Legislator Case Law & Legislation
1901/2025 AI generated

Supreme Court allows appeal against excessive compensation for moral damages from a single accident.

Case Number 1901/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Allowed / Granted

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the appeal against a first-instance judgment that awarded excessive compensation for moral damages arising from a single traffic accident. The plaintiffs argued the separate awards for different body parts violated the principle of proportionality and exceeded judicial discretion. The court agreed, finding the total amount unreasonable given the single cause of injury and the lack of distinction between the damages.

Legislator headnote

AI generated

Articles 108, 110, 498, 568, 576, 580, 589, 495, 176, 183, 189, 191 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may examine the appeal even if the opposing party is absent, provided they were legally summoned, and may annul a judgment if the lower court exceeded its discretion by awarding compensation that is manifestly disproportionate to the harm suffered.

Keywords

AI generated
excessive compensation moral damages principle of proportionality judicial discretion single accident annulment of judgment traffic accident liability

Cited Legislation

AI generated
Articles 108, 110, 498, 568, 576, 580, 589, 495, 176, 183, 189, 191 of the Code of Civil Procedure
Article 25, paragraph 1 of the Constitution
Article 932 of the Civil Code

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1901 / 2025 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1901/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σταύρο Μάλαινο, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος της Αντιπρόεδρου Μυρσίνης Παπαχίου και των αρχαιοτέρων της συνθέσεως Αρεοπαγιτών Ασπασίας Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη και Σωκράτη Πλαστήρα), Αντιγόνη Τζελέπη, Ερασμία Λιούλη, Ζωή Καραχάλιου και Σπυριδούλα Λιάτη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 31 Μαΐου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Α. Λ., για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Α. - Ε. Μ. του Α., Ηγουμένης Ιεράς Μονής Παναγίας Ελεούσας Καλύμνου, κατοίκου ... και 2) ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Ιερά Μονή Παναγίας Ελεούσας Καλύμνου", που εδρεύει στην Κάλυμνο Δωδεκανήσων και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Εμμανουήλ - Μηνά Σταύρου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ε. Ρ. του Μ., κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο και 2) ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Δομάζο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-1-2014 αγωγή της 1ης των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με την από 28-3-2014 παρεμπίπτουσα αγωγή του 2ου των ήδη αναιρεσιβλήτων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1397/2015 μη οριστική και 39/2018 οριστική του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 18-10-2020 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Σπυριδούλα Λιάτη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο οι αναιρεσείοντες και το 2ο των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ. 2, 498 παρ. 1, 568 παρ. 1, 2, 4 και 576 παρ. 2 ΚΠολΔ συνάγεται ότι, αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης απολείπεται ο αντίδικος του επιμεληθέντος της συζήτησης διαδίκου, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αν ο απολιπόμενος διάδικος έχει κλητευθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα, οπότε, αν προκύπτει νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευσή του, προβαίνει στη συζήτηση παρά την απουσία αυτού (ΑΠ 943/2023, ΑΠ 318/2022, ΑΠ 1387/2019).

Στην προκειμένη περίπτωση, κατά τη συζήτηση της ένδικης από 18-10-2020 και με αριθ. κατ. 78709/131/26-10-2020 αίτησης αναίρεσης κατά την ορισθείσα μετ' αναβολή δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (31-5-2024), οπότε η υπόθεση εκφωνήθηκε κατά τη σειρά του οικείου πινακίου, η πρώτη αναιρεσίβλητη Ε. Ρ., δεν εμφανίσθηκε και δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε υποβλήθηκε γι' αυτήν η από το άρθρο 242 ΚΠολΔ σχετική δήλωση.

Από τη με αριθ. ...-2023 έκθεση επίδοσης, του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Δωδεκανήσου με έδρα το Πρωτοδικείο Κω, Χ. Μ., προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της ένδικης, ως άνω, αίτησης αναίρεσης με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 4-11-2022, επιδόθηκε με επιμέλεια των αναιρεσειόντων νόμιμα στην πρώτη αναιρεσίβλητη.

Στην τελευταία επιδόθηκε επίσης με επιμέλεια των αναιρεσειόντων, ακριβές αντίγραφο των με αριθ. πρωτ. 138/2022 πρακτικών συνεδρίασης του παρόντος δικαστηρίου (Δ' Πολιτικού Τμήματος) περί αναβολής της συζήτησης για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, με κλήση να παραστεί κατ' αυτήν, όπως προκύπτει από την ανωτέρω με αριθ. ...-2023 έκθεση επίδοσης, του ίδιου ως άνω δικαστικού επιμελητή.

Κατόπιν των παραπάνω, εφόσον η απολιπόμενη πρώτη αναιρεσίβλητη κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τους επισπεύδοντες τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης αναιρεσείοντες και δεν παραστάθηκε, το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου πρέπει να χωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης παρά την απουσία αυτής.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 553 παρ. 1 περ. β', 309 εδ. α', 321 και 495 παρ. 1 ΚΠολΔ συνάγεται ότι σε αναίρεση υπόκειται η απόφαση που έχει καταστεί τελεσίδικη κατά το χρόνο άσκησης του ως άνω ενδίκου μέσου, δηλαδή κατά το χρόνο της κατάθεσης του οικείου δικογράφου (αίτησης αναίρεσης) στη γραμματεία του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Είναι δε τελεσίδικη η απόφαση, η οποία δεν υπόκειται στα τακτικά ένδικα μέσα της ανακοπής ερημοδικίας και της έφεσης.

Συνεπώς τελεσίδικη και προσβλητή με αναίρεση είναι και η κατ' αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα οριστική απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, εφόσον παρέλθει άκαρπη η προθεσμία για την άσκηση έφεσης ή χωρήσει εντός της ανωτέρω προθεσμίας παραίτηση από το δικαίωμα προσβολής αυτής με έφεση ή παραίτηση από το ήδη κατ' αυτής ασκηθέν τακτικό ένδικο μέσο της έφεσης (ΟλΑΠ 5/2001, ΑΠ 857/2024, ΑΠ 537/2023, ΑΠ 1951/2022).

Η κατ' αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου υπόκειται σε αναίρεση μόνο αφότου έπαυσε να υπόκειται σε έφεση, είτε διότι παρήλθε άκαρπη η τριακονθήμερη προς άσκηση αυτής προθεσμία από την επίδοση της πρωτόδικης απόφασης (άρθρο 518 παρ.1 ΚΠολΔ) ή, σε περίπτωση μη επίδοσης αυτής, η διετής καταχρηστική προθεσμία από τη δημοσίευσή της (άρθρο 518 παρ.2 ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάσταση της με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015), είτε διότι ο δικαιούμενος σε άσκηση αυτής διάδικος παραιτήθηκε νομίμως από το δικαίωμα προς άσκηση έφεσης ή από το δικαίωμα επί της ήδη ασκηθείσας έφεσης κατά της εκδοθείσας αντιμωλία των διαδίκων οριστικής απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, οπότε έκτοτε η οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου καθίσταται τελεσίδικη και προσβλητή με αναίρεση, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 553 αρ. 1β ΚΠολΔ (ΑΠ 857/2024, ΑΠ 537/2023, ΑΠ 1951/2022, ΑΠ 318/2017).

Ακόμη, στην περίπτωση που δεν επιδόθηκε η απόφαση, η προθεσμία άσκησης της αναίρεσης, είναι δύο (2) έτη (άρθρο 564 παρ.3 ΚΠολΔ όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο τρίτο άρθρο 1 του ν. 4335/2015) και αρχίζει αφού περάσει η προθεσμία της έφεσης (ΑΠ 537/2023, ΑΠ 760/2022, ΑΠ 460/2022), δηλαδή συνολικά τέσσερα (4) έτη από τη δημοσίευση της απόφασης που περατώνει τη δίκη, δύο (2) έτη για να περάσει η προθεσμία της έφεσης και να γίνει τελεσίδικη η απόφαση και άλλα δύο (2) έτη από την ημέρα που η απόφαση έγινε τελεσίδικη (ΑΠ 537/2023, ΑΠ 460/2022, ΑΠ 200/2022).

Στην προκειμένη περίπτωση, με την ένδικη από 18-10-2020 (αριθμ. εκθε. καταθ. 78709/131/26-10-2020),αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η με αριθμό 39/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών, και ειδικότερα των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο και από τη σύμβαση ασφάλισης αυτού (άρθρα 591 και 614 αριθμ.1,6 ΚΠολΔ,) με την οποία κατόπιν συνεκδίκασης:

α) έγινε δεκτή εν μέρει ως κατ'ουσίαν βάσιμη η από 2-1-2014 με αριθμό κατάθεσης 21542/901/18-2-2014 αγωγή της ενάγουσας και ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης, με την οποία ζήτησε την επιδίκαση αποζημίωσης και χρηματικής ικανοποίησης, για την αποκατάσταση της περιουσιακής ζημίας και της ηθικής βλάβης, που υπέστη από τον τραυματισμό της κατά το ιστορούμενο στην αγωγή αυτοκινητικό ατύχημα ,οφειλόμενο στην αδικοπρακτική συμπεριφορά της πρώτης εναγομένης - οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου, το οποίο ανήκε στην κυριότητα του δεύτερου εναγόμενου ΝΠΙΔ, και το οποίο ήταν ανασφάλιστο, για την έναντι τρίτων ευθύνη από αυτοκινητικά ατυχήματα.

Και β) έγινε δεκτή η από 28-3-2014 παρεμπίπτουσα αγωγή του τρίτου εναγόμενου (ήδη δεύτερου αναιρεσίβλητου ΝΠΙΔ), με την οποία ζήτησε να αναγνωρισθεί ότι οι παρεμπιπτόντως εναγόμενοι, ευθυνόμενοι εις ολόκληρον, υποχρεούνται να του καταβάλουν οποιοδήποτε ποσό θα υποχρεωθεί αυτό να καταβάλει στην ενάγουσα της κύριας αγωγής, νομιμοτόκως από την καταβολή του ποσού αυτού στην ενάγουσα και μέχρι την εξόφληση, επειδή η πρώτη παρεμπιπτόντως εναγόμενη οδηγούσε το ανωτέρω ζημιογόνο όχημα, ιδιοκτησίας του δεύτερου εναγόμενου ΝΠΙΔ, το οποίο κατά τον χρόνο του ατυχήματος ήταν ανασφάλιστο, για την έναντι τρίτων ευθύνη από αυτοκινητικά ατυχήματα, οπότε σε περίπτωση ήττας του επί της ως άνω κυρίας αγωγής, την οποία ενσωμάτωσε στο δικόγραφο της παρεμπίπτουσας αγωγής, υποκαθίσταται στα δικαιώματα της κυρίως ενάγουσας.

Η ως άνω προσβαλλόμενη απόφαση, δεν προκύπτει ότι επιδόθηκε από τη δημοσίευσή της (12-1-2018) μέχρι και την άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης (26-10-2020), αλλά ούτε και ότι ασκήθηκε κατ' αυτής έφεση. Επομένως, η ως άνω απόφαση κατέστη τελεσίδικη, μετά την παρέλευση της διετίας για την άσκηση της έφεσης ήτοι στις 12-1-2020 και η αναίρεση ασκήθηκε στις 26-10-2020, ήτοι εντός της καταχρηστικής προθεσμίας των δύο (2) ετών από την ως άνω ημερομηνία (12-1-2020) που η προσβαλλόμενη απόφαση κατέστη τελεσίδικη.

Επομένως, η ένδικη αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρ.552,553,556,558,564 παρ.3, 566 παρ.1 και 144 παρ.1 ΚΠολΔ) είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ),και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔ). Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε με κακή εφαρμογή του, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα, με τη μορφή του διατακτικού (Ολ.Α.Π. 1/2016, Ολ.Α.Π. 2/2013, Α.Π. 1077/2024, Α.Π. 544/2023, Α.Π. 1717/2022).

Στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, τα οποία ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν προφανή την παραβίαση. Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του, ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.Α.Π. 8/2018, Ολ.Α.Π. 7/2006, Α.Π. 1077/2024, Α.Π. 941/2023, Α.Π. 796/2023, Α.Π. 402/2023).

Από τις διατάξεις των άρθρων 57, 59, 480 - 482, 914, 926 και 932 ΑΚ συνάγεται ότι σε περίπτωση παράνομης από πρόθεση προσβολής της προσωπικότητας, αν η προσβολή επήλθε με περισσότερες πράξεις ενός ή περισσότερων προσώπων, οι οποίες όμως, ενόψει των περιστάσεων, εμφανίζουν ενότητα, δηλαδή πρόκειται για το αυτό βιοτικό συμβάν, οφείλεται ως χρηματική ικανοποίηση του παθόντος μια παροχή και επομένως ενιαίο ποσό, το οποίο αυτός μπορεί, κατ' επιλογήν του, να ζητήσει με αγωγή διαιρετώς ή εις ολόκληρον από τον καθένα από τους αντιδίκους του, αφού τότε είναι αντίστοιχα ενιαία και η βλάβη που αυτός υπέστη και την οποία αποσκοπεί να καλύψει η χρηματική ικανοποίησή του στο πλαίσιο ενός και του αυτού συμφέροντός του.

Στην περίπτωση αυτή, για τον προσδιορισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποίησης που θα επιδικασθεί, θα ληφθεί ασφαλώς υπόψη και ο εξακολουθητικός χαρακτήρας της γενομένης προσβολής, έτσι ώστε η χρηματική ικανοποίηση να ανταποκρίνεται στην ένταση και στην απαξία της προσβολής ( ΑΠ 865/2020, ΑΠ 1854/2017, ΑΠ 1232/2010, ΑΠ 1095/2009, ΑΠ 518/2008). Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι υπό τα περιστατικά, που αναιρετικά ανέλεγκτα δέχθηκε ότι προέκυψαν από τις αποδείξεις, υφίσταται ή όχι ενότητα των περισσότερων επί μέρους προσβολών είναι νομική και ελέγχεται αναιρετικά με λόγο από τον αριθμό 1 ή αναλόγως από τον αριθμό 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 865/2020, ΑΠ 2027/2014).

Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 932 του Α.Κ., "Σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το Δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη, κατά την κρίση του, χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του.

Σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου η χρηματική ικανοποίηση μπορεί να επιδικαστεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης". Σκοπός της διατάξεως είναι να επιτυγχάνεται μία, υπό ευρεία έννοια, αποκατάσταση του παθόντος για την ηθική του βλάβη, λόγω της αδικοπραξίας, ώστε αυτός να απολαύει μία δίκαιη και επαρκή ανακούφιση και παρηγοριά, χωρίς, από το άλλο μέρος, να εμπορευματοποιείται η προσβληθείσα ηθική αξία και να επεκτείνεται υπέρμετρα το ύψος της αποζημιώσεως για ηθική βλάβη, που δεν μπορεί να αποτιμηθεί επακριβώς σε χρήμα.

Το Δικαστήριο της ουσίας, αφού δεχθεί ότι, συνεπεία αδικοπραξίας, προκλήθηκε σε κάποιο πρόσωπο ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη, στη συνέχεια, καθορίζει το ύψος της οφειλόμενης γι' αυτήν χρηματικής ικανοποιήσεως, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, λαμβάνοντας, ιδίως, υπ' όψιν, ως κριτήρια, το είδος της προσβολής, την έκταση της βλάβης, τις συνθήκες τελέσεως της αδικοπραξίας, τη βαρύτητα του πταίσματος του υποχρέου, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων μερών (Ολ.

Α.Π. 10/2017, Ολ. Α.Π. 19/2011, Α.Π. 1939/2024, Α.Π. 1589/2024, Α.Π. 1472/2024, Α.Π. 1230/2024), πλην της περιουσιακής καταστάσεως της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας, της οποίας η ευθύνη είναι εγγυητική (Α.Π. 1939/2024, Α.Π. 1589/2024, Α.Π. 1472/2024, Α.Π. 1230/2024), χωρίς να απαιτείται η ειδικότερη αιτιολόγηση καθενός στοιχείου (Α.Π. 1589/2024, Α.Π. 1472/2024, Α.Π. 1230/2024).

Ο προσδιορισμός του ποσού της ευλόγου χρηματικής ικανοποιήσεως αφέθηκε στην ελεύθερη εκτίμηση του Δικαστηρίου, η σχετική κρίση του οποίου δεν υπόκειται, κατ' αρχήν, σε αναιρετικό έλεγχο, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων (άρθρ. 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να κριθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, είτε ευθέως, είτε εκ πλαγίου, για έλλειψη νομίμου βάσεως.

Κρίσιμος χρόνος για τον υπολογισμό του εύλογου αυτού χρηματικού ποσού είναι ο χρόνος της συζητήσεως της υποθέσεως ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, οπότε και λαμβάνεται υπ' όψιν η τότε κατάσταση της υγείας του παθόντος (Α.Π. 1589/2024, Α.Π. 1472/2024, Α.Π. 1230/2024).

Επιβάλλεται, όμως, σε κάθε περίπτωση, να τηρείται, κατά τον καθορισμό του ποσού που επιδικάζεται, η Αρχή της Αναλογικότητας, ως γενική νομική Αρχή και, μάλιστα, αυξημένης τυπικής ισχύος (άρθρ. 2 παρ. 1 και 25 του ισχύοντος Συντάγματος), υπό την έννοια ότι η σχετική κρίση του Δικαστηρίου δεν πρέπει να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, πράγμα το οποίο, αν συμβαίνει, ελέγχεται ως παραβίαση της πιο πάνω γενικής νομικής αρχής, ήτοι ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμός 1 και 19 του Κ.Πολ.Δ. (Ολ. Α.Π. 10/2017, Ολ. Α.Π. 9/2015, Α.Π. 1589/2024, Α.Π. 1472/2024, Α.Π. 1230/2024, Α.Π. 1097/2024). Και τούτο, διότι μία απόφαση, με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές ή υπερμέτρως μεγάλο ποσό, ως δήθεν εύλογο, κατά την ελεύθερη κρίση του Δικαστηρίου, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης ή της ψυχικής οδύνης, ευτελίζει, στην πρώτη περίπτωση (όσον αφορά τον δικαιούχο - παθόντα), τον σεβασμό της αξίας του ανθρώπου και στην δεύτερη (όσον αφορά τον υπόχρεο), το δικαίωμα της περιουσίας του, αφού το Δικαστήριο, επεμβαίνοντας στη διαφορά μεταξύ ιδιωτών, πρέπει να τηρεί μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων (Α.Π. 1589/2024, Α.Π. 1472/2024, Α.Π. 1230/2024, Α.Π. 1097/2024, Α.Π. 1091/2024).

Τέλος, με το Πρώτο Πρόσθετο Πρωτόκολλο της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την προστασία των δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε (μαζί με την Σύμβαση) με το Ν.Δ. 53/1974 και έχει, σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, αυξημένη έναντι των κοινών νόμων ισχύ, κατοχυρώνεται ο σεβασμός της περιουσίας του προσώπου, το οποίο μπορεί να την στερηθεί μόνο για λόγους δημόσιας ωφέλειας. Στην έννοια της περιουσίας περιλαμβάνονται, όχι μόνο τα εμπράγματα δικαιώματα, αλλά και όλα τα δικαιώματα "περιουσιακής φύσεως" και τα κεκτημένα "οικονομικά συμφέροντα". Καλύπτονται, έτσι, τα ενοχικά περιουσιακά δικαιώματα και, ειδικότερα, απαιτήσεις, είτε αναγνωρισμένες με δικαστική ή διαιτητική απόφαση, είτε απλώς γεννημένες κατά το Εθνικό Δίκαιο, εφόσον υπάρχει νόμιμη προσδοκία, με βάση το ισχύον, έως την προσφυγή στο Δικαστήριο, Δίκαιο, ότι μπορούν να ικανοποιηθούν δικαστικώς. Τέτοιες είναι, κατά το Ελληνικό Δίκαιο και οι απαιτήσεις από αδικοπραξία για καταβολή αποζημιώσεως ή χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης κατά τα άρθρα 297, 298, 299, 57, 59, 932 του Α.Κ. (Ολ. Α.Π. 40/1998, Α.Π. 1589/2024, Α.Π. 1472/2024, Α.Π. 1230/2024, Α.Π. 1097/2024).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ'άρθρο 561 παρ.2 Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση της προσβαλλόμενης υπ'αριθμ. 39/2018 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, προκύπτει ότι το Δικαστήριο αυτό δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του (άρθρο 561 παρ.1 του ΚΠολΔ), κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα : " ...Η αξίωση της ενάγουσας, (ήδη αναιρεσίβλητης) ως έχει, στηρίζεται στο άρθρο 932 του Α.Κ.

και προστίθεται στο λοιπό μέρος της αξίωσης χρηματικής ικανοποίησης που υποβάλλει, καθώς επικαλείται συνέπειες που θα έχει η αναπηρία της στην ψυχή της και στην καθημερινή της ζωή, δεν θα μπορεί να λουστεί και να χορέψει, όπως ενδεικτικώς αναφέρει. Συνταξιούχος ήδη κατά το χρόνο του ατυχήματος και του τραυματισμού της, γεννηθείσα το έτος 1945, δεν είχε περιουσιακό μέλλον, τουλάχιστον δεν αποδεικνύεται ότι ασκούσε κάποιο επάγγελμα ή ότι επρόκειτο στο μέλλον να εργασθεί έναντι αμοιβής.

Πέραν τούτου, δεν υπέστη καν αναπηρία. Ο πραγματογνώμονας Α. Μ. αναφέρει στη γνωμοδότηση που συνέταξε ότι η κατάσταση της υγείας της ενάγουσας έχει εξελιχθεί καλώς και ότι έχει μία μικρή μόνο δυσκαμψία στον ώμο χωρίς αγγειακή ή νευρολογική βλάβη. Για την κινητικότητα της αριστερής ποδοκνημικής αναφέρει ότι είναι ελαφρώς περιορισμένη στη ραχιαία έκταση κατά 10 μοίρες και στην πελματιαία κάμψη κατά πέντε μοίρες, η βάδιση ωστόσο γίνεται χωρίς τη χρήση βακτηρίας.

Τα ανωτέρω, συνεχίζει ο πραγματογνώμονας, εντάσσουν την ενάγουσα στην κατηγορία των αναπήρων και το ποσοστό της αναπηρίας ορίζεται στο 10% σύμφωνα με τους κανονισμούς αναπηρίας. Ακόμη και αν θεωρηθεί ότι η ενάγουσα είχε κατά το χρόνο του ατυχήματος και του τραυματισμού της περιουσιακό μέλλον, διότι μέλλον ως άνθρωπος βεβαίως έχει και μάλιστα έχει να προσφέρει σημαντικά με την παρουσία, τις συμβουλές και την ηθική συμπαράσταση στις κόρες της, στο σύζυγο και τους εγγονούς της, η ελάχιστη αναπηρία που διαπιστώνει ο πραγματογνώμονας δεν αποδεικνύεται ότι θα έχει καμία επίδραση στο μέλλον της, όπως απαιτεί το άρθρο 931 του Α.Κ.

Πέραν των συνεπειών που είχε το ατύχημα στην περιουσία της ενάγουσας, υπέστη αυτή και ηθική βλάβη ένεκα των σωματικών βλαβών στην περιοχή του δεξιού ώμου και του αριστερού άκρου ποδός. Λαμβανομένων εκ των ενόντων υπόψη των συνθηκών τέλεσης του αστικού αδικήματος, ήτοι της βαρύτητας των σωματικών βλαβών της ενάγουσας, του βαθμού της αμέλειας της εναγομένης οδηγού στην πρόκληση των σωματικών βλαβών, της ηλικίας της ενάγουσας, της οικονομικής και κοινωνικής κατάστασης αυτής και της εναγομένης οδηγού, κρίνεται η ενάγουσα δικαιούχος χρηματικής ικανοποίησης 30.000 ευρώ για τη βλάβη του αριστερού άκρου ποδός και 15.000 ευρώ για τη βλάβη στην άρθρωση του δεξιού ώμου. ..".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, καθορίζοντας για εκάστη των σωματικών βλαβών που υπέστη η πρώτη αναιρεσίβλητη, λόγω του επίδικου τραυματισμού της, διαφορετικά ποσά χρηματικής ικανοποίησης, παρότι οι εν λόγω σωματικές βλάβες προήλθαν από ενιαίο βιοτικό συμβάν, ήτοι το τροχαίο ατύχημα που συνέβη στις 2-10-2012 στην νήσο Κάλυμνο, και για το οποίο η παθούσα ήγειρε προς ικανοποίηση των αξιώσεών της μια αγωγή, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 57,59, 914,926,929 και 932 ΑΚ.

Και τούτο διότι, με βάση τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, οι σωματικές βλάβες τις οποίες υπέστη πρώτη αναιρεσίβλητη αφορούν μεν διαφορετικά σημεία του σώματος της, πλην όμως αποτελούν ενιαία προσβολή της υγείας της, καθόσον προήλθαν από το ίδιο βιοτικό συμβάν, από το οποίο προέκυψε η αδικοπρακτική συμπεριφορά των εναγομένων (ήτοι το τροχαίο ατύχημα που συνέβη στην νήσο Κάλυμνο στις 2-10-2012), και συνεπώς σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στην προηγηθείσα νομική σκέψη, οφείλεται ενιαία μια χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, για την επιδίκαση της οποίας η πρώτη αναιρεσίβλητη ήγειρε την επίδικη αγωγή ( ΑΠ 865/2020).

Επομένως, ο πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες, επικαλούνται την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι το Εφετείο, παραβίασε ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 57,59, 914, 926, 929, 932 ΑΚ, επιδικάζοντας στην πρώτη αναιρεσίβλητη κεχωρισμένα χρηματικά ποσά, για την χρηματική ικανοποίηση της ηθικής βλάβης, που υπέστη από τον επίδικο τραυματισμό της, κατά τον οποίο προξενήθηκαν σωματικές βλάβες σε διαφορετικά σημεία του σώματος της, είναι ουσιαστικά βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός.

Ωστόσο, το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, με το να επιδικάσει ξεχωριστά δυο διαφορετικά ποσά για την χρηματική ικανοποίηση της πρώτης αναιρεσίβλητης, λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη από τον επίδικο τραυματισμό της, και συγκεκριμένα επιδικάζοντας το ποσό των 30.000 ευρώ για τη βλάβη του αριστερού άκρου ποδός και το ποσό των 15.000 ευρώ για τη βλάβη στην άρθρωση του δεξιού ώμου, και συνολικά το ποσό των 45.000 (30.000 + 15.000) ευρώ, παρότι οι εν λόγω σωματικές βλάβες προήλθαν από το ίδιο βιοτικό συμβάν, παραβίασε ευθέως την αρχή της αναλογικότητας και υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, δεδομένου ότι το ποσό αυτό, κατά την κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και τη συνείδηση για το δίκαιο, δεν τελεί σε σχέση ανεκτής αναλογίας με την ηθική βλάβη που δέχθηκε ότι υπέστη η πρώτη αναιρεσίβλητη, υπό τις περιστάσεις που προαναφέρθηκαν, κυρίως δε ενόψει του ενιαίου χαρακτήρα της προσβολής, αλλά υπερτερεί καταφανώς εκείνου που συνήθως επιδικάζεται σε παρόμοιες περιπτώσεις χρηματικής ικανοποίησης.

Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, (αληθώς μόνο από το άρθρο 1) με τον οποίο οι αναιρεσείοντες, με την επίκληση των διατάξεων 25 παρ. 1 του Συντάγματος και 932 ΑΚ, αποδίδουν στην πληττόμενη απόφαση την αιτίαση, ότι κατά παράβαση της αρχής της αναλογικότητας και καθ' υπέρβαση των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας το Μονομελές Πρωτοδικείο, κατά την εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου, επεδίκασε ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση το προαναφερόμενο ποσό, είναι ουσιαστικά βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός.

Κατόπιν τούτων, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να γίνει δεκτή, κατά παραδοχή, ως βάσιμων, των προαναφερόμενων λόγων της, και να αναιρεθεί η πληττόμενη απόφαση. Ακολούθως, η υπόθεση πρέπει να παραπεμφθεί για νέα εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (άρθρ. 580 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.). Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή στους αναιρεσείοντες, του παραβόλου που κατέθεσαν για την άσκηση της αναιρέσεως (άρθρο 495 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει) και να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητοι, που νικήθηκαν, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειόντων, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά τους (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 39/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή.

Διατάσσει την επιστροφή στους αναιρεσείοντες του παραβόλου που κατέθεσαν.

Και

Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Σεπτεμβρίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Νοεμβρίου 2025.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ