοντας με μια βακτηρία χειρός.
Οι ακτινογραφίες στις οποίες υποβλήθηκε ο ενάγων στις 1-10-1996 δείχνουν την οστεοτομία της κνήμης και της περόνης με διορθωμένη την ραιβότητα, αλλά με καθίζηση του έσω κνημιαίου πλατώ και διαταραχή της αρθρικής επιφάνειας αυτού. Το Νοέμβριο του ιδίου έτους ο ενάγων επέστρεψε στην Ταϋλάνδη συνεχίζοντας την κινησιοθεραπεία για βελτίωση της δυσκαμψίας του γόνατος.
Όμως ο ενάγων παρά τις ως άνω χειρουργικές επεμβάσεις, παρουσίαζε ελαφρά χωλότητα, δυσκαμψία, βράχυνση του σκέλους και ελάττωση της λειτουργικότητας του αριστερού γόνατος, που προκλήθηκαν, όπως αποδεικνύεται από τις από 12-5-1997 ακτινογραφίες, από τις μετατραυματικές εκφυλιστικές αλλοιώσεις. Στις 13-1-2005 ο προαναφερθείς πραγματογνώμων εξήτασε τον ενάγοντα στο ιατρείο του στο νοσοκομείο ΚΑΤ όπου υποβλήθηκε σε νέο ακτινολογικό έλεγχο και διαπίστωσε ότι "...η κινητικότητα του γόνατος αυτού είναι ικανοποιητική με εύρος Κίνησης 115ο (κάμψη 120ο, έκταση -5ο), χωρίς ραιβότητα ή βλαισότητα και χωρίς συνδεσμική αστάθεια.
Η μικρή όμως σύγκαμψη και τα ήπια αλγεινά ενοχλήματα επηρεάζουν την λειτουργηκότητα του γόνατος κατά την βάδιση, η οποία επιτυγχάνεται ελεύθερα χωρίς βακτηρία, αλλά με ελαφρά χωλότητα. Επίσης παρατηρείται βράχυνση της κνήμης κατά 1,5 εκατοστό Οι ακτινογραφίες εμφανίζουν τον κατακερματισμό, τη φθορά και την καθίζηση της αρθρικής επιφάνειας του έσω και έξω κνημιαίου πλατώ, που προκλήθηκε από το συντριπτικό κάταγμα.
Η παραμόρφωση αυτή άρχισε να δημιουργεί λέπτυνση της αρθρικής σχισμής και οστεόφυτα. Οι αλλοιώσεις στη φορτιζόμενη αυτή αρθρική επιφάνεια επιδεικνύονται με πολύ αργό ρυθμό και ο ενάγων θα αναγκαστεί στο μέλλον να υποβληθεί σε αντικατάσταση των αρθρικών επιφανειών με ολική αρθροπλαστική". Από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα προέκυψε ότι η χειρουργική μέθοδος που εφαρμόστηκε από τον εναγόμενο ήταν η ενδεδειγμένη.
Ο τελευταίος κατά την χειρουργική επέμβαση με ανοικτή ανάταξη και εσωτερική οστεοσύνθεση ενήργησε με επιμέλεια και σύμφωνα με τις θεμελιώδεις αρχές της ιατρικής επιστήμης. Επίσης κατά την έξοδο από την Κλινική του ασθενούς, που έφερε τον ενδεδειγμένο μηροκνημοποδικό γύψινο νάρθηκα, του συνέστησε να βαδίζει με βακτηρίες μασχάλης, χωρίς την φόρτιση του πάσχοντος μέλους.
Ωσαύτως τον παρακολουθούσε συνεχώς και στους τρεις μήνες του αφήρεσε, ως έδει, τον νάρθηκα και του τοποθέτησε μηροκνημοποδικό κηδεμόνα με άρθρωση στο γόνατο για τη λειτουργική ενίσχυση και, όπως ο ίδιος ο ενάγων αναφέρει στην αγωγή του, του υπέδειξε να πατά το πόδι του στο έδαφος σταδιακά, υποβασταζόμενος από τις πατερίτσες (βλ. 3η σελίδα της αγωγής).
Συνεπώς η, μετά την χειρουργική επέμβαση του ενάγοντος ραιβοποίηση του κατάγματος αυτού με γωνίωση 25ο και η βράχυνση που προκλήθηκε, μπορεί σύμφωνα με τον ως άνω πραγματογνώμονα να πρέπει να αποδοθούν στην πρώϊμη φόρτιση του σκέλους, όταν ακόμη δεν είχε ολοκληρωθεί η πορεία της πώρωσης του κατάγματος, η οποία (πώρωση) απαιτεί χρονικό διάστημα τουλάχιστον τριών (3) μηνών, πλην όμως ουδόλως απεδείχθη ότι η πρώιμη αυτή φόρτιση του σκέλους του ενάγοντος οφείλετο σε πλημμελείς οδηγίες του εναγομένου. Η κατάθεση της μάρτυρος - αδελφής του ενάγοντος, ότι ο αδελφός της τηρούσε όλες τις οδηγίες που του έδινε ο εναγόμενος, δεν κρίνεται πειστική για το παρόν Δικαστήριο, λόγω και της ιδιαίτερα συγγενικής σχέσεις αυτής με τον πρώτο, αλλά και της αοριστίας της, σχετικά με τις οδηγίες αυτές. Αποδείχθηκε δηλαδή ότι οι μετατραυμαπκές οστεοαρθριτικές αλλοιώσεις, που προκλήθηκαν στο αριστερό γόνατο του ενάγοντος από την καταστροφή των αρθρικών επιφανειών, συνεπεία του συντριπτικού ενδαθρικού κατάγματος και δεν μπορούσαν να αποφευχθούν ούτε ακόμη και χωρίς την απώλεια της χειρουργικής ανάταξης, αιτιώνται την μετατραυματική πορεία του ενάγοντος, όπως αυτή αναπτύχθηκε ανωτέρω και όχι οι παραλήψεις του εναγομένου κατά την εκτέλεση της χειρουργικής επεμβάσεως και γενικά τη μετεγχειρητική θεραπεία του ενάγοντος, όπως ο τελευταίος αναφέρει στην αγωγή του.
Συνεπώς το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε ότι η βλάβη της υγείας του ενάγοντος οφείλετο σε υπαιτιότητα του εναγομένου και δη σε αμέλεια αυτού κατά το χρόνο της χειρουργικής επέμβασης και μετεγχειρητικώς και έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή, έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων.
Πρέπει λοιπόν να απορριφθεί η έφεση του εκκαλούντος-ενάγοντος, με την οποία αυτός διατείνεται τα ενάντια.... Ακολούθως πρέπει να γίνει δεκτή ως και κατ' ουσίαν βάσιμη η έφεση του εναγομένου να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση, να κρατηθεί η υπόθεση στο Δικαστήριο αυτό και να απορριφθεί η ένδικη αγωγή ως αβάσιμη κατ' ουσίαν".
Από τις ανωτέρω ουσιαστικές παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης ευθέως προκύπτει, ότι το Εφετείο, δεχόμενο ότι η χειρουργική μέθοδος που εφαρμόστηκε από τον αναιρεσίβλητο ήταν η ενδεδειγμένη και δεν υπήρξαν παραλήψεις αυτού κατά την εκτέλεση της χειρουργικής επεμβάσεως (όπως του είχε αποδοθεί με την αγωγή), κατέληξε στο τελικό αποδεικτικό του πόρισμα, σύμφωνα με το οποίο η κακή μετατραυματική πορεία του αναιρεσείοντος οφείλεται αιτιωδώς στις μετατραυματικές οστεοαρθριτικές αλλοιώσεις, που προκλήθηκαν στο αριστερό του γόνατο από την καταστροφή των αρθρικών επιφανειών, συνεπεία του συντριπτικού ενδαθρικού κατάγματος και δεν μπορούσαν να αποφευχθούν ούτε ακόμη και χωρίς την απώλεια της χειρουργικής ανάταξης, αποκλείοντας, έτσι, την εκδοχή, που κατά την απόφαση ενδοιαστικώς εξέφρασε ο πραγματογνώμωνας, για απόδοση της μετά την χειρουργική επέμβαση ραιβοποίησης του κατάγματος και της βράχυνσης του σκέλους, σε πρώιμη φόρτιση τούτου.
Το αποδεικτικό αυτό πόρισμα, διατυπούμενο με σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις, στηρίζει με επάρκεια το απορριπτικό της αγωγής διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, οποιεσδήποτε δε ελλείψεις, σχετιζόμενες με την αιτιολόγησή του, εφόσον τούτο διατυπώνεται σαφώς, δεν μπορούν να στοιχειοθετήσουν την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ.
Συνεπώς, οι 4ος και 5ος λόγοι της αιτήσεως, με τους οποίους ο αναιρεσείων, ισχυριζόμενος τα αντίθετα, αποδίδει στην απόφαση την αναιρετική αυτή πλημμέλεια, αιτιώμενος αυτήν για αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες, αναφορικά με το κρίσιμο ζήτημα, της αιτίας που προκάλεσε τη ραιβότητα του κατάγματος και την βράχυνση του πάσχοντος μέλους, είναι αβάσιμοι.
Μετά ταύτα, εφόσον το Εφετείο δεν δέχτηκε ότι το επίμαχο αποτέλεσμα οφείλεται σε πρώιμη φόρτιση του σκέλους, τυγχάνουν αλυσιτελείς οι λόγοι αναιρέσεως: α) 1ος, με τον οποίο αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη η πλημμέλεια από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι δεν έλαβε υπόψη "πράγματα", προταθέντα από τον αναιρεσίβλητο και συγκεκριμένα ότι αυτός συνέστησε στον αναιρεσείοντα, στις 5/6/96 μερική φόρτιση του σκέλους και στις 24/7/96 πλήρη φόρτιση τούτου, β) 3ος με τον οποίο αποδίδεται στην απόφαση η πλημμέλεια από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για αντιφατικές αιτιολογίες, σχετικά με το αν η πρώιμη φόρτιση του σκέλους οφείλεται ή όχι σε πλημμελείς οδηγίες του αναιρεσιβλήτου και γ) 6ος με τον οποίο αποδίδεται στην απόφαση, επίσης, η πλημμέλεια από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες, σχετικά με το ζήτημα της ευθύνης για την πρώιμη φόρτιση του σκέλους.
Τέλος, η παραδοχή ότι η μετεγχειρητική πορεία του αναιρεσείοντος ήταν ομαλή, κατά την έξοδό του από το νοσοκομείο, στις 23/3/96, δεν είναι αντιφατική προς εκείνη ότι η μετεγχειρητική του πορεία δεν ήταν ικανοποιητική, όπως έδειξαν οι μεταγενέστερες ακτινογραφίες στις οποίες υποβλήθηκε στις 4-6-1996, καθόσον η δεύτερη αναφέρεται σε μεταγενέστερο, κατά 2,5 μήνες περίπου, χρόνο, ώστε ο 2ος λόγος, με τον οποίο ο αναιρεσείων ισχυριζόμενος τα αντίθετα, μέμφεται την αναιρεσιβαλλομένη για την από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ πλημμέλεια, τυγχάνει αβάσιμος, συναπτόμενος άλλωστε αλυσιτελώς, σύμφωνα με το περιεχόμενο του αναιρετικού λόγου, με την πρώιμη φόρτιση του πάσχοντος σκέλους.
Κατόπιν τούτων, η ένδικη αίτηση αναιρέσεως πρέπει ν' απορριφθεί στο σύνολό της και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου σε βάρος του αναιρεσείοντος, λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), κατά τ' αναφερόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 2/6/09 αίτηση του Κ. Δ., για αναίρεση της 8635/2007 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία προσδιορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Μαΐου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Σεπτεμβρίου 2014.
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ