Supreme Court dismisses appeal on lease termination, ruling penalty not excessive and second appeal argument inadmissible.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Patras Court of Appeal's decision regarding a lease termination dispute. The appellant argued the penalty was excessive and that the court failed to consider a secondary business activity, but the court found the penalty reasonable given the tenant's breach of contract. Consequently, the appeal was rejected as both inadmissible and unfounded, with the appellant ordered to pay legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 173 and 200 of the Civil Code; Article 561 of the Code of Civil Procedure: A penalty clause in a lease contract is not excessive if it corresponds to the remaining rent due, and an appeal challenging the court's assessment of evidence regarding secondary business activities is inadmissible as it attacks an uncontrollable judgment.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1901 / 2007 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1901/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αχιλλέα Νταφούλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου), Αντώνιο Παπαθεοδώρου, Γεώργιο Πετράκη, Παναγιώτη Παρτσιλίβα και Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Σεπτεμβρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "GROUP ELECTRIC SIMATOS ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΜΠΟΡΙΚΗ, ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ, ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΗ, ΚΤΗΜΑΤΙΚΗ, ΝΑΥΤΙΛΙΑΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως οιονεί καθολικής διαδόχου συνεπεία συγχώνευσης με απορρόφηση της ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "........ Ο.Ε", η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Φανή Καραγιάννη.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. ..........., 2. .........., 3. ............. και 4. ......... Από αυτούς οι: 1η, 2ος και 3ος εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Συμεών Γιαννιώτη-Γαλανό και η 4η εμφανίστηκε στο ακροατήριο και διόρισε τον ίδιο πιο πάνω δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17/10/2000 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κεφαλληνίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 332/2001 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 577/2002 οριστική του Εφετείου Πατρών και μετά από άσκηση αναιρέσεως η 735/2005 του Αρείου Πάγου με την οποία αναιρέθηκε η παραπάνω εφετειακή απόφαση και παραπέμφθηκε η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο. Το Εφετείο Πατρών στη συνέχεια εξέδωσε την 604/2006 απόφασή του, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 23 Ιουνίου 2006 αίτησή της και τους από 25 Ιουνίου 2007 πρόσθετους λόγους αυτής.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται παραπάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Πολυζωγόπουλος ανέγνωσε την από 3 Σεπτεμβρίου 2007 έκθεση του Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη Αχιλλέα Νταφούλη, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής. Η πληρεξούσια δικηγόρος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των πρόσθετων λόγων αυτής, ο πληρεξούσιος δικηγόρος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή τους και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι.- Από τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ συνάγεται, ότι το δικαστήριο της ουσίας, όταν ερμηνεύει, κατά τις αρχές της καλής πίστης, λαμβάνοντας υπόψη του και τα συναλλακτικά ήθη, τη δήλωση βουλήσεως, δεν είναι ανάγκη να αναλύσει και εξειδικεύσει τις αρχές αυτές ή τα συναλλακτικά ήθη. Εξάλλου, όπως προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 559 εδ. 1 ΚΠολΔικ, η ορθότητα ή μη της κρίσεως του δικαστηρίου της ουσίας με την οποία ερμηνεύεται η ασαφώς διατυπωθείσα στη σύμβαση δήλωση βουλήσεως των συμβληθέντων, υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο του Αρείου Πάγου, ως αναγόμενη στην εφαρμογή των ως άνω κανόνων του ουσιαστικού δικαίου.
Τέλος, ο λόγος αναίρεσης από το εδάφιο 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, για έλλειψη νόμιμης βάσης ιδρύεται όταν από τις αιτιολογίες της απόφασης δεν προκύπτουν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις εκείνα τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν το πραγματικό του κανόνα ουσιαστικού δικαίου ο οποίος εφαρμόστηκε (υπαγωγικός συλλογισμός), ώστε καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής της διάταξης.
Ο λόγος, άρα, δεν ιδρύεται, όταν οι ελλείψεις αναφέρονται στην αιτιολόγηση απλά του αποδεικτικού πορίσματος, εφόσον αυτό διατυπώνεται με σαφήνεια. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχτηκε τα ακόλουθα: "Από τις καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάστηκαν νόμιμα στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (βλ.
ταυτάριθμα πρακτικά), τις νομίμως ληφθείσες ..., ..... και ..... ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον της συμβολαιογράφου Αργοστολίου Αγλαΐας Λουκάτου, τις οποίες η εκκαλούσα προσκομίζει και επικαλείται, και τα έγγραφα τα οποία οι διάδικοι επίσης προσκομίζουν και επικαλούνται, μεταξύ των οποίων και η ...... ένορκη βεβαίωση ενώπιον της συμβολαιογράφου Αργοστολίου Στάμως Τσιλιμίδου που δόθηκε χωρίς προηγούμενη κλήτευση των εναγόντων - εφεσίβλητων σε δίκη ασφαλιστικών μέτρων μεταξύ των διαδίκων και η οποία λαμβάνεται υπ' όψη ως δικαστικό τεκμήριο, αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
Με το από ...... ιδιωτικό συμφωνητικό μισθώσεως ο δικαιοπάροχος των εναγόντων (αναιρεσιβλήτου) ψ που απεβίωσε τον Μάϊο του 1990 και κληρονομήθηκε ως κατωτέρω από τους ενάγοντες (αναιρεσίβλητους), εκμίσθωσε προς την εναγόμενη εταιρία με την επωνυμία "......... Ο.Ε." ένα κατάστημα της ιδιοκτησίας του που βρίσκεται στον ισόγειο όροφο της επί της διασταυρώσεως της παραλιακής λεωφόρου ...... (πρώην ......
αρ. .... και ήδη ......) με την οδό ........ οικοδομής, προκειμένου η τελευταία (μισθώτρια εταιρία) να το χρησιμοποιήσει ως κατάστημα πωλήσεως και εμπορίας ηλεκτρολογικού εξοπλισμού, η μίσθωση δε αυτή παρατάθηκε αρχικά με το από ....... ιδιωτικό συμφωνητικό που υπεγράφη μεταξύ των ήδη εναγόντων, στους οποίους, σύζυγο και τρία τέκνα και μοναδικούς εξ αδιαθέτου κληρονόμους του θανόντος ως άνω αρχικού εκμισθωτή, περιήλθε το μίσθιο κατά το 1/4 εξ αδιαιρέτου στον καθένα μετά και την νομίμως μεταγραφείσα ........
πράξη αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου Αθηνών Μαρίας Κούτρα - Φλουρή, και του νομίμου εκπροσώπου της εναγομένης, και μεταγενέστερα με το από ....... ιδιωτικό συμφωνητικό που υπεγράφη μεταξύ των ως άνω προσώπων - διαδίκων. Το επίδικο μίσθιο αποτελείται από μία ενιαία αίθουσα εμβαδού 113 τετρ. μέτρων και ένα πατάρι εμβαδού 70 τετρ.
μέτρων, η δε παράταση της μισθώσεως που συμφωνήθηκε με το τελευταίο ως άνω μισθωτήριο ορίστηκε εξαετής, αρχόμενη από 1-7-1997 και λήγουσα την 30-6-2003, με μηνιαίο μίσθωμα 340.000 δραχμών για το πρώτο έτος και ανερχόμενο κατά τον χρόνο της ασκήσεως της αγωγής, μετά τις σχετικές αναπροσαρμογές, στο ποσό των 379.434 δραχμών.
Με τον δεύτερο (αριθμ. 2) όρο του πρώτου (αρχικού), αλλά και του δευτέρου από τα ανωτέρω ιδιωτικά συμφωνητικά μισθώσεως, ορίστηκε ως προς τη χρήση του μισθίου από τη μισθώτρια εταιρία ειδικότερα ότι τούτο "θέλει χρησιμοποιηθεί ως κατάστημα πωλήσεως και εμπορίας ηλεκτρολογικού εξοπλισμού και παντός ετέρου είδους συναφούς με τον ηλεκτρολογικόν εξοπλισμόν, απαγορεύεται απολύτως οιαδήποτε μεταβολή της χρήσεως αυτού", με τα ίδια δε συμφωνητικά καθώς και με το τελευταίο ως άνω από .......
όμοιο ορίστηκε μεταξύ των άλλων (όρος με αριθμ. 15) ότι η εκ μέρους της μισθώτριας εταιρίας παράβαση οποιουδήποτε όρου της συμβάσεως παρέχει το δικαίωμα στους εκμισθωτές να καταγγείλουν τη μίσθωση και να ζητήσουν την απόδοση του μισθίου, και ότι οι εκμισθωτές διατηρούν το δικαίωμα να ζητούν ("αιτούνται") την πληρωμή από τη μισθώτρια όλων των μέχρι τη λήξη της μισθώσεως μη δεδουλευμένων μισθωμάτων "λόγω αποζημιώσεως και ποινικής ρήτρας".
Εν τω μεταξύ και από του έτους 1994, ήτοι προ της υπογραφής του τελευταίου ως άνω συμφωνητικού, η εναγομένη άρχισε να εμπορεύεται στο μίσθιο κατάστημα πλέον του ηλεκτρολογικού εξοπλισμού (φωτιστικά είδη, λαμπτήρες, ηλεκτρικές συσκευές και καλώδια, κ.ο.κ.) και κινητά τηλέφωνα, αναλαμβάνοντας την αντιπροσώπευση των εταιριών κινητής τηλεφωνίας "ΜΟΒΙΤΕL" "ΡΑΝΑFΟΝ" και "ΤΕLΕSΤΕΤ" πουλώντας συσκευές κινητών τηλεφώνων των εταιριών αυτών και υπογράφοντας τις σχετικές συμβάσεις κινητής τηλεφωνίας των ίδιων εταιριών με τρίτα πρόσωπα, για τη διεύρυνση δε αυτή της εμπορικής δραστηριότητας της εναγομένης, που θα απέφερε μεγαλύτερα κέρδη σ' αυτήν, οι ενάγοντες ζήτησαν από την τελευταία (εναγομένη) αναπροσαρμογή (αύξηση) του καταβαλλόμενου μισθώματος, στην οποία (αναπροσαρμογή) δεν συμφώνησε η εναγομένη.
Λόγω της αρνήσεως της εναγομένης και της εντεύθεν μη επιτεύξεως συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων για την προαναφερθείσα αναπροσαρμογή του μισθώματος, στο τελευταίο ως άνω ιδιωτικό συμφωνητικό μισθώσεως (της........) οι διάδικοι τροποποίησαν τον σχετικό με αριθμό 2 όρο των προηγούμενων δύο συμφωνητικών που αφορούσε τη χρήση του επίδικου μισθίου και απαλείφοντας από τον όρο αυτόν τη φράση "και παντός ετέρου είδους συναφούς με τον ηλεκτρολογικόν εξοπλισμό" διατύπωσαν τον υπ' όψη όρο, ταυτάριθμον και στο τελευταίο συμφωνητικό, ως εξής, ήτοι "το μίσθιο θα χρησιμοποιηθεί από τη μισθώτρια ως κατάστημα πωλήσεως και εμπορίας ηλεκτρολογικού εξοπλισμού, απαγορεύεται οιαδήποτε διαφορετική χρήση και οιαδήποτε μεταβολή της χρήσης αυτού".
Από τα προεκτεθέντα και ειδικότερα την κατά τα ανωτέρω τροποποίηση του όρου της ένδικης σύμβασης μισθώσεως που αφορούσε τη χρήση του επίδικου μισθίου εκ μέρους της εναγομένης - μισθώτριας και τον χρόνο και τις συνθήκες υπό τις οποίες η τροποποίηση αυτή έλαβε χωράν (μετά τη διεύρυνση της εμπορίας της εναγομένης με την εμπορία και κινητών τηλεφώνων, και την άρνηση της τελευταίας να καταβάλει μεγαλύτερο μίσθωμα) προκύπτει κατά την κρίση του δικαστηρίου, ότι η αληθής βούληση των συμβληθέντων - διαδίκων που δηλώθηκε στον ειρημένο, κατά τροποποίηση, συμβατικό όρο της χρήσεως του μισθίου και η σχετική σύμβαση, ερμηνευόμενη όπως απαιτεί η καλή πίστη, λαμβανομένων υπ' όψη και των συναλλακτικών ηθών (αρθρ. 173, 200 του ΑΚ), είχαν ως αντικείμενο τον αποκλεισμό από τη συμβατική χρήση του μισθίου της εμπορίας εκ μέρους της εναγομένης και ειδών κινητής τηλεφωνίας, καίτοι τούτο δεν αναφέρεται ρητώς στον τροποποιηθέντα ως άνω όρο, κατά συνέπεια δε τυχόν συνέχιση της εμπορίας και τέτοιων ειδών (κινητής τηλεφωνίας) εκ μέρους της εναγομένης - μισθώτριας θα αποτελούσε παράβαση συμβατικού όρου (του ως άνω τροποποιηθέντος) της μίσθωσης και θα παρείχε στην ενάγουσα - εκμισθώτρια τα κατά τον ειρημένο υπ' αριθμ. 15 όρο του μισθωτηρίου συμφωνητικού ως άνω δικαιώματα.
Τον συμβατικό αυτόν όρο ως προς τη χρήση του μισθίου παρέβη πράγματι η εναγομένη, η οποία, όπως και η ίδια συνομολογεί, συνέχισε και μετά την κατά τα ανωτέρω τροποποίηση της συμβάσεως και την ισχύ του νέου συμβατικού όρου να εμπορεύεται στο επίδικο μίσθιο κατά τον προαναφερθέντα τρόπο και προϊόντα κινητής τηλεφωνίας, χωρίς να ασκεί επιρροή εν προκειμένω, ενόψει της συμφωνηθείσης ως άνω απαγορεύσεως, του αποκλεισμού δηλαδή της εμπορίας και τέτοιων προϊόντων στο μίσθιο κατάστημα, ο μικρός αριθμός των σχετικών συναλλαγών στις οποίες προέβαινε κατ' έτος η εναγομένη (μικρός αριθμός πωλήσεων κινητών τηλεφώνων) και ο επίσης μικρός χώρος του μισθίου τον οποίο διέθετε (καταλάμβανε) η εναγομένη για τον σκοπό αυτό (εμπορία κινητών), καθώς και ο ενδεχόμενος χαρακτηρισμός των κινητών τηλεφώνων ως συναφών ή παρεμφερών προς τον ηλεκτρολογικό εξοπλισμό.
Επομένως το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που με την προσβαλλόμενη απόφαση του δέχθηκε τα ίδια, ότι δηλαδή η κατά τα ανωτέρω εμπορία και κινητών τηλεφώνων στο μίσθιο κατάστημα εκ μέρους της μισθώτριας εταιρίας αποτελεί παράβαση του ειρημένου συμβατικού όρου της μίσθωσης που παρέχει στους ενάγοντες τα δικαιώματα της καταγγελίας της μίσθωσης και της αποζημιώσεως , δεν έσφαλε στην κρίση του αυτή, είναι δε αβάσιμα και απορριπτέα τα αντίθετα που η εναγόμενη εταιρία και ήδη η οιονεί καθολική διάδοχος της κατόπιν συγχωνεύσεως και απορροφήσεως ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "GROUP ELECTRIC SIMATOS AEBOKNE" (αναιρεσείουσα) που συνεχίζει τη δίκη υποστηρίζει με τους πρώτο, δεύτερο και εν μέρει τέταρτο λόγους της κρινόμενης έφεσης.
Η κατά τον προαναφερθέντα υπ' αριθμ. 15 όρο του μισθωτηρίου συμφωνητικού οφειλόμενη στους ενάγοντες αποζημίωση για την ανωτέρω αιτία (παράβαση συμβατικού όρου περί της χρήσεως του μισθίου) ανέρχεται στο πρωτοδίκως επιδικασθέν συνολικό ποσό των 12.141.888 δραχμών των μη δεδουλευμένων από την άσκηση της αγωγής (καταγγελία) μέχρι τη λήξη της μίσθωσης μισθωμάτων (Νοέμβριος 2000 έως Ιούνιο 2003), το ποσόν δε αυτό, χαρακτηριζόμενο στη σύμβαση ως "αποζημίωση και ποινική ρήτρα", κατά τα προεκτεθέντα, και αν ήθελε θεωρηθεί ποινική ρήτρα δεν είναι υπέρμετρη, δυσανάλογα δηλαδή μεγάλη για τις συγκεκριμένες περιστάσεις, αφού ισοδυναμεί προς τα οφειλόμενα άλλωστε μισθώματα του υπόλοιπου χρονικού διαστήματος της ένδικης μίσθωσης που είναι ορισμένου χρόνου και λύεται προ της συμπληρώσεως του χρόνου αυτού από υπαιτιότητα της εναγομένης μισθώτριας (βλ.
άρθρα 361, 574, 596, 608 παρ. 1 του ΑΚ, 44 του π.δ. 34/1995 περί εμπορικών μισθώσεων), κατά συνέπεια δεν συντρέχει νόμιμος λόγος μειώσεως του ποσού αυτού κατά το άρθρο 409 του ΑΚ και είναι επίσης αβάσιμα και απορριπτέα τα αντίθετα που η εναγομένη υποστηρίζει με τους πέμπτο και έκτο λόγους της εφέσεώς της". Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, με σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή όχι εφαρμογή των άνω διατάξεων που εφαρμόστηκαν, δεν υπέπεσε στις αποδιδόμενες πλημμέλειες από τα εδάφια 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, η απόφασή του έχει νόμιμη βάση και σαφές ορθό πόρισμα στο κρίσιμο ζήτημα της ερμηνείας της ασαφώς διατυπωθείσας στη σύμβαση μισθώσεως δήλωσης βουλήσεως των συμβληθέντων μερών, χωρίς παραβίαση των ως άνω κανόνων δικαίου τους οποίους ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, ο δε αντίθετος πρώτος λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
ΙΙ.- Από τη βεβαίωση του Εφετείου στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, ότι στο πόρισμά του κατέληξε αφού έλαβε υπόψη "τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάστηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, τις νομίμως ληφθείσες ....., ..... και ....... ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον της συμβολαιογράφου Αργοστολίου Αγλαϊας Λουκάτου, που η εκκαλούσα (αναιρεσείουσα) προσκομίζει και επικαλείται, και τα έγγραφα τα οποία οι διάδικοι επίσης προσκομίζουν και επικαλούνται, μεταξύ των οποίων και η ......
ένορκη βεβαίωση ενώπιον της συμ/φου Αργοστολίου Στάμως Τσιλιμίδου που δόθηκε σε δίκη ασφαλιστικών μέτρων μεταξύ των διαδίκων, χωρίς κλήτευση των εναγόντων (αναιρεσιβλήτων)", σε συνδυασμό με το αιτιολογικό της προσβαλλομένης, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και εκτίμησε κατά το νόμο και όλα τα έγγραφα στοιχεία για τα οποία παραπονείται τώρα η αναιρεσείουσα με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, δηλαδή α) την από .......
βεβαίωση του συνδέσμου εμπορικών επιχειρήσεων ηλεκτρικών ειδών ......., β) την με αριθμό ......... βεβαίωση του εμπορικού και βιομηχανικού επιμελητηρίου Αθηνών και γ) την συνδυασμένη ονοματολογία ετών1997 και 2000, από τα οποία φέρονται να προκύπτουν, ότι τα καταστήματα ηλεκτρικών ειδών πωλούνται προϊόντα κινητής τηλεφωνίας (δηλαδή συσκευές κινητών τηλεφώνων, κάρτες αυτών, συμβατικές και ασύρματες τηλεφωνικές συσκευές κ.λ.π.) και τα κινητά τηλέφωνα της δασμολογικής κλάσεως .........
υπάγονται στην ευρύτερη κατηγορία "85" του δασμολογίου, η οποία περιλαμβάνει μηχανές, συσκευές, υλικά ηλεκτρικού και τα μέρη τους. Επομένως, ο αντίθετος από το εδάφιο 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔικ λόγος αυτός του αναιρετηρίου πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
ΙΙΙ.- Κατά το άρθρο 281 ΑΚ η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Εξάλλου για να ιδρυθεί ο λόγος αναίρεσης από το εδάφιο 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, για παρά το νόμο μη λήψη υπόψη πραγμάτων που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, θα πρέπει ο ισχυρισμός να είχε προταθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρεσιβαλλομένη κατά τρόπο ορισμένο και παραδεκτό, να είναι νόμιμος και ν΄ ασκεί επίδραση (λυσιτελής) στην έκβαση της δίκης (Ολ ΑΠ 2/1989).
Πράγμα υπό την έννοια της άνω διάταξης είναι και ο λόγος έφεσης που περιέχει παράπονο κατά της πρωτοβάθμιας κρίσης (Ολ ΑΠ 11/1996). Αν από την απόφαση προκύπτει, ότι ο ισχυρισμός εξετάστηκε και απορρίφθηκε ως απαράδεκτος ή κατ΄ ουσίαν, ο λόγος απορρίπτεται ως αβάσιμος (Ολ ΑΠ 12/1991). Τέλος, κατά το άρθρο 581 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔικ, στο δικαστήριο της παραπομπής η υπόθεση εισάγεται και συζητείται με κλήση μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση και αφού κατατεθούν προτάσεις κατά το άρθρο 237.
Στην προκείμενη περίπτωση, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔικ) προκύπτουν τα εξής : Με την από 17-10-2000 αγωγή τους οι αναιρεσίβλητοι εκμισθωτές ισχυρίστηκαν, ότι με το από ...... συμφωνητικό εκμίσθωσαν στην αναιρεσείουσα ένα κατάστημα του ισογείου ορόφου οικοδομής που βρίσκεται στο .........
Κεφαλληνίας, στη διασταύρωση της παραλιακής λεωφόρου με την οδό ........ για έξι έτη, αντί μηνιαίου μισθώματος 340.000 δραχμών για το πρώτο έτος της μίσθωσης. Κατά τη ρητή συμφωνία στο μισθωτήριο αυτό η αναιρεσείουσα θα χρησιμοποιούσε το μίσθιο αυτό ως κατάστημα πώλησης και εμπορίας ηλεκτρολογικού εξοπλισμού.
Μάλιστα ρητά ορίστηκε ότι απαγορεύεται οιαδήποτε διαφορετική χρήση και οιαδήποτε μεταβολή της χρήσης από την μισθώτρια. Παρά ταύτα η τελευταία έχει προβεί σε διαφορετική χρήση του μισθίου, συγκεκριμένα προβαίνει σε αντιπροσώπευση εταιρειών κινητής τηλεφωνίας ("MOBITEL", "PANAFON", και "TELESTET"), πώληση κινητών τηλεφώνων των εταιρειών αυτών και υπογραφή συμβάσεων κινητής τηλεφωνίας των ίδιων εταιρειών που αντιπροσωπεύει με φυσικά πρόσωπα.
Επιπλέον αυθαίρετα και χωρίς τη συγκατάθεση των εκμισθωτών, που απαιτείται στο άρθρο 2 του μισθωτηρίου, έκανε επέκταση του υπάρχοντος παταριού (70 τ.μ.) στο μίσθιο με ξύλινους δοκούς από την πίσω πλευρά του καταστήματος κατά τρόπο ώστε ολόκληρο το κατάστημα να καλύπτεται από πατάρι θέτοντας σε μεγάλο κίνδυνο το μίσθιο, αλλά και το διαμέρισμά τους πάνω απ΄ αυτό.
Με τον τρόπο αυτό η αναιρεσείουσα παραβίασε τα άρθρα 7, 8 και 15 του μισθωτηρίου, κατά τα οποία υποχρεούται σε καλή χρήση του μισθίου, οποιαδήποτε μεταβολή κάποιου όρου ή συμφωνίας του μισθωτηρίου θα αποδεικνύεται μόνο από έγγραφα σύμβασης εκμισθωτών και μισθώτριας, αντίθετη δε εφαρμογή δεν μπορεί να θεωρηθεί ως σιωπηρά συμφωνία μεταβολής των όσων συμφώνησαν, τέτοια δε μεταβολή χωρίς έγγραφη συμφωνία θα συνεπάγεται καταγγελία της μίσθωσης με σκοπό την παράδοση του μισθίου και την πληρωμή όλων των μέχρι τη λήξη της μίσθωσης μη δεδουλευμένων μισθωμάτων λόγω αποζημίωσης και ποινικής ρήτρας.
Σύμφωνα με αυτά κατήγγειλάν τη σύμβαση για κακή χρήση του μισθίου και ζήτησαν την απόδοση του μισθίου, καθώς και όλα τα μέχρι τη λήξη της μίσθωσης μη δεδουλευμένα μισθώματα, ως αποζημίωση και ποινική ρήτρα για παράβαση συμβατικών υποχρεώσεων της, που ανέρχονται στο ποσό των δραχμών 12.141.888, για το διάστημα από Νοέμβριο 2000 έως και Ιούνιο 2003.
Με τις από 9-2-2001 πρωτόδικες προτάσεις η αναιρεσείουσα (εναγόμενη) προέβαλε ισχυρισμό για καταχρηστική άσκηση δικαιώματος από τους αναιρεσίβλητους (άρθρο 281 ΑΚ), επικαλούμενη, ότι "η πώληση ελάχιστων κινητών τηλεφώνων δεν χειροτερεύει το μίσθιο, ούτε επενεργεί βλαπτικά σ΄ αυτό, και η επί μακρό χρόνο μη διαμαρτυρία των αντιδίκων είχε ως αποτέλεσμα την αποδυνάμωση του δικαιώματός τους, ώστε η με την ένδικη αγωγή ασκηθείσα καταγγελία να καθίσταται καταχρηστική, γι΄ αυτό και πρέπει να απορριφθεί η αγωγή για την αιτία αυτή".
Στην αγωγή αυτή εκδόθηκε η πρωτόδικη 332/2001 απόφαση του μονομελούς πρωτοδικείου Κεφαλληνίας. ΄Εκρινε ότι η αναιρεσείουσα, με τις προτάσεις της που κατέθεσε και προφορικά ανέπτυξε στη συζήτηση, αρνήθηκε τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν την ιστορική βάση της αγωγής. Στη συνέχεια ύστερα από εκτίμηση των αποδείξεων δέχτηκε την αγωγή ως βάσιμη στην ουσία της, απορρίπτοντας όλους τους αντίθετους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας.
Με την από 17-5-2001 έφεσή της και ιδίως με τον τέταρτο λόγο της η αναιρεσείουσα (μισθώτρια) παραπονέθηκε, ότι η εκκληθείσα πρωτόδικη απόφαση εσφαλμένα εκτίμησε το αποδεικτικό υλικό και "απέρριψε σιγή την νόμιμα προβληθείσα με δήλωση καταχωρισθείσα στη ταυτάριθμα της εκκαλουμένης πρακτικά και με τις πρωτόδικες προτάσεις ένστασή της για καταχρηστική άσκησή της ένδικης αγωγής, μολονότι σε κάθε περίπτωση και εντελώς επικουρικά αποδείχτηκε, ότι τόσο η πώληση των κινητών τηλεφώνων, όσο και η επέκταση του παταριού έχουν γίνει πριν από πολλά έτη εν γνώσει και χωρίς διαμαρτυρία των αναιρεσιβλήτων, δεν θίγουν κανένα δικαιολογημένο συμφέρον των εναγόντων (εκμισθωτών), ενώ αντίθετα η ευδοκίμηση της ένδικης αγωγής έχει σαν αποτέλεσμα την οικονομική καταστροφή της εταιρείας της".
Στην έφεση αυτή εκδόθηκε η 577/2002 απόφαση του Εφετείου Πατρών, που δέχτηκε τα ακόλουθα : "Η αναιρεσείουσα από την έναρξη της μίσθωσης έκανε χρήση του μισθίου στο οποίο εμπορευόταν και πωλούσε ηλεκτρολογικό εξοπλισμό (φωτιστικά είδη, ηλεκτρικές συσκευές, λαμπτήρες κ.α.). Από το 1995 άρχισε να πωλεί στο μίσθιο και κινητά τηλέφωνα των εταιρειών "ΤΕΛΕΣΤΕΤ" και "ΠΑΝΑΦΟΝ".
Ο χώρος πώλησης και διαφήμισης (βιτρίνα) των κινητών τηλεφώνων από το κατάστημα αυτό καταλαμβάνει εξαιρετικά μικρό μέρος (1-2 τετρ. μέτρα), του όλου μισθίου καταστήματος που αποτελείται από 113 τ.μ.. Επομένως ο εμπλουτισμός του μισθίου καταστήματος με το είδος αυτό δεν θεωρείται μεταβολή της συμφωνημένης χρήσης, όπως αβάσιμα ισχυρίζονται οι αναιρεσίβλητοι, εφόσον ουδεμία δυσμενής επιβάρυνση υπάρχει στο μίσθιο.
Ο ισχυρισμός των αναιρεσιβλήτων ότι ήσαν αντίθετοι στην πώληση από το μίσθιο κινητών τηλεφώνων και μάλιστα είχε συζητηθεί το θέμα αυτό με τον εκπρόσωπο της αναιρεσείουσας πριν τη σύναψη του τελευταίου συμφωνητικού μίσθωσης (.......) είναι αβάσιμος. Επομένως η πώληση κινητών τηλεφώνων από το μίσθιο υπό τις συνθήκες αυτές δεν συνιστά μεταβολή της συμφωνημένης χρήσης.
Το 1986 η αναιρεσείουσα κατασκεύασε ένα ξύλινο πατάρι 30 τ.μ. περίπου, που είναι συνέχεια και επέκταση του υφιστάμενου μονίμου παταριού. Αυτό δεν δημιουργεί οποιαδήποτε επικινδυνότητα για τη στατική επάρκεια του μισθίου καταστήματος και της όλης οικοδομής, ούτε η κατασκευή του έχει προκαλέσει οποιαδήποτε φθορά, ούτε αισθητικά βλάπτει το μίσθιο.
Από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυψε ότι οι αναιρεσίβλητοι διαμαρτυρήθηκαν ποτέ για την κατασκευή του παταριού, που δεν συνιστά κακή χρήση του μισθίου. Κατ΄ ακολουθίαν όλων αυτών δεν υπάρχει εκ μέρους της αναιρεσείουσας, ούτε βλαπτική μεταβολή της συμφωνημένης χρήσης του μισθίου, ούτε κακή χρήση τούτου και συνεπώς είναι ανενεργής η κατ΄ άρθρο 594 ΑΚ καταγγελία της μίσθωσης".
Με τις σκέψεις αυτές δέχτηκε την έφεση, εξαφάνισε την εκκληθείσα πρωτόδικη απόφαση και κατόπιν δίκασε την αγωγή, που απέρριψε τελικά, ως ουσιαστικά αβάσιμη. Κατά της απόφασης αυτής οι αναιρεσίβλητοι άσκησαν την από 14-1-2002 αίτησή τους και ζήτησαν, για πλημμέλειες από τα εδάφια 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, την αναίρεσή της.
Εκδόθηκε κατόπιν η 735/2005 απόφαση του πολιτικού τούτου τμήματος του Αρείου Πάγου, που δέχτηκε τα παρακάτω : "΄Ετσι που έκρινε το Εφετείο παραβίασε ως προς την ανωτέρω βάση (απόδοση μισθίου λόγω καταγγελίας της μίσθωσης για κακή χρήση του από τη μισθώτρια) της απορριφθείσης απ΄ αυτό αγωγής, τους από τα άρθρα 173 και 200 ΑΚ γενικούς ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, γιατί, παρά το ότι διέγνωσε κατά τρόπο έμμεσο την ύπαρξη κενού στη σύμβαση μίσθωσης ως προς το αν στη συμφωνηθείσα χρήση του μισθίου ως καταστήματος πώλησης και εμπορίας ηλεκτρολογικού εξοπλισμού εμπίπτει και η πώληση σε αυτό κινητών τηλεφώνων προέβη στη συμπλήρωση του κενού αυτού χωρίς να προσφύγει στους ανωτέρω ερμηνευτικούς κανόνες".
Με τις σκέψεις αυτές, κατά παραδοχή του πρώτου λόγου, έχει αναιρέσει την 577/2002 απόφαση, "ως προς το μέρος της που οι ασκηθείσες με την αγωγή των αναιρεσειόντων (τότε) αξιώσεις είχαν ως βάση την κατά τον ανωτέρω τρόπο κακή χρήση του μισθίου". Μετά παραπέμφθηκε η υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος στο ίδιο Εφετείο Πατρών για περαιτέρω εκδίκασή της.
Το δικαστήριο της παραπομπής με την προσβαλλόμενη απόφασή του 604/2006, ύστερα από εξέταση και απόρριψη των πρώτου, δεύτερου και τέταρτου (κατά ένα μέρος) λόγων της από 17-5-2001 έφεσης της αναιρεσείουσας εταιρείας κατά της 332/2001 απόφασης του μονομελούς πρωτοδικείου Κεφαλληνίας, πάντα μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση (ΑΠ 735/2005), απέρριψε κατ΄ ουσίαν την έφεση αυτή με τις προαναφερθείσες σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες, κρίνοντας και ότι "ενόψει της συμφωνηθείσης απαγόρευσης, του αποκλεισμού δηλαδή της εμπορίας και τέτοιων προϊόντων (κινητής τηλεφωνίας) εκ μέρους της αναιρείουσας - μισθώτριας στο μίσθιο κατάστημα, δεν ασκεί επιρροή ο μικρός αριθμός των σχετικών συναλλαγών στις οποίες προέβαινε κατ΄ έτος η αναιρεσίβλητη μισθώτρια (μικρός αριθμός πωλήσεων κινητών τηλεφώνων) και ο επίσης μικρός χώρος του μισθίου τον οποίο διέθετε (καταλάμβανε) η εναγόμενη μισθώτρια για το σκοπό αυτό (εμπορία κινητών), καθώς και ο ενδεχόμενος χαρακτηρισμός των κινητών τηλεφώνων ως συναφών ή παρεμφερών προς τον ηλεκτρονικό εξοπλισμό".
Με όλα αυτά γίνεται φανερό, ότι εξετάστηκε από την προσβαλλόμενη απόφαση και απορρίφθηκε ως αλυσιτελής ο παραπάνω τέταρτος λόγος (κατά το οικείο μέρος) της έφεσης της αναιρεσείουσας, όπου ισχυρισμός για καταχρηστική άσκηση δικαιώματος των αναιρεσιβλήτων (άρθρο 281 ΑΚ), που βέβαια δεν θεμελιώνεται με απλή αδράνεια των δικαιούχων, γιατί διαφορετικά αυτή δεν θα διέφερε από τη σιωπηρή παραίτηση από το δικαίωμα ή από το θεσμό της παραγραφής.
Συνακόλουθα η αναιρεσιβαλλομένη δεν υπέπεσε στις αποδιδόμενες πλημμέλειες από τα εδάφια 8 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ και ο τρίτος λόγος του αναιρετηρίου που υποστηρίζει τα αντίθετα πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτος (σχ. Ολ. ΑΠ 2/1989 και Ολ. ΑΠ 44/1990) και σε κάθε περίπτωση ως αβάσιμος.
IV.- Με τον πρώτο πρόσθετο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται, ότι η αναιρεσιβαλλομένη υπέπεσε στις πλημμέλειες από τα εδάφια 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, γιατί εσφαλμένα απέρριψε τον έκτο λόγο της έφεσής της, όπου έκθεση πραγματικών περιστατικών και αίτημά της για περιορισμό της αιτηθείσας ποινικής ρήτρας στο προσήκον μέτρο κατ΄ άρθρο 409 ΑΚ, με τις αιτιολογίες που αναφέρονται στην πρώτη σκέψη της παρούσας.
Από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτει, ότι το αίτημα αυτό προβλήθηκε για πρώτη φορά στο Εφετείο. Όμως η ένσταση αυτή για μείωση της συμφωνηθείσας δυσανάλογα μεγάλης ποινής προεχόντως ήταν απορριπτέα ως απαράδεκτη, διότι ο σχετικός ισχυρισμός για τη θεμελίωσή της δεν είναι από τους προτεινόμενους σε κάθε στάση της δίκης, ούτε προβλήθηκε ως υπεράσπιση κατά έφεσης των εναγόντων (αναιρεσιβλήτων), δεν συνέτρεξε περίπτωση μη έγκαιρης προβολής με τις προτάσεις από δικαιολογημένη αιτία και ούτε αποδεικνυόταν με δικαστική ομολογία διαδίκου ή από έγγραφα (ΑΠ 773/2007).
Το Εφετείο σωστά σε κάθε περίπτωση έκρινε κατ΄ αποτέλεσμα και τον απέρριψε, αφενός με κύρια αιτιολογία ότι "η κατά τον 15ο όρο του μισθωτηρίου συμφωνητικού οφειλόμενη στους ενάγοντες (αναιρεσίβλητους) αποζημίωση (για παράβαση συμβατικού όρου στη χρήση του μισθίου) ανέρχεται στο πρωτοδίκως επιδικασθέν συνολικό ποσό των 12.141.88 δραχμών των μη δεδουλευμένων από την άσκηση της αγωγής (καταγγελία) μέχρι τη λήξη της μίσθωσης μισθωμάτων (Νοέμβριος 2000 έως Ιούνιο 2003)" και αφετέρου με την επάλληλη αιτιολογία ότι "το ποσό αυτό και αν ήθελε θεωρηθεί ποινική ρήτρα δεν είναι υπέρμετρη, δυσανάλογα δηλαδή μεγάλη για τις συγκεκριμένες περιστάσεις, αφού ισοδυναμεί προς τα οφειλόμενα άλλωστε μισθώματα του υπόλοιπου χρονικού διαστήματος της ένδικης μίσθωσης που είναι ορισμένου χρόνου και λύεται πριν τη συμπλήρωση του χρόνου αυτού από υπαιτιότητα της εναγόμενης μισθώτριας (αναιρεσείουσας) κατά τα άρθρα 361, 574, 596, 608 παρ. 1 Ακ και 44 του π.δ. 34/1995).
Η κύρια αιτιολογία δεν πλήττεται εδώ και μάλιστα επιτυχώς, κατά συνέπεια οι αιτιάσεις του πρόσθετου αυτού λόγου αναίρεσης που πλήττουν την ως άνω επικουρική είναι αλυσιτελείς. Με βάση αυτά η προσβαλλομένη έχει ορθό (κατά το αποτέλεσμα) διατακτικό και πρέπει να αντικατασταθεί εδώ (άρθρο 578 ΚΠολΔικ) το αιτιολογικό με τη σωστή αιτιολογία (Ολ ΑΠ 37/1996, 8/1993).
Συνεπώς οι αιτιάσεις του λόγου αυτού πρέπει να απορριφθούν προεχόντως ως αλυσιτελείς και σε κάθε περίπτωση ως αβάσιμες.
V.- Με τον δεύτερο και τελευταίο πρόσθετο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα προσάπτει στο Εφετείο την πλημμέλεια από τα εδάφια 8 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, γιατί τάχα δεν έλαβε υπόψη το δεύτερο λόγο έφεσης (δεύτερο μέρος) και ισχυρισμό της ότι "από εσφαλμένη εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού δέχτηκε την αγωγή, μολονότι αποδείχτηκε ότι η εμπορία στο μίσθιο κινητών τηλεφώνων είναι δευτερεύουσα εντελώς δραστηριότητα (στη διετία 1999 - 2000 πουλήθηκαν μόλις δύο κινητά τηλέφωνα) και δεν επήλθε μεταβολή της χρήσης και μολονότι αποδείχτηκε ότι η δραστηριότητα αυτή ασκείται από το 1994 χωρίς διαμαρτυρία των εναγόντων (αναιρεσιβλήτων) μέχρι την άσκηση της αγωγής (1810-2000), με αποτέλεσμα να συνάγεται σε κάθε περίπτωση και εντελώς επικουρικά σαφής παραίτησή τους από το δικαίωμα για καταγγελία της μίσθωσης για την αιτία αυτή".
Με τέτοιο περιεχόμενο ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτος, διότι πλήττει, με πρόσχημα την απλή επίκληση αναιρετικών πλημμελειών, την αναιρετική ανέλεγκτη για πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔικ), σε κάθε δε περίπτωση ως αβάσιμος, διότι έχει ληφθεί υπόψη ο πιο πάνω λόγος έφεσης της αναιρεσείουσας και ισχυρισμός της και απορρίφθηκε από την προσβαλλόμενη απόφαση, με τις προαναφερθείσες σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή όχι εφαρμογή των διατάξεων που εφαρμόστηκαν.
Για τους λόγους αυτούς
Απορρίπει την από 23-6-2006 αίτηση και τους από 25-6-2007 πρόσθετους λόγους, για αναίρεση της 604/2006 αποφάσεως του Εφετείου Πατρών, της εδρεύουσας στην Αθήνα εταιρίας με την επωνυμία "GROUP ELECTRIC SIMATOS ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΜΠΟΡΙΚΗ, ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ, ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΗ, ΚΤΗΜΑΤΙΚΗ, ΝΑΥΤΙΛΙΑΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ". Και -
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει σε χίλια εκατόν εβδομήντα (1.170) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Οκτωβρίου 2007. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 2 Νοεμβρίου 2007.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ