Legislator Case Law & Legislation
1901/2013 AI generated

Supreme Court dismisses appeals on res judicata grounds, ruling lower court re-examined settled property issues.

Case Number 1901/2013
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed two concurrent appeals against a second-instance court decision regarding property rights. The appellants argued that the lower court violated res judicata by re-examining whether disputed spaces were shared common areas, a question already settled in a prior Supreme Court ruling. The court rejected this claim, holding that the legal issue was definitively resolved and the appellants' arguments were devoid of legal interest.

Legislator headnote

AI generated

Articles 176, 183 of the Code of Civil Procedure; The court must dismiss appeals where the contested legal issue has already been definitively settled by a prior final judgment, rendering the current appeal devoid of legal interest.

Keywords

AI generated
res judicata devoid of legal interest concurrent appeals property rights shared common areas second instance dismissal of appeal

Cited Legislation

AI generated
Articles 176, 183 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1901 / 2013 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1901/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή, Δημητρούλα Υφαντή και Παναγιώτη Χατζηπαναγιώτη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Μαρτίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:

Α. Της αναιρεσείουσας: Γ. συζ. Ι. Ζ., κατοίκου ... η οποία εκπροσωπήθηκε δια των πληρεξουσίων δικηγόρων της Αριστείδη Χιωτέλλη και Αναστάσιο Κώνστα και κατέθεσαν προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. Ι. Μ. του Κ., κατοίκου ... προσωρινώς διαμένουσας στην ... η οποία εκπροσωπήθηκε δια της πληρεξουσίας δικηγόρου της Ι.ς Χαραλάμπους και κατέθεσε προτάσεις και 2. Μ. Α. του Α., κατοίκου ... η οποία εκπροσωπήθηκε του πληρεξουσίου δικηγόρου του Γεώργιο Αντωνόπουλου και κατέθεσε προτάσεις.

Β. Της αναιρεσείουσας: Μ. Α. του Α., κατοίκου ... η οποία εκπροσωπήθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της Γεώργιο Αντωνόπουλο και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. Γ. συζ. Ι. Ζ., κατοίκου ... η οποία εκπροσωπήθηκε δια των πληρεξουσίων δικηγόρων της Αριστείδη Χιωτέλλη και Αναστάσιο Κώνστα και κατέθεσαν προτάσεις και 2. Ι. (Ν.) Μ. του Κ., κατοίκου ... και προσωρινώς διαμένουσας στην ... η οποία εκπροσωπήθηκε δια της πληρεξουσίας δικηγόρου της Ιωάννας Χαραλάμπους και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-5-2001 αγωγή της υπό στοιχεία: Α 1ης ήδη αναιρεσίβλητης και Β 2ης αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:2853/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2165/2003 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η υπό στοιχεία: Α 1η των ήδη αναιρεσιβλήτων και Β 2ης ήδη αναιρεσίβλητης, με την από 3-11-2003 αίτησή της.

Εκδόθηκε η 1066/2005 απόφαση του Αρείου Πάγου, που παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο.

Εκδόθηκε η 3802/2006 απόφαση του της οποίας την αναίρεση ζήτησε η υπό στοιχεία: Α 1η των ήδη αναιρεσιβλήτων και Β 2ης ήδη αναιρεσίβλητης, με την από 20-7-2006 αίτησή της.

Εκδόθηκε η 1515/2009 απόφασή του Αρείου Πάγου, η οποία παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο. Η υπόθεση συνεκδικάσθηκε με την από 27-7-2006 πρόσθετη παρέμβαση της υπό στοιχεία: Α 2ης των αναιρεσιβλήτων και Β αναιρεσείουσας, κατά της υπό στοιχείο Α ήδη αναιρεσείουσας.

Εκδόθηκε η 2508/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, της οποίας την αναίρεση ζητούν : υπό στοιχείο Α η ήδη αναιρεσείουσα με την 12-7-2011 αίτησή της και τους από 17-9-2012 πρόσθετους λόγους της και η υπό στοιχείο Β αναιρεσείουσα με την από 17-12-2011 αίτηση της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Χατζηπαναγιώτης ανέγνωσε την από 16-10-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την συνεκδίκαση των υπό στοιχείο Α και Β, δύο αιτήσεων αναίρεσης και των προσθέτων λόγων της πρώτης τούτων και την απόρριψη των αιτήσεων αναιρέσεως και των προσθέτων λόγων της πρώτης.

Οι πληρεξούσιοι των υπό στοιχεία Α και Β αναιρεσειόντων ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως, οι πληρεξούσιοι των υπό στοιχείο Α και Β αναιρεσιβλήτων και την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Α.- Οι υπό κρίση αιτήσεις αναίρεσης α) από 12.7.2011 και με αριθμό κατάθεσης 598/2011 της Γ. συζ. Ι. Ζ. και β) από 17.12.2011 και με αριθμό κατάθεσης 1036/2011 της Μ. Α., οι οποίες στρέφονται κατά της εκδοθείσας κατά την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών (άρθρ. 647 επ. Κ.Πολ.Δ.) υπ' αριθμ. 2508/2011 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, πρέπει, λόγω της πρόδηλης μεταξύ τους συνάφειας, να συνεκδικασθούν (άρθρ. 246 και 573 § 1 Κ.Πολ.Δ.) και να ερευνηθούν περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους (άρθρ. 577 Κ.Πολ.Δ.).

Με τις αιτήσεις αυτές πρέπει να συνεκδικασθούν και να ερευνηθούν περαιτέρω και οι από 17.9.2012 και με αριθμό κατάθεσης 106/2012 πρόσθετοι λόγοι που παραδεκτά, κατ' άρθρο 569 Κ.Πολ.Δ., άσκησε η αναιρεσείουσα της πρώτης των ως άνω αναιρέσεων Γ. συζ. Ι. Ζ..- Β.- Επί της από 12.7.2011 αίτησης αναίρεσης της Γ. συζ. Ι. Ζ. και των από 17.9.2012 πρόσθετων λόγων αυτής.- Ι.- Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 2 § 1, 4 § 1, 5 § 1 εδ.

α', 13 του Ν. 3741/1929 "περί της ιδιοκτησίας κατ' ορόφους", που διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ, κατά το άρθρο 54 Εισ.Ν.ΑΚ, και 1117 ΑΚ προκύπτει ότι οι ιδιοκτήτες οριζόντιων ιδιοκτησιών οικοδομής έχουν αναγκαστική συγκυριότητα και δικαίωμα συμμετοχής στη χρήση σε όλα τα ενδεικτικώς οριζόμενα κοινόκτητα και κοινόχρηστα μέρη της οικοδομής και μπορούν με ομόφωνη απόφασή τους, η οποία πρέπει να καταρτισθεί με συμβολαιογραφικό έγγραφο και να μεταγραφεί, να συμφωνήσουν ότι κάποιος από τους ιδιοκτήτες οριζόντιων ιδιοκτησιών θα έχει δικαίωμα αποκλειστικής χρήσης στα παραπάνω μέρη.

Οι συμφωνίες, με τις οποίες κανονίζονται κατά διαφορετικό τρόπο τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις των ιδιοκτητών οριζόντιων ιδιοκτησιών στα κοινόκτητα και κοινόχρηστα πράγματα, δημιουργούν περιορισμούς της αναγκαστικής συγκυριότητας επί των πραγμάτων αυτών, από την οποία και απορρέει το δικαίωμα συμμετοχής στη χρήση τους.

Οι κατ' αυτόν τον τρόπο δημιουργούμενοι περιορισμοί, σύμφωνα με το άρθρο 13 § 3 του Ν. 3741/1929, "φέρουν χαρακτήρα δουλείας". Οι περιορισμοί αυτοί δεν είναι δουλείες, κατά την έννοια των άρθρων 1118 επ., 1142 επ. και 1188 επ. ΑΚ, αλλά φέρουν χαρακτήρα δουλείας υπό την έννοια και μόνο ότι δεσμεύουν τους καθολικούς και ειδικούς διαδόχους των ιδιοκτητών των οριζόντιων ιδιοκτησιών που τους συνομολόγησαν και αντιτάσσονται κατά τρίτων.

Περαιτέρω, η ρύθμιση που εισάγεται με τον Ν. 3741/1929, σε σχέση με την απόκτηση και την κατάργηση ιδιαίτερων δικαιωμάτων χρήσης στα κοινόκτητα και κοινόχρηστα μέρη της υπαγόμενης στη ρύθμισή του ιδιοκτησίας, είναι ειδική και έχει υπαγορευθεί από την ιδιαιτερότητα του θεσμού της κατ' ορόφους ιδιοκτησίας.

Από αυτά παρέπεται ότι οι γενικές διατάξεις του ΑΚ που προβλέπουν την κατάργηση με αχρησία των δουλειών δεν μπορούν να εφαρμοσθούν, ευθέως ή κατ' αναλογία, και για την κατάργηση των πιο πάνω περιορισμών. Έτσι κανένας από τους ιδιοκτήτες οριζόντιας ιδιοκτησίας δεν μπορεί να χάσει με αχρησία το δικαίωμα συμμετοχής του στην κοινή χρήση των παραπάνω μερών.

Η άποψη αυτή εναρμονίζεται και προς την ιδιαιτερότητα του θεσμού της κατ' ορόφους ιδιοκτησίας και προπαντός εξυπηρετεί την ανάγκη δημιουργίας κατάστασης σταθερότητας και ασφάλειας, σε σχέση προς τα δικαιώματα των ιδιοκτητών οριζόντιων ιδιοκτησιών στα κοινόκτητα και κοινόχρηστα μέρη της κατ' ορόφους ιδιοκτησίας.

Στη συνέχεια, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1118, 1121 και 1134 ΑΚ προκύπτει ότι το εμπράγματο δικαίωμα της πραγματικής δουλείας είναι παρεπόμενο της κυριότητας επί του δεσπόζοντος ακινήτου, με την έννοια ότι κάθε μεταβίβαση του ακινήτου, στο οποίο η δουλεία παρέχει ωφέλεια, περιλαμβάνει αυτοδικαίως και τη δουλεία, έστω και αν δεν ορίζεται τίποτε σχετικά στην πράξη της μεταβίβασης.

Από αυτό παρέπεται ότι, αν ο κύριος του δεσπόζοντος συμφωνήσει με εκείνον που αποκτά κυριότητα ή άλλο εμπράγματο δικαίωμα στο δεσπόζον τη μη μεταβίβαση της δουλείας αυτή έχει ενοχική μόνο ενέργεια μεταξύ των συμβαλλομένων (ΑΠ 937/2008, ΑΠ 844/2001, ΑΠ 329/1996, ΑΠ 121/1993). Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθμ.1 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο, ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.

Ευθεία παραβίαση κανόνος ουσιαστικού δικαίου υπάρχει όταν το δικαστήριο παρέλειψε να εφαρμόσει κανόνα ουσιαστικού δικαίου, καίτοι ήταν εφαρμοστέος στην συγκεκριμένη περίπτωση βάσει των παραδοχών του, ή εφάρμοσε κανόνα ουσιαστικού δικαίου που, με βάση τις ίδιες παραδοχές, δεν έπρεπε να εφαρμόσει. Και κατά την έννοια του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ίδιου Κώδικα, λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης ιδρύεται όταν από τις αιτιολογίες δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της ουσιαστικής διάταξης που εφαρμόσθηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ελλιπείς και αντιφατικές ως προς τον νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Ο αναιρετικός αυτός λόγος δεν ιδρύεται, όταν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας περιέχει ελλείψεις στην αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού και μάλιστα στην ανάλυση, ή στάθμιση, ή αιτιολόγηση του πορίσματος που προκύπτει από αυτές, εφόσον το αποδεικτικό πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, αλλά όταν οι ελλείψεις αναφέρονται στα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και είναι αναγκαία για την εφαρμογή της εφαρμοσθείσας στη συγκεκριμένη περίπτωση ουσιαστικής διάταξης, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής και ερμηνείας της.- Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το εφετείο ανελέγκτως δέχθηκε ως αποδειχθέντα και τα παρακάτω κρίσιμα πραγματικά περιστατικά :

Με την υπ' αριθμ. .../4.7.1975 πράξη σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας και κανονισμού πολυκατοικίας του συμβολαιογράφου Αθηνών Γεωργίου Τσαρούχη, που μεταγράφηκε νόμιμα, έχει υπαχθεί στις διατάξεις του Ν. 3741/1929 και των άρθρων 1002 και 1117 του ΑΚ μια πολυώροφη οικοδομή, που βρίσκεται στη συμβολή των οδών ... αριθμός …, και ..., περιοχής ....

Στο Ε' κεφάλαιο της πράξης αυτής ορίζεται ότι επί του δώματος της πολυκατοικίας υπάρχει ένα πλυντήριο και μια εκ δύο μερών αποτελούμενη αποθήκη. Τούτων την αποκλειστική χρήση παρακράτησε η εκ των συμβαλλομένων κατά την κατάρτιση της ως άνω πράξης Ι. συζ. Δ. Β. Η τελευταία με το υπ' αριθμ. .../1983 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Αντωνίου Τσέλιου, που μεταγράφηκε νόμιμα, πώλησε κατά την ψιλή μόνο κυριότητα - παρακρατήσασα την επικαρπία για τον εαυτό της - το υπό στοιχεία Α - 2 διαμέρισμα του πρώτου υπέρ το ισόγειο ορόφου της πιο πάνω πολυκατοικίας στον Ι.

Π., ο οποίος με το υπ' αριθμ. .../1990 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Ελένης Καρβούνη, που έχει μεταγραφεί νόμιμα, μεταβίβασε το ίδιο διαμέρισμα, λόγω γονικής παροχής, στη θυγατέρα του Μ. Π. Στις 21.9.1993 πέθανε η Ι. Β. και έτσι η επικαρπία ενώθηκε με την ψιλή κυριότητα στο πρόσωπο της Μ. Π.. Στη συνέχεια, με το υπ' αριθμ. .../1996 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Γεωργίου Στεφανάκη, που έχει μεταγραφεί νόμιμα, η Μ.

Π. πώλησε το προαναφερόμενο υπό στοιχεία Α - 2 διαμέρισμα στην ήδη πρώτη των αναιρεσιβλήτων της ερευνόμενης πρώτης των ενδίκων αναιρέσεων Ι. (Ν.) Μ. Με το συμβόλαιο αυτό μεταβιβάσθηκε στην προαναφερόμενη αναιρεσίβλητη και η κυριότητα μιας ισογείου αποθήκης, ήτοι όσο δικαίωμα είχαν και οι απώτεροι δικαιοπάροχοί της, Ι.

και Μ. Π., στους οποίους η απώτατη δικαιοπάροχος Ι. χήρα Δ. Β. είχε μεταβιβάσει μόνο το Α - 2 διαμέρισμα, χωρίς να γίνεται αναφορά στα παραπάνω συμβόλαια ότι παραχωρείται σ' αυτούς και δικαίωμα χρήσεως τμήματος της αποθήκης και του πλυντηρίου, που υπήρχε στο δώμα και είχε αυτή (Ι. Β.) δικαίωμα αποκλειστικής χρήσης.

Εξάλλου, η παραπάνω Ι. Β. με το υπ' αριθμ. .../1987 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Σπυριδούλας Καραγιάννη, που μεταγράφηκε νόμιμα, πώλησε στην Α. Κ., που ήταν οικιακή βοηθός της, το υπό στοιχεία Β - 2 διαμέρισμα του δευτέρου υπέρ το ισόγειο ορόφου της παραπάνω πολυώροφης οικοδομής και όπως ρητά αναφέρεται στο συμβόλαιο αυτό, εκτός του Β - 2 διαμερίσματος μεταβίβασε και το δικαίωμα αποκλειστικής χρήσης του ενός τμήματος της αποθήκης του δώματος και μάλιστα αυτού που βρίσκεται στο ανατολικό τμήμα της όλης αποθήκης, το οποίο έχει επιφάνεια 10,85 τ.μ.

Στη συνέχεια, η Α. Κ. δυνάμει του νομίμως μεταγραφέντος υπ' αριθμ. .../1997 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αθηνών Αγγελικής - Άννας Μαργαρίτη, πώλησε το ως άνω υπό στοιχεία Β - 2 διαμέρισμα στην ήδη αναιρεσείουσα της ερευνόμενης πρώτης των ως άνω αναιρέσεων Γ. συζ. Ι. Ζ., μεταβιβάζοντας σ' αυτήν συγχρόνως και το δικαίωμα αποκλειστικής χρήσης του πιο πάνω μόνο τμήματος της αποθήκης του δώματος, ήτοι των 10,85 τ.μ., που της είχε μεταβιβάσει η Ι.

Β.. Περαιτέρω, στην πράξη σύστασης της οροφοκτησίας γίνεται αναφορά για ένα πλυντήριο και μια από δύο μέρη αποτελούμενη αποθήκη του δώματος (ταράτσας), ενώ στα προαναφερόμενα συμβόλαια, με τα οποία μεταβιβάσθηκε διαδοχικά το υπό στοιχεία Β - 2 διαμέρισμα, γίνεται λόγος για το μεγάλο τμήμα της αποθήκης, χωρίς αναφορά για την τύχη του μικρού τμήματος της ίδιας αποθήκης.

Η δήλωση αυτή της Ι. Β., απώτερης δικαιοπαρόχου της ήδη αναιρεσείουσας Γ. συζ. Ι. Ζ., οφείλεται στο ότι, αν και ο χώρος της αποθήκης υπήρξε ενιαίος, διαχωριζόταν με ένα μικρό τοιχείο ύψους 0,30 εκατοστών, που την διαιρούσε σε ένα μεγάλο τμήμα επιφανείας 10,85 τ.μ. και σ' ένα μικρό επιφανείας 2,70 τ.μ. Γίνεται δε ακόμη δεκτό με την εφετειακή απόφαση ως αποδειχθέν και ότι, μολονότι σύμφωνα με την πιο πάνω πράξη σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας η Ι.

Β. είχε το αποκλειστικό δικαίωμα χρήσης ολόκληρης της αποθήκης και του πλυντηρίου, εντούτοις άσκησε το δικαίωμά της αυτό μόνο υπέρ του Β - 2 διαμερίσματός της, μέχρι το έτος 1987 που το μεταβίβασε στην πιο πάνω Α. Κ., μαζί με το δικαίωμα χρήσης του μεγάλου τμήματος της αποθήκης. Με βάση δε τις παραδοχές του αυτές το εφετείο δέχθηκε ότι δεν αποκτήθηκε με χρησικτησία δικαίωμα αποκλειστικής χρήσης του μικρού τμήματος της αποθήκης και του πλυντηρίου του δώματος υπέρ του Β - 2 διαμερίσματος, ούτε και αποσβέσθηκε με αχρησία το δικαίωμα σύγχρησης του μικρού μέρους της αποθήκης και του πλυντηρίου, το οποίο έχει αποκτήσει και η ενάγουσα της από 7.5.2001 και με αριθμό κατάθεσης 3309/2001 αγωγής και ήδη πρώτης των αναιρεσιβλήτων της πρώτης των ενδίκων αναιρέσεων Ι. (Ν.) Μ.

Δέχθηκε δε ακόμη το Εφετείο ότι "Ακολούθως, μετά τον θάνατο της Ι. Β. (που δεν αποδείχθηκε ότι μέχρι τότε είχε αποξενωθεί από όλες τις ιδιοκτησίες που είχαν περιέλθει κατά κυριότητα σ' αυτήν) το μικρό τμήμα της αποθήκης καθώς και το πλυντήριο του δώματος, των οποίων η αποκλειστική χρήση δεν έχει μεταβιβασθεί με καμία συμβολαιογραφική πράξη, περιήλθαν στην κοινή χρήση όλων των συνιδιοκτητών της πολυκατοικίας μεταξύ των οποίων και η ενάγουσα, και δεν έχει αποσβεσθεί το δικαίωμα συγχρήσεως αυτών με αχρησία".

Η τελευταία αυτή εντός εισαγωγικών φράση της εφετειακής απόφασης και ειδικότερα το τμήμα αυτής σύμφωνα με το οποίο "...το μικρό τμήμα της αποθήκης, καθώς και το πλυντήριο του δώματος, των οποίων η αποκλειστική χρήση δεν έχει μεταβιβασθεί με καμία συμβολαιογραφική πράξη, περιήλθαν στην κοινή χρήση όλων των συνιδιοκτητών της πολυκατοικίας μεταξύ των οποίων και η ενάγουσα...", έχει την χωρίς καμιά αμφιβολία, συναγόμενη από το όλο περιεχόμενο αυτής (απόφασης,) έννοια ότι το δικαίωμα χρήσης του μικρού μέρους της αποθήκης και του πλυντηρίου, το οποίο ανήκε στην Ι.

Β. και αφορούσε όλες τις ανήκουσες σ' αυτήν οριζόντιες ιδιοκτησίες της προαναφερόμενης πολυώροφης οικοδομής, εξακολουθεί να ανήκει σ' αυτές ως δεσπόζουσες και όχι ότι το πρώτον με τον θάνατο της Ι. Β. περιήλθε στους ιδιοκτήτες αυτών. Περαιτέρω, ουδεμία έννομη επιρροή ασκεί το ότι το Εφετείο δέχθηκε ότι το δικαίωμά της αυτό η Ι.

Β. το άσκησε μόνο υπέρ της Β - 2 οριζόντιας ιδιοκτησίας της, αφού η μη άσκηση αυτού και υπέρ άλλης οριζόντιας ιδιοκτησίας της δεν δύναται να οδηγήσει σε κατάργηση αυτού με αχρησία. Με αυτά λοιπόν που δέχθηκε το Εφετείο δεν παραβίασε τις ουσιαστικές διατάξεις νόμου που αναφέρονται στην αρχή αυτής της σκέψης, ούτε και διέλαβε κατά τούτο ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες και τα αντιθέτως προβαλλόμενα με τον πρώτο λόγο του κυρίου δικογράφου της αναίρεσης και τον πρώτο πρόσθετο λόγο αυτής, που τείνουν να θεμελιωθούν επί των εδαφίων 1 και 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., είναι αβάσιμα και πρέπει να απορριφθούν.-

ΙΙ.- Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1118, 1121 και 1134 ΑΚ προκύπτει ότι το εμπράγματο δικαίωμα της πραγματικής δουλείας είναι παρεπόμενο της κυριότητας επί του δεσπόζοντος ακινήτου, με την έννοια ότι κάθε μεταβίβαση του ακινήτου, στο οποίο η δουλεία παρέχει ωφέλεια, περιλαμβάνει αυτοδικαίως και τη δουλεία, έστω και αν δεν ορίζεται τίποτε σχετικά στην πράξη της μεταβίβασης.

Από αυτό παρέπεται ότι, αν ο κύριος του δεσπόζοντος συμφωνήσει με εκείνον, που αποκτά κυριότητα ή άλλο εμπράγματο δικαίωμα στο δεσπόζον, τη μη μεταβίβαση της δουλείας αυτή έχει ενοχική μόνο ενέργεια μεταξύ των συμβαλλομένων (ΑΠ 937/2008, ΑΠ 844/2001, ΑΠ 329/1996, ΑΠ 121/1993).- Στην προκειμένη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο της αναίρεσης προσάπτεται στην εφετειακή απόφαση, ότι αν και το δικαστήριο εκείνο έμμεσα διαπίστωσε κενό στα υπ' αριθμ. .../1983, .../1990 και .../1996 συμβόλαια μεταβίβασης του υπό στοιχεία Α - 2 διαμερίσματος, τα οποία δεν αναφέρουν τίποτα για την αποκλειστική χρήση της αποθήκης και του πλυντηρίου του δώματος, εντούτοις δεν προσέφυγε στις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ προκειμένου να ερμηνεύσει την δήλωση βούλησης της Ι.

Β. όσον αφορά το δικαίωμα αυτό και ειδικότερα αν η μη αναφορά στο δικαίωμα αποκλειστικής χρήσης συνιστά δήλωση βούλησης για μη μεταβίβαση του σχετικού δικαιώματος, ή αν η παράλειψη αυτή έγινε, διότι η βούληση των μερών ήταν το σχετικό δικαίωμα να μεταβιβάζεται μαζί με το δεσπόζον ακίνητο, ή αν η παράλειψη αυτή οφείλεται σε παραδρομή, οπότε θα έπρεπε να κριθεί ότι παρά την παράλειψη της ρητής αναφοράς στη χρήση του πλυντηρίου και του μικρού τμήματος της αποθήκης, η χρήση αυτών συμμεταβιβάστηκε στους νέους ιδιοκτήτες του Α - 2 διαμερίσματος.

Επί του θέματος τούτου το Εφετείο δέχθηκε επί λέξει τα ακόλουθα : "Στις 21.9.1993 απεβίωσε η Ι. Β. και έτσι η επικαρπία ενώθηκε με την ψιλή κυριότητα στο πρόσωπο της Μ. Π., η οποία με το υπ' αριθμ. .../1996 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Γεωργίου Στεφανάκη που παραπάνω αναφέρθηκε πώλησε το ως άνω Α2 διαμέρισμα στην ενάγουσα.

Με το τελευταίο αυτό συμβόλαιο μεταβιβάσθηκε στην ενάγουσα και η κυριότητα μίας ισογείου αποθήκης, ήτοι όσα δικαιώματα είχαν οι απώτεροι δικαιοπάροχοί της, στους οποίους η απώτατη δικαιοπάροχος Ι. χήρα Δ. Β. κατά την μεταβίβαση του Α2 διαμερίσματος δεν διέλαβε στο συμβόλαιο αναφορά περί παραχωρήσεως σ' αυτούς και δικαιώματος χρήσεως τμήματος της αποθήκης και του πλυντηρίου που υπάρχουν στο δώμα, των οποίων αυτή είχε δικαίωμα αποκλειστικής χρήσεως".

Εφόσον λοιπόν, στην πράξη μεταβίβασης του διαμερίσματος δεν διαλαμβάνεται συμφωνία περί μη μεταβίβασης του δικαιώματος χρήσης του μικρού τμήματος της αποθήκης και του πλυντηρίου, αλλά ούτε και το αντίθετο, τότε, σύμφωνα και με τα εκτιθέμενα στην αρχή της παρούσας υπ' αριθμ. 2 σκέψης, κάθε μεταβίβαση του δεσπόζοντος αυτού ακινήτου περιλαμβάνει αυτοδικαίως και τη δουλεία.

Εκ τούτων παρέπεται, ότι τα ως άνω δεκτά γενόμενα από το Εφετείο δεν συνιστούν, έστω και έμμεση, διαπίστωση κενού στη σύμβαση και δεν ανακύπτει ανάγκη ερμηνείας της σύμβασης με προσφυγή στον κανόνα των άρθρων 173 και 200 ΑΚ. Κατά συνέπεια, το δικαστήριο εκείνο με το να μην προσφύγει στους ως άνω ουσιαστικού δικαίου ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών δεν παραβίασε αυτούς και τα αντιθέτως προβαλλόμενα με τον στηριζόμενο επί του άρθρου 559 αριθμ. 1 εδ.

α' του Κ.Πολ.Δ. δεύτερο λόγο της αναίρεσης είναι αβάσιμα και πρέπει να απορριφθούν.-

ΙΙΙ.- Ως πράγματα κατά την έννοια του αριθμ. 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., τα οποία έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και των οποίων η μη λήψη υπόψη καίτοι προταθέντων ή η λήψη υπόψη καίτοι μη προταθέντων ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, θεωρούνται οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν σε θεμελίωση ή κατάργηση δικαιώματος, δικονομικού ή ουσιαστικού, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι δε και οι αρνητικοί ισχυρισμοί της αγωγής ή της ένστασης, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων (Ολ.

ΑΠ 3/1997, ΑΠ 1455/2009, ΑΠ 468/2009).- Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης η αναιρεσείουσα αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση για μη λήψη υπόψη ισχυρισμού της, τον οποίο νόμιμα είχε προτείνει προς αντίκρουση της αγωγής της αντιδίκου της και ο οποίος συνίσταται στο ότι σύμφωνα με την ερμηνεία της δήλωσης βούλησης της απώτατης κοινής δικαιοπαρόχου των διαδίκων Ι.

Β., η οποία περιέχεται στην υπ' αριθμ. .../1975 πράξη σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας, η επιφύλαξη της αποκλειστικής χρήσης της αποθήκης και του πλυντηρίου είχε γίνει υπέρ αυτής με την ιδιότητά της όχι ως ιδιοκτήτριας όλων των οριζόντιων ιδιοκτησιών που είχε κρατήσει στην κυριότητά της, αλλά μόνον ως ιδιοκτήτριας της Β - 2 ιδιοκτησίας (διαμέρισμα), στην οποία η ίδια κατοικούσε πριν από τη σύσταση της οριζόντιας ιδιοκτησίας και μέχρι το 1987 που πούλησε το διαμέρισμα στην Α.

Κ.. Είχε δε επικαλεσθεί για την ερμηνεία της δήλωσης βούλησης και το ότι η αποθήκη και το πλυντήριο είχαν συνδεθεί με τις παροχές του ηλεκτρικού ρεύματος και του νερού του Β - 2 διαμερίσματος, ότι τα κλειδιά της αποθήκης και του πλυντηρίου τα είχε, τουλάχιστον από το 1975, η Ι. Β., ότι κανείς άλλος δεν είχε κάνει ποτέ χρήση της αποθήκης και του πλυντηρίου και ότι το Β - 2 διαμέρισμα επικοινωνούσε εσωτερικά με μία ξύλινη σκάλα με το μικρό τμήμα της αποθήκης.

Ο ισχυρισμός αυτός, ο οποίος θεμελιούται στο ως άνω άρθρο 559 αριθμ. 8 Κ.Πολ.Δ., πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος και τούτο διότι από την επισκόπηση του περιεχομένου της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει με σαφήνεια, ότι τα ως άνω επικαλούμενα προς θεμελίωσή του περιστατικά έχουν ερευνηθεί και αιτιολογημένα απορριφθεί από το Εφετείο, το οποίο και κατέληξε στο συμπέρασμα, ότι η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη δικαιούται να κάνει χρήση του πλυντηρίου και του μικρού τμήματος της αποθήκης που βρίσκονται στο δώμα της πολυώροφης οικοδομής (βλ.

α', β' σελ. 6ου φύλλου πληττόμενης απόφασης).- IV.- Με το άρθρο 281 ΑΚ ορίζεται ότι η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται, αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, για να θεωρηθεί η άσκηση του δικαιώματος ως καταχρηστική, θα πρέπει η προφανής υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο οικονομικός ή κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος να προκύπτει από τη συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή τις περιστάσεις που μεσολάβησαν ή από άλλα περιστατικά, τα οποία, χωρίς να εμποδίζουν τη γέννηση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου.

Απαιτείται δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από τη συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση και με εκείνη του υπόχρεου, και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Επίσης, οι πράξεις του υπόχρεου και η διαμορφωθείσα υπέρ αυτού κατάσταση πραγμάτων, είναι αναγκαίο να τελούν σε αιτιώδη σχέση προς την προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου, αφού, κατά τους κανόνες της καλής πίστεως, τις συνέπειες που απορρέουν από πράξεις άσχετες προς αυτή τη συμπεριφορά δεν συγχωρείται να επικαλεσθεί προς απόκρουση του δικαιώματος.

Η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε μπορεί να συνίσταται σε θετική πράξη ή παράλειψή του, η δε με την άσκηση του δικαιώματος ανατροπή της κατάστασης που δημιουργήθηκε ή η με αυτήν πρόκληση στον υπόχρεο επαχθών, όχι δε κατ' ανάγκη και αφόρητων, συνεπειών, θα πρέπει, με γνώμονα την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη, να μην είναι ανεκτή, ώστε, μετά και από αντιστάθμισή τους προς το συμφέρον που η άσκηση αυτή εξυπηρετεί για τον δικαιούχο, να κρίνεται επιβεβλημένη, προς αποτροπή των επαχθών για τον υπόχρεο συνεπειών, η θυσία του αξιούμενου δικαιώματος.

Έτσι, το ζήτημα αν οι συνέπειες που συνεπάγεται η άσκηση του δικαιώματος είναι επαχθείς για τον υπόχρεο, πρέπει να αντιμετωπίζεται και σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες που μπορεί να επέλθουν σε βάρος του δικαιούχου από την παρακώλυση της ικανοποίησης του δικαιώματός του (Ολ. ΑΠ 62/1990, ΑΠ 395/2009, ΑΠ 1878/2007, ΑΠ 263/2007, ΑΠ 65/2005).- Στην προκειμένη υπόθεση, η ήδη πρώτη των αναιρεσιβλήτων της ερευνόμενης πρώτης των προαναφερομένων αιτήσεων αναίρεσης Ι. (Ν.) Μ.

έχει ασκήσει ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά της ήδη αναιρεσείουσας Γ. συζ. Ι. Ζ. την από 7.5.2001 και με αριθμό κατάθεσης δικογράφου 3309/2001 αγωγή, με την οποία εκθέτει ότι είναι ιδιοκτήτρια του υπό στοιχεία Α - 2 διαμερίσματος του πρώτου υπέρ το ισόγειο ορόφου μιας πολυκατοικίας που βρίσκεται στην …και επί της συμβολής των οδών …και ..., η δε εναγόμενη είναι ιδιοκτήτρια του υπό στοιχεία Β - 2 διαμερίσματος του δευτέρου υπέρ το ισόγειο ορόφου της ίδια πολυκατοικίας, η οποία δυνάμει της .../1975 πράξης σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας και κανονισμού πολυκατοικίας του συμβολαιογράφου Αθηνών Γεωργίου Τσαρούχη, που μεταγράφηκε νόμιμα, υπήχθη στις διατάξεις του Ν. 3741/1929 και των άρθρων 1002 και 1117 του ΑΚ.

Ότι η εναγόμενη αυθαίρετα κατέλαβε και χρησιμοποιεί αποκλειστικά η ίδια τμήμα της κοινόχρηστης και κοινόκτητης αποθήκης καθώς και το πλυντήριο, τα οποία βρίσκονται στο δώμα της πολυκατοικίας, από τα οποία μάλιστα το τμήμα της κοινόχρηστης αποθήκης έχει μετατρέψει σε προέκταση του διαμερίσματός της με εσωτερική κλίμακα που κατασκεύασε στο διαμέρισμά της και επικοινωνεί με αυτό.

Με βάση δε αυτό το ιστορικό ζήτησε αυτή να υποχρεωθεί η εναγόμενη να αποδώσει στην κοινή χρήση τους κοινόχρηστους χώρους που παράνομα κατέλαβε και να επαναφέρει τα πράγματα στην προηγούμενη κατάσταση. Ζήτησε δε ακόμη όπως, σε περίπτωση μη συμμόρφωσης της εναγόμενης προς την απόφαση που θα εκδοθεί, απειληθεί κατ' αυτής χρηματική ποινή και προσωπική κράτηση.

Από την επισκόπηση των από 4.2.2002 προτάσεων της εναγόμενης και ήδη αναιρεσείουσας ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου προκύπτει ότι αυτή προέβαλε μεταξύ άλλων προς απόκρουση της αγωγής και τον συνιστώντα ένσταση ισχυρισμό περί καταχρηστικής άσκησης του αγωγικού εν προκειμένω δικαιώματος της ενάγουσας.

Στοιχεία δε τα οποία επικαλέσθηκε προς θεμελίωση του ισχυρισμού της αυτού είναι ότι α) η προαναφερόμενη αγωγή αποτελεί έναν αντιπερισπασμό στις νόμιμες διαμαρτυρίες της εναγόμενης για την εκ μέρους της ενάγουσας μη επιτρεπόμενη από τον Κανονισμό της πολυκατοικίας χρησιμοποίηση του Α - 2 διαμερίσματός της ως πολιτικού και επαγγελματικού γραφείου της, β) δεν έχει ανάγκη (ενάγουσα) συγχρήσεως ενός μέρους αποθήκης επιφανείας 2,70 τ.μ.

και μάλιστα μαζί με άλλους συνιδιοκτήτες οριζόντιων ιδιοκτησιών της πολυκατοικίας, γ) είναι προσχηματικό το αίτημα για χρήση του πλυντηρίου στο δώμα, αφού αυτή (ενάγουσα) δεν κατοικεί ούτε και διαμένει στο διαμέρισμά της και δ) επί 26 ολόκληρα χρόνια κανένας άλλος πλην των εκάστοτε ενοίκων του Β - 2 διαμερίσματός της (εναγόμενης) δεν έχει χρησιμοποιήσει ποτέ το πλυντήριο αυτό, το οποίο μάλιστα είναι συνδεδεμένο από το 1975 με τις παροχές ρεύματος και ύδατος από το διαμέρισμά της.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 2853/2002 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που απέρριψε την αγωγή ως αβάσιμη κατ' ουσία, χωρίς να ερευνήσει την προαναφερόμενη ένσταση. Κατά της απόφασης αυτής η πρώτη αναιρεσίβλητη άσκησε έφεση ζητώντας την εξαφάνισή της και την παραδοχή της αγωγής.

Επί της έφεσης εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 2165/2003 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία απέρριψε την αγωγή κατά παραδοχή της ως άνω από το άρθρο 281 ΑΚ ένστασης περί κατάχρησης δικαιώματος και στη συνέχεια, μετά από αναίρεση της ενάγουσας, η υπ' αριθμ. 1066/2005 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου η οποία αναίρεσε την παραπάνω απόφαση του Εφετείου και παρέπεμψε την υπόθεση προς εκδίκαση στο Εφετείο Αθηνών.

Το τελευταίο με την υπ' αριθμ. 3802/2006 απόφασή του απέρριψε και πάλι την αγωγή κατά παραδοχή της ένστασης της εναγομένης περί κατάχρησης δικαιώματος. Κατά της απόφασης αυτής του Εφετείου άσκησε και πάλι αναίρεση η ενάγουσα, η οποία έγινε δεκτή από το παρόν Δικαστήριο με την υπ' αριθμ. 1515/2009 απόφαση για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση του άρθρου 281 ΑΚ, κατ' άρθρο 559 αριθμ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ., και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο πιο πάνω Εφετείο.

Το τελευταίο, με την υπ' αριθμ. 2508/2011 απόφαση απέρριψε την προαναφερόμενη ένσταση περί κατάχρησης δικαιώματος και έκανε δεκτή την αγωγή. Ειδικότερα δε επί του θέματος της ένστασης αυτής το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά : "Η ενάγουσα κατ' επανάληψη από την αγορά του διαμερίσματός της και εντεύθεν ζήτησε από την εναγομένη να κάνει χρήση του κοινόχρηστου τμήματος της αποθήκης και κλειδιά του κοινόχρηστου πλυντηρίου, χωρίς να εισακούεται από την τελευταία, γι' αυτό και αναγκάσθηκε να της κοινοποιήσει την από 7.5.1998 εξώδικη διαμαρτυρία - δήλωση και πρόσκληση στις 11.5.1998, με την οποία της δήλωνε ότι μικρό τμήμα της αποθήκης του δώματος είναι κοινόχρηστο, όπως και το πλυντήριο, ότι αυθαίρετα και κατά παράβαση της συστατικής πράξης και του κανονισμού προέβη σε εργασίες ενοποίησης των δύο τμημάτων της κοινόχρηστης αποθήκης του δώματος και διάνοιξη οπής ώστε να επικοινωνεί με το διαμέρισμά της και την καλούσε, διαμαρτυρόμενη, να επαναφέρει τα πράγματα στην προτέρα κατάσταση και να παύσει να προσβάλλει το δικαίωμα συγχρήσεώς της στα κοινόχρηστα αυτά μέρη της οικοδομής.

Συνεπώς η ενάγουσα ούτε αδράνησε ως προς την επιδίωξη του δικαιώματός της λόγω προσβολής αυτού από την εναγόμενη, αλλά ούτε και παρήλθε μεγάλο χρονικό διάστημα στο πρόσωπό της από της μεταβιβάσεως του Α2 διαμερίσματος σ' αυτήν μέχρι της διαμαρτυρίας της. Οποιεσδήποτε δε προφορικές συμφωνίες μεταξύ της εναγομένης και της δικαιοπαρόχου της ή των δικαιοπαρόχων της ενάγουσας, οι οποίες έχουν ενοχική μόνο ισχύ και είναι έγκυρες μόνο για τους συμβληθέντες, καθώς και ανοχή από αυτούς της άνω δημιουργηθείσας κατάστασης αναφορικά με τη χρήση του μικρού κοινόχρηστου τμήματος της αποθήκης και του κοινόχρηστου πλυντηρίου, δεν δεσμεύουν τους διαδόχους τους, ούτε νομιμοποιούν την ενέργεια της εναγομένης με αντίστοιχο αποκλεισμό της ενάγουσας από το να ασκήσει δικαίωμά της που πηγάζει από την συστατική πράξη και τον κανονισμό.

Εξ άλλου, στους δικαιοπαρόχους της ενάγουσας η Ι. Β. με το .../1996 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Γ. Στεφανάκου είχε μεταβιβάσει μόνο την ψιλή κυριότητα του Α2 διαμερίσματος και είχε παρακρατήσει την επικαρπία μέχρι του θανάτου της και συνεπώς δεν υπήρχε δυνατότητα των ψιλών κυρίων να ζητήσουν τη χρήση του πλυντηρίου και της αποθήκης, καθώς και των μισθωτών.

Οι ισχυρισμοί της εναγομένης με τους οποίους επιχειρεί να στηρίξει την ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος της ενάγουσας και δη ότι η τελευταία έχει αποθήκη στο ισόγειο της πολυκατοικίας, ότι η πρόσβαση στο δώμα της πολυκατοικίας μέσω μεταλλικής περιστρεφόμενης κλίμακας είναι δυσχερής γι' αυτήν και ότι θα διέρχεται έξω από τα παράθυρα των υπνοδωματίων της, ότι η αγωγή της αποτελεί αντιπερισπασμό λόγω μη επιβολής προστίμου από την Πολεοδομία σε βάρος της εναγόμενης, ότι η ενάγουσα είναι μόνιμος κάτοικος ...

και χρησιμοποιεί το Α2 διαμέρισμα ως πολιτικό γραφείο, όταν δε βρίσκεται στην Ελλάδα διαμένει στην ..., ότι πλέον μετά την χρήση των ηλεκτρικών πλυντηρίων η χρήση των πλυντηρίων των ευρισκομένων επί του δώματος έχει εκλείψει ολοσχερώς, ότι λόγω του ότι το κτήριο έχει χαρακτηρισθεί διατηρητέο απαγορεύεται η εκτέλεση εργασιών στα εξωτερικά μέρη αυτού, ότι επί ένα έτος η ενάγουσα δεν είχε προσδιορίσει την έφεσή της, είναι αβάσιμοι εν όψει όσων ανωτέρω αναφέρθηκαν και επί πλέον δεν μπορούν να στηρίξουν καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος της ενάγουσας.

Εκτός τούτων, δεν είναι πρακτικά ανέφικτη η επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση η οποία δεν αποδείχθηκε ότι υφίσταται επί 36 έτη, αλλά ότι η εναγομένη προέβη στην ενοποίηση των χώρων που παραπάνω αναφέρθηκαν μετά την αγορά του διαμερίσματός της, η δε ενάγουσα με την προηγηθείσα συμπεριφορά της δεν δημιούργησε σ' αυτήν την εύλογη πεποίθηση ότι δεν θα ασκήσει το δικαίωμά της.

Επιπροσθέτως, οι συνέπειες που συνεπάγεται η άσκηση του δικαιώματος της ενάγουσας δεν είναι ιδιαίτερα επαχθείς για την εναγομένη σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες σε βάρος της δικαιούχου ενάγουσας από την παρακώλυση της ικανοποιήσεως της προσθέτως παρεμβαίνουσας υπέρ αυτής, ειδικής διαδόχου της Μ.

Α. προς την οποία μεταβίβασε λόγω πωλήσεως η ενάγουσα το Α2 διαμέρισμα δυνάμει του υπ' αριθμόν .../10.8.2009 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Αθανασίου Δημ. Πετράκη που μεταγράφηκε νόμιμα, καθόσον οι εργασίες επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση με την διάνοιξη της θύρας του μικρού τμήματος της κοινόχρηστης αποθήκης που κτίσθηκε, το κλείσιμο της οπής του δαπέδου αυτής και την ανέγερση του τοιχείου που διαχώρησε σε δύο τμήματα την ενιαία αποθήκη, ούτε ανέφικτες είναι, αλλά ούτε καταλαμβάνουν μεγάλη έκταση με κίνδυνο να επηρεάσουν την στατικότητα ή άλλου είδους ασφάλεια της ιδιοκτησίας της και επίσης δεν θα απαιτηθεί μεγάλη δαπάνη.

Αντίθετα η ενάγουσα, όπως και η ειδική διάδοχός της, θα στερούνται δύο χώρους στους οποίους θα μπορούσαν να αποθηκεύσουν διάφορα αντικείμενα ή να κάνουν άλλη επιτρεπτή χρήση". Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο δεν παραβίασε την ουσιαστική διάταξη νόμου που αναφέρεται στην αρχή αυτής της σκέψης, ούτε και διέλαβε κατά τούτο ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες.

Δεν ήταν δε απαραίτητο για την συνδρομή της κατάχρησης δικαιώματος να ερευνήσει και την έναντι της εναγόμενης συμπεριφορά των δικαιοπαρόχων της ενάγουσας, διότι, κατά τα εκτιθέμενα στην αρχή της παρούσας σκέψης, οι πράξεις του υπόχρεου και η διαμορφωθείσα υπέρ αυτού κατάσταση πραγμάτων, είναι αναγκαίο να τελούν σε αιτιώδη σχέση προς την προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου, δεδομένου ότι, κατά τους κανόνες της καλής πίστεως, τις συνέπειες που απορρέουν από πράξεις άσχετες προς αυτή τη συμπεριφορά δεν συγχωρείται να επικαλεσθεί προς απόκρουση του δικαιώματος, μολονότι και περί αυτού του ζητήματος, ήτοι των πράξεων που είναι άσχετες με την συμπεριφορά της ενάγουσας Ι.

Μ. έναντι της εναγόμενης Γ. Ζ., γίνεται μνεία με την εφετειακή απόφαση (καθυστέρηση προσδιορισμού της έφεσης της ενάγουσας, διαμονή αυτής στην ..., κατοικία στην ..., άνοδος στο δώμα δι' εξωτερικής μεταλλικής περιστρεφόμενης κλίμακας διερχομένης έξω από τα παράθυρα των υπνοδωματίων του διαμερίσματος της εναγόμενης), ούτε και να εξετάσει αν αυτή συνιστά αποδυνάμωση δικαιώματος, προεχόντως διότι αυτό το τελευταίο δεν προεβλήθη ενώπιον του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, αλλά και διότι αυτό (αποδυνάμωση δικαιώματος), ως έλασσον, περιλαμβάνεται στο απορριφθέν μείζον (κατάχρηση δικαιώματος).Τα αντιθέτως, συνεπώς, προβαλλόμενα με τον τέταρτο λόγο του κυρίου δικογράφου της αναίρεσης, που τείνουν να θεμελιωθούν επί των εδαφίων 1 και 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., είναι αβάσιμα και πρέπει να απορριφθούν.

Ακόμη, η προβαλλόμενη με τον ίδιο πιο πάνω λόγο αιτίαση ότι "...με την εν λόγω κρίση του το δικάσαν δικαστήριο παραβίασε την απορρέουσα από το άρθρο 239 ΑΚ γενική αρχή ότι επί διαθετικών δικαιοπραξιών κανείς δεν μεταβιβάζει περισσότερα δικαιώματα από όσα έχει και επομένως πρέπει και για τον λόγο αυτό να αναιρεθεί", πρέπει να απορριφθεί πρωταρχικά ως αόριστος και σε κάθε περίπτωση και ως αβάσιμη αφού από την επισκόπηση της πληττόμενης απόφασης δεν προκύπτει η ύπαρξη τέτοιου σφάλματος.- V.- Από την επισκόπηση του περιεχομένου της πληττόμενης εφετειακής απόφασης (άρθρ. 561 § 2 Κ.Πολ.Δ.) προκύπτει, ότι, μετά την αποδοχή της έφεσης της ενάγουσας, την εξαφάνιση της εκκαλουμένης πρωτόδικης απόφασης και την αποδοχή της αγωγής, το Εφετείο διαλαμβάνει στο μεν σκεπτικό του ότι πρέπει "...να υποχρεωθεί η εναγόμενη να άρει την προσβολή με την επαναφορά των πραγμάτων στην προ αυτής κατάσταση όπως ειδικότερα προσδιορίζεται στο διατακτικό και σε περίπτωση μη συμμορφώσεώς της προς το διατακτικό της παρούσας απόφασης να απειληθεί κατ' αυτής χρηματική ποινή και προσωπική κράτηση", στο δε διατακτικό διαλαμβάνει, μεταξύ άλλων και τα ακόλουθα :

"Υποχρεώνει την εναγόμενη να άρη την προσβολή που επήλθε με την αποκλειστική χρήση από αυτήν του μικρού τμήματος επιφάνειας τριών (3) τ.μ. της κοινόχρηστης αποθήκης καθώς και του κοινόχρηστου πλυντηρίου που βρίσκονται επί του δώματος της πολυκατοικίας που βρίσκεται στην …στη συμβολή των οδών …και ... επαναφέροντας τα πράγματα στην προ της προσβολής κατάσταση και ειδικότερα :

α) να αποκαταστήσει το δάπεδο του κοινόχρηστου μικρού τμήματος της αποθήκης του δώματος ώστε να παύσει να αποτελεί απόληξη της εσωτερικής κλίμακας που συνδέει την ιδιοκτησία της εναγόμενης με το κοινόχρηστο αυτό τμήμα της αποθήκης, β) να καθαιρέσει τον τοίχο με την κατασκευή του οποίου καταργήθηκε η θύρα του κοινόχρηστου μικρού τμήματος της επί του δώματος αποθήκης και να κατασκευάσει νέα θύρα στο ίδιο σημείο, γ) να κατασκευάσει εκ νέου τον τοίχο που διαχώριζε το μικρό κοινόχρηστο τμήμα της ενιαίας αποθήκης από εκείνο που ανήκει στην αποκλειστική χρήση της εναγόμενης, επιφανείας 10,85 τ.μ.

και δ) να παραδώσει στην ενάγουσα κλειδί της θύρας του πλυντηρίου επί του δώματος, άλλως να ανεχθεί την επιχείρηση των άνω πράξεων από την ενάγουσα." "Απειλεί κατά της εναγομένης προσωπική κράτηση ενός μηνός και χρηματική ποινή χιλίων πεντακοσίων ευρώ (1.500) για κάθε παράβαση των διατάξεων της παρούσας αποφάσεως".

Από τα παραπάνω και ειδικότερα από την φράση του διατακτικού "άλλως να ανεχθεί την επιχείρηση των άνω πράξεων από την ενάγουσα" προκύπτει χωρίς καμιά αμφιβολία ότι το Εφετείο θεωρεί ότι οι αναφερόμενες ειδικότερα στο διατακτικό πράξεις, τις οποίες έχει υποχρέωση να ενεργήσει η εναγόμενη, μπορούν να γίνουν και από τρίτο πρόσωπο, ήτοι πρόσωπο άλλο πλην αυτής (εναγόμενης).

Για την περίπτωση δε που δεν ανεχθεί την ενέργειά τους από την ενάγουσα απειλεί κατ' αυτής (εναγόμενης) χρηματική ποινή και προσωπική κράτηση. Κατά συνέπεια έχει κρίνει το δικαστήριο εκείνο ότι συντρέχει εν προκειμένω περίπτωση εφαρμογής των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 945 § 1 και 947 § 1 Κ.Πολ.Δ., τις οποίες και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, αφού η αιτιολογία του, έστω και συνοπτική, κρίνεται επαρκής και χωρίς αντιφάσεις, ενώ περίπτωση εφαρμογής του άρθρου 946 § 1 του ίδιου Κώδικα δεν συντρέχει, διότι το τελευταίο αυτό άρθρο προβλέπει την περίπτωση εκτέλεσης επί ενέργειας πράξης που δεν μπορεί να γίνει από τρίτο, πράγμα που δεν συμβαίνει εν προκειμένω.Τα αντίθετα, συνεπώς, προβαλλόμενα με τον πέμπτο λόγο του κύριου δικογράφου της αναίρεσης και τον τρίτο πρόσθετο λόγο αυτής, ευρίσκοντα έδαφος εφαρμογής επί των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., είναι αβάσιμα και πρέπει να απορριφθούν.- VI.- Ο έκτος και τελευταίος των κύριων λόγων αναίρεσης, σύμφωνα με τον οποίο το Εφετείο με το να μην τάξει στην εναγόμενη προθεσμία προς εκτέλεση υπ' αυτής των όσων διαλαμβάνονται στο διατακτικό και αναφέρονται στην πιο πάνω υπ' αριθμ. 5 σκέψη, πέραν εκείνης που από το νόμο ορίζεται (άρθρ. 924 και 926 Κ.Πολ.Δ.), παραβίασε την καθιερούμενη με το άρθρο 25 του Συντάγματος αρχή της αναλογικότητας και έτσι κατέστησε την απόφασή του αναιρετέα κατά το άρθρο 559 αριθμ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δ., πρέπει να απορριφθεί πρωταρχικά ως απαράδεκτος.

Τούτο δε διότι στο χώρο του ιδιωτικού δικαίου, ήτοι στις σχέσεις μεταξύ ιδιωτών, επίκληση της αρχής της αναλογικότητας μπορεί να γίνει αν ο κοινός νομοθέτης είτε έχει παραβιάσει την αρχή αυτή, θεσπίζοντας με νόμο υπέρμετρους περιορισμούς ατομικών δικαιωμάτων, οπότε ο δικαστής μπορεί, ελέγχοντας τη συνταγματικότητα του νόμου, να μην εφαρμόσει αυτόν (άρθρ. 93 § 4 του Συντάγματος), είτε έχει παραλείψει να ασκήσει τις συνταγματικές του υποχρεώσεις, καταλείποντας κενό, οπότε η αρχή της αναλογικότητας καλείται επικουρικώς σε εφαρμογή (Ολ.

ΑΠ 6/2009, ΑΠ 265/2008), πράγματα που ούτε επικαλείται η αναιρεσείουσα, ούτε και συντρέχουν εδώ.- VII.- Με τον δεύτερο από τους πρόσθετους λόγους της αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθμ. 19 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, συνισταμένη στο ότι περιέχει αυτή ελλιπείς αιτιολογίες ως προς το ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης θέμα για την διάνοιξη της οπής στο δάπεδο του πατώματος της αποθήκης.

Από την επισκόπηση του περιεχομένου της πληττόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε επί του θέματος τούτου τα ακόλουθα : "...πλην όμως η τελευταία (εννοεί την εναγομένη) προέβη και σε σύνδεση του όλου κτίσματος της αποθήκης του δώματος ήτοι μικρού και μεγάλου, με την ιδιοκτησία της (Β2 διαμέρισμα) μέσω εσωτερικής κλίμακας και διάνοιξη οπής στο δάπεδο του κοινόχρηστου τμήματος της αποθήκης (μικρού τμήματος) κατά τρόπο ώστε το κοινόχρηστο αυτό τμήμα να αποτελεί απόληξη της εσωτερικής κλίμακας και να αποτελεί ολόκληρο το κτίσμα της αποθήκης προέκταση της ιδιοκτησίας της....Το ότι δε η διανοιχθείσα οπή στο δάπεδο του μικρού τμήματος της αποθήκης του δώματος, καθώς και η εσωτερική κλίμακα, κατασκευάσθηκαν από την εναγομένη αποδεικνύεται από την ένορκη βεβαίωση του τοπογράφου - μηχανικού Δ.

Τ., ο οποίος μελέτησε το συνημμένο στην συστατική της οροφοκτησίας πράξη σχεδιάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Ι. Ι., την ίδια την πράξη καθώς και το φάκελο της υπ' αριθμ. .../1997 αδείας που εκδόθηκε για την επισκευή του διαμερίσματος της εναγομένης, μετά δε την επίσκεψη και του χώρου του δώματος διαπίστωσε την κατάργηση της υπάρχουσας θύρας της αποθήκης, τη μετατροπή της χρήσης του πλυντηρίου και της αποθήκης σε δωμάτια.

Τα όσα δε αυτός βεβαίωσε δεν ανατρέπονται από άλλο αποδεικτικό μέσο και ιδίως την ένορκη βεβαίωση της Α. Κ., δικαιοπάροχο της εναγομένης που κατοικούσε σ' αυτό από το έτος 1975 έως το 1997, η οποία τίποτα σχετικά με το εριστό ζήτημα της κλίμακας και της υπάρξεως οπής στο δάπεδο του μικρού κοινόχρηστου τμήματος της αποθήκης δεν αναφέρει, εν όψει του ισχυρισμού της εναγομένης, ότι αυτά προϋπήρχαν της μεταβιβάσεως σ' αυτήν του Β2 διαμερίσματος.

Αντίθετα, τα παραπάνω στην ένορκη βεβαίωση αναφερόμενα από τον Δ. Τ. ενισχύονται και από την συστατική πράξη της οροφοκτησίας, αλλά και από τα μεταβιβαστικά συμβόλαια υπ' αριθμ. .../1987 από την Ι. Β. προς την Α. Κ. και υπ' αριθμ. .../1997 από την τελευταία προς την εναγόμενη, όπου στην περιγραφή του μεταβιβασθέντος Β2 διαμερίσματος, αλλά και της χρήσεως του μεγάλου τμήματος της αποθήκης του δώματος, ουδεμία αναφορά γίνεται σχετικά με το ουσιώδες αυτό στοιχείο της υπάρξεως οπής στο δάπεδο της τελευταίας και σύνδεσής της με το διαμέρισμα της εναγομένης".

Από τα προαναφερόμενα προκύπτει ότι το Εφετείο διέλαβε περί του ζητήματος τούτου πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες και τα αντιθέτως προβαλλόμενα με τον ερευνόμενο αυτό λόγο, με τον οποίο και υπό το πρόσχημα των ανεπαρκών αιτιολογιών πλήττεται στην πραγματικότητα η ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του δικαστηρίου, είναι αβάσιμα και πρέπει ν' απορριφθούν.- Β.- Επί της από 17.12.2011 και με αριθμό κατάθεσης 1036/2011 αίτησης αναίρεσης της Μ.

Α..- Ι.- Από τις διατάξεις του άρθρου 225 § § 1, 2 του Κ.Πολ.Δ. συνάγεται ότι παρέχεται η δυνατότητα στους διαδίκους και μετά την εκκρεμοδικία να μεταβιβάσουν το επίδικο πράγμα ή δικαίωμα, υπό τους όρους και προϋποθέσεις του ουσιαστικού δικαίου. Η μεταβίβαση, όμως, του επίδικου πράγματος ή δικαιώματος, που έγινε μετά την επέλευση της εκκρεμοδικίας, δεν επιφέρει μεταβολή στην έννομη σχέση της δίκης, διότι αυτή δεν αποβαίνει αναγκαίο παρακολούθημα της ουσιαστικής έννομης σχέσης, αλλά η δίκη συνεχίζεται μεταξύ των διαδίκων, εωσότου νομίμως περατωθεί.

Μέχρι τότε μόνος νομιμοποιούμενος να διεξαγάγει τη δίκη είναι ο διάδικος που μεταβίβασε μετά την επέλευση της εκκρεμοδικίας το επίδικο πράγμα ή δικαίωμα. Ο ειδικός διάδοχός του δεν αποκτά αυτοδικαίως την ιδιότητα του διαδίκου, ούτε εισέρχεται στη θέση του δικαιοπαρόχου του διαδίκου, αλλά έχει δικαίωμα, έως την έκδοση αμετάκλητης απόφασης, να ασκήσει παρέμβαση, ακόμη και για πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου (ΑΠ 1345/2009, ΑΠ 1727/2006, ΑΠ 1591/2003).

Περαιτέρω, κατά μεν το άρθρο 919 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ, η αναγκαστική εκτέλεση γίνεται, όταν πρόκειται για δικαστικές αποφάσεις, υπέρ και κατά των προσώπων έναντι των οποίων ισχύει δεδικασμένο, κατά δε το άρθρο 325 αριθ. 2 Κ.Πολ.Δ, το δεδικασμένο ισχύει υπέρ και κατά εκείνων που έγιναν διάδοχοι των διαδίκων όσο διαρκούσε η δίκη ή μετά το τέλος της.

Από το συνδυασμό αυτών των διατάξεων συνάγεται ότι στην περίπτωση της ειδικής διαδοχής το δεδικασμένο ισχύει και η εκτελεστότητα υφίσταται έναντι του διαδόχου, είτε πρόκειται περί εμπραγμάτων είτε περί ενοχικών δικαιωμάτων. Η δέσμευση, όμως, αφορά το επίδικο δικαίωμα και μόνο εκείνου που διαδέχεται επ' αυτού τον διάδικο.

Σύμφωνα λοιπόν με όλα όσα προαναφέρθηκαν, παρά την μεταβίβαση του δικαιώματος από τον ενάγοντα, η απόφαση που θα δεχθεί την αγωγή θα εκδοθεί στο όνομα του μεταβιβάσαντος, ο οποίος, όμως, δεν θα δικαιούται να προβεί σε εκτέλεση, εφόσον δεν είναι πλέον δικαιούχος αυτού. Αναγκαστική εκτέλεση νομιμοποιείται τότε να επισπεύσει μόνον ο ειδικός διάδοχος ως φορέας του δικαιώματος.- Στην προκειμένη περίπτωση, κατά την διάρκεια της εκκρεμοδικίας και ειδικότερα πριν την έκδοση της αναιρεσιβαλλόμενης υπ' αριθμ. 2508/2011 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, η ενάγουσα και ήδη δεύτερη των αναιρεσιβλήτων της ερευνόμενης δεύτερης των υπό κρίση αιτήσεων αναίρεσης Ι. (Ν.) Μ., δυνάμει του υπ' αριθμ. .../10.8.2009 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Αθανασίου Δημ.

Πετράκη, το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα, μεταβίβασε στην ήδη αναιρεσείουσα της εν λόγω αναίρεσης Μ. Α. το επίμαχο υπό στοιχεία Α - 2 διαμέρισμα. Η τελευταία αυτή άσκησε ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου την από 27.7.2010 και με αριθμό κατάθεσης 517/2010 παρέμβασή της υπέρ της ως άνω δικαιοπαρόχου της και κατά της πρώτης αναιρεσίβλητης Γ.

Ζ., ζητώντας να γίνει δεκτή η από 5.8.2002 και με αριθμό κατάθεσης 6926/2002 έφεση αυτής (δικαιοπαρόχου της), να εξαφανισθεί η υπ' αριθμ. 2853/2002 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και να γίνει δεκτή η από 7.5.2001 αγωγή της δικαιοπαρόχου της, αναγνωριζομένης όμως αυτής (παρεμβάσας) ως δικαιούχου του ασκηθέντος με την αγωγή δικαιώματος για σύγχρηση των αναφερομένων και περιγραφομένων στην αγωγή κοινοχρήστων και κοινοκτήτων χώρων.

Επί των εν λόγω παρέμβασης και έφεσης, οι οποίες συνεκδικάσθηκαν, εκδόθηκε η πληττόμενη απόφαση με την οποία κρίθηκε παραδεκτή η παρέμβαση, χαρακτηρισθείσα ως πρόσθετη, έγινε δεκτή η έφεση της ενάγουσας και μετά από εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης έγινε δεκτή η ένδικη αγωγή αυτής, χωρίς όμως να αποφανθεί ρητώς το δικαστήριο εκείνο (εφετείο) σχετικά με το προαναφερόμενο αίτημα της παρεμβάσας, όπως αναγνωρισθεί αυτή δικαιούχος του ασκηθέντος με την αγωγή δικαιώματος για σύγχρηση των αναφερομένων και περιγραφομένων σ' αυτή (αγωγή) κοινόχρηστων και κοινόκτητων χώρων της πολυώροφης οικοδομής, στην οποία κείται το κτηθέν από αυτή ως άνω υπό στοιχεία Α - 2 διαμέρισμα.

Ήδη δε με τον δεύτερο λόγο της αναίρεσής της η παρεμβάσα ειδική διάδοχος της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσα Μ. Α. προσάπτει στην πληττόμενη απόφαση την επί του άρθρου 559 αριθμ. 1 Κ.Πολ.Δ. τείνουσα να θεμελιωθεί πλημμέλεια, συνισταμένης στο ότι με την κατά τα άνω - έστω και σιωπηρώς γενομένη - απόρριψη του προαναφερθέντος αιτήματός της παραβιάσθηκαν οι διατάξεις των άρθρων του ΑΚ 455 (έννοια της εκχώρησης), 458 (μεταβίβαση παρεπομένων δικαιωμάτων), 513 (έννοια της πώλησης) και 1033 (κτήση ακινήτου με σύμβαση) και ειδικότερα στο ότι ενώ το δικαστήριο εκείνο έκρινε την παρέμβαση ως νόμιμη, εντούτοις αναγνώρισε ως δικαιούχο του επιμάχου δικαιώματος την ενάγουσα και ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη Ι.

Μ. και όχι αυτή. Αυτό το περιεχόμενο έχων ο λόγος αυτός είναι διττώς απορριπτέος ως απαράδεκτος α) για έλλειψη εννόμου συμφέροντος της αναιρεσείουσας προς υποβολή του, αφού, κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, νομιμοποιείται αυτή, ως φορέας του δικαιώματος, σε αναγκαστική εκτέλεση της εφετειακής απόφασης και β) λόγω αοριστίας του, συνισταμένης στο ότι δεν εξειδικεύεται το υπαγωγικό σφάλμα του δικαστηρίου σχετικά με εκάστη των φερομένων ως παραβιασθεισών ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων του ΑΚ.

Σε κάθε δε περίπτωση ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού, σύμφωνα και με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, με την έστω και σιωπηρή απόρριψη του ως άνω απορριφθέντος αιτήματος της αναιρεσείουσας ουδεμία διάταξη ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου παραβιάσθηκε από το Εφετείο.-

ΙΙ.- Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 68, 76 § § 1, 3, 80, 82, 83, 556 και 558 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει, ότι εκείνος που άσκησε πρόσθετη παρέμβαση έχει δικαίωμα να ασκήσει αναίρεση και όταν δεν ανέλαβε τον δικαστικό αγώνα, εφόσον έχει έννομο συμφέρον υφιστάμενο όταν με αυτή μπορεί να προστατευθεί δικαίωμα του παρεμβαίνοντος ή να αποτραπεί η δημιουργία σε βάρος του νομικής υποχρέωσης (Ολ.ΑΠ 28/2007, Ολ.ΑΠ 13/2006).

Η αναίρεση, όμως, απευθύνεται μόνο κατά του αντιδίκου του και όχι κατά του διαδίκου υπέρ του οποίου άσκησε την παρέμβαση, έστω και αυτοτελή (ΑΠ 1552/2010, ΑΠ 701/2009, ΑΠ 40/2008), ο οποίος, όμως, πρέπει να καλείται στη συζήτηση (άρθρ. 76 § 3, 110 § 2 Κ.Πολ.Δ.) κατά τον υπό του νόμου οριζόμενο τρόπο (άρθρ. 568 § 4 Κ.Πολ.Δ.), άλλως αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη (ΑΠ 2091/2009).- Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα Μ.

Α., η οποία, κατά τα εκτιθέμενα στην ως άνω υπ' αριθμ. Ι σκέψη της παρούσας, ενεργούσα υπό την ιδιότητά της ως ειδικής διαδόχου της νικήσασας ενάγουσας Ι. Μ. παρενέβη υπέρ αυτής προσθέτως - της παρέμβασής της αυτής έχουσας τον χαρακτήρα αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης (Κ.Πολ.Δ. 83, 325 αριθμ. 2, 919 αριθμ. 1) - επικαλούμενη ήδη έννομο συμφέρον, συνιστάμενο στην προστασία του δικαιώματός της για σύγχρηση των αναφερομένων και περιγραφομένων στην αγωγή της δικαιοπαρόχου της κοινόχρηστων και κοινόκτητων χώρων της πολυώροφης οικοδομής, στην οποία κείται το κτηθέν από αυτή ως άνω υπό στοιχεία Α - 2 διαμέρισμα, προσάπτει στο Εφετείο με τον πρώτο λόγο της αναίρεσής της την από τον αριθμό 16 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ.

αναιρετική πλημμέλεια. Συνίσταται δε αυτή στο ότι ενώ με την υπ' αριθμ. 1515/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου είχε αναιρεθεί η προηγουμένως εκδοθείσα επί της ένδικης υπόθεσης υπ' αριθμ. 3802/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών μόνο κατά την παραδοχή της ότι η από την δικαιοπάροχό της άσκηση της ένδικης αγωγής ήταν καταχρηστική και όχι και κατά την παραδοχή της ότι οι επίμαχοι χώροι αποτελούν κοινόχρηστους και κοινόκτητους χώρους των υπό στοιχεία Α - 2 και Β - 2 διαμερισμάτων αυτής και της πρώτης αναιρεσίβλητης Γ.

Ζ., αντίστοιχα, εν τούτοις το Εφετείο με την πληττόμενη απόφασή του, παραβιάζοντας το δεδικασμένο το οποίο απορρέει από την ως άνω υπ' αριθμ. 3802/2006 απόφαση, ερεύνησε εκ νέου το ζήτημα του αν οι επίμαχοι χώροι αποτελούν κοινόχρηστους και κοινόκτητους χώρους των διαμερισμάτων αυτών και εάν υφίσταται επ' αυτών δικαίωμα συγκυριότητας και σύγχρησης εκ μέρους των εκάστοτε ιδιοκτητών των εν λόγω διαμερισμάτων.

Έτσι δε - ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα - παρασχέθηκε στην πρώτη αναιρεσίβλητη Γ. Ζ. η δυνατότητα άσκησης αναίρεσης κατά της ήδη πληττόμενης απόφασης του Εφετείου και ως προς τις παραδοχές της περί την ύπαρξη στο πρόσωπο της δικαιοπαρόχου της και κατ' επέκταση και αυτής του δικαιώματος σύγχρησης των επίμαχων χώρων, πράγμα που δεν θα συνέβαινε αν το Εφετείο με την πληττόμενη απόφασή του είχε διαγνώσει την ύπαρξη δεδικασμένου ως προς το ζήτημα αυτό, απορρέοντος από την ως άνω υπ' αριθμ. 3802/2006 απόφασή του.

Ο ερευνόμενος αυτός λόγος της αναίρεσης είναι, μετά την προηγηθείσα έρευνα και απόρριψη της αναίρεσης της Γ. Ζ., απορριπτέος ως άνευ εννόμου συμφέροντος προβαλλόμενος (απαράδεκτος), σε κάθε δε περίπτωση ως καταστάς πλέον άνευ αντικειμένου. Τέλος, η αναφορά στο δικόγραφο της αναίρεσης και της δικαιοπαρόχου της αναιρεσείουσας Ι.

Μ. εκτιμάται από το Δικαστήριο τούτο ότι ενέχει τον χαρακτήρα της κλήτευσής της - ως υπέρ ης η πρόσθετη παρέμβαση - για να παραστεί στη συζήτηση αυτής (αναίρεσης) και όχι εκείνον της αναιρεσίβλητης και, συνεπώς, δεν συντρέχει νόμιμος λόγος καταδίκης της εν λόγω αναιρεσείουσας στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων αυτής (Ι.

Μ.). Κατόπιν λοιπόν όλων όσων προαναφέρθηκαν πρέπει να απορριφθούν αμφότερες οι συνεκδικαζόμενες αιτήσεις αναίρεσης και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα εκάστης τούτων στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης εκάστης εξ αυτών, η οποία έχει καταθέσει και προτάσεις (άρθρ. 176, 183 Κ.Πολ.Δ.), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.-

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Συνεκδικάζει τις από α) 12.7.2011 και με αριθμό κατάθεσης 598/2011 και β) 17.12.2011 και με αριθμό κατάθεσης 1036/2011 αιτήσεις της Γ. συζ. Ι. Ζ. και της Μ. Α., αντίστοιχα, για αναίρεση της εκδοθείσας κατά την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών υπ' αριθμ. 2508/2011 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Απορρίπτει αυτές.- Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα εκάστης αναίρεσης στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης εκάστης τούτων, κατά τα εις το σκεπτικό ειδικότερον εκτιθέμενα, τα οποία προσδιορίζει για εκάστη αναίρεση στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.-

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Ιουλίου 2013.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 15 Οκτωβρίου 2013.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ