1902/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Μαϊου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με αιτήσεις και ανταιτήσεις προσδιορισμού οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης επί αναγκαστικής απαλλοτρίωσης, που κατατέθηκαν ενώπιον του Εφετείου Λαμίας και συνεκδικάσθηκαν.
Legislator headnote
AI generated1902/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ι. Παραδεκτά φέρεται προς συζήτηση ο μοναδικός λόγος της κρινόμενης από 8-3-2005 αίτησης του Ελληνικού Δημοσίου, για αναίρεση της 199/2004 απόφασης του Εφετείου Λαμίας, μετά την 783/2005 θετική γνωμοδότηση του Α' Τμήματος του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους για το παραδεκτό και βάσιμο του μόνου λόγου της (άρθρ. 12 Ν. 2298/1995, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 28 παρ. 3 Ν. 2579/1998 και στη συνέχεια με το άρθρο 42 Ν. 2721/1999.
Full text
Απόφαση 1902 / 2007 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1902/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αχιλλέα Νταφούλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου), Πλαστήρα Αναστασάκη, Αντώνιο Παπαθεοδώρου, Γεώργιο Πετράκη και Παναγιώτη Παρτσιλίβα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Μαϊου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό των Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο Χρήστο Μητκίδη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ., χωρίς να καταθέσει προτάσεις.
Των αναιρεσίβλητων: 1. ..............., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Αντωνόπουλο, 2. .........., 3............, 4. ........., 5. ........., 6. ......... και 7. .........., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Θεοφάνη Παντελιά.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με αιτήσεις και ανταιτήσεις προσδιορισμού οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης επί αναγκαστικής απαλλοτρίωσης, που κατατέθηκαν ενώπιον του Εφετείου Λαμίας και συνεκδικάσθηκαν.
Εκδόθηκε η 199/2004 οριστική απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητεί το αναιρεσείον με την από 8 Μαρτίου 2005 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται παραπάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Παρτσιλίβας, ανέγνωσε την από 25 Απριλίου 2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων ζήτησαν την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Παραδεκτά φέρεται προς συζήτηση ο μοναδικός λόγος της κρινόμενης από 8-3-2005 αίτησης του Ελληνικού Δημοσίου, για αναίρεση της 199/2004 απόφασης του Εφετείου Λαμίας, μετά την 783/2005 θετική γνωμοδότηση του Α' Τμήματος του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους για το παραδεκτό και βάσιμο του μόνου λόγου της (άρθρ. 12 Ν. 2298/1995, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 28 παρ. 3 Ν. 2579/1998 και στη συνέχεια με το άρθρο 42 Ν. 2721/1999.
ΙΙ. Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθμός 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ. συνάγεται, ότι στο έγγραφο της αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας το οποίο εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, ώστε να είναι δυνατό να διαπιστωθεί αν και ποιο λόγο αναιρέσεως από τους περιοριστικώς αναφερομένους στο άρθρο 559 Κ.Πολ.Δ.
θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση. Ειδικότερα για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθμός 1 Κ.Πολ.Δ.) πρέπει να καθορίζεται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία ή εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου.
Αν μάλιστα το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση κατ' ουσίαν πρέπει να εκτίθενται και οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές του, ήτοι τα πραγματικά γεγονότα που αυτό δέχθηκε, υπό τα οποία και συντελέσθηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου, ώστε από το αναιρετήριο να προκύπτει η νομική πλημμέλεια, δοθέντος ότι η αοριστία του λόγου της αναιρέσεως δεν μπορεί να συμπληρωθεί με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο.
Εξάλλου ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθμός 19 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσης για να είναι ορισμένος και παραδεκτός απαιτείται να διαλαμβάνει α) τις πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως ή τη μνεία ότι αυτή στερείται αιτιολογιών β) τον ισχυρισμό και τα περιστατικά που πρότεινε ο διάδικος προς θεμελίωση του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, ανεπάρκεια ή αντίφαση και η σύνδεση του με το διατακτικό αν αυτή δεν είναι αυτονόητη και γ) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου και αν πρόκειται για ελλιπείς αιτιολογίες σε τι συνίσταται η έλλειψη και ποια επί πλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται (Ολ.
Α.Π. 20/2005). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 17 παρ. 2 εδαφ. Α' του Συντάγματος, κανένας δεν στερείται την ιδιοκτησία του παρά μόνο για δημόσια ωφέλεια που έχειαποδειχθεί με τον προσήκοντα τρόπο, όταν και όπως ο νόμος ορίζει, και πάντοτε αφού προηγηθεί πλήρης αποζημίωση, που να ανταποκρίνεται στην αξία του απαλλοτριουμένου.
Εξάλλου, το άρθρο 13 του ν.2882/2001 ("Κώδικας Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων", αρθρ. 13 § 4 του ν.δ. 797/1971) ορίζει στην παράγραφο 4 ότι "εάν απαλλοτριωθεί τμήμα ακινήτου με αποτέλεσμα η αξία του τμήματος που απομένει στον ιδιοκτήτη να μειωθεί ή το τμήμα αυτό να γίνει άχρηστο για τη χρήση που προορίζεται, με την ίδια απόφαση προσδιορισμού της αποζημίωσης για το απαλλοτριούμενο τμήμα προσδιορίζεται και ιδιαίτερη αποζημίωση για το τμήμα που απομένει στον ιδιοκτήτη.
Εξάλλου, το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της από 4.11.1950 Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προάσπιση των Δικαιωμάτωντου Ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (Ε.Σ.Δ.Α.) που κυρώθηκε, μαζί με τη σύμβαση, αρχικά με τον Ν.2329/1953 και εκ νέου με το Ν.Δ. 53/1974 και έχει αυξημένη ισχύ, σύμφωνα με το άρθρο 28 του Συντάγματος, έναντι των κοινών νόμων, ορίζει ότι κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του και κανένας δεν μπορεί να στερηθεί της ιδιοκτησίας του παρά μόνο για λόγους δημοσίας ωφελείας και υπό τους όρους που προβλέπονται από το νόμο και τις γενικές αρχές του διεθνούς δικαίου.
Με τη διάταξη αυτή προστατεύονται και τα ενοχικά περιουσιακά δικαιώματα του προσώπου, όπως και το δικαίωμα αποζημίωσης για την προσγενόμενη ζημία στην περιουσία του. Έλλειψη δε σεβασμού της περιουσίας στην περίπτωση αυτή υπάρχει όταν η συνεπεία του λόγου της αποζημίωσης μείωση της περιουσιακής δυναμικότητας του προσώπου δεν αποκαθίσταται πλήρως.
Συνεπώς, στην περίπτωση που, λόγω απαλλοτρίωσης μέρους του ακινήτου, το απομένον τμήμα αυτού - που εξακολουθεί να αποτελεί στοιχείο περιουσίας του ιδιοκτήτου - υφίσταται υποτίμηση της αξίας του ή καθίσταται άχρηστο για τη χρήση που προορίζεται, το αναγνωριζόμενο από την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 13 παρ. 4 του Ν. 2882/2001 δικαίωμα αποζημίωσης ικανοποιείται πλήρως και εντεύθεν διασφαλίζεται ο σεβασμός στην περιουσία του ιδιοκτήτη, όταν η αποζημίωση καλύπτει όχι μόνον την εκ της απομείωσης και μόνο της έκτασης του όλου ακινήτου ζημία, αλλά και εκείνη που επήλθε από την εκτέλεση του έργου για το οποίο κηρύχθηκε η απαλλοτρίωση του μέρους του ακινήτου. Διότι άλλως κατά την τελευταία αυτή ζημία το παραμένον στον ιδιοκτήτη μέρος του ακινήτου, και επομένως η περιουσία του, δε θα αποκαθίστατο (Ολομ. ΑΠ 31/2005).
Στην προκειμένη περίπτωση με το μοναδικό λόγο της αίτησης αναίρεσης προβάλλεται αιτίαση από το άρθρο 559 αριθ. 19 και, κατ' εκτίμηση του δικογράφου, αριθ. 1 ΚΠολΔ (εκ παραδρομής προφανώς αναφερομένου ως 11 ΚΠολΔ), για το λόγο ότι το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση ανεπαρκείς, άλλως αντιφατικές αιτιολογίες και παραβίασε την άνω διάταξη του άρθρου 13 παρ. 4 Ν. 2882/2001, διότι, ενώ στη μείζονα σκέψη δέχεται ότι σε περίπτωση απαλλοτριώσεως τμήματος ακινήτου, η αποζημίωση του τμήματος που απέμεινε συνδέεται μόνο προς την απομειωτική επιρροή, που ασκεί στην αξία, η απότμηση του μέρους που απαλλοτριώθηκε από αυτό και απέμεινε και δεν επηρεάζεται από το είδος του έργου στο οποίο απέβλεπε η απαλλοτρίωση και την εντεύθεν μείωση της αξίας του εναπομείναντος, την οποία δεν καλύπτει, στην ελάσσονα πρόταση δέχεται ότι τα επίδικα εναπομένοντα τμήματα των ακινήτων των αναιρεσιβλήτων, που απαλλοτριώθηκαν με την 1098081/6781/0010/10-10-1997 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και ΠΕΧΩΔΕ, για λόγους δημόσιας ωφέλειας και δη για τη διαπλάτυνση και βελτίωση της Ε.Ο.
Αθηνών Θεσσαλονίκης για έργα οδοποιϊας, υφίστανται μείωση της αξίας αυτών κατά ποσοστό 20%, συνεπεία της κατασκευής έργου ανοιχτού αποχετευτικού αγωγού ομβρίων υδάτων. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί κατά μεν το πρώτο μέρος του ως αόριστος διότι δεν διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο με σαφήνεια και πληρότητα οι κρίσιμες εδώ παραδοχές της ελάσσονος πρότασης της προσβαλλόμενης απόφασης, ούτε επικαλείται το αναιρεσείον κάποια ανεπάρκεια ή αντίφαση επί των μη παρατιθέμενων με πληρότητα αιτιολογιών αυτής (ελάσσονας πρότασης), κατά δε το δεύτερο προεχόντως ως αόριστος, διότι δεν διαλαμβάνονται με πληρότητα και σαφήνεια οι παραδοχές της προσβαλλόμενης, και σε κάθε περίπτωση ως αβάσιμος, διότι, το Εφετείο, δεχθέν την ως άνω μείωση της αξίας των εναπομεινάντων τμημάτων των απαλλοτριωθέντων ακινήτων κατά ποσοστό 80% επί της αποζημίωσης που καθόρισε για την απαλλοτριωθείσα έκταση καθενός, συνεπεία της κατασκευής του έργου, δεν παραβίασε τον άνω κανόνα ουσιαστικού δικαίου, γιατί, όπως εκτέθηκε στη μείζονα σκέψη, στην περίπτωση που λόγω απαλλοτριώσεως μέρους του ακινήτου, όπως εν προκειμένω, το απομένον τμήμα αυτού, που εξακολουθεί να αποτελεί στοιχείο της περιουσίας του ιδιοκτήτου, υφίσταται υποτίμηση της αξίας του ή καθίσταται άχρηστο για τη χρήση που προορίζεται, το αναγνωριζόμενο από την πιο πάνω διάταξη δικαίωμα αποζημιώσεως ικανοποιείται πλήρως και εντεύθεν διασφαλίζεται ο σεβασμός στην περιουσία του ιδιοκτήτη, όταν η αποζημίωση καλύπτει όχι μόνο την εκ της απομειώσεως και μόνο της εκτάσεως του όλου ακινήτου ζημία, αλλά και εκείνη που επήλθε από την εκτέλεση του έργου, για το οποίο κηρύχθηκε η απαλλοτρίωση του μέρους του ακινήτου.
Κατόπιν όλων αυτών πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί το αναιρεσείον στη δικαστική δαπάνη α) των αναιρεσιβλήτων υπό στοιχ. 2 έως και 7 και β) του αναιρεσίβλητου υπό στοιχ. 1, οι οποίοι είχαν χωριστή εκπροσώπηση και υπέβαλαν αυτοτελώς προτάσεις.
Για τους λόγους αυτούς
Απορρίπτει την από 8-3-2005 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου, για αναίρεση της 199/2004 απόφασης του Εφετείου Λαμίας. Και
Καταδικάζει το αναιρεσείον στη δικαστική δαπάνη: α) του πρώτου των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει σε χίλια εκατόν εβδομήντα (1170) ευρώ, και β) των λοιπών αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει σε χίλια εκατόν εβδομήντα (1170) ευρώ συνολικά.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Οκτωβρίου 2007. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 2 Νοεμβρίου 2007.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ