Legislator Case Law & Legislation
1901/2009 AI generated

Greek Supreme Court quashes appeal court decision for failing to consider sworn affidavit evidence under Civil Procedure Code.

Case Number 1901/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece quashed the Second Instance Court's decision because it failed to consider a sworn affidavit submitted by the appellants. The appellants argued that the lower court ignored this evidence despite proper service and explicit mention in their submissions. The court ruled that the lower court violated procedural law by omitting this crucial proof, necessitating a retrial before a different panel of judges.

Legislator headnote

AI generated

Articles 335, 338, 339, 340, 346, 559(11), 270(2) of the Code of Civil Procedure; A court must consider all evidence lawfully presented by parties, and failure to do so constitutes a ground for appeal requiring retrial.

Keywords

AI generated
sworn affidavit evidence Code of Civil Procedure omission of evidence retrial procedure appellate review legal representation court costs

Cited Legislation

AI generated
Articles 335, 338, 339, 340 and 346 of the Code of Civil Procedure
Article 559(11) of the Code of Civil Procedure
Article 270(2) of the Code of Civil Procedure
Article 524(1) of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1901 / 2009 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1901/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Ιωάννη Σίδερη και Χαράλαμπο Αθανασίου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Μαϊου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: α. ... και β. ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Βουλκίδη.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. ... και 2. ..., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Νταφούλη με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-3-2004 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκιδικής. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 8/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 2266/2006 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 30-10-2006 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Αθανασίου ανέγνωσε την από 11-5-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την αποδοχή του πρώτου (ως προς την πρώτη αιτίαση) και την απόρριψη των λοιπών λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 335,338, 339,340 και 346 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι το δικαστήριο, προκείμενου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νομίμως επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, διότι άλλως υποπίπτει στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11 ΚΠολΔ.

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 270 παρ. 2 εδαφ. γ'ΚπολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 12 του Ν. 2915/2001 "επιτάχυνση της τακτικής διαδικασίας ενώπιον των πολιτικών Δικαστηρίων και λοιπές δικονομικές και συναφείς ρυθμίσεις", και τυγχάνει εφαρμογής στην προκειμένη υπόθεση, της οποίας ο χρόνος πρώτης συζήτησης ενώπιον του (αρμοδίου), Μονομελούς Πρωτοδικείου είχε ορισθεί για την 10-11-2004 (ΑΠ 1253/2005, 1094/2006), ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον Ειρηνοδίκη ή Συμβολαιογράφου ή Προξένου λαμβάνονται υπόψη το πολύ τρεις για κάθε πλευρά και μόνο αν έχουν δοθεί ύστερα από κλήτευση του αντιδίκου, δύο τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από τη βεβαίωση και, αν πρόκειται να δοθούν στην αλλοδαπή, οκτώ τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από αυτή.

Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, η οποία τυγχάνει εφαρμογής και στη διαδικασία της δευτεροβάθμιας δίκης (αρθρ. 524 παρ. 1 ΚΠολΔ), ορίζεται περιορισμός των ενόρκων βεβαιώσεων, μέχρι τρεις το πολύ, που λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο, εφόσον αυτές έχουν ληφθεί αποκλειστικώς για τη συγκεκριμένη δίκη, χωρίς δε να απαιτείται γνωστοποίηση και ονομάτων των μαρτύρων, αφού με την εμπρόθεσμη κλήτευση πληρούται ο σκοπός του νόμου που αποβλέπει, όπως ο καλούμενος, λαμβάνων γνώση της εξετάσεως των μαρτύρων, παραστεί κατ' αυτήν (ΑΠ 197/2000).

Οι ένορκες αυτές βεβαιώσεις αποτελούν ιδιαίτερο, αποδεικτικό μέσο, διαφορετικό από τους μάρτυρες και τα έγγραφα. Γι'αυτό, όταν προσκομίζεται νομοτύπως ληφθείσα, ένορκη βεβαίωση ενώπιον του Δικαστηρίου της ουσίας, για την απόδειξη ή ανταπόδειξη ουσιώδους ισχυρισμού, πρέπει να αναφέρεται ειδικώς στην απόφαση ότι το αποδεικτικό αυτό μέσο (ένορκη βεβαίωση) έχει ληφθεί υπόψη από το δικαστήριο, για να μην υπάρχει αμφιβολία περί του εάν αυτό λήφθηκε ή όχι υπόψη.

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, πρώτο μέρος, από το άρθρο 559 αριθ. 11γ'ΚΠολΔ, προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη την ένορκη βεβαίωση 20541/24-3-2006, ενώπιον της Συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ευδοκίας Τσαντήλα της μάρτυρος ..., την οποία οι αναιρεσείοντες επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, με τις κατατεθείσες στην έκκλητη δίκη, έγγραφες προτάσεις τους, προς απόδειξη του ισχυρισμού τους, ότι η δεύτερη από αυτούς (αναιρεσείοντες) κατέστη κυρία του επιδίκου ακινήτου με τακτική χρησικτησία.

Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προβαλλόμενη απόφασή του, δεν έλαβε υπόψη την ανωτέρω ένορκη βεβαίωση, αν και αυτή δόθηκε ύστερα από νόμιμη κλήτευση των αναιρεσιβλήτων σύμφωνα με το άρθρο 270§2 ΚΠολΔ με την επίδοση της από 17/3/2006 κλήσης στις αναιρεσίβλητες. (βλ. με αριθ. 553 Β' και 534 Β7 20-3-2006 εκθέσεις επιδόσεως του δικ.

επιμελητή του Πρωτοδικείου Χαλκιδικής ...) και μολονότι οι αναιρεσείοντες, με τις από 6-4-2006 προτάσεις τους, που κατέθεσαν ως εκκαλούντες, ενώπιον του Εφετείου, κατά τη συζήτηση της έφεσής τους, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ρητώς είχαν επικαλεσθεί ως ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, την ως άνω ένορκη βεβαίωση, για την απόδειξη του προαναφερόμενου ισχυρισμού τους, η οποία είχε δοθεί για τη συγκεκριμένη δίκη στις 24-3-2006 ενόψει δηλαδή της συζητήσεως στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο της ένδικης αγωγής στις 7-4-2006.

Επομένως, το Εφετείο, το οποίο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη το αποδεικτικό αυτό μέσο, κατέστησε αναιρετέα την απόφασή του, κατά το βάσιμο περί τούτου ως άνω λόγο αναιρέσεως.

Κατά ακολουθίαν πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί, η υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στ ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση (άρθρο 580§3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων( αρθρ. 176 και 183ΚΠολΔ).-

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 2266/2006 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο, από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.

Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες (2000) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 30 Ιουνίου 2009.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Ιουλίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ