1901/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα , Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Εμμανουήλ Καλούδη και του αρχαιοτέρου της συνθέσεως Αρεοπαγίτη Γεωργίου Γιαννούλη), Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Τίγγα και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1901/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Με την κρινόμενη 950/24-9-2010 αίτηση αναιρέσεως, με τους με ιδιαίτερο, α)117/13-7-2011 και β) 122/19-7-2011, δικόγραφο πρόσθετους αυτής λόγους, προσβάλλεται η 425/28-1-2010 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 52 ΚΠολΔ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων.
Full text
Απόφαση 1901 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1901/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα , Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Εμμανουήλ Καλούδη και του αρχαιοτέρου της συνθέσεως Αρεοπαγίτη Γεωργίου Γιαννούλη), Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Τίγγα και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Δεκεμβρίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμος Εταιρίας "ΓΕΡΑΚΙΝΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΟΥ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ" που εδρεύει στη Γερακινή Χαλκιδικής, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της, Παναγιώτη Μάζη, Δημήτριο Ζωητό και Γεώργιο Πέτσα.
Της αναιρεσιβλήτου: Εταιρίας με την επωνυμία ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ, που εδρεύει στην Αθήνα, η οποία εκπροσωπήθηκε δια των πληρεξουσίων δικηγόρων της Δημήτριου Τσικρικά, Γεώργιου Τριανταφυλλάκη και Θεόδωρου Λύτρα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-12-1995 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 10497/1996 μη οριστική και 5449/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου. Κατά της τελευταίας απόφασης ασκήθηκαν οι από 26-2-2004 και 6-10-2005 αντίθετες εφέσεις, επί των οποίων συνεκδικαζομένων εκδόθηκε η 3253/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η ήδη αναιρεσείουσα με την από 2-10-2006 αίτησή της και τους από 27-12-2006 πρόσθετους λόγους της. Ο Άρειος Πάγος εξέδωσε την 1499/2008 απόφασή του, με την οποία ανήρεσε την 3253/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, από άλλους δικαστές.
Εκδόθηκε η 425/2010 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεσή της ζητεί η ήδη αναιρεσείουσα με την από 24-9-2010 αίτησή της και τους από 13-7-2011 και 19-7-2011 πρόσθετους λόγους της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Λεοντής ανέγνωσε την από 7-11-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου λόγου του κυρίου δικογράφου και του με στοιχείο (β) πρόσθετου λόγου, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό της παρούσης περιεχόμενό του και την απόρριψη των λοιπών λόγων της 950/24-9-2010 αιτήσεως με τους με ιδιαίτερα (α) 117/13-7-2011 και (β) 122/19-7-2011 δικόγραφα πρόσθετους αυτής λόγους, για αναίρεση της 425/28-1-2010 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσείουσας ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως, οι πληρεξούσιοι της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη 950/24-9-2010 αίτηση αναιρέσεως, με τους με ιδιαίτερο, α)117/13-7-2011 και β) 122/19-7-2011, δικόγραφο πρόσθετους αυτής λόγους, προσβάλλεται η 425/28-1-2010 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 52 ΚΠολΔ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων.
Ειδικότερα, με την 635/19-1-1996 αγωγή η δι' αυτής ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα εδίωκε, κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική διαδικασία αντικείμενο αυτής, Α. να αναγνωρισθεί Ι. η ακυρότητα των περιεχομένων στην .../4-2-1994 πράξη του Συμ/φου Αθηνών Αρ. Δράγιου δηλώσεων της αρχικώς εναγομένης "ΕΘΝΙΚΗΣ ΚΤΗΜΑΤΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ", στη δικονομική θέση της οποίας υπησείλθε στη συνέχεια με απορρόφησή της δια συγχωνεύσεως η ήδη αναιρεσίβλητη "ΕΘΝΙΚΗ ΚΤΗΜΑΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ", α) περί υπαναχωρήσεως από τη συνομολογηθείσα μεταξύ των αρχικών διαδίκων και διατυπούμενη στο .../15-3-1990 συμβόλαιο του συμ/φου Αθηνών σύμβαση πωλήσεως του περιγραφομένου στο εν λόγω συμβόλαιο ξενοδοχείου, β)ματαιώσεως της αναβλητικής αιρέσεως υπό την οποία τελούσε η προς την ενάγουσα μεταβίβαση της κυριότητας του πωληθέντος ξενοδοχείου και γ)πληρώσεως της διαλυτικής αιρέσεως υπό την οποία τελούσε η προς την ενάγουσα μεταβίβαση της νομής του ξενοδοχείου, με θεμελίωση των εν λόγω αιτημάτων στην κατά επικουρική σειρά προβολή των αγωγικών ισχυρισμών i)ότι δεν είναι υπαίτια για τη μη εκπλήρωση των απορρεουσών από τη σύμβαση πωλήσεως υποχρεώσεών της για καταβολή του συνομολογηθέντος τιμήματος από λόγους ανωτέρω βίας και εντεύθεν υπερήμερη και ii)ότι η άσκηση του δικαιώματος υπαναχωρήσεων από τη σύμβαση από την πρώτη εναγομένη είναι καταχρηστική και
ΙΙ α) η ισχύς εντεύθεν της συνομολογηθείσης μεταξύ των αρχικών διαδίκων συμβάσεως πωλήσεως και εντεύθεν β) ότι είναι ο νομέας του ξενοδοχειακού συγκροτήματος, και επικουρικώς Β. την μείωση της συνομολογηθείσης ποινικής ρήτρας, με υποχρέωση της εναγομένης να αποδόσει κατά τις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις την προκύπτουσα διαφορά χρηματικού ποσού σε σχέση με εκείνο το οποίο από την αιτία αυτή κατέβαλε.
Επί των εν λόγω παραδεκτώς αντικειμενικώς σωρευομένων και με στοιχ. Α. και Β. χαρακτηριζομένων αγωγών (ΚΠολΔ 218 παρ. 1, 219 παρ. 1,2) εκδόθηκε η 10497/1996 μη οριστική κατά τούτο απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία τάχθηκε το οικείο σε βάρος της ενάγουσας θέμα αποδείξεως, και στη συνέχεια, μετά την διεξαγωγή τους, κατά μερική παραδοχή των με στοιχ Α κύριων αγωγών κατά τη με στοιχ (ii) επικουρικώς διατυπούμενη βάση τους, χωρίς προηγούμενη εξέταση της με στοιχ. (i) κύριας βάσεως, η 5449/2003 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και σε δεύτερο βαθμό, ύστερα από τις (Ι) 8777/11-10-2005 και (ΙΙ) 1582/1-3-2004 εφέσεις των διαδίκων, συνεκδικαζόμενες, η 3253/2006 οριστική απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με παραδοχή της με στοιχ (ΙΙ) εφέσεως της εναγομένης.
Η εν λόγω απόφαση αναιρέθηκε, κατ' αποδοχή αιτήσεως αναιρέσεως της ηττηθείσης εκκαλούσης εφεσίβλητης (εναγούσης) με την 1499/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου και παραπέμφθηκε προς περαιτέρω εκδίκασή της στο αυτό Εφετείο Αθηνών, κατά την ενώπιον του οποίου επακολουθήσασα συζήτηση αυτής εκδόθηκε η 425/2010 οριστική αυτού απόφαση, με κατ' ουσίαν απόρριψη της με στοιχ (Ι) έφεση της εναγούσης.
Αντίθετα, κατ' αποδοχή της με στοιχ (ΙΙ) εφέσεως της εναγομένης, εξαφάνιση της προσβαλλομένης δι' αυτής πρωτοβάθμιας αποφάσεως και εξετάσει κατ' ουσίαν της υποθέσεως, απορρίφθηκαν οι με στοιχ Α κύριες αγωγές ως κατ' ουσίαν αβάσιμες και έγιναν μερικώς δεκτές οι επικουρικώς διατυπούμενες με στοιχ Β αγωγές, κρίση της την οποία στήριξε στις ακόλουθες αναιρετικώς ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της.
Ειδικότερα, διέλαβε στις αιτιολογίες της, κατ' ακριβή κατά τούτο αντιγραφή της, "Η τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "Ανώνυμη Εταιρεία Εθνική Κτηματική Τράπεζα της Ελλάδος" (αρχικώς εναγομένη) στην παρούσα δίκη είχε στην κυριότητα νομή και κατοχή της ένα ξενοδοχείο β' τάξης, το οποίο απέκτησε από αναγκαστικό πλειστηριασμό και σύμφωνα με την με αριθμό .../2-3-1984 περίληψη κατακυρωτικής εκθέσεως του συμβολαιογράφου Πολυγύρου Χαλκιδικής Χρήστου Γ.
Κοσμέτη, που νόμιμα μετέγραψε στα οικεία βιβλία του Υποθηκοφυλακείου Πολυγύρου. Την ως άνω κυρία του ξενοδοχείου διαδέχθηκε κατά την διάρκεια της παρούσης δίκης ως καθολική διάδοχος η εδώ εκκαλούσα - εφεσίβλητη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.". Το παραπάνω ξενοδοχείο βρίσκεται στην κτηματική περιφέρεια του Δήμου Πολυγύρου στη θέση "Γκούσι- Λαγκάδι" της περιοχής του τότε συνοικισμού Γερακινής Πολυγύρου, επί της παλαιάς επαρχιακής οδού Ν.
Μουδανιών -Ορμυλίας. Αποτελείται α) από κτίσμα πέντε (5) ορόφων με υπόγειο εν μέρει και δώμα, συγκρότημα BUNGALOWS, συγκρότημα εισόδου, εστιατόριο, χώρους υποδοχής, αγοράς, διαθέτει δύο θερμαινόμενες κολυμβητικές δεξαμενές, αποδυτήρια, ντους και με όλα τα συστατικά και παραρτήματα αυτού και β) οικόπεδο εκτάσεως 100.000 τετραγωνικών μέτρων περίπου.
Η ενάγουσα της υπό κρίση αγωγής και ήδη εφεσίβλητη -εκκαλούσα εταιρεία με την επωνυμία "ΓΕΡΑΚΙΝΑ Ανώνυμος Εταιρεία Τουριστικών Επιχειρήσεων", δυνάμει του από 14-5-1984 ιδιωτικού συμφωνητικού, που κατάρτισε με την προαναφερόμενη ιδιοκτήτρια του ξενοδοχείου, μίσθωσε τούτο για το χρονικό διάστημα από 15.5.1984 ως 31.12.1989.
Η μίσθωση τελικά διήρκησε μέχρι την 15.3.1990, ημερομηνία μέχρι την οποία παρατάθηκε σιωπηρώς. Ως μίσθωμα για την παραπάνω μίσθωση ορίσθηκε ποσό ίσο με το 15% των από οποιασδήποτε αιτία ετησίων ακαθαρίστων εισπράξεων του ξενοδοχείου από τη μισθώτρια. Στα πλαίσια αυτής της συμφωνίας αποδείχτηκε ότι η ενάγουσα κατέβαλε κατά το πρώτο μισθωτικό έτος (1984) 8.827.000 δραχμές, το 1985 30.069.000 δραχμές, το 1986 56.500.000 δραχμές, το 1987 78.223.000 δραχμές, το 1989 66.000.000 δραχμές και μέχρι 15.3.1990 45.843.000 δραχμές, συνολικά δε 392.059.000 δραχμές, ενώ δεν αποδείχθηκε ότι κατά τη διάρκεια της ως άνω σύμβασης μισθώσεως υποβλήθηκε η ενάγουσα για επισκευές και προσθήκες στο μίσθιο, σε δαπάνες ύψους 117.000.000 δραχμών.
Αποδείχθηκε περαιτέρω ότι στις 6.11.1987 και ενώ η μεταξύ της ενάγουσας και της δικαιοπαρόχου της εναγομένης μίσθωση βρισκόταν ακόμη σε ισχύ, προσυμφώνησαν, δυνάμει του με αριθμό .../6.11.1987 προσυμφώνου συμβολαίου του συμβ/φου Αθηνών Ιωάννη Ρούσκα, την πώληση του ως άνω ξενοδοχειακού συγκροτήματος από την εκμισθώτρια ιδιοκτήτρια προς τη μισθώτρια.
Ακολούθως με τις με αριθμούς .../27.1.1988 και .../27.7.1988 πράξεις παράτασης προθεσμίας του ίδιου ως άνω συμβολαιογράφου Αθηνών, η αρχικά ορισμένη, για την κατάρτιση του οριστικού συμβολαίου πώλησης προθεσμία παρατάθηκε για λόγους που αφορούσαν αποκλειστικά τη μέλλουσα αγοράστρια (ενάγουσα). Τελικώς, η οριστική πώληση καταρτίστηκε με το με αριθμό .../15.3.1990 οριστικό συμβόλαιο του ίδιου ως άνω συμβολαιογράφου αντί τιμήματος 698.180.000 δραχμών.
Έναντι του παραπάνω τιμήματος, η αγοράστρια εταιρεία είχε ήδη καταβάλει: α) 100.000.000 δραχμές κατά την υπογραφή του ως άνω προσυμφώνου, β) 232.000.000 δραχμές κατά την υπογραφή της με αριθμό .../88 πράξης παράτασης της προθεσμίας υπογραφής του οριστικού συμβολαίου γ) το ποσό των 3.763.000 δραχμών κατά την υπογραφή της νέας παράτασης (.../88) προθεσμίας υπογραφής του οριστικού συμβολαίου και δ) 14.907.000 δραχμές στις 14.3.1990.
Με το προαναφερόμενο οριστικό συμβόλαιο συμφωνήθηκαν επιπροσθέτως τα ακόλουθα: α) το υπόλοιπο τίμημα ύψους 347.510.000 δραχμών πιστώθηκε, η δε αγοράστρια υποσχέθηκε να καταβάλει τούτο σε εικοσιτέσσερις (24) ίσες, εξαμηνιαίες, συνεχείς, έντοκες τοκοχρεωλυτικές δόσεις σύνθετης χρεωλυσίας, με επιτόκιο 21,50% ετησίως, (πλέον τυχόν τόκων υπερημερίας, χαρτοσήμου, Φ.Κ.Ε.
ή Ε.Φ.Τ.Ε. ή οποιουδήποτε άλλου φόρου, τέλους εισφοράς υπάρχει ή θα επιβληθεί σε βάρος της πωλήτριας), β) ή πρώτη τοκοχρεωλυτική δόση θα καταβαλλόταν την 1.1.1991 και η τελευταία την 1.1.2002. Οι ενδιάμεσες δόσεις θα ήταν καταβλητέες την 1η Ιανουαρίου και την 1η Ιουλίου κάθε έτους, τη δε 1η Ιουλίου 1990 θα καταβάλονταν από την αγοράστρια στην πωλήτρια, οι μέχρι τότε απλοί τόκοι επί του πιστούμενου τιμήματος των 347.510.000 δραχμών, γ) μέχρι να εξοφληθεί το υπόλοιπο τίμημα, οι τόκοι (συμβατικοί και υπερημερίας), φόροι, τέλη, εισφορές και λοιπές επιβαρύνσεις, η κυριότητα του παραπάνω συγκροτήματος θα παρέμεινε στην πωλήτρια τράπεζα, δ) στην αγοράστρια παραχωρήθηκε από την ημέρα υπογραφής του οριστικού αγοραπωλητηρίου συμβολαίου μόνο η νομή (υπό την κατωτέρω εκτιθέμενη διαλυτική αίρεση), η κατοχή και η χρήση του εδώ επιδίκου ακινήτου, ε)σε περίπτωση καθυστέρησης καταβολής οποιασδήποτε δόσεως ή μέρους αυτής μετά των τόκων και λοιπών επιβαρύνσεων θα λογίζονται τόκοι υπερημερίας, μέχρι του ανωτάτου επιτρεπόμενου από το νόμο ορίου και μάλιστα από την πρώτη ημέρα της καθυστέρησης επί ολόκληρου του οφειλομένου τότε τιμήματος επί ολοκλήρου με τους τόκους και λοιπά έξοδα που βαρύνουν την αγοράστρια, στ) στην περίπτωση που η αγοράστρια καθυστερήσει την καταβολή στην πωλήτρια (ΕΚΤΕ Α.Ε.) και μίας δόσεως ή μέρος αυτής με τους τόκους της, τυχόν τόκους υπερημερίας, τέλη, φόρους κ.λ.π πάσης φύσεως έξοδα που βαρύνουν αυτή, παρέχεται το δικαίωμα στην πωλήτρια, με μονομερή δήλωση της προς την αγοράστρια να υπαναχωρήσει από την ανωτέρω σύμβαση πωλήσεως και να κηρύξει την αγοράστρια έκπτωτη από κάθε δικαίωμα που είχε από αυτήν (πώληση), ζ)σε περίπτωση υπαναχώρησης της τράπεζας οι καταβολές που έχουν γίνει στην πωλήτρια και τα ποσά που θα είχαν καταβληθεί μέχρι τότε καταπίπτουν αυτοδικαίως υπέρ της πωλήτριας, λόγω αποζημιώσεως για την στέρηση της χρήσεως του πωλουμένου ακινήτου (κτιριακού συγκροτήματος) και εν πάση περιπτώσει λόγω ποινικής ρήτρας.
Συμφωνήθηκε περαιτέρω ότι οι βελτιώσεις και οποιαδήποτε έργα έχουν γίνει ή θα γίνουν στο ακίνητο, θα παραμείνουν σε όφελος της πωλήτριας λόγω αποζημίωσης για τη χρήση του ακινήτου και εν πάση περιπτώσει λόγω αποζημιώσεως και ποινικής ρήτρας, η)επίσης στην περίπτωση της υπαναχώρησης αυτής η αγοράστρια έχει την υποχρέωση να παραδώσει αμέσως στην πωλήτρια τη νομή, κατοχή και χρήση του πωλούμενου ακινήτου και σε περίπτωση που αυτή (αγοράστρια) αρνηθεί, δικαιούται η πωλήτρια να το αφαιρέσει με εκτέλεση του οριστικού συμβολαίου αγοραπωλησίας του.
Τέσσερα έτη μετά την κατάρτιση του παραπάνω συμβολαίου και συγκεκριμένα στις 4.12.1994, η πωλήτρια τράπεζα, κατ' εφαρμογή των παραπάνω όρων συνέταξε μονομερώς ενώπιον του συμβολαιογράφου Αθηνών Αριστείδη Δράγιου τη με αριθμό .../4.2.1994 δήλωση ματαιώσεως μεταβίβασης κυριότητας ακινήτου λόγω μη πληρώσεως αναβλητικής αιρέσεως και πληρώσεως διαλυτικής αιρέσεως και ανατροπής των αποτελεσμάτων της για τη νομή του ως άνω ακινήτου, επικαλούμενη ότι η αγοράστρια δεν είχε πληρώσει ορισμένες από τις συμφωνημένες εξαμηνιαίες τοκοχρεωλυτικές δόσεις και υπαναχώρησε από τη σύμβαση, κηρύσσοντας έκπτωτη την αγοράστρια από κάθε συμβατικό της δικαίωμα.
Ακολούθως συντάχθηκε η με αρ. 188/31.3.94 έκθεση βίαιης αποβολής και εγκατάστασης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Πολυγύρου ..., η οποία ωστόσο δεν εκτελέσθηκε, καθόσον οι τότε συμβαλλόμενοι κατέληξαν σε συμφωνία βάσει της οποίας παραχωρήθηκε με την .../19.4.04 πράξη του συμβολαιογράφου Αθηνών Αριστείδη Δράγιου στην αγοράστρια η χρήση του ξενοδοχείου μέχρι την 30.11.94, έναντι αποζημιώσεως χρήσεως ύψους 150.000.000 δραχμών, που τμηματικά καταβλήθηκε από την ενάγουσα στην εναγομένη τράπεζα.
Η αγοράστρια εταιρεία, έναντι του υπολοίπου τιμήματος ύψους 347.510.000 δραχμών, το οποίο έπρεπε να καταβάλει σε 24 ίσες έντοκες τοκοχρεωλυτικές δόσεις ύψους 40.883.453 δραχμών εκάστη, και οι οποίες, για το χρονικό διάστημα από 1.1.91 (χρόνος καταβολής της πρώτης δόσης) μέχρι την 1.1.94 (πριν την κατάρτιση της ως άνω δηλώσεως ματαιώσεως της μεταβιβάσεως του ακινήτου) ανέρχονταν σε 286.184.171 δραχμές (7 δόσεις χ 40.883.453 δραχμές), κατέβαλε κατά διάφορα χρονικά διαστήματα το ποσό των 195.000.000 δραχμών (χωρίς όμως να τηρήσει τις ως άνω συμβατικές της υποχρεώσεις ως προς τη δήλη ημέρα καταβολής και το συμφωνηθέν ως άνω ποσό των επί μέρους δόσεων με συνέπεια αυτές να προσαυξάνονται με τόκους συμβατικούς και υπερημερίας, που σύννομα ανατοκίζονταν ανά εξάμηνο, που συνέπιπτε με την καταβολή κάθε μιας δόσης, λογιζόμενες ως πιστώσεις της πωλήτριας προς την αγοράστρια, με όλες τις επιβαρύνσεις, που συμφωνούνται στην περίπτωση υπερημερίας του δανειζομένου).
Συγκεκριμένα στις 16.4.1992( ήτοι ένα χρόνο και δυόμιση μήνες μετά την καθορισμένη κατά τα ανωτέρω δήλη ημέρα καταβολής της προαναφερόμενης πρώτης δόσης) κατέβαλε 80.000.000 δραχμές. Στις 30.7.1992 και στις 2.9.1992 κατέβαλε αντιστοίχως 10.000.000 και 5.000.000 δραχμές. Τέλος, στις 19.5.1993 κατέβαλε 100.000.000 δραχμές. Σημειώνεται ότι η πωλήτρια τράπεζα, πριν την ως άνω άσκηση του δικαιώματος υπαναχώρησης, που είχε συμβατικά επιφυλάξει για τον εαυτό της από την καθυστέρηση της πρώτης δόσης του καταβλητέου τιμήματος, κατά τον διαδραμόντα χρόνο, μετά τη μη πληρωμή της πρώτης δόσης και εντεύθεν, άρχισε να οχλεί την ενάγουσα προφορικώς και εγγράφως με επιστολές (από 24.6.1991 και 8.1.1992) και στη συνέχεια με την αποστολή εξώδικων προσκλήσεων (στις 18.3.1992 και 5.5.1993), ζητώντας από την ενάγουσα να τηρήσει τις συμβατικές της υποχρεώσεις, όπως αυτές απέρρεαν από το αγοραπωλητήριο συμβόλαιο, καταβάλοντας τις ληξιπρόθεσμες οφειλές της.
Στις 19.1.1994 η ενάγουσα με επιστολή της γνωστοποίησε στην εναγομένη ότι κατόπιν διαπραγματεύσεων με την τράπεζα "CITIBANK INTERΝATIOΝΑL", είχε επιτύχει την έγκριση δανείου ύψους 2.500.000 δολαρίων ΗΠΑ για την εκπλήρωση των προς αυτή υποχρεώσεων της και ότι η ως άνω τράπεζα ζητούσε προς εξασφάλιση της να εγγράψει Α' προσημείωση υποθήκης στο επίμαχο ακίνητο (στην αγωγή βέβαια και τις προτάσεις της αλλά και από το μαρτυρά της αναφέρεται ως δανείστρια τράπεζα η ΕΤΕΒΑ).
Όπως προκύπτει και από το περιεχόμενο των επιστολών που μεταξύ τους αντηλλάγησαν, η πωλήτρια τράπεζα (εναγομένη) ζήτησε (προκειμένου να εξετάσει το ως άνω αίτημα της ενάγουσας), την προσκόμιση στοιχείων (αίτησης, μελέτης κ.λ.π), που να επιβεβαιώνει το γεγονός της επικαλούμενης εγκρίσεως. Η ενάγουσα, διαβεβαιώνοντας την για μία ακόμη φορά ότι οι διαπραγματεύσεις για τη λήψη του δανείου από τη CITIBANK είχαν σχεδόν ολοκληρωθεί με τη συνεργασία της ΕΤΕΒΑ δεν την εφοδίασε με τα στοιχεία που η τράπεζα ζήτησε, αλλά την παρέπεμψε σε πρόσωπο με το όνομα Τ.
παραθέτοντας και το τηλέφωνο της, ως υπεύθυνης για διευκρινήσεις. Ο ισχυρισμός της ενάγουσας ότι η εναγομένη την διαβεβαίωνε ότι δεν θα προέβαινε στην άσκηση των, από το επίμαχο συμβόλαιο πώλησης, προαναφερομένων δικαιωμάτων, μέχρις ότου αυτή (ενάγουσα) λάβει το ως άνω επικαλούμενο δάνειο (δεν αποδείχθηκε).
Εξ άλλου δεν αποδείχθηκε ότι υπήρχαν εξ αρχής προοπτικές βέβαιης χρηματοδότησης της ενάγουσας, όπως παρακάτω θα αναπτυχθεί ενόψει της οικονομικής της κατάστασης. Δεν αποδείχθηκε επίσης ότι είχε εγκριθεί οποιοδήποτε ποσό δανείου από την τράπεζα CITIBANK, όπως η ενάγουσα διαβεβαίωνε την πωλήτρια. Αντίθετα, αποδείχθηκε σύμφωνα και με το με αριθμό πρωτ. 307/01 έγγραφο της τράπεζας ΕΤΕΒΑ, ότι το αίτημα χρηματοδότησης ύψους 750 εκατομμυρίων δραχμών, που υπέβαλε προς αυτήν η ενάγουσα, απορρίφθηκε το Μάρτιο του 1994 από το αρμόδιο υπηρεσιακό συμβούλιο της Τράπεζας, χωρίς να αποδειχθεί ότι τούτο οφείλεται σε καθ' οιονδήποτε τρόπο ανάμειξη ή ενέργεια της εναγομένης.
Τα περί απόσυρσης του σχετικού αιτήματος της μετά την υπαναχώρηση της εναγομένης, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η ενάγουσα, δεν αποδείχθηκαν. Το γεγονός ότι η απόρριψη του αιτήματος δανειοδότησης έγινε (χρονικώς) μετά την υπαναχώρηση της Τράπεζας δεν ασκεί έννομη επιρροή, εφόσον δεν αποδείχθηκε κατά τα προεκτεθεντα ότι επηρεάσθηκε με οποιονδήποτε τρόπο το πρώτο από το δεύτερο.
Στο σημείο τούτο πρέπει να επισημανθεί ότι από την επισκόπηση της με αριθμό 10497/96 προδικαστικής απόφασης του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου προκύπτει ότι είχε τεθεί θέμα απόδειξης περί της επικαλούμενης (μεταγενέστερης) συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων για αναμονή της εναγομένης μέχρι η ενάγουσα να λάβει το προαναφερόμενο δάνειο, παρά τους αντίθετους και αβάσιμους ισχυρισμούς της τελευταίας στο σχετικό λόγο της έφεσης της.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η συγκεκριμένη ξενοδοχειακή μονάδα, που κατασκευάστηκε στη δεκαετία του 1970, αποτελούσε τη δεύτερη σε δυναμικότητα κλινών (μετά το ξενοδοχείο ATHOS PALACE) μονάδα της Χαλκιδικής με 955 κλίνες, σύμφωνα και με τους πίνακες που προσαρτώνται στο από 4.9.1992 έγγραφο της "ΕΝΩΣΗΣ ΞΕΝΟΔΟΧΩΝ ΧΑΛΚΙΔΙΚΗΣ".
Κατά την τουριστική περίοδο του έτους 1990 (Μάιο -Οκτώβριο) το σύνολο των κλινών του επίδικου ξενοδοχείου που πληρώθηκαν ανήλθε σε 152.211,με πρώτο από τα 14 ξενοδοχεία της Χαλκιδικής άνω των 200 κλινών εκείνο του Sanibeaac (με 152.431 πληρωθείσες κλίνες). Συγκεκριμένα το Μάιο του έτους αυτού είχε πληρότητα κλινών 20510, τον Ιούνιο 22.969, τον Ιούλιο 22.913, τον Αύγουστο 36.522, το Σεπτέμβριο 28742 και τον Οκτώβριο 13555.
Κατά την τουριστική περίοδο του έτους 1991 το σύνολο των κλινών του "Γερακίνα" που πληρώθηκαν ανήλθε σε 153.090 (πρώτο μεταξύ των προαναφερομένων ξενοδοχείων) και συγκεκριμένα καλύφθηκαν 27.702 κλίνες τον Μάιο, 25574 κλίνες τον Ιούνιο, 27.953 κλίνες τον Ιούλιο, 32,859 κλίνες τον Αύγουστο, 26,582 κλίνες το Σεπτέμβριο και 12421 τον Οκτώβριο.
Κατά το έτος 1992 πληρώθηκαν κατά το μήνα Μάιο 18.670 κλίνες, τον Ιούνιο 27408 κλίνες και τον Ιούλιο 30622 κλίνες. Για τους υπόλοιπους μήνες Αύγουστο, Σεπτέμβριο, Οκτώβριο του έτους αυτού δεν προσκομίζονται αντίστοιχα στοιχεία. Αποδείχθηκε περαιτέρω (σύμφωνα και με το περιεχόμενο της από 15.1.2009 έκθεσης των ορκωτών λογιστών Β.
Τ. - Μ. Γ., μετά από διερεύνηση των αποτελεσμάτων χρήσεως - επενδύσεων και αριθμοδεικτών επί της ρευστότητας για την£ περίοδο 1990-1993 της ενάγουσας εταιρείας που εκμεταλλεύεται το ως άνω ξενοδοχείο, σε συνδυασμό και με το περιεχόμενο των δημοσιευμένων ισολογισμών της των αντιστοίχων ετών, που με επίκληση από την ίδια προσκομίζονται), ότι αυτή κατά το έτος 1990 είχε έσοδα 601,041.117 δραχμές, το έτος 1991 είχε έσοδα 706.362.700 δραχμές, το έτος 1992 τα έσοδα της ανέρχονταν σε 734.948.188 δραχμές και το 1993 σε 706.362.700 δραχμές, συνολικά δε κατά την ως άνω τριετία τα έσοδα της ανήλθαν σε 2.879.429.857 δραχμές.
Αντιστοίχως τα έξοδα της ανήλθαν σύμφωνα με τα προαναφερθέντα στοιχεία σε 691.884.724 δραχμές το έτος 1990, σε 769.593.744 δραχμές το έτος 1991, σε 917.364.119 δραχμές το έτος 1992 και σε 889.670.764 δραχμές το έτος 1993, συνολικά δε κατά την τριετία 1990-1993 σε 3.268.513.351 δραχμές με συνέπεια από την αντιπαραβολή εσόδων - εξόδων να προκύπτει ζημία 389.083.494 δρχ.
για την ως άνω τριετία. Από την ίδια ως άνω έκθεση προκύπτει ότι η εταιρεία εκινείτο με ξένα κεφάλαια σε ποσοστό 90,16% το 1990, 96,47% το 1991, 78,37% το 1992 και 83,03% το 1993. Προκύπτει ωστόσο ότι το ταμείο της (ρευστότητα) μειώθηκε κατά 390.000.000 δραχμές στις 31.12.93, τα οποία σύμφωνα και με τα βιβλία της εταιρείας (βλ. και από 30.3.94 πιστοποιητικό του ορκωτού λογιστή Ι.
Π.) καταβλήθηκαν στον Δ/ντα Σύμβουλό της για αγορά μετοχών (185.000.000 δραχμές) τριών ανωνύμων εταιρειών που δεν ελέγχονται από ορκωτό λογιστή και 205.000.000 δραχμές για συμμετοχή στην αύξηση μετοχικού κεφαλαίου της μιας εξ αυτών. Καταμέτρηση των μετοχών αυτών δεν έγινε, γιατί, όπως δηλώθηκε στον παραπάνω λογιστή, οι μετοχές βρίσκονταν στα χέρια του διευθύνοντος συμβούλου, ο οποίος διαχειρίζεται και τα χρηματικά διαθέσιμα της εταιρείας, ούτε και επεδείχθησαν τα αντίστοιχα συμφωνητικά αγοραπωλησίας αυτών.
Αντίστοιχα παραστατικά δεν επεδείχθησαν ούτε κατά τον έλεγχο που διεξήχθη από τους προαναφερθέντες ορκωτούς λογιστές που συνέταξαν την οικεία έκθεση, όπως σ' αυτή γίνεται σχετική μνεία, ενώ δεν αποδείχθηκε ότι οι σχετικές εγγραφές έγιναν μόνον για λογιστική τακτοποίηση, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η ενάγουσα.
Επίσης σε όλους τους ισολογισμούς της κρίσιμης τριετίας γίνεται μνεία από τον ορκωτό λογιστή Ι. Π. μεταξύ άλλων α) περί αδυναμίας επαλήθευσης του Ταμείου της ενάγουσας (γιατί όπως του δηλώθηκε τα χρηματικά διαθέσιμα διαχειριζόταν μέλος της Διοίκησης), β) περί μη διενέργειας τακτικών αποσβέσεων σε έξοδα εγκατάσταση και πάγια περιουσιακά στοιχεία σε παλαιές χρήσεις, γ)περί μη λογιστικοποίησης προσαυξήσεων που καταλογίστηκαν σε βάρος της εν λόγω εκπρόθεσμης καταβολής οφειλών της σε ασφαλιστικούς οργανισμούς, περί μη εγγραφής (απεικόνισης) στα βιβλία της καταβολών τρίτων και καταβολών της εταιρείας προς τρίτους, χωρίς να υπάρχουν αντίστοιχα δικαιολογητικά, δ) περί μη τηρήσεως θεωρημένων βιβλίων αποθήκης και στοιχείων διακίνησης για αγορές - αναλώσεις - αποθέματα τροφίμων και ποτών.
Όπως χαρακτηριστικά επισημαίνει ο προαναφερόμενος ορκωτός λογιστής (Ι. Π.), σε σχέση με τον ισολογισμό του έτους 1990 (οπότε καταρτίστηκε το επίδικο συμβόλαιο) αλλά και του έτους 1991, οι συσσωρευμένες από προγενέστερες χρήσεις ζημίες υπερκαλύπτουν τα ίδια κεφάλαια της ενάγουσας εταιρείας και συντρέχει κατόπιν αυτού λόγος εφαρμογής του άρθρου 47 ν. 2190/20 (ήτοι περί υποχρεώσεως του Δ.Σ, στην περίπτωση που, το σύνολο των ιδίων κεφαλαίων όπως προσδιορίζονται στο υπόδειγμα ισολογισμού που προβλέπει το άρθρο 42γ, γίνει κατώτερο από το 1/2 του μετοχικού κεφαλαίου, σύγκληση της Γενικής Συνέλευσης εντός 6 μηνών από τη λήξη της χρήσης, για να αποφασίσει τη λύση της εταιρείας ή την υιοθέτηση άλλου μέτρου) καθώς και υπό προϋποθέσεις την εφαρμογή της διατάξεως 48 παρ.
γ ν 2190/20 (ανάκληση της συστήσασας την ανώνυμη εταιρεία υπουργικής αποφάσεως, εφ' όσον το σύνολο των ιδίων κεφαλαίων, όπως προσδιορίζεται στο υπόδειγμα ισολογισμού του άρθρου 42γ είναι μικρότερο του 1/10 του μετοχικού κεφαλαίου), όσον αφορά δε τις χρήσεις των υπολοίπων ετών 1992, 1993 σημειώνει ομοίως ότι συντρέχει περίπτωση εφαρμογής του προαναφερομένου άρθρου 47 ν. 2190/20.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι, παρά την ως άνω προκύπτουσα (και προϋπάρχουσα του κρισίμου χρόνου καταρτίσεως του επίμαχου συμβολαίου) οικονομική κατάσταση της ενάγουσας, η τελευταία ζήτησε στις αρχές του 1992 την υπαγωγή της στον αναπτυξιακό νόμο 1892/90 και εντάχθηκε σ' αυτόν. Στα πλαίσια αυτά φέρεται να δαπανά, πλην της κρατικής επιχορήγησης (που προσδιορίστηκε σε ποσοστό 15% και 36.638.000 δραχμές), εξ ιδίων κεφαλαίων (ποσοστό 85%) το ποσό των 220.000.000 δραχμών (βλ.
ιδίως και με αριθμό 1909/24-6-92 περίληψη στο ΤΕΥΧΟΣ ΑΝΑΠΤΥΞΙΑΚΩΝ ΠΡΑΞΕΩΝ ΚΑΙ ΣΥΜΒΑΣΕΩΝ, σε συνδυασμό με την από 10-8-92 έκθεση νομαρχιακού οργάνου ελέγχου και με αρ. πρωτ. ΟΕ/Π.Ε. 2200/ΝΝ60452/10-2-94 απόφαση του Γ.Γ. της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας περί ολοκληρώσεως της επενδύσεως της εταιρείας και οριστικοποιήσεως του κόστους αυτής καθώς και την ένορκη κατάθεση του μαρτυρά της Π.
Παπαδόπουλου ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου), για τη βελτίωση και ανακαίνιση των εγκαταστάσεων του ξενοδοχείου. Συγκεκριμένα φέρεται να δαπανά 80.000.000 δραχμές για την ανακαίνιση δαπέδων με καινούργιες μοκέτες και πλακίδια στα μπαγκαλόους, μαζί με τις εργασίες και τα υλικό για την αντικατάσταση των υδραυλικών και ηλεκτρολογικών εγκαταστάσεων, 40.000.000 δραχμές για την ανακατασκευή των WC με υδραυλική και ηλεκτρολογική εγκατάσταση και όλα τα αξεσουάρ, 30.000.000 δραχμές για ανακαίνιση του αποχετευτικού συστήματος, 30.000.000 δραχμ.
για αντικατάσταση των τηλεφωνικών και ηλεκτρικών εγκαταστάσεων στα μπαγκαλόους, 20.000.000 εκατομμύρια για ανακαίνιση της κολυμβητικής δεξαμενής και των bar του ξενοδοχείου, μετατροπή μίας αίθουσας disco σε αίθουσα συνεδριάσεων, διαμόρφωση της εισόδου του ξενοδοχείου, 20.000.000 εκατομμύρια για ανακαίνιση των μηχανημάτων και εγκαταστάσεων της κουζίνας.
Όλες οι παραπάνω βελτιώσεις, οι οποίες έγιναν προς ίδιο της ενάγουσας όφελος (αφού απέβλεπαν στον εκσυγχρονισμό και την αύξηση της ανταγωνιστικότητας του ξενοδοχείου), συμφωνήθηκε (όρος 7 του πωλητηρίου συμβολαίου) ότι παραμένουν σε όφελος της πωλήτριας λόγω αποζημίωσης για τη χρήση του ακινήτου εκ μέρους της πρώτης (νομέως και χρήστη αυτού).
Αποδείχθηκε περαιτέρω ότι λόγω του πολέμου στη Γιουγκοσλαβία, που ξεκίνησε το καλοκαίρι του 1991 (γεγονός πασίδηλο) επηρεάστηκε αρνητικά σε σχέση με τα προηγούμενα χρόνια η τουριστική κίνηση στη Βόρεια Ελλάδα, καθώς υπήρξαν απώλειες στις αφίξεις αλλοδαπών (βορειοευρωπαίων) τουριστών, οι οποίοι οδικώς μέσω Γιουγκοσλαβίας κατέλυαν κατά τη διάρκεια των θερινών τους διακοπών σε κάμπινγκ και ξενοδοχεία της Μακεδονίας, με συνέπεια να εμφανίσουν εξαιρετικά χαμηλή πληρότητα κυρίως τα μικρά καταλύματα, των οποίων τα έσοδα μειώθηκαν και υπήρχε κίνδυνος να μην μπορέσουν να ανταποκριθούν στα έξοδα τους και δη στις προς τρίτους (Τράπεζες κλπ) ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις συνολικού ύψους 1.018.921.239 δραχμών.
Ωστόσο όπως προκύπτει και από το περιεχόμενο της από 4-9-1992 επιστολής της ΕΝΩΣΗΣ ΞΕΝΟΔΟΧΩΝ ΧΑΛΚΙΔΙΚΗΣ προς τον Υπουργό Εθνικής Οικονομίας, το Δ/ντή της Τράπεζας της Ελλάδος και το Γ.Γ. του ΕΟΤ, ο πόλεμος έπληξε κατ' εξοχήν τις μικρές και νεώτερες μονάδες και όχι τις μεγάλες και παλαιότερες ξενοδοχειακές επιχειρήσεις (14 μονάδες με 8.000 κλίνες μεταξύ των οποίων συγκαταλέγεται και εκείνη της ενάγουσας), με την επισήμανση ότι η μέση αναμενόμενη εξάμηνη πληρότητα σ' αυτές (σύμφωνα και με τα στοιχεία που επικαλείται η ΕΝΩΣΗ τους) ανέρχεται σε 80% το 1992 (με μέση αύξηση τιμών 10%) έναντι του 34% των μικρών ξενοδοχειακών επιχειρήσεων (η πληρότητα προσδιορίζεται για τις μεγάλες σε ποσοστό 73% το 1991 και σε 74% το 1990, ενώ στις μικρές σε 36% και 42% το 1991 και το 1990 αντιστοίχως).
Δεν αποδείχθηκε ωστόσο ότι η οικονομική κατάσταση της ενάγουσας επηρεάστηκε καθ1 οιονδήποτε τρόπο δυσμενώς από τον πόλεμο στην πρώην Γιουγκοσλαβία, ούτε και από τον προηγηθέντα (πόλεμο) στον Περσικό Κόλπο, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται (με την πρόσθετη επισήμανση, όσον αφορά τον δεύτερο ότι τον επικαλείται ως νέο γεγονός ανώτερης βίας το πρώτον με τις πρωτόδικες προτάσεις της), ώστε να την αφορούν τα μέτρα που ελήφθησαν τον Αύγουστο του 1994 δυνάμει της με αριθμ. 33272/β127β/4-8-94 κοινής απόφασης των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών (ΦΕΚ 627/16-8-94) για τη ρύθμιση του συνόλου των μέχρι την 31-12-93 ληξιπρόθεσμων και μη οφειλών από πάσης φύσεως δάνεια των ξενοδοχειακών επιχειρήσεων που είναι εγκατεστημένες στη Μακεδονία, πέραν του ότι η σύμβαση που είχε καταρτίσει με την εναγομένη δεν αφορούσε δάνειο, αλλά πίστωση του υπολοίπου τιμήματος για την πώληση του ξενοδοχείου.
Η ενάγουσα σύμφωνα με τα προαναφερθέντα είχε μεγάλη πληρότητα στις κλίνες της και αύξηση του κύκλου εργασιών της, ενώ δεν αποδείχθηκε ότι ελάττωσε τις τιμές των δωματίων της, ώστε να μπορεί να προσελκύσει τουρίστες και να μειώσει, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται}τις απώλειες της σε πελάτες. Τα περί τούτου αναφερόμενα όλως αορίστως από το μαρτυρά της εξ άλλου δεν επιβεβαιώνονται με την προσκόμιση σχετικών στοιχείων από τα βιβλία του ξενοδοχείου, πέραν του ότι διαψεύδονται και από το ίδιο το επαγγελματικό της σωματείο (ΕΝΩΣΗ ΞΕΝΟΔΟΧΩΝ ΧΑΛΚΙΔΙΚΗΣ) κατά τα προμνημονευόμενα στο πιο πάνω έγγραφο.
Το γεγονός ότι τα έξοδα της σύμφωνα και με τους ισολογισμούς της φέρονται, κατά το επίμαχο χρονικό διάστημα να υπερβαίνουν τα έσοδα της, με συνέπεια να εμφανίζει αυτή (ενάγουσα) ζημίες, δεν αποδείχθηκε ότι οφείλεται σε οικονομική δυσπραγία που προκλήθηκε από γεγονός ανώτερης βίας (τον πόλεμο της Γιουγκοσλαβίας και τον προηγηθέντα στον Περσικό) όπως αβάσιμα ισχυρίζεται αλλά σε εσφαλμένες επιχειρηματικές επιλογές, κατά τα προεκτεθέντα.
Συγκεκριμένα όπως και ο ορκωτός λογιστής Ι. Π. αναφέρει (όσον αφορά τον ισολογισμό του έτους 1990), πολύ πριν την επικαλούμενη οικονομική κρίση που επέφερε ο πόλεμος στη Γιουγκοσλαβία (και δη μόνο στις μικρές ξενοδοχειακές μονάδες, στις οποίες η ενάγουσα κατά τα προεκτεθέντα δεν συμπεριλαμβάνεται), αλλά και εκείνος του Περσικού Κόλπου (θέρος του 1990} και μάλιστα κατά το χρόνο που η ενάγουσα κατάρτιζε το επίμαχο συμβόλαιο (Μάρτιο του 1990) με την εναγομένη, αναλαμβάνοντας τις εξ αυτού ως άνω συμβατικές υποχρεώσεις, είχε ήδη συσσωρευμένες ζημιές (κατά τα αναλυτικώς αναφερόμενα παραπάνω), που θα έπρεπε να οδηγήσει στη λύση της κατά τα προβλεπόμενα από τα οικεία άρθρα του ν. 2190/20 "περί ανωνύμων εταιρειών".
Όσον αφορά τα περί πληθωρισμού (πέραν της απαράδεκτης προβολής του σχετικού ισχυρισμού το πρώτον στο Εφετείο κατά τα άρθρα 526, ... ΚΠολΔ) πρέπει να σημειωθούν τα ακόλουθα: Ο πληθωρισμός της εποχής (γεγονός πασίδηλο) που το 1990 ήταν 20%, το 1991 ήταν 19,5% και έβαινε συνεχώς μειούμενος, αφού το 1992 ήταν 15,9% και το 1993 (14,4%) δεν αποτελεί οικονομικό μέγεθος που επηρεάζει μονομερώς τα έξοδα της ενάγουσας και εντεύθεν τις υποχρεώσεις της, όπως η τελευταία εσφαλμένως υπολαμβάνει, αλλά επιδρώντας στο κόστος του χρήματος επηρεάζει όλα τα αγαθά (αφού σύμφωνα με την ερμηνεία του σχετικού όρου, "πληθωρισμός" είναι η αύξηση του γενικού επιπέδου τιμών, άρα και τις προαναφερόμενες από την ενάγουσα προς τρίτους υπηρεσίες, το κόστος των οποίων αυξάνεται.
Υπό τα δεδομένα αυτά (αποτελώντας μέγεθος καθολικής ισχύος, που επιδρά στο σύνολο του πληθυσμού, δηλαδή σε νοικοκυριά και επιχειρήσεις), λαμβάνεται υπόψιν από το μέσο συνετό επιχειρηματία κατά την άσκηση της επαγγελματικής του δραστηριότητας, την ανάληψη του επιχειρηματικού κινδύνου, που είναι σύμφυτος με αυτή και εντεύθεν των προς τρίτους υποχρεώσεων που αυτός αναλαμβάνει στα πλαίσια του "επιχειρείν" και αναλόγως των οικονομικών του δυνατοτήτων.
Η ενάγουσα καθυστέρησε την πληρωμή των δόσεων του πιστωθέντος τιμήματος, από δική της ευθύνη σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν. Η οικονομική της αδυναμία είχε γεννηθεί και προϋπήρχε πολύ πριν την κατάρτιση του επιδίκου αγοραπωλητηρίου συμβολαίου ως αποτέλεσμα εσφαλμένων επιχειρηματικών επιλογών κατά τα αναλυτικώς παραπάνω αναφερόμενα και δεν αποδείχθηκε ότι ήταν απότοκη γεγονότος ανώτερης βίας (της κρίσης που δημιουργήθηκε στον τουρισμό, ιδίως στη Χαλκιδική, λόγω του πολέμου στη Γιουγκοσλαβία και εκείνου του Περσικού κόλπου).
Επομένως, ο σχετικός ισχυρισμός περί μη επελεύσεως των αποτελεσμάτων της δηλώσεως υπαναχωρήσεως της δικαιοπαρόχου της εναγομένης, γιατί δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις για τη γέννηση του σχετικού δικαιώματος (υπερημερία της ενάγουσας) που θεμελιώνει την κύρια βάση της αγωγής κατά το πρώτο σκέλος της πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος, εφόσον η ενάγουσα δεν απέδειξε κατ' ουσίαν τη συνδρομή του επικαλούμενου λόγου ανώτερης βίας (αρθρ. 342 ΑΚ) ώστε να ανατρέψει το αντίστοιχο τεκμήριο (βλ.
και Μ. Σταθόπουλο Αστικός Κώδιξ τόμος II υπ' άρθρο 342 σελ. 238, 239 υπ' άρθρο 340 σελ. 234, 235).
Περαιτέρω δεν αποδείχθηκε ότι η δικαιοπάροχος της εναγομένης προέβη στην επίμαχη δήλωση ματαίωσης της μεταβίβασης και ανατροπής των αποτελεσμάτων της αγοραπωλησίας του ξενοδοχείου τη συγκεκριμένη ημερομηνία, ώστε να πλήξει την ενάγουσα σε σχέση με τις υποχρεώσεις που αυτή είχε αναλάβει έναντι των πελατών της (τουριστικών γραφείων και προμηθευτών), με τη έναρξη της τουριστικής περιόδου (Απρίλιος 1994), επιδιώκοντας με τον τρόπο αυτό την καταστροφή της, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται. Άλλωστε όπως προέκυψε η εναγομένη επέδειξε ανοχή και δεν άσκησε άμεσα τα δικαιώματα της από., τη σύμβαση (με τις αντίστοιχες βέβαια οχλήσεις προς καταβολή), παρότι από τις 19-5-1993 δεν είχε λάβει ούτε καν μέρος των δύο τελευταίων (ληξιπρόθεσμων) δόσεων.
Ενόψει των ανωτέρω, εφόσον συνέτρεχαν όλες οι από το νόμο και τη σύμβαση προϋποθέσεις της ασκηθείσας από την πωλήτρια δηλώσεως υπαναχωρήσεως από την πώληση του ξενοδοχείου και της αποβολής της αγοράστριας από τη νομή του, επήλθαν οι έννομες συνέπειες της). Δηλαδή η απώλεια του ξενοδοχείου με τη ματαίωση της μεταβίβασης της κυριότητας στην αγοράστρια και η απώλεια των καταβληθέντων χρηματικών ποσών έναντι του τιμήματος και των δαπανών στις οποίες υποβλήθηκε για έργα βελτίωσης στο ξενοδοχείο κατά τα προαναφερόμενα, όπως ρητά προβλέφθηκε από την επίμαχη σύμβαση ο σχετικός όρος (περί καταπτώσεώς τους λόγω αποζημίωσης χρήσης και ποινικής ρήτρας).
Αντιστοίχως η ενάγουσα ωφελήθηκε με τη χρήση του ξενοδοχείου κατά τη χρονική περίοδο από 1.4.90 ως 31.3.94 από τη μη καταβολή μισθωμάτων, τα οποία κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων θα ανέρχονταν στο 15% των ετησίων ακαθαρίστων εσόδων του ξενοδοχείου κατά τα συμφωνηθέντα για την προηγούμενη χρονική περίοδο που εκμεταλλευόταν το ξενοδοχείο ως μισθώτρια, εφόσον δεν αποδείχθηκε κάποια άλλη ρύθμιση, το ποσό των 438.241.011 δραχμών.
Συγκεκριμένα κατά το έτος 1990, που τα ακαθάριστα έσοδα της ανήλθαν σε 586.898.252 δραχμές, ωφελήθηκε (για το χρονικό διάστημα από 1.4.90 ως 31.12.90) το ποσό των 66.027.605 δραχμών. Το έτος 1991 που τα ακαθάριστα έσοδα της ήσαν 679.402.340 δραχμές, ωφελήθηκε το ποσό των 101.910.351 δραχμών (ίσο με αντίστοιχα μισθώματα που δεν κατέβαλε για το ως άνω έτος).
Το έτος 1992 που τα ακαθάριστα έσοδα της ήταν 713.398.772 δραχμές ωφελήθηκε ομοίως το ποσό των 107.009.816 δραχμών, το έτος 1993 οπότε τα ακαθάριστα έσοδα της ανήλθαν σε 813.230.438 δραχμές, η ωφέλεια της από τη μη καταβολή μισθωμάτων ήταν 121.982.516 δραχμές, ενώ κατά το έτος 1994, οπότε τα ακαθάριστα έσοδα της ανήλθαν σε 1.101.619.270 δραχμές, η ωφέλεια της από τη μη καταβολή μισθωμάτων για το πρώτο τρίμηνο του 1994 ανήλθε σε 41.310723 δραχμές.
Εξ άλλου θα πρέπει να σημειωθεί ότι το υπολειπόμενο τίμημα (και χωρίς να υπολογισθεί ο ανά εξάμηνος ανατοκισμός των καθυστερούμενων) δεν ήταν ασήμαντο, σε σχέση με το συνολικό ώστε να δικαιολογείται κρίση περί καταχρηστικής ασκήσεως των δικαιωμάτων της εναγομένης δεδομένου ότι αποδείχθηκε πως η ενάγουσα δεν ώφειλε μικρό μέρος αυτού (μία ή μερικές δόσεις μερικών δεκάδων ή εκατοντάδων χιλιάδων δραχμών) ώστε να μπορεί να κριθεί δικαιολογημένη η καθυστέρηση της καταβολής τους, αλλά το χρέος της από την ως άνω αιτία ανήλθε σε εκατοντάδες εκατομμυρίων δραχμών (τουλάχιστον πλέον των 200.000.000 δραχμών).
Θέμα διεξαγωγής λογιστικής πραγματογνωμοσύνης για το ύψος της οφειλής της προς την εναγομένη, όπως ζητά με τις παρούσες προτάσεις η ενάγουσα, δεν τίθεται εν προκειμένω, καθόσον το ακριβές ύψος αυτής (οφειλής) δεν συνδέεται με το αγωγικό αίτημα. Επομένως το σχετικό αίτημα της ενάγουσας πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο.
Οι επιβλαβείς οικονομικές συνέπειες που επέρχονται σε βάρος της ενάγουσας με την άσκηση του δικαιώματος υπαναχώρησης από την πωλήτρια, στην οποία προέβη για την προστασία των συμφερόντων της, είναι αποτέλεσμα, όπως προαναφέρθηκε, αποκλειστικά της δικής της συμπεριφοράς (της ενάγουσας), αφού κατά τα προεκτεθέντα, οι πράξεις της τελευταίας και η κατάσταση των πραγμάτων που διαμορφώθηκε δεν τελούν σε αιτιώδη σχέση με την προηγούμενη συμπεριφορά της δικαιούχου Τράπεζας, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, με βάση το σύνολο των συνθηκών και των περιστάσεων, υπό τις οποίες έγινε η δήλωση υπαναχώρησης .της πωλήτριας, ανεξαρτήτως του ότι δεν αίρεται η υπαιτιότητα της αγοράστριας ενάγουσας ως προς την καθυστέρηση καταβολής των τοκοχρεολυτικών δόσεων και δεν καταλύεται το δικαίωμα υπαναχώρησης της εναγομένης, η συμπεριφορά της τελευταίας δεν υπερβαίνει προφανώς τα όρια της καλής πίστης, των χρηστών ηθών, του κοινωνικού και οικονομικού σκοπού του σχετικού δικαιώματος (από την πώληση του πράγματος και τη μεταβίβαση της κυριότητας στον αγοραστή με τον αμοιβαίο όρο καταβολής από τον τελευταίο του συμφωνημένου τιμήματος και με παρακράτηση της κυριότητας του πράγματος από τον πωλητή μέχρι την αποπληρωμή ολόκληρου του τιμήματος). Επομένως και ο αντίστοιχος ισχυρισμός της ενάγουσας που θεμελιώνει την κύρια βάση της αγωγής κατά το δεύτερο σκέλος της (άρθρο 281 ΑΚ) πρέπει να απορριφθεί κατ' ουσίαν. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο συνεπώς έσφαλε που δέχθηκε κατ' ουσίαν τη δεύτερη κύρια βάση και παρέλειψε να αποφανθεί επί της πρώτης της, ενώ έπρεπε αμφότερες να τις απορρίψει κατ' ουσίαν, όπως βάσιμα παραπονείται η εναγομένη με την έφεση της. Επομένως πρέπει να ερευνηθεί μετά ταύτα η αγωγή ως προς το επικουρικό της αίτημα που δεν ερευνήθηκε.
Εν προκειμένω με τον 7° όρο του .../90 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου, συμφωνήθηκε μεταξύ των συμβαλλομένων ότι όποιες καταβολές γίνουν προς την πωλήτρια και τα ποσά που θα καταβληθούν μέχρι την ημέρα της υπαναχώρησης αυτής λόγω μη καταβολής των τοκοχρεωλυτικών δόσεων, καταπίπτουν αυτοδικαίως υπέρ της πωλήτριας λόγω αποζημιώσεως για τη στέρηση του πωλούμενου ακινήτου και σε κάθε περίπτωση λόγω ποινικής ρήτρας.
Επίσης με τον ίδιο όρο του επίμαχου συμβολαίου συμφωνήθηκε ότι βελτιώσεις και οποιαδήποτε έργα γίνουν στο επίδικο ακίνητο μέχρι την ημέρα υπαναχώρησης της τράπεζας, θα παραμείνουν σε όφελος της λόγω αποζημίωσης για τη χρήση του ακινήτου και σε κάθε περίπτωση λόγω αποζημιώσεως και ποινικής ρήτρας με την επισήμανση ότι η πρόσθετη συμφωνία στον αυτό ως άνω όρο περί παραιτήσεως της οφειλέτιδας του δικαιώματος για μείωση της ποινικής ρήτρας είναι κατά τα προαναφερθέντα στη μείζονα σκέψη ανίσχυρη, γιατί αντίκειται σε κανόνα αναγκαστικού δικαίου - δημοσίας τάξεως (εδ β' άρθρου 409 ΑΚ).
Τα συντρέχοντα περιστατικά της συγκεκριμένης περίπτωσης, με βάση τα οποία η ενάγουσα ζήτησε τη μείωση της ποινικής ρήτρας στο προσήκον μέτρο είναι τα εξής: α) Η αγοράστρια - οφειλέτης είχε καταβάλει έναντι του συνολικού τιμήματος των 698.180.000 δραχμών από το έτος 1987 που καταρτίστηκε το .../6.11.87 προσύμφωνο πώλησης του ξενοδοχείου μέχρι την 4.2.94 που καταρτίστηκε η .../94 συμβολαιογραφική δήλωση της αγοραπωλησίας το ποσό των 545.670.000 δραχμών (350.670.000 και 195.000.000), β) η ως άνω οφειλέτης φέρεται να έχει καταβάλει εξ ιδίων χρημάτων το ποσό των 22.000.000 δραχμών για βελτιώσεις του ξενοδοχείου (έργα εκσυγχρονισμού του) από την 15.3.1990 (χρόνο κατάρτισης του αγοραπωλητηρίου συμβολαίου) μέχρι την 4.2.1994 (δήλωση υπαναχωρήσεως).
Το σύνολο των προαναφερομένων ποσών (765.670.000 δραχμές) αποτελεί το ποσό που καταπίπτει αυτοδικαίως σύμφωνα με τον προαναφερθέντα όρο (7ο) του αγοραπωλητηρίου συμβολαίου λόγω αποζημίωσης για τη χρήση του ξενοδοχείου και σε κάθε περίπτωση λόγω ποινικής ρήτρας. Η αποζημίωση χρήσης για το επίδικο ξενοδοχείο ισούται με τα μισθώματα που θα κατέβαλε η ενάγουσα κατά το ως άνω χρονικό διάστημα που το χρησιμοποίησε αυθαίρετα και τα οποία ανέρχονται σε 438.241.011 δραχμές κατά τα προεκτεθέντα.
Συνεπώς το υπόλοιπο ποσό που απομένει για να θεωρηθεί ως ποινική ρήτρα είναι το ποσό των 327.438.989 δραχμών (765.670.000 - 438.241.011), γ) η πωλήτρια πριν την πώληση έλαβε από την εκμίσθωση του ξενοδοχείου στην ενάγουσα για 5 έτη σημαντικού ποσού μισθώματα συνολικού ύψους 392.059.000 δραχμών, τα οποία καλύπτουν σχεδόν πλέον του μισού τιμήματος.
Δηλαδή είχε ωφελήματα από το ίδιο ακίνητο από προηγούμενες έννομες σχέσεις με την μετέπειτα αγοράστρια, η οποία όμως ως μισθώτρια εταιρεία είχε και αυτή αντίστοιχα οφέλη από τη χρησιμοποίηση - εκμετάλλευση του ξενοδοχείου, δ) η πωλήτρια είχε λάβει έναντι του συμφωνηθέντος τιμήματος από την αγοράστρια εταιρεία στις 6.5.1987100.000.000 δραχμές, στις 27.1.1988 232.000.000 δραχμές στις 27.7.1988 3.763.000 δραχμές.
Τα ποσά αυτά είχε έκτοτε άτοκα στη διάθεση της ενώ το οριστικό συμβόλαιο καταρτίσθηκε στις 15.3.90 με ευθύνη όμως της αγοράστριας, ε) στο παραπάνω ποσό των 327.438.989 δραχμών που αποτελεί την καταπεσούσα υπέρ της τράπεζας ποινική ρήτρα περιλαμβάνεται το ποσό των 220.000.000 δραχμών που αφορά τις δαπάνες για την ανακαίνιση και τον εκσυγχρονισμό του ξενοδοχείου, το οποίο τελικώς επανέρχεται στην κυριότητα της πωλήτριας τράπεζας, μετά τη ματαίωση της αγοράς του από την ενάγουσα, με αυξημένη την αγοραστική του αξία, η οποία συνιστά ένα επί πλέον κίνητρο αγοράς του από τρίτους επενδυτές.
Με τα δεδομένα αυτά το ποσό της ποινικής ρήτρας που έχει καταπέσει σε βάρος της αγοράστριας (327.438,980 δραχμών) πρέπει να με/ωθεί στο μέτρο που αρμόζει και δη εκείνο των 150.000.000 δρχ., και ήδη το ισόποσο των 440.205 ευρώ.
Συνακόλουθα πρέπει, γενομένου δεκτού κατ' ουσίαν του αιτήματος για μείωση της ποινικής ρήτρας, να γίνει δεκτή κατά ένα μέρος κατ' ουσίαν η επικουρική βάση της αγωγής από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό και να υποχρεωθεί η ενάγουσα ως διάδοχος της αρχικά εναγομένης τράπεζας να αποδώσει στην αντίδικο της το ποσό των 177,438.980 δραχμών (327.438.980 - 150.000.000) και ήδη 520.731 ευρώ ποσό κατά το οποίο έχει καταστεί αδικαιολόγητα πλουσιότερη, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής." Κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως εναντιώνεται η ηττηθείσα εφεσίβλητη (εκκαλούσα-ενάγουσα) με την ένδικη αίτηση αναιρέσεως και με την έννοια αυτή ερευνώνται στη συνέχεια κατ' αξιολογική σειρά οι διατυπούμενοι δι' αυτής λόγοι αναιρέσεως.
(1) κύριο δικόγραφο.
Ι. Κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 8 περ. β' ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο, κατ' εσφαλμένη εκτίμηση των δικαστικών εγγράφων, παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, που τείνουν στην θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος.
Πράγμα, κατά την προδιαληφθείσα του όρου έννοια, αποτελεί η θεμελιωτική της ιστορικής βάσεως αγωγής ή ενστάσεως επίκληση καταχρηστικής κατά το άρθρο 281 ΑΚ ασκήσεως δικαιώματος. Αν η προβαλλόμενη καταχρηστική άσκηση δικαιώματος στοιχειοθετείται από περισσότερα αυτοτελή πραγματικά περιστατικά, τα οποία συνολικώς ορώμενα, προδίδουν καταχρηστικό χαρακτήρα στο ενασκούμενο δικαίωμα, τα αυτοτελή αυτά περιστατικά αποτελούν καθένα χωριστά, πράγματα κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ 8 ΚΠολΔ, τα οποία ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, η μη λήψη δε υπόψη από την προσβαλλόμενη απόφαση ενός ή περισσοτέρων από αυτά, που παραδεκτά προτάθηκαν, ιδρύει τον προβλεπόμενο από την τελευταία αυτή διάταξη λόγο αναιρέσεως.
Εξάλλου κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β)για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση Κι γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.
Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.
Τέλος, κατά το ... αρ. 1 ΚΠολΔ, ο εφεσίβλητος παραδεκτώς προτείνει ως υπεράσπισή του κατά της εφέσεως και ισχυρισμούς, τους οποίους δεν πρότεινε ή πρότεινε απαραδέκτως στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, εφόσον δεν μεταβάλλεται η ιστορική βάση της αγωγής κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 224 εδ.1 ΚΠολΔ, στο πραγματικό της οποίας εμπίπτει οποιαδήποτε συμπλήρωση των αγωγικών ισχυρισμών με τη συμπλήρωση νέων θεμελιωτικών της αγωγής πραγματικών περιστατικών (ΚΠολΔ 526 εδ. 1) ως νέου αυτοτελούς περιστατικού της ιστορικής βάσεως θεμελιούμενου στο άρθρο 281 ΑΚ αγωγικού αιτήματος.
Με τον πρώτο κατά σειρά λόγο αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλόμενη δι' αυτής απόφαση, με αναφορά στο άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, ότι δεν έλαβε υπόψη τον προβληθέντα από την αναιρεσείουσα ισχυρισμό περί ακυρότητας της συνομολογηθείσης μεταξύ των αρχικών διαδίκων συμβάσεως κατά τον υπολογισμό του πιστωθέντος τιμήματος πωλήσεως σε συνεχείς έντοκες τοκοχρεωλυτικές δόσεις σύνθετης τοκοχρεωλυσίας, με βάση τον οποίο οι οφειλόμενες (24) εξαμηνιαίες δόσεις του υπολοίπου τιμήματος των 347.510.000 δρχ.
προσδιορίστηκαν στο ποσό των 40.883.453 δρx αντί εκείνου των (347.510.000:24) 14.479.583.δρχ.Ο ισχυρισμός αυτός διαφοροποιεί πράγματι το οφειλόμενο τίμημα κατά τον χρόνο ασκήσεως από την αναιρεσίβλητη του παρεχόμενου από τη σύμβαση πωλήσεως δικαιώματός της υπαναχωρήσεως, το οποίο, κατά την αναιρεσείουσα ανερχόταν κατ' εκείνο το χρόνο, κατά τις αναλυτικά σημειούμενες διακρίσεις, στο ποσό των 102.345.941 δρχ και εντεύθεν επηρεάζει την αξιολόγηση της θεμελιούμενης στο άρθρο 281 ΑΚ επικουρικής βάσεως των με στοιχ Α αγωγών, κεφάλαιο της προσβαλλόμενης απόφασης το οποίο προεβλήθη με τη με στοιχ ΙΙ έφεση της αναιρεσίβλητης.
Πλην εκτίθεται στο αναιρετήριο και επιβεβαιώνεται από την επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής, ότι ο εν λόγω ισχυρισμός, θεμελιωτικός της ιστορικής βάσεως αυτής περί ακυρότητας της υπαναχωρήσεως της αναιρεσίβλητης από τη σύμβαση, λόγω καταχρηστικής ασκήσεως του παρεχόμενου από τη σύμβαση σχετικού δικαιώματός της, προτάθηκε το πρώτον από την ήδη αναιρεσείουσα, ωες εφεσίβλητη, με τις ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου προτάσεις της, και εντεύθεν απαραδέκτως, κατά την ομοίως αξιολογούμενη αναιρετική αιτίαση.
Η αυτή αντίρρηση προσήκει αναφορικά με το εν λόγω ισχυρισμό για τις επικουρικώς διατυπούμενες με στοιχ Β αγωγές περί μειώσεως της συνομολογηθείσης ποινικής ρήτρας και αποδόσεως από την αναιρεσίβλητη κατά τις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις της προκύπτουσας διαφοράς χρηματικού ποσού σε σχέση με εκείνο το οποίο από την αιτία αυτή κατάβαλε, και τις παράλληλα προβαλλόμενες με τον δεύτερο και τρίτο λόγο αναιρετικές αιτιάσεις από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, με την έννοια της εκ πλαγίου και ευθείας παραβιάσεως των άρθρων 293, 294, 295, 296 ΑΚ, 110,. 112 Εις Ν ΑΚ, 1, 2 ν.δ. 588/1949, 8 και 6 του ν. 1083/1980 και των διατάξεων της 4/27.11.1980 αποφάσεως της νομισματικής επιτροπής, στα οποία ερείδεται η προβληθείσα ακυρότητα του τρόπου προσδιορισμού του πιστωθέντος τιμήματος.
II. Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται για (ευθεία) παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου αν το δικαστήριο της ουσίας, με βάση τα αναιρετικώς ανέλεγκτα γενόμενα από εκείνο, ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, δεν εφαρμόσει συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή εφαρμόσει αυτόν, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμόσει αυτόν εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη ,υπαγωγή ή μη των πραγματικών περιστατικών στον κανόνα δικαίου.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκείς αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξ άλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.
Περαιτέρω, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με συνεκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθ. 19 άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ.
ούτε εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος. Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφ όσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμηση τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 281 Α.Κ. ,η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου, που προηγήθηκε, ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε, κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, ή οι περιστάσεις που μεσολάβησαν, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκηση του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνουν στην ανατροπή καταστάσεως που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο με το επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες, για τον υπόχρεο.
Απαιτείται, δηλαδή για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από τη συμπεριφορά του δικαιούχου σε συνάρτηση με εκείνη το, υπόχρεου, και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Απαιτείται ακόμη οι πράξεις του υπόχρεου και η υπ' αυτού δημιουργηθείσα κατάσταση, που συνεπάγεται ιδιαιτέρως επαχθείς για τον ίδιο επιπτώσεις, να τελούν σε ουσιώδη σχέση με την προηγούμενη .συμπεριφορά του δικαιούχου.
Τέλος, κατά τους ορισμούς και την έννοια των άρθρων 389, 390, 397 εδαφ. α και 399 του ΑΚ το συμβατικό δικαίωμα να κηρύξει ο ένας από τους συμβαλλόμενους έκπτωτο τον άλλο είναι δικαίωμα συμβατικής υπαναχώρησης και ότι, αν ασκηθεί συμβατική υπαναχώρηση, η σύμβαση διαλύεται ενοχικώς, αυτοδικαίως και αναδρομικώς (ex tunk) και κάθε συμβαλλόμενο μέρος υπέχει την υποχρέωση να αποδώσει να αποδώσει την παροχή που έλαβε κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού.
Ο επικαλούμενος διαφορετική έννοια του σχετικού συμβατικού όρου, πρέπει να ισχυριστεί και να αποδείξει τούτο. Ειδικότερα, σύμφωνα με τον ερμηνευτικό κανόνα του πιο πάνω άρθρου 397 του ΑΚ, σε περίπτωση αμφιβολίας ο δανειστής έχει το προς υπαναχώρηση δικαίωμα μόνο, αν η μη εκπλήρωση της σύμβασης οφείλεται σε υπαιτιότητα του άλλου, ενώ η μη εκπλήρωση περιλαμβάνει και τις τρεις περιπτώσεις παραβάσεως της συμβάσεως, δηλαδή την αδυναμία παροχής, την υπερημερία του οφειλέτη και την πλημμελή εκπλήρωση αυτής.
Όμως, οι πιο πάνω διατάξεις, είναι ενδοτικού δικαίου και άρα τα συμβαλλόμενα μέρη μπορούν να συμφωνήσουν, ότι η ενέργεια της υπαναχωρήσεως θα αφορά το μέλλον (ex nunc) και ότι η υπαναχώρηση του ενός ασκείται και χωρίς υπαιτιότητα του άλλου. Στις σημειούμενες στην αρχή της παρούσης αναιρετικώς ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως με πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες διαλαμβάνονται πραγματικά περιστατικά, τα οποία δικαιολογούσαν την κατ' ορθή εφαρμογή των άρθρων 281 και 397 ΑΚ α) απόρριψη των με στοιχ Α των αγωγών κατά τη θεμελίωσή τους στη με στοιχ (ii) επικουρική βάση και παράλληλα β) το καταληκτικό αποδεικτικό της πόρισμα ότι η αναιρεσείουσα δεν ανταποκρίθηκε στο δικονομικό βάρος αποδείξεως ότι δεν είναι υπαίτια για την μη εκπλήρωση της βαρύνουσας εκείνη συμβατικής υποχρεώσεως καταβολής της συνομολογηθείσης εξαμηνιαίας δόσεως του πιστωθέντος τιμήματος πωλήσεως και εντεύθεν υπερήμερη (ΑΚ 342), ανεξάρτητα από το γεγονός ότι η οικονομική αδυναμία, με την έννοια της μη διαθέσεως του απαιτούμενου προς εκπλήρωση της συμβατικής υποχρεώσεως χρηματικού κεφαλαίου, δεν εμπίπτει στο πραγματικό της εν λόγω διατάξεως, με άμεση δικονομική συνέπεια οι προβαλλόμενες με τον τέταρτο και πέμπτο κατά σειρά λόγο του κυρίου δικογράφου και τον πρώτο λόγο του με στοιχ (α) προσθέτου δικογράφου αναιρετικές αιτιάσεις από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, με την έννοια της ευθείας και εκ πλαγίου παραβιάσεως των εν λόγω διατάξεων, με παράλληλη ανεπίτρεπτη εναντίωση στην ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, αρνητικά αξιολογούνται ως αβάσιμες.
Η με στοιχ (α) κρίση δεν διαφοροποιείται από την παράλληλη παραδοχή της προσβαλλόμενης αποφάσεως "Περαιτέρω δεν αποδείχθηκε ότι η δικαιοπάροχος της εναγομένης προέβη στην επίμαχη δήλωση ματαίωσης της μεταβίβασης και ανατροπής των αποτελεσμάτων της αγοραπωλησίας του ξενοδοχείου τη συγκεκριμένη ημερομηνία, ώστε να πλήξει την ενάγουσα σε σχέση με τις υποχρεώσεις που αυτή είχε αναλάβει έναντι της τουριστικής περιόδου (Απρίλιος 1994), επιδιώκοντας με τον τρόπο αυτό την καταστροφή της όπως αβάσιμα ισχυρίζεται", αρνητικά αξιολογώντας, από ουσιαστική άποψη αντίθετο αγωγικό ισχυρισμό, και με την έννοια αυτή δεν δικαιολογείται η βασιμότητα της παράλληλα διατυπούμενης με το γ' σκέλος του τελευταίου κατά εσφαλμένου λόγου του με στοιχ (β) προσθέτου δικογράφου αναιρετική αιτίαση από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ της λήψεως υπόψη πραγμάτων που δεν προτάθηκαν από την αναιρεσίβλητη ανεξάρτητα από το γεγονός ότι διαλαμβάνει στη συνέχεια "Άλλωστε όπως προέκυψε η ενεγομένη επέδειξε ανοχή και δεν άσκησε άμεσα τα δικαιώματά της από τη σύμβαση (με τις αντίστοιχες βέβαια οχλήσεις προς καταβολή) παρότι από τις 19/5/1993 δεν είχε λάβει ούτε καν μέρος των δύο τελευταίων (ληξιπρόθεσμων) δόσεων".
2) Πρόσθετα δικόγραφα
Με τους λοιπούς λόγους των προσθέτων δικογράφων επαναδιατυπώνονται οι αυτές αναιρετικές αιτιάσεις του κυρίου και με στοιχ (β) προσθέτου δικογράφου, οι οποίες αξιολογήθηκαν ως βάσιμες και όμοια κρίνονται με βάση τις αυτές αιτιολογίες. Συνακόλουθα αυτών πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως, με παράλληλη καταδίκη της αναιρεσείουσας στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, τα οποία ορίζει στο ποσό των 2700,00 ευρώ (ΚΠολΔ 183).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την 950/24-9-2010 αίτηση, με τους με ιδιαίτερα, α) 117/13-7-2011 και β) 122/19-7-2011, δικόγραφο πρόσθετους αυτής λόγους, για αναίρεση της 425/28-1-2010 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700,00) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 16 Δεκεμβρίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Δεκεμβρίου 2011.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ