1901/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 31 Μαρτίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1901/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επειδή, με την ένδικη αγωγή του, ο ήδη αναιρεσίβλητος, ισχυρίσθηκε ότι ο εναγόμενος ήδη αναιρεσείων τον παρεπλάνησε με ψευδείς δηλώσεις του ότι ήταν φερέγγυος και τον έπεισε να του δανείσει το συνολικό χρηματικό ποσό των 94.452,38 ευρώ, το οποίο και ιδιοποιήθηκε παρανόμως, προκαλώντας αντίστοιχη ζημία στην περιουσία του.
Full text
Απόφαση 1901 / 2014 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1901/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Γεράσιμο Φουρλάνο, Εμμανουήλ Κλαδογένη και Γεώργιο Κοντό, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 31 Μαρτίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Τoυ αναιρεσείοντος: Χ. Β. του Σ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Διαλυνά, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ..
Του αναιρεσιβλήτου: Σ. Π. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-1-2002 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 23039/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 413/2012 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 10-9-2013 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Κοντός, ανέγνωσε την από 20-3-2014 έκθεσή τoυ, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου και την απόρριψη των λοιπών λόγων της κρινόμενης αίτησης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, από την προσκομιζομένη από τον αναιρεσείοντα υπ' αριθμ. 1310Α'/17-1-2014 έκθεση του δικαστικού επιμελητού Θεσσαλονίκης Χ. Σ., προκύπτει ότι αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως με την επ' αυτής πράξη προσδιορισμού της αναφερομένης στην αρχή της παρούσης δικασίμου (31-3-2014) και κλήση προς συζήτηση κατά την δικάσιμο αυτή έχει επιδοθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως, με την επιμέλεια του αναιρεσείοντος που επισπεύδει την συζήτηση, στον αναιρεσίβλητο (άρθρο 568 παρ. 2, 3 και 4 Κ.Πολ.Δ.). Επομένως, εφόσον αυτός δεν εμφανίσθηκε και δεν εκπροσωπήθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου κατά την εκ του πινακίου εκφώνηση της υποθέσεως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση χωρίς την παρουσία του (άρθρο 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.
Επειδή, με την ένδικη αγωγή του, ο ήδη αναιρεσίβλητος, ισχυρίσθηκε ότι ο εναγόμενος ήδη αναιρεσείων τον παρεπλάνησε με ψευδείς δηλώσεις του ότι ήταν φερέγγυος και τον έπεισε να του δανείσει το συνολικό χρηματικό ποσό των 94.452,38 ευρώ, το οποίο και ιδιοποιήθηκε παρανόμως, προκαλώντας αντίστοιχη ζημία στην περιουσία του.
Εζήτησε δε κατόπιν αυτού με την αγωγή να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να του καταβάλει με το νόμιμο τόκο το ανωτέρω χρηματικό ποσό προς αποκατάσταση της περιουσιακής του ζημίας από την εις βάρος του αδικοπραξία και επί πλέον το ποσό των 29.966 ευρώ ως χρηματική του ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη από την εν λόγω αδικοπραξία.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την εκδοθείσα απόφασή του, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή, υποχρεώνοντας τον εναγόμενο να καταβάλει στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των 114.452,38 ευρώ, (94.452,38 ως αποζημίωση και 20.000 ως χρηματική ικανοποίηση) νομιμοτόκως από της επιδόσεως της αγωγής έως εξοφλήσεως. Κατά της αποφάσεως αυτής ο εναγόμενος άσκησε έφεση, η οποία απερρίφθη με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση.
Ειδικότερα, με την απόφαση αυτή έγιναν δεκτά από το Εφετείο, κατά το ενδιαφέρον την προκειμένη αναιρετική διαδικασία μέρος των, τα εξής: "Ο ενάγων ήταν επιθεωρητής πωλήσεων στη Βόρεια Ελλάδα της ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "ΑΣΠΙΣ ΠΡΟΝΟΙΑ ΑΕΓΕ". Περί τα μέσα Νοεμβρίου του έτους 2001, επισκέφθηκε το...γραφείο του ο εναγόμενος, ...
συνοδευόμενος από τον κοινό γνωστό τους...εμφανιζόμενος ως επιχειρηματίας και εκπρόσωπος μεγάλων αλλοδαπών οικονομικών παραγόντων..., προκειμένου να διαπραγματευθεί με τον ενάγοντα, δήθεν για λογαριασμό ξένων επενδυτών, την πώληση των μετοχών της ανώνυμης εταιρίας με... τον διακριτικό τίτλο "ΧΩΡΟΤΑΚΤΗΣ ΑΕ" που είχε συστήσει ο τελευταίος με τη σύζυγο του...
Κατά τη συνάντηση αυτή, ο εναγόμενος προσπάθησε να κερδίσει την εμπιστοσύνη του ενάγοντος, παριστάνοντάς του ότι είναι επιτυχημένος επιχειρηματίας, ότι είναι ο πραγματικός ιδιοκτήτης του γνωστού τηλεοπτικού σταθμού "ΤΕLECITΥ" και εκπρόσωπος μεγάλων επενδυτικών οίκων του εξωτερικού, που επιθυμούσαν να επενδύσουν τα χρήματα τους σε ακίνητα και εταιρίες στην Αθήνα και τη Θεσ/νίκη.
Τα ανωτέρω όμως γεγονότα ... δεν ήταν αληθινά, αφού ούτε μεγαλοεπιχειρηματίας ήταν, ούτε εκπρόσωπος αλλοδαπών επενδυτών, αλλά ούτε και ιδιοκτήτης ή συνιδιοκτήτης του ως άνω τηλεοπτικού σταθμού, μοναδικός δε σκοπός του ήταν να κερδίσει την εμπιστοσύνη του ενάγοντα και να του δημιουργήσει την εντύπωση ότι είναι άτομο φερέγγυο με μεγάλη οικονομική επιφάνεια και κύρος.
Στη συνέχεια ο ενάγων, πίστεψε τις ψευδείς παραστάσεις του εναγομένου ..., μετά δε από αρκετές συναντήσεις που ακολούθησαν, αποφάσισε να του πωλήσει τις μετοχές του ιδίου και της συζύγου του της ως άνω εταιρίας "ΧΩΡΟΤΑΚΤΗΣ Α.Ε." έναντι τιμήματος 19.000.000 δολαρίων Η.Π.Α., για την κατάρτιση δε της σύμβασης αυτής ετοιμάσθηκε έγγραφο ιδιωτικό συμφωνητικό ανάμεσα στον ενάγοντα και τη σύζυγο του από τη μία πλευρά και τον εναγόμενο από την άλλη.
Το τίμημα της αγοράς των παραπάνω μετοχών, ο εναγόμενος προσφέρθηκε να το εξοφλήσει με τραπεζικές επιταγές ξένων τραπεζών... Το τρίτο δεκαήμερο του μηνός Νοεμβρίου και αφού αναπτύχθηκε από την πλευρά του ενάγοντος σχέση εμπιστοσύνης και οικειότητα, ο εναγόμενος προφασιζόμενος επείγουσα ανάγκη του σε μετρητά, ζήτησε από τον ενάγοντα να τον διευκολύνει δανείζοντας του το ποσό των 30 περίπου εκατομμυρίων δραχμών...
Ο ενάγων επειδή δεν διέθετε το ποσό αυτό, απευθύνθηκε στον οικογενειακό του φίλο ... και του ζήτησε να τον εξυπηρετήσει για λίγες ημέρες, χορηγώντας του ισόποσο δάνειο. Πράγματι ο τελευταίος, στις 27-11-2001, κατέθεσε σε προσωπικό λογαριασμό του ενάγοντος στην τράπεζα ΑΛΦΑ ΜΠΑΝΚ, το ποσό των 28.684.648 δραχμών ή 84.180,92 ευρώ και αυθημερόν αυτός το ανέλαβε και το παρέδωσε σε μετρητά στον εναγόμενο.
Εντός δε των επόμενων ημερών, ο ενάγων κατέθεσε επίσης σε ατομικό λογαριασμό του εναγομένου, στην ίδια τράπεζα και το ποσό των 3.500.000 δραχμών ή 10.271,46 ευρώ. Αντίστοιχα, ο εναγόμενος δήθεν για να τον εξασφαλίσει για την επιστροφή του ως άνω δανείου, του παρέδωσε τις παρακάτω τραπεζικές επιταγές ... διαβεβαιώνοντάς τον, (ενάγοντα) ότι αποτελούσαν αμοιβές του από οικονομικές δοσοληψίες με επενδυτικούς οίκους του εξωτερικού, ήταν γνήσιες, είχαν περιέλθει νόμιμα στην κατοχή του και ότι στους λογαριασμούς του.
υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια για την πληρωμή τους, αν και ο ίδιος γνώριζε καλώς ότι όλες οι παραπάνω επιταγές ήταν πλαστές, καθώς είχαν κλαπεί από αγνώστους από τους νόμιμους κομιστές τους και στη συνέχεια συμπληρώθηκαν επίσης από αγνώστους, ως προς όλα τους τα στοιχεία, όπως αποδεικνύεται από τα σχετικά έγγραφα των ξένων τραπεζών που με επίκληση προσκομίζονται και κυκλοφόρησαν στην αγορά.
Έτσι ο ενάγων, όταν επιχείρησε μετά από είκοσι ημέρες να εισπράξει τις επιταγές αυτές, διαπίστωσε από τις σχετικές σημειώσεις που είχαν τεθεί από τις τράπεζες στα σώματα αυτών, ότι δεν μπορούσαν να πληρωθούν, άλλες μεν διότι είχαν κλαπεί από τους κατόχους τους, άλλες δε διότι είχε νοθευτεί το περιεχόμενο τους, ή είχε πλαστογραφηθεί η υπογραφή του εκδότη τους.
Μετά από αυτά, ο ενάγων αναζήτησε τον εναγόμενο, χωρίς όμως αποτέλεσμα, όλες δε οι προσπάθειές του προς τούτο απέβησαν άκαρπες. Αντιλήφθηκε τότε ότι είχε πέσει θύμα απάτης, διότι ο εναγόμενος εξαρχής δεν σκόπευε στην επιστροφή του δανείου, αλλά στο να προσπορίσει στον εαυτό του παράνομο περιουσιακό όφελος, ισόποσο με τα χρήματα που του είχε αποσπάσει με αντίστοιχη βλάβη της περιουσίας του, ποσό κατά το οποίο και ζημιώθηκε, δηλ. (84.180,92 + 10.271,46) 94.452, 38 ευρώ.
Ο περί του αντιθέτου ισχυρισμός του εναγομένου, τον οποίο προέβαλε πρωτοδίκως και επαναφέρει στο παρόν Δικαστήριο, ότι ποτέ δεν έδωσε τις παραπάνω επιταγές στον ενάγοντα, ούτε και έλαβε ποτέ χρήματα από αυτόν, δεν αποδείχτηκε από κανένα αποδεικτικό μέσο, αντικρούεται δε σοβαρά από την ένορκη κατάθεση της μάρτυρος του ενάγοντος στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, σε συνδυασμό με την κατάθεση που έδωσε προανακριτικά...
ο.. κοινός γνωστός των διαδίκων, κατόπιν εγκλήσεως που άσκησε ο ενάγων κατά του εναγομένου, ο οποίος τελικώς ... παραπέμφθηκε με το 1145/04 αμετάκλητο βούλευμα του συμβουλίου Πλημμελειοδικών Θεσ/νίκης στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Θεσ/νίκης για να δικασθεί, ως υπαίτιος χρήσης πλαστών επιταγών κατ' εξακολούθηση, μεταξύ των οποίων και οι παραπάνω διαλαμβανόμενες, καθώς και για την ένδικη αδικοπραξία σε βάρος του ενάγοντος (απάτη).
Περαιτέρω, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα, αποδείχθηκε ότι ο ενάγων...υπέστη ηθική βλάβη και για το λόγο αυτό δικαιούται χρηματική ικανοποίηση το ύψος της οποίας... ανέρχεται στο εύλογο ποσό των 20.000 ευρώ... Κατόπιν τούτων, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που δέχθηκε εν μέρει κατ' ουσίαν την αγωγή και επιδίκασε υπέρ του ενάγοντος το ίδιο ως άνω ποσό ως αποζημίωση ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις και ο περί του αντιθέτου μοναδικός λόγος έφεσης είναι ουσία αβάσιμος.
Σημειώνεται ότι το Δικαστήριο δεν κρίνει σκόπιμο ν' αναβάλει την εκδίκαση της παρούσας υπόθεσης μέχρις εκδόσεως αμετακλήτου αποφάσεως από το ποινικό δικαστήριο, κατ' άρθρο 250 ΚΠολΔ καθώς τα υπάρχοντα αποδεικτικά στοιχεία είναι επαρκή για την ασφαλή διάγνωση της διαφοράς, και πρέπει ν' απορριφθεί το σχετικό αίτημα του εκκαλούντος.
Κατόπιν τούτων πρέπει ν' απορριφθεί η έφεση στο σύνολο της κατ' ουσίαν...".
Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθμ. 11 περ. γ' του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται "αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν" . Κατά την έννοια της διατάξεως ταύτης, για την ίδρυση του σχετικού λόγου αναιρέσεως αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 341 και 346 Κ.Πολ.Δ. (Ολ.Α.Π. 2/2008).
Ο λόγος αυτός απορρίπτεται, ως κατ' ουσίαν αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την απόφαση ότι ελήφθησαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσεκομίσθησαν και των οποίων έγινε επίκληση. Συνήθως αρκεί προς τούτο η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολογήσεως καθενός και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη.
Μη λήψη υπόψη, πάντως, δεν συνάγεται από μόνο το γεγονός ότι μνημονεύονται στην απόφαση ορισμένα μόνο από τα προσκομισθέντα με επίκληση έγγραφα όχι όμως και τα φερόμενα ως αγνοηθέντα (Α.Π. 109/2012,134/2012). Εξάλλου ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, αφού η σχετική εκτίμηση δεν υπόκειται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (Α.Π.100/2007).
Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με τους πρώτο, δεύτερο και έκτο (υπό στοιχεία Ι,
ΙΙ και VΙ ) λόγους της κρινομένης αιτήσεως προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση αιτιάσεις εκ της ως άνω διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ.11 γ' Κ.Πολ.Δ, υπό την έννοια ότι το Εφετείο, κατά την διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, δεν έλαβε υπόψη νομίμως ενώπιόν του προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα από τα οποία αποδεικνύεται το κατ' ουσίαν αβάσιμο της ενδίκου αγωγής και ειδικότερα: 1)Την από 28-1-2002 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 1026/2002 αντίθετη αγωγή του ιδίου κατά του αναιρεσιβλήτου ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, επί της οποίας εξεδόθη η υπ' αριθμ. 6926/2005 απόφαση του εν λόγω Δικαστηρίου, που ανέβαλε την έκδοση οριστικής αποφάσεως μέχρις αμετακλήτου περατώσεως της εκκρεμούσης εις βάρος του συναφούς ποινικής δίκης (πρώτος λόγος). 2) Το υπ' αριθμ. 9798/8-12-1999 ΦΕΚ - Τεύχος ΑΕ και ΕΠΕ , από το οποίο αποδεικνύεται ότι από την 30-6-1997 και την εφεξής πενταετία ο αναιρεσίβλητος δεν μετείχε στο Διοικητικό Συμβούλιο της εταιρείας με την επωνυμία "Π.-Ζ.
ΕΡΓΑ ΟΙΚΙΣΤΙΚΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ Α.Ε." και 3) το υπ' αριθμ. 8885/2000 ΦΕΚ-Τεύχος ΑΕ και ΕΠΕ, από το οποίο αποδεικνύεται ότι ήδη από το έτος 2000 η επωνυμία της ως άνω εταιρείας τροποποιήθηκε σε "ΧΩΡΟΤΑΚΤΗΣ ΕΡΓΑ ΟΙΚΙΣΤΙΚΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" και συνεπώς η εταιρεία που ο αναιρεσίβλητος θα του πωλούσε δεν υπήρχε, οι δε 175.000 προνομιούχες μετοχές της είχαν τραπεί σε κοινές μετά ψήφου ονομαστικές, ενώ η σύζυγός του δεν ήταν καν μέτοχος της εταιρείας και ως εκ τούτου δεν μπορούσε να πωλήσει μετοχές που δεν διέθετε (δεύτερος λόγος ).
Και 3) τις υπ' αριθμ. … και …/5-10-2004 ένορκες βεβαιώσεις των Χ. Π. και Γ. Π. ενώπιον του συμβολαιογράφου Αθηνών Κωνσταντίνου Γκιούσα, που εδόθησαν κατόπιν νομίμου κλητεύσεως του αναιρεσιβλήτου (έκτος λόγος).
Οι ανωτέρω, υπό στοιχεία ΙΙ και VΙ, αιτιάσεις και οι αντίστοιχοι λόγοι αναιρέσεως τυγχάνουν αβάσιμοι, διότι από τη βεβαίωση του Εφετείου στην προσβαλλομένη απόφαση ότι στην περί πραγμάτων κρίση του κατέληξε, αφού έλαβε υπόψη του τις προδιαληφθείσες ένορκες βεβαιώσεις και όλα τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς να παραλειφθεί κάποιο εξ αυτών δεν καταλείπεται αμφιβολία, αλλά αντιθέτως καθίσταται απολύτως βέβαιον ότι τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα και δη οι ένορκες βεβαιώσεις, που μνημονεύονται ιδιαιτέρως στην απόφαση ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα, αλλά και τα λοιπά ως άνω έγγραφα ελήφθησαν υπόψη από το Εφετείο για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος.
Τοιαύτη βεβαιότης όμως δεν συνάγεται ως προς την εκκρεμούσα ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών αντίθετη, ως άνω, αγωγή του αναιρεσείοντος κατά του αναιρεσιβλήτου, το περιεχόμενο της οποίας παρατίθεται στο αναιρετήριο. Η εν λόγω αγωγή, η άσκηση της οποίας μάλιστα προηγήθηκε κατά ένα και πλέον έτος της ασκήσεως της ενδίκου αγωγής, συνιστά ουσιώδες αποδεικτικό στοιχείο, δυνάμενο να ασκήσει καθοριστική επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ωστόσο στην προσβαλλομένη απόφαση δεν γίνεται οποιαδήποτε αναφορά σ' αυτήν (αγωγή), γεγονός που δημιουργεί σοβαρές αμφιβολίες περί του αν ελήφθη υπόψη από το Εφετείο, με αποτέλεσμα να στοιχειοθετείται η σχετική αιτίαση και να καθίσταται βάσιμος ο αντίστοιχος πρώτος λόγος αναιρέσεως.
Περαιτέρω ο αναιρεσείων, με τον τέταρτο (υπό στοιχείο ΙV) λόγο του αναιρετηρίου μέμφεται την προσβαλλομένη απόφαση διότι με την παραδοχή της ότι για την κατάρτιση της συμβάσεως πωλήσεως προς αυτόν των μετοχών της εταιρείας "ΧΩΡΟΤΑΚΤΗΣ Α.Ε." από τον αναιρεσίβλητο και τη σύζυγό του, ετοιμάσθηκε έγγραφο ιδιωτικό συμφωνητικό, έλαβε παρανόμως υπόψη της μη νομίμως συνταχθέν έγγραφο, ήτοι χωρίς υπογραφή και χρονολογία εκδόσεως, υποπίπτοντας έτσι στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 11 α' Κ.Πολ.Δ.. Ο λόγος αυτός τυγχάνει αβάσιμος, ερειδόμενος επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, αφού η απόφαση, όπως προκύπτει από το παρατιθέμενο ως άνω περιεχόμενό της, δεν δέχεται την σύνταξη του ως είρηται ιδιωτικού συμφωνητικού ούτε και αναφέρεται ειδικότερα στο περιεχόμενό του, αλλά διηγηματικώς και μόνον μνημονεύει ως πραγματικό γεγονός την ετοιμασία του συγκεκριμένου ιδιωτικού συμφωνητικού, το οποίο σε κάθε περίπτωση δεν ασκεί και ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της προκειμένης δίκης.
Εξάλλου, ο αναιρεσείων με τους τρίτο και τέταρτο (υπό στοιχεία ΙΙΙ και
ΙV) λόγους του αναιρετηρίου υποστηρίζει ότι το Εφετείο με την παραδοχή του στην προσβαλλομένη απόφαση ότι προς εξασφάλιση της επιστροφής του ληφθέντος δανείου παρέδωσε στον αναιρεσίβλητο τις αναφερόμενες σ' αυτήν πέντε ως άνω τραπεζικές επιταγές, των οποίων ήταν κομιστής, μολονότι ο ίδιος δεν έχει οποιαδήποτε σχέση με τις συγκεκριμένες επιταγές, αφού σε ουδεμία εξ αυτών αναγράφεται το όνομά του ή έχει τεθεί η υπογραφή του, παρεβίασε τις περί μεταβιβάσεως των επιταγών διατάξεις των άρθρων 14 και 19 του ν. 5960/1933 και υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 1 Κ.Πολ.Δ., συγχρόνως δε και στην με αριθμό 20 του αυτού άρθρου πλημμέλεια, διότι, κατά παραμόρφωση του περιεχομένου των εν λόγω επιταγών, εθεώρησε αυτόν νόμιμο κάτοχο και κομιστή τούτων, χωρίς η ιδιότητά του αυτή να προκύπτει εκ του περιεχομένου των επιταγών.
Αμφότεροι οι ανωτέρω λόγοι τυγχάνουν αβάσιμοι, διότι, όπως σαφώς προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 16, 17 και 19 του ν. 5960 /1933, ο κάτοχος οπισθοφησίμου επιταγής θεωρείται νόμιμος κομιστής, εάν στηρίζει το δικαίωμά του επί αδιακόπου σειράς οπισθογραφήσεων, και αν ακόμη η τελευταία οπισθογράφηση είναι εν λευκώ, ήτοι χωρίς την αναφορά δικαιούχου ή με μόνη την υπογραφή του οπισθογράφου.
Στην περίπτωση δε αυτή ο κομιστής δύναται να παραδώσει την επιταγή σε τρίτο άνευ συμπληρώσεως του λευκού και άνευ οπισθογραφήσεως. Τέλος ο αναιρεσείων με τον έβδομο (υπό στοιχείο VΙΙ) λόγο της αιτήσεώς της ψέγει την προσβαλλομένη απόφαση, διότι ενώ δεν έχει εκδοθεί οποιαδήποτε καταδικαστική απόφαση εις βάρος του για τα αποδιδόμενα σ' αυτόν ποινικά αδικήματα, εξέφρασε, με την αποδοχή της ενδίκου αγωγής, βεβαιότητα περί της ενοχής του, παραβιάζοντας το κατοχυρωμένο με τις διατάξεις των άρθρων 6 παρ. 2 της ΕΣΔΑ και 14 παρ. 2 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα τεκμήριο αθωώτητος αυτού και υποπίπτοντας στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 1 Κ.Πολ.Δ.
Και ο λόγος αυτός τυγχάνει αβάσιμος, διότι με την κατάφαση της ενδίκου αδικοπραξίας και την αποδοχή της αγωγής δεν παραβιάζεται το τεκμήριο αθωότητος του αναιρεσείοντος, αφού η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση δεν αποτελεί δεδικασμένο για την εκκρεμή ποινική υπόθεση και δεν δεσμεύει την κρίση του δικαστήριο που θα επιληφθεί της εκδικάσεως των συναφών ποινικών αδικημάτων.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, η υπό κρίση αίτηση, πρέπει να γίνει δεκτή κατά τον πρώτο (υπό στοιχείο Ι) λόγο της και να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση, να παραπεμφθεί δε η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές κατά την παράγραφο 3 του άρθρ. 580 Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει, και να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος, ως ηττώμενος (άρθρα 176 , 183 και 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό εκτιθέμενα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δέχεται την αίτηση.
Αναιρεί την υπ' αριθ. αριθμ. της υπ' αριθμ.413/2012 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.
Επιβάλλει στον αναιρεσίβλητο τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 1η Ιουλίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε σε δημοσία συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα, την 30η Σεπτεμβρίου 2014.
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ