Supreme Court allows appeal against appellate court dismissal of tort claim for accountant's negligence causing tax penalties.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appeal against the appellate court's dismissal of a tort claim brought by a company against its accountant. The company argued that the accountant's negligent failure to maintain proper books caused significant tax penalties, constituting a tort rather than a mere breach of contract. The appellate court had rejected the claim because the negligence was contractual in nature, but the Supreme Court ruled that the breach of statutory duty to maintain books created a separate tort liability independent of the contract. Consequently, the Supreme Court overturned the lower court's decision and remanded the case for further trial.
Legislator headnote
AI generatedArticles 298, 299, 330 of the Civil Code; Article 8 of Law 2251/1994; Article 2 of Presidential Decree 340/1998; A tort claim for damages arising from an accountant's negligent failure to maintain books is admissible even if the same conduct constitutes a breach of contract, as the violation of statutory duty creates independent liability.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1901 / 2008 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1901/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές:Δημήτριο Δαλιάνη, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Εταιρίας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "ΕΜΠΟΡΙΑ ΚΑΛΛΥΝΤΙΚΩΝ- ΠΑΡΑΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΩΝ ΕΙΔΩΝ KALIFARM EΠE" που εδρεύει στην Κέρκυρα και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο Βγόντζα.
Του αναιρεσιβλήτου: Ψ, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο Πεπελάση, ο οποίος ανακάλεσε την από 9-10-2008 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε αυτοπροσώπως.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-2-2001 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κέρκυρας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 130/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 262/2005 του Εφετείου Κερκύρας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 14-2-2006 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Ζώης ανέγνωσε την από 8-10-2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ο από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, μπορεί να έχει ως περιεχόμενο και την αιτίαση, ότι η αγωγή απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ενώ συνέβαινε το αντίθετο, διότι το δικαστήριο της ουσίας, κατά την με βάση τα αναφερόμενα σ' αυτή πραγματικά περιστατικά αυτεπάγγελτη εφαρμογή του ουσιαστικού κανόνα δικαίου δεν εφάρμοσε ενώ έπρεπε τον κανόνα αυτό ή εφάρμοσε τον κανόνα εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με εσφαλμένη ή μη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 28/1998) Περαιτέρω από τις διατάξεις των άρθρων 298,299,330 εδ.β, 914 και 932 ΑΚ προκύπτει, ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση ή (και) προς ικανοποίηση της ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης, προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση περιουσιακής ζημίας ή (και) ηθικής βλάβης και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της, περιουσιακού ή μη χαρακτήρα, ζημίας.
Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειες. Η υπαίτια ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη, με την οποία παραβιάζεται κάποια σύμβαση, μπορεί, πέραν της αξιώσεως από τη σύμβαση, να θεμελιώσει και αξιώση από αδικοπραξία, όταν και χωρίς τη συμβατική σχέση διαπραττομένη θα ήταν παράνομη, ως αντικειμένη στο κατά το άρθρο 914 ΑΚ επιβαλλόμενο γενικό καθήκον να μη ζημιώνει κάποιος τον άλλον υπαίτια (Ολ.ΑΠ 967/73).
Σε μια τέτοια περίπτωση υπάρχει συρροή συμβατικής και αδικοπρακτικής ευθύνης, ο δε δανειστής έχει το δικαίωμα να στηρίξει τη σχετική αξίωσή του για αποζημίωση είτε στη σύμβαση είτε στην αδικοπραξία, είτε επιβοηθητικά και στις δύο. Η παράλειψη ως όρος της αδικοπραξίας είναι παράνομη όταν ο υπαίτιος ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη, που επιβάλλουν την υποχρέωση λήψεως ορισμένων μέτρων επιμέλειας για την αποφυγή πρόκλησης ζημίας σε έννομα αγαθά τρίτων.
Εξ άλλου στη σύμβαση εργασίας (άρθρ. 648 ΑΚ) τα μέρη αποβλέπουν στην εργασία του μισθωτού καθεαυτή. Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρ. 648, 652 ΑΚ και 6 του Ν. 765/1943 που κυρώθηκε με την ΠΥΣ 324/1946 και διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρ. 38 Εισ.Ν.ΑΚ προκύπτει ότι σύμβαση εξηρτημένης εργασίας υπάρχει όταν ο μισθωτός υπόκειται κατά την εκτέλεση της εργασίας του ιδίως ως προς τον τόπο, τον χρόνο και τον τρόπο αυτής, στην εποπτεία και στις δεσμευτικές οδηγίες του εργοδότη, ενώ η ελευθερία του μισθωτού περί την εκτέλεση της εργασίας, που απορρέει σε ορισμένες περιπτώσεις από τη φύση της συγκεκριμένης εργασίας, δεν αποκρούει τον εξαρτημένο χαρακτήρα της εργασιακής σχέσεως.
Αντίθετα σύμβαση ανεξαρτήτων υπηρεσιών, στην οποία δεν εφαρμόζονται διατάξεις του εργατικού δικαίου, υφίσταται όταν εκείνος που παρέχει την εργασία δεν υποβάλλεται στον έλεγχο και την εποπτεία του εργοδότου αναφορικά με το χρόνο, τόπο και τρόπο παροχής της εργασίας που του έχει ανατεθεί. Περαιτέρω 1) Κατά την παρ. 2 της 146/1984 αποφάσεως του Δ.Δ.Δ.Δ Αθηνών "Για τους όρους αμοιβής και εργασίας των λογιστών και βοηθών λογιστών όλης της Χώρας", που κηρύχθηκε εκτελεστή με την απόφαση του Υπουργού Εργασίας 10262/1985 (ΦΕΚ Β' 17), "λογιστής θεωρείται:
α)αυτός που υπεύθυνα κατευθύνει και παρακολουθεί την εφαρμογή του όλου λογιστικού συστήματος σε κάθε ιδιωτική επιχείρηση, εκμετάλλευση, ίδρυμα ή σωματείο, ή β)αυτός που τηρεί τα από τον Εμπορικό Νόμο και τον Κώδικα Φορολογικών Στοιχείων προβλεπόμενα λογιστικά βιβλία και αν αυτά τηρούνται σε κινητά φύλλα.
Τέτοια βιβλία θεωρούνται αυτά που παριστάνουν από μέρα σε μέρα τις λαμβάνουσες χώρα οικονομικές εν γένει πράξεις σε κάθε επιχείρηση κλπ., έστω και κατά κατηγορίες τέτοιων βιβλίων (ταμειακών, δηλ. ημερολόγιο ταμείου ή μη ταμειακών, δηλ. ημερολόγιο διαφόρων πράξεων ημερολόγιο εμπορευμάτων, ημερολόγιο αξιών κλπ), ως και αυτά στα οποία καταχωρίζονται τα αναγραφόμενα περιουσιακά στοιχεία και ισολογισμοί.
Τήρηση δε αυτών των λογιστικών βιβλίων δεν αποτελεί η απλή κατ' αντιγραφή καταχώριση των εγγράφων, αλλά η ανάλυση της οικονομικής πράξης, η λογιστική διατύπωση αυτής και η καταχώριση της ανάλογης εγγραφής στο ανάλογο ημερολόγιο ή και μιά από τις ενέργειες αυτές όπου υπάρχει κατανομή της εργασίας". 2) Με το Π.Δ 340/1998 "περί του επαγγέλματος λογιστή φοροτεχνικού", που άρχισε να ισχύει από 6.10.1998, ορίζονται και τα εξής:
ότι "λογιστής φοροτεχνικός είναι ο κάτοχος ειδικής άδειας ασκήσεως επαγγέλματος σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος, ο οποίος ασχολείται κατ' επάγγελμα ως μισθωτός ή ελεύθερος επαγγελματίας με λογιστικές και φοροτεχνικές εργασίες επιτηδευματιών ή και άλλων φυσικών προσώπων", ότι " "έργο των λογιστών φοροτεχνικών είναι η ορθή εφαρμογή των λογιστικών αρχών, προτύπων και σχεδίων γενικών και κλαδικών, η εποπτεία και η εφαρμογή διαδικασιών για τον προσδιορισμό της φορολογητέας ύλης και των αναλογούντων φόρων και ο έλεγχος της τυπικής επάρκειας και ακρίβειας των στοιχείων και παραστατικών", η ενημέρωση και τήρηση των φορολογικών βιβλίων σύμφωνα με τις ισχύουσες φορολογικές διατάξεις, η κατάρτιση και υπογραφή των οικονομικών καταστάσεων, των ισολογισμών και των λογιστικών αποτελεσμάτων χρήσης, σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις επιχειρήσεων και οργανισμών, η σύνταξη υπογραφή και υποβολή των φορολογικών δηλώσεων, συμπληρωματικών στοιχείων και καταστάσεων καθώς και η επιμέλεια εφαρμογής των απαιτουμένων διαδικασιών και διατυπώσεων προς τις φορολογικές και οικονομικές αρχές, η σύνταξη, υπογραφή και υποβολή συμπληρωματικών και στατιστικών στοιχείων και καταστάσεων προς τις Δημόσιες Αρχές, η σύνταξη, υπογραφή και υποβολή μισθολογικών καταστάσεων, ασφαλιστικών εισφορών και προγραμμάτων εργασίας" (άρθρο 2), ότι "Ο λογιστής φοροτεχνικός εκπροσωπεί τον εντολέα του ενώπιον Διοικητικών Αρχών και Επιτροπών, συντάσσει όλα τα προβλεπόμενα από τη φορολογική και εφαρμοζόμενη στις φορολογικές αρχές νομοθεσία έγγραφα, διεξάγει κάθε φορολογική διατύπωση και ενεργεί κάθε πράξη που είναι αναγκαία για την εκτέλεση των ανατιθεμένων σ' αυτόν λογιστικών και φοροτεχνικών εργασιών" (άρθρο παρ.1), ότι " ο λογιστής φοροτεχνικός δικαιούται και ο εντολέας αντίστοιχα υποχρεούται στη χορήγηση των κάθε είδους στοιχείων και παραστατικών τα οποία κρίνονται από το λογιστή φοροτεχνικό αναγκαία για την ορθή εκτέλεση των ανατιθεμένων σ' αυτόν εργασιών" (άρθρο 8 παρ.4), ότι "Ο λογιστής φοροτεχνικός οφείλει να επιδεικνύει την προσήκουσα επιμέλεια περί την εκτέλεση των εργασιών που του ανατίθενται, άλλως ευθύνεται έναντι του εντολέως του για τις κάθε είδους φορολογικές και λοιπές επιβαρύνσεις που προέκυψαν από υπαιτιότητά του" (άρθρο 12) Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό και με τις περί εντολής διατάξεις των άρθρων 713 και 714 και 652 ΑΚ σαφώς προκύπτει, ότι με την καταρτιζόμενη μεταξύ του λογιστή και του εργοδότη του ή εντολέα αυτού σύμβαση, είτε αυτή είναι σύμβαση εργασίας, είτε σύμβαση ανεξαρτήτων υπηρεσιών, ο λογιστής υποχρεούται να τηρεί τα λογιστικά και λοιπά φορολογικά στοιχεία και βιβλία της επιχείρησης του εργοδότη ή εντολέα του, επιδεικνύοντας την επιμέλεια που ο συνετός άνθρωπος του οικείου κύκλου συναλλαγών επιδεικνύει σε παρόμοια περίπτωση, τηρώντας τις σχετικές φορολογικές και λοιπές διατάξεις και μη υποχρεούμενος, ως προς την φύση της εργασίας ή της διεκπεραίωσης της ανατεθείσας σ' αυτόν εντολής, να συμμορφώνεται με αντίθετες προς τις άνω φορολογικές διατάξεις οδηγίες του εντολέα του.
Η μη κανονική, κατά τον επιβαλλόμενο από τις φορολογικές και λοιπές διατάξεις, τήρηση των φορολογικών και λοιπών στοιχείων της επιχείρησης του εντολέα του λογιστή, από υπαιτιότητα (δόλο ή αμέλεια) του τελευταίου, συνιστά υπαίτια παραβίαση της μεταξύ των μερών σύμβασης από το λογιστή, και δημιουργεί ευθύνη αυτού προς αποζημίωση του εντολέα -εργοδότη του για την ανόρθωση της ζημίας που αυτός υπέστη και τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με την αντισυμβατική αυτή συμπεριφορά του λογιστή, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 330,297 και 298 ΑΚ, όχι δε αδικοπραξία με την έννοια του άρθρου 914 ΑΚ, αφού η παράβαση αυτή δεν νοείται χωρίς την μεταξύ των συμβληθέντων μερών σχέση εξαρτημένης εργασίας ή ανεξαρτήτων υπηρεσιών.
Το πταίσμα και η ευθύνη του εργαζομένου ή εντολοδόχου λογιστή τεκμαίρεται από την μη τήρηση των συμβατικών του ως άνω υποχρεώσεων, εναπόκειται δε στον ίδιο να ισχυρισθεί και αποδείξει, κατ' ένσταση, ότι δεν τον βαρύνει υπαιτιότητα. Την αδικοπρακτική ευθύνη του λογιστή, ως προς ορισμένα (ειδικά) θέματα, καλύπτει η ρυθμιστική εμβέλεια του άρθρου 8 ν.2251/94 για την "προστασία των καταναλωτών", το οποίο ορίζει, μεταξύ των άλλων, ότι "ο παρέχων υπηρεσίες ευθύνεται για κάθε ζημία που προκάλεσε υπαιτίως κατά την παροχή των υπηρεσιών" (παρ.1), ότι "ως παρέχων υπηρεσίες θεωρείται όποιος παρέχει κατά τρόπο ανεξάρτητο υπηρεσία στο πλαίσιο της άσκησης επαγγελματικής δραστηριότητος" (παρ.2 εδ.), ότι "ο ζημιωθείς υποχρεούται να αποδείξει τη ζημία και την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της παροχής της υπηρεσίας και της ζημίας" (παρ.3), ότι "ο παρέχων τις υπηρεσίες φέρει το βάρος της απόδειξης της έλλειψης υπαιτιότητας" (παρ.4 εδ.α), ότι "για την εκτίμηση της έλλειψης υπαιτιότητας λαμβάνεται υπόψη η ευλόγως προσδοκώμενη ασφάλεια και το σύνολο των ειδικών συνθηκών και ιδιαίτερα:α) η φύση και το αντικείμενο της υπηρεσίας, ιδίως σε σχέση με το βαθμό επικινδυνότητάς της β)η εξωτερική μορφή της υπηρεσίας δ)η ελευθερία δράσης που αφήνεται στον ζημιωθέντα στα πλαίσια της υπηρεσίας ε) το αν ο ζημιωθείς ανήκει σε κατηγορία μειονεκτούντων ή ευπρόσβλητων προσώπων και στ) το αν η παρεχόμενη υπηρεσία αποτελεί εθελοντική προσφορά του παρέχοντος" (παρ.4 εδ.β) και ότι "μόνη η ύπαρξη ή δυνατότητα τελειότερης υπηρεσίας κατά το χρόνο παροχής της υπηρεσίας ή μεταγενέστερα δεν συνιστά υπαιτιότητα" (παρ.5).
Από τις διατάξεις του άρθρου αυτού προκύπτει, ότι στο πεδίο εφαρμογής του εμπίπτουν και οι παρεχόμενες από λογιστή υπηρεσίες, (τήρηση των κατά νόμο λογιστικών βιβλίων και στοιχείων, κατά νόμο ενημέρωση αυτών, υποβολή αυτών στις αρμόδιες οικονομικές υπηρεσίες κλπ) όταν αυτές παρέχονται στο πλαίσιο της επαγγελματικής του δραστηριότητας, κατά τρόπο ανεξάρτητο, δεν υπόκειται δηλαδή ο παρέχων τις υπηρεσίες λογιστής σε συγκεκριμένες υποδείξεις ή οδηγίες του αποδέκτη, αλλά έχει την πρωτοβουλία και την ευχέρεια, με βάση τα χορηγούμενα από των αποδέκτη στοιχεία, τηρώντας τις καθιερωμένες αρχές της λογιστικής επιστήμης, να προβαίνει στη διεκπεραίωση των σχετικών εργασιών Η ανάθεση συγκεκριμένου έργου ή διεκπεραίωσης μιάς υπόθεσης στο λογιστή δεν καταλύει την ανεξαρτησία του στο μέτρο που δεν προδιαγράφονται επακριβώς τα μέσα, η μέθοδος και ο τρόπος διεκπεραίωσης.
Στην προκειμένη περίπτωση με την αγωγή της κατά του ήδη αναιρεσίβλητου, η αναιρεσείουσα εκθέτει, ότι με σύμβαση που καταρτίστηκε μεταξύ αυτής και του εναγομένου κατά το έτος 1993, ο εναγόμενος, που είναι επαγγελματίας λογιστής -οικονομολόγος και διατηρεί λογιστικό γραφείο επί της οδού Ματζάρου 6 στην Κέρκυρα, ανέλαβε την υποχρέωση να διεκπεραιώνει όλες τις λογιστικές εργασίες που προέκυπταν από τη λειτουργία της (θεώρηση, βιβλίων, τήρηση φορολογικών στοιχείων, σύνταξη φορολογικών δηλώσεων, περιοδικών και εκκαθαριστικών δηλώσεων ΦΠΑ, σύνταξη ισολογισμών και αποτελεσμάτων χρήσεων).
Ότι μέχρι του έτους 1996 ο εναγόμενος λογιστής, τις υπηρεσίες του αυτές παρείχε στο γραφείο της ενάγουσας, από το έτος όμως αυτό, μετά από σχετική προς τούτο άδεια της αρμοδίας ΔΥΟ, τις υπηρεσίες αυτές παρείχε στο λογιστικό του γραφείο, επισκεπτόμενος τακτικά το γραφείο της ενάγουσας για την λογιστική παρακολούθηση και καταχώριση των οικείων παραστατικών και των εν γένει οικονομικών πράξεων.
Ότι τον μήνα Ιούλιο 1999 κλιμάκιο του ΣΔΟΕ μετέβη στα γραφεία της ενάγουσας προκειμένου να διενεργήσει φορολογικό έλεγχο και ζήτησε τα λογιστικά της βιβλία που ο εναγόμενος διατηρούσε στο λογιστικό του γραφείο. 'Ότι από τον έλεγχο των βιβλίων αυτών, που προσκομίστηκαν από το εναγόμενο διαπιστώθηκε, ότι αυτός δεν τηρούσε το βιβλίο Γενικού Ημερολογίου κατά το χρονικό διάστημα από 24.8.1995 μέχρι 16.7.1999, δεν τηρούσε το βιβλίο του Γενικού Καθολικού κατά το χρονικό διάστημα από 1.11.94 μέχρι και την άνω χρονολογία ελέγχου και δεν είχε καταχωρίσει στο Βιβλίο Απογραφών τους ισολογισμούς των χρήσεων 1995 μέχρι και 1998.
Ότι, συνεπεία των παραλείψεων αυτών ως προς την τήρηση των λογιστικών της βιβλίων, η αρμοδία ΔΟΥ, με τις αναφερόμενες στην αγωγή αποφάσεις, επέβαλε εις βάρος της τα αναφερόμενα επίσης στην αγωγή της πρόστιμα και προσαυξήσεις, με πιθανότητα δε, μετά την ολοκλήρωση του φορολογικού ελέγχου θα κληθεί να καταβάλει και άλλα ποσά για τις χρήσεις των ετών 1999 και 2000. 'Οτι μετά από άσκηση προσφυγών ακολούθησε διοικητική- συμβιβαστική επίλυση της διαφοράς για τις μέχρι και το έτος 1998 χρήσεις, μειωθέντων των προστίμων κλπ στο συνολικό ποσό των 46.564.173 δρχ.
το οποίο και κατέβαλε η ενάγουσα στην αρμοδία Δ.Ο.Υ. Περαιτέρω η ενάγουσα εκθέτει, ότι από την υπαίτια (βαρεία αμέλεια) και παράνομη συμπεριφορά του εναγομένου ως προς την τήρηση των λογιστικών της βιβλίων ζημιώθηκε κατά τα άνω ποσά προστίμων και προσαυξήσεων που κατέβαλε μειωμένα μετά συμβιβασμό, καθώς και εκείνα που με πιθανότητα θα κληθεί να καταβάλει για τις επόμενες χρήσεις, ζήτησε δε, μετά περιορισμό εν μέρει του καταψηφιστικού αιτήματος σε εν μέρει αναγνωριστικό, να καταδικασθεί ο εναγόμενος να της καταβάλει νομιμοτόκως και με προσωπική του κράτηση το άνω ποσό των 46.564.173 δρχ.
και να αναγνωρισθεί ότι της οφείλει το υπόλοιπο εκ δραχμών 184.159.935. Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση του, αφού δέχτηκε την έφεση του εναγομένου και εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου με την οποία είχε γίνει δεκτή εν μέρει η αγωγή, απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη, δεχόμενο ότι η επικαλουμένη από την ενάγουσα ζημιογόνος συμπεριφορά του εναγομένου, συνισταμένη στην υπαίτια (εξ αμελείας) αυτού παράλειψη να τηρεί τα λογιστικά βιβλία της, συνιστά παραβίαση των συμβατικών υποχρεώσεων του έναντι της ενάγουσας, και όχι αδικοπραξία, διότι χωρίς τη σύμβαση η παράλειψη αυτή δεν είναι παράνομη. 'Ετσι που έκρινε το Εφετείο παρά το νόμο δεν εφάρμοσε τις εφαρμοστέες στην προκειμένη περίπτωση ουσιαστικού δικαίου διάταξη των άρθρων, 330, 297,298 ΑΚ, 2, 8 παρ.1 και 4 και 12 του ΠΔ 340/1998 και του άρθρου 8 του ν. 2251/94, υποπίπτοντας στην από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ πλημμέλεια, αφού κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή ο εναγόμενος παρείχε τις ανεξάρτητες υπηρεσίες του στην ενάγουσα ως λογιστής και με την μεταξύ τους σύμβαση είχε ανατεθεί σ' αυτόν και η διεξαγωγή των λογιστικών εργασιών, που αναφέρονται στην αγωγή και συνεπεία της μη κανονικής διεξαγωγής αυτών επιβλήθηκαν στην ενάγουσα, από την αρμόδια φορολογική αρχή φορολογικές επιβαρύνσεις τις οποίες κατέβαλε η εντολέας ενάγουσα και κατά το ποσό των οποίων ζημιώθηκε από υπαιτιότητα (αμέλεια) του εναγομένου, κατά την εκπλήρωση της συμβατικώς καθορισμένης παροχής του, κατά τα επικαλούμενα στην αγωγή Επομένως πρέπει να γίνει δεκτός ο μοναδικός από το άρθρο 559 αρ.1 λόγος της αίτησης αναίρεσης και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση του εφετείου.
Ακολούθως πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, που εξέδωσε την αναιρούμενη, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που εξέδωσαν αυτή (άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 262/2005 απόφαση του Εφετείου Κερκύρας.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές εκτός εκείνων που εξέδωσαν αυτή. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας από ευρώ 2.000.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Νοεμβρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Δεκεμβρίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ