1902/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Στέφανο Γαβρά, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καράμπελα, Εμμανουήλ Καλούδη, Χρήστο Αλεξόπουλο και Αλέξανδρο Νικάκη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Οκτωβρίου 2006, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1902/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Τέτοιες νέες νομοθετικές διατάξεις, είναι, κατά το κανονιστικό τους μέρος, και οι όροι των ΣΣΕ ή ΔΑ, οι οποίοι προσδιορίζουν, ενόψει της ισχύος τους για συγκεκριμένη χρονική περίοδο (άρθρα 9 και 16 παρ. 3 του ν. 1876/1990), όχι μόνον την έκταση, αλλά και τη φύση των βασικών αποδοχών και των επιδομάτων του μισθωτού για την περίοδο εκείνη.
Full text
Απόφαση 1902 / 2006 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1902/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Στέφανο Γαβρά, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καράμπελα, Εμμανουήλ Καλούδη, Χρήστο Αλεξόπουλο και Αλέξανδρο Νικάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Οκτωβρίου 2006, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Α΄ Πε.Σ.Υ.Π. Αττικής - Περιφερειακό Γενικό Νοσοκομείο Αθηνών ΙΠΠΟΚΡΑΤΕΙΟ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σταμάτη Διαμαντάτο βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 § 2 Κ.Πολ.Δ. Της αναιρεσίβλητης: .... , η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Λεωνίδα Πανούση βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 § 2 Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-6-1994 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3790/1995 και 882/2000 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3136/2002 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 8-2-2005 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αλέξανδρος Νικάκης, διάβασε την από 27-9-2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τις διατάξεις των άρθρων 556 παρ. 2 και 578 ΚΠολΔ, αναίρεση μπορεί να ασκήσει και ο διάδικος που νίκησε, εφόσον έχει έννομο συμφέρον, η ύπαρξη του οποίου κρίνεται από την προσβαλλόμενη απόφαση, κατά τη γενική διάταξη του άρθρου 68 ΚΠολΔ. Το συμφέρον είναι δυνατόν να υπάρξει και όταν ο διάδικος που νίκησε βλάπτεται από την αιτιολογία της αποφάσεως και συγκεκριμένα αν από αυτή δημιουργείται δεδικασμένο σε βάρος του σε άλλη δίκη, αν δηλαδή η αιτιολογία της αποφάσεως αποτελεί στοιχείο του δικαιώματος που κρίθηκε στη δίκη και φέρει ως εκ τούτου προσόντα διατακτικού, οπότε δικαιούται να ζητήσει την αναίρεση αυτής της αποφάσεως κατά την εσφαλμένη μόνο αιτιολογία της.
Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 321, 322, 324 και 331 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι από τελεσίδικη απόφαση παράγεται δεδικασμένο και όταν το αντικείμενο της νέας δίκης που διεξάγεται μεταξύ των ίδιων προσώπων είναι διαφορετικό από εκείνο της δίκης που προηγήθηκε, έχει όμως ως αναγκαία προϋπόθεση την ύπαρξη του δικαιώματος που κρίθηκε στη δίκη εκείνη, τούτο δε συμβαίνει όταν στη νέα δίκη πρόκειται να κριθεί η ίδια δικαιολογητική σχέση και το ίδιο νομικό ζήτημα με αυτό που κρίθηκε στην προηγούμενη δίκη.
Ο κανόνας αυτός δεν ισχύει αν κατά τον κρίσιμο για τη μεταγενέστερη δίκη χρόνο έχει επέλθει μεταβολή του νομικού καθεστώτος που διέπει την έννομη σχέση ή τις έννομες συνέπειες που απορρέουν από αυτά, αφού δεν υπάρχει τότε η απαιτούμενη για την ενεργοποίηση του δεδικασμένου ταυτότητα νομικής αιτίας. Ειδικότερα, στην περίπτωση διαρκούς ενοχικής σχέσεως από την οποία πηγάζουν πλείονες έννομες συνέπειες, όπως είναι η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, στην οποία η απασχόληση του μισθωτού θεμελιώνει ποικίλες αξιώσεις, που στηρίζονται σε διάφορους ουσιαστικούς νόμους, ΣΣΕ ή ΔΑ, το δεδικασμένο των αποφάσεων που κρίνουν επιμέρους αξιώσεις του μισθωτού, ως έννομες συνέπειες της εν λόγω διαρκούς έννομης σχέσης, τελούν υπό την προϋπόθεση ότι το νομοθετικό καθεστώς που ισχύει κατά τον κρίσιμο χρόνο, θα παραμείνει αναλλοίωτο και στο μέλλον.
Συνεπώς, η τελεσίδικη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι η συνιστώσα προδικαστικό ζήτημα για τις επιμέρους αξιώσεις του μισθωτού σύμβαση εξαρτημένης εργασίας διέπεται από πλέγμα υφισταμένων τότε διατάξεων και θα διέπεται και στο μέλλον από παρόμοιες μελλοντικές διατάξεις δεν αποτελεί δεδικασμένο για την εκτός του κριθέντος χρονικού διαστήματος και στο μέλλον αναγόμενη χρονική περίοδο, αν κατά την περίοδο αυτή δεν παρέμεινε αναλλοίωτο το προηγούμενο νομοθετικό καθεστώς, δηλαδή αν οι ζητούμενες με νεότερη αγωγή επιμέρους αξιώσεις του μισθωτού, που γεννήθηκαν σε μεταγενέστερο του ήδη κριθέντος χρονικό διάστημα, στηρίζονται σε νέες νομοθετικές διατάξεις, διάφορες εκείνων που ίσχυσαν κατά την πρώτη δίκη.
Τέτοιες νέες νομοθετικές διατάξεις, είναι, κατά το κανονιστικό τους μέρος, και οι όροι των ΣΣΕ ή ΔΑ, οι οποίοι προσδιορίζουν, ενόψει της ισχύος τους για συγκεκριμένη χρονική περίοδο (άρθρα 9 και 16 παρ. 3 του ν. 1876/1990), όχι μόνον την έκταση, αλλά και τη φύση των βασικών αποδοχών και των επιδομάτων του μισθωτού για την περίοδο εκείνη.
Επομένως, από της ισχύος κάθε νέας ΣΣΕ ή ΔΑ μεταβάλλεται το νομοθετικό καθεστώς και οι αποφάσεις που έκριναν τελεσιδίκως αξιώσεις των εργαζομένων ορισμένου χρονικού διαστήματος, ρυθμιζόμενες από τις ισχύουσες τότε ΣΣΕ ή ΔΑ, δεν αποτελούν δεδικασμένο και για τις αξιώσεις αυτών μεταγενέστερου χρονικού διαστήματος που στηρίζονται στις ισχύουσες κατά το διάστημα αυτό νεότερες ΣΣΕ ή ΔΑ (Ολ.
ΑΠ 10/2002). Περαιτέρω, το νομικό καθεστώς της 42/1981 αποφάσεως του ΔΔΔ Πειραιώς "Περί των όρων αμοιβής και εργασίας του προσωπικού νοσηλευτικών κλπ ιδρυμάτων του Δημοσίου, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ", η οποία κηρύχθηκε εκτελεστή και ακολούθως υποχρεωτική με τις υπ' αριθ. 16170/1981 και 18749/1981 αποφάσεις του Υπουργού Εργασίας αντίστοιχα, μετέβαλε η από 22.12.1988 ΕΣΣΕ, η οποία κηρύχθηκε υποχρεωτική (ΑΥΕ 17853/1989) για όλους τους εργοδότες και εργαζομένους του επαγγέλματος στο οποίο αφορά και ίσχυσε από 1.7.1988 (άρθρο 10 ΕΣΣΕ).
Με αυτή επεκτάθηκαν στους εργαζόμενους (πλην των ιατρών) με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου στα νοσοκομεία του ν.δ. 2593/1953 (όπως είναι και το αναιρεσείον), που είναι μέλη των σωματείων των ανηκόντων στην ΠΟΕΔΗΝ, στο σύνολό τους οι διατάξεις του ν. 1505/1984, όπως τροποποιήθηκε με το ν. 1810/1988 (άρθρο 3 παρ. 1 της ΕΣΣΕ).
Με τη διάταξη του άρθρου 9 της εν λόγω ΕΣΣΕ ορίστηκε ότι τυχόν καταβαλλόμενες ανώτερες αποδοχές από αυτές που καθορίζονται με τη συλλογική αυτή σύμβαση διατηρούνται. Τούτο έχει την έννοια της διατηρήσεως των μέχρι της μεταβολής του νομικού καθεστώτος ανωτέρων αποδοχών και όχι της εξακολουθήσεως και μετά ταύτα του προϊσχύσαντος νομικού καθεστώτος.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο Αθηνών με την προσβαλλομένη απόφασή του, που έκρινε επί της από 23.6.1994 αγωγής για καταβολή διαφορών αποδοχών του χρονικού διαστήματος από 1.1.1989 - 31.5.1994 της αναιρεσίβλητης, καθαρίστριας στο αναιρεσείον νοσηλευτικό ίδρυμα με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, δέχθηκε ότι με τις 4128/1994 και 937/1999 αποφάσεις αυτού, που εκδόθηκαν επί προηγουμένης αγωγής της ανωτέρω για επιδίκαση σ' αυτή μισθολογικών διαφορών του χρονικού διαστήματος από 1.1.1985 - 15.6.1990, κρίθηκε ότι η σχέση εργασίας της διέπεται από την 42/1981 απόφαση του ΔΔΔΔ Πειραιώς και μετά την 1.7.1988, που άρχισε να ισχύει η ΕΣΣΕ της ΠΟΕΔΗΝ και ότι από τις εν λόγω αποφάσεις παράγεται δεδικασμένο περί του ότι δικαιούνταν να αμείβεται σύμφωνα με τους όρους της ως άνω διαιτητικής αποφάσεως και όχι με τις διατάξεις του ν. 1505/1984, που ορίζει η ΕΣΣΕ της ΠΟΕΔΗΝ.
Μετά από αυτά απέρριψε την αγωγή κατ' ουσία διότι έκρινε ότι για το χρονικό διάστημα από 1.1.1989 - 31.12.1991 οι αξιώσεις της αναιρεσίβλητης είχαν παραγραφεί (άρθρο 48 παρ. 3 του ν.δ. 496/1974), ενώ για το χρονικό διάστημα από 1.1.1992 - 31.5.1994 καταβλήθηκαν σ' αυτήν οι αποδοχές που δικαιούνταν. Με το μοναδικό λόγο της αναιρέσεως αποδίδεται στο Εφετείο η αιτίαση, ότι από τις αιτιολογίες της προσβαλλομένης αποφάσεως το αναιρεσείον βλάπτεται, διότι δημιουργείται σε βάρος του δεδικασμένο σε άλλη δίκη και ειδικότερα στην εκκρεμή από 21.6.2001 αγωγή της αναιρεσίβλητης ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών για καταβολή σ' αυτήν διαφορών αποδοχών του μεταγενεστέρου χρονικού διαστήματος από 1.6.1994 - 31.12.2000.
Ο λόγος αυτός δεν θεμελιώνει έννομο συμφέρον του αναιρεσείοντος για την άσκηση της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, διότι κατά το μεταγενέστερο αυτό διάστημα (1.6.1994 - 31.12.2000) ίσχυσαν νεότερες ΕΓΣΣΕ για τον προσδιορισμό των αποδοχών της αναιρεσίβλητης, οι οποίες μετέβαλαν το νομοθετικό καθεστώς που ίσχυε για τις αποδοχές αυτές κατά το χρονικό διάστημα που έκριναν οι εν λόγω τελεσίδικες αποφάσεις και έτσι από τις αποφάσεις αυτές δεν δημιουργείται δεδικασμένο και για την εκκρεμή ως άνω αγωγή της αναιρεσίβλητης.
Περαιτέρω, το Εφετείο δέχθηκε, ότι για το χρονικό διάστημα 1.5.1990 - 31.5.1994 δεν παράγεται δεδικασμένο, ως προς το ύψος του κατώτατου ημερομισθίου των ΕΓΣΣΕ, όπως είχε προτείνει η αναιρεσίβλητη και έτσι ο επικουρικός λόγος της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 16 ΚΠολΔ δεν θεμελιώνει έννομο συμφέρον του αναιρεσείοντος για την άσκηση αναιρέσεως για το λόγο αυτό.
Επομένως, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως ως απαράδεκτη.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 8.2.2005 αίτηση του Περιφερειακού Γενικού Νοσοκομείου Αθηνών "ΙΠΠΟΚΡΑΤΕΙΟ" για αναίρεση της 3136/2002 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει το αναιρεσείον στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, από επτακόσια εβδομήντα (770) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 31 Οκτωβρίου 2006.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 5 Δεκεμβρίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ