Legislator Case Law & Legislation
1901/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds due to defendant's absence and inadmissible evidence arguments.

Case Number 1901/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the First Instance Court's decision. The defendant failed to appear at the hearing, and the court ruled that the appellant's arguments regarding the weight of evidence were inadmissible as they challenged the court's free evaluation of facts. Consequently, the appeal was rejected because the procedural requirements for a valid hearing were met despite the absence, and the substantive legal grounds raised by the appellant were unfounded.

Legislator headnote

AI generated

Articles 108, 110, 498, 568, 576 of the Code of Civil Procedure; Article 559 of the Code of Civil Procedure: If the opposing party is absent at the appeal hearing, the Supreme Court examines whether the summons was legal and timely; if so, the hearing proceeds in their absence, and appeals based on the free evaluation of evidence or the weight of specific proof means are inadmissible.

Keywords

AI generated
appeal procedure absence of defendant free evaluation of evidence inadmissible appeal procedural compliance

Cited Legislation

AI generated
Articles 108, 110, 498, 568, 576 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 340 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1901 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Γ.Β

Αριθμός 1901/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Σπυρίδωνα Κουτσοχρήστο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 6 Δεκεμβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Η. Σ. του Μ., κατοίκου ... Θεσσαλονίκης, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Πασχάλη Λαμπρόπουλο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Δ. Κ. του Α., κατοίκου ... Θεσσαλονίκης, ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10/7/2013 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 8264/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 407/2019 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 21/3/2019 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ.2, 498 παρ.1, 568 παρ.1, 2, 4 και 576 παρ. 2 ΚΠολΔ συνάγεται ότι, εάν κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως απολείπεται ο αντίδικος του επιμεληθέντος τη συζήτηση διαδίκου, εξετάζει ο Άρειος Πάγος εάν ο εν λόγω διάδικος έχει κλητευθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα, οπότε, εάν προκύπτει νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση, προβαίνει στη συζήτηση εν απουσία αυτού.

Στην προκείμενη υπόθεση, από την υπ' αριθμ. 10237/9-5-2019 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Θεσσαλονίκης, με έδρα του Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, Δ. - Α. Π., που προσκομίζει και επικαλείται ο αναιρεσείων, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινομένης από 21-3-2019 αιτήσεως αναιρέσεως, μετά της σχετικής πράξεως ορισμού δικασίμου για την εκδίκασή της αλλά και κλήσεως του αναιρεσιβλήτου να παρασταθεί κατά την ορισθείσα αρχικώς δικάσιμο και συγκεκριμένα, στις 6-4-2020, επιδόθηκε επιμελεία του αναιρεσείοντος νομίμως και εμπροθέσμως στον αναιρεσίβλητο (άρθρα 122 § 1, 123 παρ. 1, 124, 126 § 1α' και 498 § 2 ΚΠολΔ).

Κατά την προαναφερθείσα όμως δικάσιμο, ανεστάλη η συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως λόγω των εκτάκτων μέτρων που είχαν ληφθεί στο σύνολο της Επικράτειας για την προστασία της δημόσιας υγείας από τον κίνδυνο περαιτέρω διασποράς του κορωνοϊού (COVID-19). Δυνάμει δε του άρθρου 74 παρ.2 Ν. 4620/2020 προσδιορίστηκε αυτεπαγγέλτως με πράξη της Προέδρου του Τμήματος τούτου για τη δικάσιμο της 01.03.2021, οπότε και πάλι δεν συζητήθηκε λόγω αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων δυνάμει του άρθρου 83 παρ. 2 και 3 Ν. 4790/2021 και προσδιορίστηκε, πάλι, αυτεπαγγέλτως, με όμοια πράξη της Προέδρου του Τμήματος αυτού, να συζητηθεί κατά την προκείμενη δικάσιμο.

Συνεπώς, εφ' όσον δεν παρέστη ο αναιρεσίβλητος κατά την τελευταία αυτή δικάσιμο, πρέπει να χωρήσει η συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως εν απουσία αυτού.

Με την κρινόμενη από 21-3-2019 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία αντιμωλία των διαδίκων υπ' αριθμ. 407/2019 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποίαν έγινε τυπικώς δεκτή και κατ' ουσίαν η από 1-9-2016 έφεση του ήδη αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθμ. 8264/2015 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία δικάζοντας ερήμην του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου, δέχθηκε την από 10-7-2013 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου.

Η ως άνω αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επομένως είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Από την επιτρεπτή κατ' άρθρον 561 § 2 ΚΠολΔ επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δικογραφίας προκύπτει ότι η διαδικαστική πορεία της κρινομένης υποθέσεως ήταν η εξής: Με την από 10-7-2013 αγωγή του ιστορούσε ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος ότι από την αναλυτικώς περιγραφομένη σ' αυτήν απατηλή συμπεριφορά του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος, ο οποίος προέβη δολίως και εν γνώσει του ψεύδους του, στις εκτιθέμενες στην αγωγή παραστάσεις ψευδών γεγονότων ως αληθινών αλλά και στην αθέμιτη απόκρυψη και παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, πείσθηκε (ο ίδιος) να καταβάλει σ' αυτόν το χρηματικό ποσό των 30.000 ευρώ προκειμένου να συμμετάσχει σε εταιρία που επρόκειτο να συσταθεί μεταξύ τους και επί πλέον, σε τρίτα πρόσωπα για λογαριασμό του εναγομένου το ποσό των 3.000 ευρώ, ενώ δεν διεκδίκησε να του καταβληθεί η συμφωνηθείσα μεταξύ τους αμοιβή ποσού 10.000 ευρώ για εργασίες που ανέλαβε να παράσχει λόγω της μεταξύ τους συναφθείσης συμβάσεως έργου, και ότι από την επιδειχθείσα παράνομη και άδικη συμπεριφορά του εναγομένου υπέστη ηθική βλάβη και ζήτησε να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να του καταβάλει νομιμοτόκως από της επιδόσεως της αγωγής του, το συνολικό χρηματικό ποσό των 43.000 ευρώ για την ζημία που υπέστη αλλά και το ποσό των 6.900 ευρώ ως χρηματική ικανοποίησή του λόγω της ηθικής βλάβης που.

Μετά την συζήτηση της ως άνω ασκηθείσης αγωγής που έλαβε χώρα ερήμην του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 8264/2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποίαν έγινε δεκτή η ως άνω ασκηθείσα αγωγή. Κατά της άνω πρωτοβάθμιας απόφασης ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων άσκησε την από 1-9-2015 έφεση και στην συνέχεια εκδόθηκε η προαναφερθείσα υπ' αριθμ. 407/2019 προσβαλλομένη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποίαν, αφού έγινε τυπικώς δεκτή η έφεση και εξαφανίσθηκε η ως άνω υπ' αριθμ. 8264/2015 πρωτοβάθμια απόφαση, το παραπάνω δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε εν μέρει την ως άνω ασκηθείσα αγωγή ως βάσιμη και από ουσιαστικής απόψεως και υποχρεώθηκε ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων Η.

Σ. να καταβάλει στον ενάγοντα και ήδη αναιρεσίβλητο Δ. Κ. το συνολικό χρηματικό ποσόν των τριάντα μιάς χιλιάδων (31.000) ευρώ νομιμοτόκως από της επίδοσης της αγωγής του. Από την διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, που ορίζει ότι όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 297, 298 και 330 του ίδιου κώδικα, προκύπτει ότι προϋποθέσεις της υποχρέωσης προς αποζημίωση, είναι:

α) ζημιογόνος συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη), β) παράνομος χαρακτήρας της πράξης ή παράλειψης, γ) υπαιτιότητα, δ) ζημία και ε) πρόσφορος αιτιώδης σύνδεσμος, μεταξύ ζημιογόνου συμπεριφοράς (νόμιμου λόγου ευθύνης) και αποτελέσματος (ζημίας). Το παράνομο της συμπεριφοράς συνδέεται με αντίθεση προς διάταξη που απαγορεύει την συγκεκριμένη πράξη και είναι αδιάφορο σε ποιο τμήμα του δικαίου βρίσκεται η διάταξη που απαγορεύει την (ένδικη) παράνομη συμπεριφορά.

Από την αυτήν ως διάταξη (του άρθρου 914 ΑΚ), σε συνδυασμό προς εκείνες των άρθρων 147-149 ΑΚ και 386 ΠΚ προκύπτει ότι γενεσιουργό λόγο υποχρέωσης σε αποζημίωση αποτελεί και η απατηλή συμπεριφορά σε βάρος του ζημιωθέντος, η οποία υπάρχει όταν κάποιος από δόλο, προκαλεί, ενισχύει ή διατηρεί με κάθε μέσο ή τέχνασμα σε άλλον, την εσφαλμένη (σφαλερή) αντίληψη πραγματικών γεγονότων, ένεκα της οποίας αυτός προβαίνει σε δήλωση βούλησης ή επιχείρηση πράξης από την οποία υφίσταται ζημία, εφόσον το χρησιμοποιηθέν απατηλό μέσο υπήρξε αποφασιστικό για την γενομένη δήλωση βούλησης ή την επιχειρηθείσα πράξη, ενώ δεν αποκλείεται η τυχόν χρησιμοποιηθείσα για την απάτη ψευδής παράσταση να αναφέρεται σε μελλοντικό γεγονός ή να συνδέεται με απόκρυψη κρίσιμων γεγονότων, την ύπαρξη των οποίων αγνοούσε ο ζημιωθείς και γνώριζε αυτός που τον εξαπάτησε (ΑΠ 895/2011).

Κατά την έννοια της ως άνω διάταξης του άρθρου 386 ΠΚ, ερμηνευομένης ενόψει και του άρθρου 27 του Ποινικού Κώδικα, δόλος συντρέχει όχι μόνον όταν ο δράστης επιδιώκει την πρόκληση της ζημίας αυτής, αλλά και όταν την γνωρίζει ως ενδεχόμενη και αποδέχεται την δυνατότητα πρόκλησης της ίδιας ζημίας είτε ως αναγκαία είτε ως ενδεχόμενη συνέπεια της παράνομης συμπεριφοράς του.

Κατά την έννοια του άρθρου 147 ΑΚ, απάτη αποτελεί κάθε συμπεριφορά από πρόθεση που τείνει να παράγει, ενισχύσει ή διατηρήσει πεπλανημένη αντίληψη ή εντύπωση με σκοπό να οδηγηθεί κάποιος σε δήλωση βούλησης, συνίσταται δε, η απατηλή συμπεριφορά είτε σε παράσταση ανύπαρκτων γεγονότων ως υπαρκτών, κατά παράβαση του καθήκοντος αλήθειας, είτε στην απόκρυψη ή αποσιώπηση η ατελή ανακοίνωση υπαρκτών γεγονότων, των οποίων η αποκάλυψη σ' αυτόν που τα αγνοούσε, επιβαλλόταν από το καθήκον διαφώτισής του με βάση την καλή πίστη ή την υπάρχουσα ιδιαίτερη σχέση μεταξύ αυτού και εκείνου προς τον οποίο απηύθυνε την δήλωσή του (ΑΠ 282/2010).

Σε κάθε περίπτωση δεν ενδιαφέρει το είδος της πλάνης που δημιουργήθηκε από την απάτη, δηλαδή αν αυτή είναι ή δεν είναι συγγνωστή, ουσιώδης ή επουσιώδης, καθώς και αν αναφέρεται αποκλειστικά στα παραγωγικά αίτια της βούλησης, αρκεί η πλάνη να υφίσταται κατά το χρόνο που δηλώνεται η βούληση (ΑΠ 1187/2021, ΑΠ 1269/2017, ΑΠ 373/2008).

Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε, παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 7/2006).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν εμφανή την παράβαση.

Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 7/2006).

Εξάλλου κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως, η οποία στοιχειοθετεί τον προβλεπόμενο από την ως άνω διάταξη λόγο αναιρέσεως, συντρέχει όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στην συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος, αλλά δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 6/2006).

Από την διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της εννόμου συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της αποφάσεως για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περιπτώσεως στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περιπτώσεως.

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Το κατά νόμον αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνον το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 802, 803, 861/2020).

Με τον πρώτο λόγο και τον τρίτο λόγο της υπό κρίση αίτησης αναιρέσεως, ο αναιρεσείων μέμφεται το Εφετείο για τις από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αντίστοιχα, πλημμέλειες, συνιστάμενες στην ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 914 ΑΚ και 386 ΠΚ, στις οποίες, όπως ισχυρίζεται υπέπεσε αυτό (Εφετείο) με το να δεχθεί ότι ως κατ' ουσίαν βάσιμη την ως άνω εις βάρος του αξίωση του ήδη αναιρεσιβλήτου, ενώ ισχυρίζεται ακόμη ότι προκειμένου να καταλήξει στο πιο πάνω δικανικό του πόρισμα το δικαστήριο περιέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες.

Στην προκειμένη περίπτωση από την κατ' άρθρον 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση του ενδιαφέροντος τον αναιρετικό έλεγχο μέρους της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε επί λέξει τα εξής: "...Ο ... ως κύριος, νομέας και κάτοχος ενός οικοπέδου στην παραλία ..., εκτάσεως 1200 τ.μ. εντός του οποίου υπάρχει παλαιά αποθήκη του συνεταιρισμού, εμβαδού 300 τ.μ., προκήρυξε δημόσια φανερή πλειοδοτική δημοπρασία την 5-6-2011 για την εκμίσθωση του εν λόγω ακινήτου, στην οποία πλειοδότησε ο εναγόμενος Η.

Σ.. Κατά τους όρους του από 7-6-2011 ιδιωτικού συμφωνητικού μισθώσεως, που συνήφθη μεταξύ των ανωτέρω, η διάρκεια της μισθώσεως ορίσθηκε δωδεκαετής, το μίσθιο θα χρησιμοποιούνταν από τον μισθωτή ως καφέ μπαρ ή κέντρο διασκέδασης ή για κάθε άλλη συναφή χρήση της επιλογής του, ενώ, επετράπη η παραχώρηση της χρήσεως του μισθίου σε εταιρία κάθε μορφής, έστω και ανώνυμης, που θα συσταθεί με συμμετοχή και του μισθωτή του παρόντος.

Στο μισθωθέν ως άνω ακίνητο ο εναγόμενος λειτουργούσε από το έτος 2009 επιχείρηση και συγκεκριμένα παράκτιο μπαρ (beach bar) με την επωνυμία ... Τον Φεβρουάριο του έτους 2013 με την μεσολάβηση του Δ. Π., ο εναγόμενος ανέθεσε στον ενάγοντα την εκτέλεση διαφόρων εργασιών που άπτονται της ειδικότητας του τεχνικού-ψυκτικού.

Κατά την διάρκεια εκτελέσεως του ως άνω έργου ο εναγόμενος πρότεινε στον ενάγοντα να συμμετάσχει ως εταίρος σε εταιρία που επρόκειτο να συστήσει μαζί με τους Δ. Π. και Δ. Π., αντικείμενο της εμπορικής δραστηριότητας της οποίας θα ήταν η λειτουργία και εκμετάλλευση κατά τα επόμενα έτη του χώρου του ως άνω παράκτιου μπαρ που λειτουργούσε ο εναγόμενος στην παραλία Νέων ....

Για να καταπείσει τον ενάγοντα να συμμετάσχει με ποσοστό 10% στην υπό σύσταση εταιρία ο εναγόμενος παρέστησε ψευδώς προς αυτόν ότι είναι ένας ιδιαίτερα εύπορος επιχειρηματίας, που είχε στην κυριότητά του, μεταξύ άλλων, την κατασκευαστική εταιρία ..., εργοστάσιο κατασκευής πλαστικών και χάρτινων σακουλών, και την κυριότητα πολλών μεγάλης αξίας ακινήτων (μεζονετών) στην παραλία ...

και στο .... Ο εναγόμενος, αφού διαβεβαίωσε τον ενάγοντα ότι η συνολική εμπορική αξία της επιχειρήσεως ανερχόταν στο ποσό των 300.000 ευρώ, ότι έχει μισθώσει από τον αγροτικό συνεταιρισμό ... έως το έτος 2023 τα δικαιώματα χρήσεως και εκμεταλλεύσεως αυτού και των κτισμάτων και των παραρτημάτων του, ότι έχει καταβάλει στο ως άνω συνεταιρισμό τα μισθώματα του έτους 2013, ότι τα κινητά που βρίσκονταν στον χώρο του μπαρ (μηχανήματα, έπιπλα, καρέκλες, τραπέζια, κλιματιστικά κλπ) ανήκουν στην κυριότητά του και αποτελούν την εισφορά του στην υπό σύσταση εταιρία και ότι είναι δυνατή η σύσταση της εταιρίας με μεταβίβαση της μισθωτικής τους σχέσεως, του ζήτησε να του καταβάλει το ποσό των 30.000 ευρώ.

Ο ενάγων, πειθόμενος από τις ως άνω παραστάσεις του εναγομένου, του κατέβαλε εντός του Φεβρουαρίου του έτους 2013 το ποσό των 7.000 ευρώ σε μετρητά, καθώς και την υπ' αριθμ. ... επιταγή της ΕΤΕ, ποσού 20.700 ευρώ, την οποία εισέπραξε ο εναγόμενος την 1-3-2013 δια της Π. Γ. (προς την οποία είχε μεταβιβάσει τα εταιρικά του μερίδια στην εταιρία ...

δυνάμει του υπ' αριθμ. ... συμβολαίου ενώπιον της συμβολαιογράφου θεσσαλονίκης Αναστασίας Φυλακτού-Σμυρλή). Την ανωτέρω επιταγή - οπισθογραφημένη από την εξαδέλφη του Κ. Φ., εις διαταγήν της οποίας είχε εκδοθεί - ο ενάγων την παρέδωσε στον Δ. Π. και ο τελευταίος την παρέδωσε στον εναγόμενο, ο οποίος την εγχείρισε στην ... (χωρίς να την οπισθογραφήσει) προκειμένου να την εισπράξει αυτή για λογαριασμό του επειδή ο ίδιος είχε ληξιπρόθεσμη οφειλή προς την τράπεζα και η τράπεζα θα του παρακρατούσε μέρος του ποσού της επιταγής.

Την ίδια ημέρα(1-3-2013) ο ενάγων κατέβαλε στον εναγόμενο (δια του Δ. Π.) το υπολειπόμενο ποσό της συμμετοχής του στην υπό σύσταση εταιρία (2.300 ευρώ). Η παραπάνω υπόσχεση (περί εισόδου του ενάγοντος ως συνεταίρου στην συσταθησομένη εταιρία που θα εκμεταλλευόταν το παράκτιο μπάρ) αναγόταν μεν στο μέλλον, πλην όμως συνοδεύτηκε από ψευδείς διαβεβαιώσεις και παραστάσεις άλλων ψευδών γεγονότων, αναφερομένων στο παρελθόν ή το παρόν κατά τέτοιον τρόπο ώστε να δημιουργούν την εντύπωση της μελλοντικής εκπληρώσεως με βάση την εμφανιζομένη ήδη στο παρόν ψευδή κατάσταση πραγμάτων από τον εναγόμενο που είχε ειλημμένη την πρόθεση να μην εκπληρώσει την ως άνω υποχρέωσή του.

Ειδικότερα κάποιες από τις παραπάνω παραστάσεις του εναγομένου προς τον ενάγοντα κατά τις πολλές συναντήσεις τους από τον Φεβρουάριο του 2013 έως και το τέλος Απριλίου του ιδίου έτους, ήσαν ψευδείς διότι ο εναγόμενος στερούνταν παντελώς ελευθέρων και συνεπώς αποτιμητέων σε χρηματικά αξία περιουσιακών στοιχείων, αφού τα περιουσιακά του στοιχεία είτε τα είχε μεταβιβάσει σε τρίτους, είτε ήσαν ενυπόθηκα με μεγάλα ποσά (βλ.

κατάθεση Δ. Π. στα υπ' αριθμ. 13155/2015 πρακτικά και απόφαση Τριμελούς Πλημ/κείου Θεσσαλονίκης "όλα τα ακίνητα ήταν δεσμευμένα από τις τράπεζες"), δεν διέθετε ουδεμία ρευστότητα, δεν συμμετείχε σε κερδοφόρες και ενεργά επιχειρηματικές εταιρίες, ούτε είχε την πρόθεση να συστήσει την ως άνω εταιρία για την οποία ζήτησε από τον ενάγοντα το ποσό των 30.000 ευρώ.

Περαιτέρω ο εναγόμενος όχι μόνο δεν είχε καταβάλει τα μισθώματα του έτους 2013 για το ως άνω μίσθιο, αλλά όφειλε και τα μισθώματα του έτους 2012, ποσού 30.000 ευρώ. Με τις ως άνω ψευδείς παραστάσεις ο εναγόμενος, ο οποίος την περίοδο εκείνη βρισκόταν σε δεινή οικονομική κατάσταση (πρβλ. κατάθεση Δ. Π. ενώπιον Τριμελούς Πλημ/κείου Θεσσαλονίκης ο.π. "ο κατηγορούμενος αναγνώρισε ότι πήρε τα 30.000 ευρώ, έλεγε "με αυτά τα λεφτά έχω ξεχρεώσει, ανοίγουμε"), με σκοπό να αποκομίσει παράνομο περιουσιακό όφελος εις βάρος της περιουσίας του ενάγοντος, κατέπεισε τον τελευταίο να του καταβάλει το παραπάνω ποσό των 30.000 ευρώ, κατά το οποίο και ζημιώθηκε αυτός (ενάγων) ως συμβαλλόμενος, αφού υποχρεώθηκε να εκπληρώσει μια αντιπαροχή, την οποία δεν θα συνομολογούσε αν δεν είχε προηγηθεί η ως άνω αδικοπρακτική συμπεριφορά του εναγομένου.

Ενόψει δε του ότι ο εναγόμενος ζημίωσε παρανόμως και υπαιτίως τον ενάγοντα υποχρεούται να του καταβάλει το παραπάνω ποσό ως αποζημίωση. Εξάλλου, ενόψει των συνθηκών τελέσεως της ως άνω αδικοπραξίας του εναγομένου (απάτης κατ' εξακολούθηση, κατά την έννοια του άρθρου 386 ΠΚ, ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, πράξεως για την οποία καταδικάσθηκε ήδη τελεσιδίκως σε ποινή φυλακίσεως δυο ετών με την υπ' αριθμ. 1721/2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημ/των Θεσσαλονίκης), του βαθμού πταίσματος του εναγομένου, του μη συντρέξαντος πταίσματος του ενάγοντος και της κοινωνικής και οικονομικής καταστάσεως των μερών, ο ενάγων υπέστη ηθική βλάβη και πρέπει να επιδικαστεί για την χρηματική του ικανοποίηση το ποσό των 1.000 ευρώ, το οποίο, μετά την στάθμιση των κατά νόμον στοιχείων, κρίνεται εύλογο...".

Έτσι που έκρινε το Εφετείο και ειδικότερα, με το να δεχθεί ότι: α) Από την παραπάνω περιγραφομένη υπαίτια αδικοπρακτική συμπεριφορά του ήδη αναιρεσείοντος Η. Σ., συνισταμένη στην εν γνώσει του παράσταση προς αυτόν (αναιρεσίβλητο) ψευδών περιστατικών ως αληθινών αλλά και στην απόκρυψη αληθινών γεγονότων, έπεισε τον τελευταίον να του καταβάλει το προαναφερθέν συνολικό χρηματικό ποσόν, με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος (ο αναιρεσείων) παράνομο περιουσιακό όφελος, βλάπτοντας όμως αντίστοιχα τον ήδη αναιρεσίβλητο, καθόσον παρέστησε ψευδώς στον τελευταίον ότι είχε μεγάλη οικονομική επιφάνεια, παρότι γνώριζε ότι αυτός εστερείτο παντελώς ελευθέρων και ως εκ τούτου αποτιμητέων σε χρηματική αξία, περιουσιακών στοιχείων, αφού τα περιουσιακά του στοιχεία, είτε τα είχε μεταβιβάσει σε τρίτους, είτε ήσαν ενυπόθηκα και μάλιστα με μεγάλα ποσά, δεν διέθετε οικονομική ρευστότητα και δεν συμμετείχε σε κερδοφόρες και ενεργές επιχειρηματικές εταιρίες, επί πλέον δε, παρά τις σαφείς διαβεβαιώσεις του στον αναιρεσίβλητο, δεν είχε πρόθεση (ο αναιρεσείων) να συστήσει την εταιρία, στην οποία θα συμμετείχε ως μέλος και ο αναιρεσείων και για την οποίαν (συμμετοχή στην εταιρία) ο τελευταίος του κατέβαλε το προαναφερθέν χρηματικό ποσό των 30.000 ευρώ και β) ο αναιρεσείων όχι μόνο δεν είχε καταβάλει τα μισθώματα του έτους 2013 για το προαναφερθέν παράκτιο κατάστημα (beach bar), όπως ψευδώς διαβεβαίωνε τον αναιρεσίβλητο προκειμένου να τον προσελκύσει να συστήσει μαζί του την προαναφερθείσα εταιρία για την εκμετάλλευση του καταστήματος αυτού, αλλά όφειλε και τα μισθώματα του έτους 2012, ποσού 30.000 ευρώ.

Ορθά ερμήνευσε, εφάρμοσε και ορθά υπήγαγε τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά, τα οποία ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στους κανόνες ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 914 ΑΚ και 386 ΠΚ, τους οποίους, επομένως, δεν παραβίασε ευθέως, αλλά ούτε και εκ πλαγίου, καθόσον διέλαβε στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, πλήρεις, σαφείς, χωρίς λογικά κενά και άλματα και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που δικαιολογούν το ανωτέρω πόρισμά του και για την πληρότητά τους δεν απαιτείτο η παράθεση και άλλων, πλην των ανωτέρω, αιτιολογιών.

Συνακόλουθα, οι περί του αντιθέτου πρώτος και τρίτος των αναιρετικών λόγων από τους αριθμούς 1 και 19, αντίστοιχα, του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κρίνονται αβάσιμοι. Οι ίδιοι αναιρετικοί λόγοι κατά τις λοιπές αιτιάσεις τους, κρίνονται απαράδεκτοι, καθόσον, με την επίφαση της επίκλησής τους, πλήττεται η ανέλεγκτη αναιρετικώς εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας.

Περαιτέρω κατά το άρθρο 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με την δύναμη των αποδεικτικών μέσων. Ο λόγος αυτός ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα δύναμη απόδειξης μικρότερη ή μεγαλύτερη από εκείνη που δεσμευτικά γι' αυτό (δικαστήριο) καθορίζει ο νόμος και δεν στοιχειοθετείται όταν το δικαστήριο, εκτιμώντας ελεύθερα τις αποδείξεις, όπως προβλέπεται από το νόμο (άρθρο 340 ΚΠολΔ), αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα, που κατά νόμο έχουν την ίδια αποδεικτική δύναμη με άλλα, μεγαλύτερη βαρύτητα ή αξιοπιστία. Ειδικότερα, τα αποδεικτικά μέσα, κατά κανόνα και ενόψει του ως άνω συστήματος της ελεύθερης εκτίμησης των αποδείξεων, είναι ισοδύναμα και εξαιρετικά μόνο προσδίδεται σε ορισμένα αυξημένη αποδεικτική δύναμη, όπως στη δικαστική ομολογία (άρθρο 352 ΚΠολΔ) και στα δημόσια έγγραφα (άρθρο 438 ΚΠολΔ). Επιπλέον, ο σχετικός αυτός λόγος αναίρεσης προϋποθέτει ότι είναι παραδεκτό το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο (ΑΠ 954/2021), ενώ ο ως άνω λόγος δεν ιδρύεται, εάν το δικαστήριο έκρινε περισσότερο ή λιγότερο αξιόπιστο, ένα αποδεικτικό μέσο, από άλλα ισοδύναμα αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 1092/2021, ΑΠ 233/2011).

Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων προβάλλει με τον δεύτερο αναιρετικό λόγο, την από το άρθρο 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ πλημμέλεια με την αιτίαση ότι το Εφετείο προσέδωσε αυξημένη αποδεικτική δύναμη στην προαναφερθείσα ένορκη κατάθεση του Δ. Π. που περιλαμβάνεται στην υπ' αριθμ. 13155/2015 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Ο λόγος όμως αυτός είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, αφού η εν λόγω κατάθεση λήφθηκε υπόψη από το Εφετείο και συνεκτιμήθηκε ελεύθερα, ως δικαστικό τεκμήριο, μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να της αποδοθεί μεγαλύτερη αποδεικτική δύναμη από την εκ του νόμου προβλεπόμενη.

Επομένως, αφού δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος, προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση για αναίρεση της ως άνω προσβαλλομένης υπ' αριθμ. 407/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ), ενώ στην παρούσα απόφαση δεν πρέπει να περιληφθεί διάταξη περί επιβολής δικαστικών εξόδων εις βάρος του αναιρεσείοντος λόγω της ήττας του στην δίκη αυτή, αφού δεν υποβλήθηκε σχετικό προς τούτο αίτημα του αναιρεσιβλήτου, που δεν παραστάθηκε στην δίκη αυτή, ούτε κατέθεσε προτάσεις.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 21-3-2019 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 407/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

ΔΙΑΤΑΖΕΙ να εισαχθεί το κατατεθέν εκ μέρους του αναιρεσείοντος παράβολο, στο Δημόσιο Ταμείο.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Σεπτεμβρίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 15 Νοεμβρίου 2022.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ