Supreme Court annuls lower court ruling on public employees' equal pay, remanding case for further review.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court annulled the Patras Court of Appeal's decision regarding public employees' equal pay claims. The lower court had ruled in favor of the employees, arguing that denying them the productivity bonus granted to other public servants violated the constitutional principle of equality. The Supreme Court disagreed, finding the bonus conditions for the employees were not comparable to those of other public bodies like IKA, and that their increased workload did not meet the specific productivity metrics required for the award. Consequently, the appeal was allowed, the lower judgment was set aside, and the case was remanded for retrial.
Legislator headnote
AI generatedArticles 4(1) of the Constitution and Article 18(5) of Law 2150/1993; The principle of equality does not mandate identical treatment for public employees when the underlying work conditions, productivity metrics, and organizational contexts differ significantly between distinct public entities.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1901 / 2006 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1901/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Στέφανο Γαβρά, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καράμπελα, Εμμανουήλ Καλούδη, Χρήστο Αλεξόπουλο και Ειρήνη Αθανασίου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Οκτωβρίου 2006, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών. Εκπροσωπήθηκε από την Αφροδίτη Κουτούκη, Πάρεδρο Ν.Σ.Κ. βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 § 2 Κ.Πολ.Δ.
Των αναιρεσίβλητων: ...... Δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-12-1995 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 227/1997 του ίδιου Δικαστηρίου και 625/1999 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 22-8-2001 αίτησή του και τον από 4-4-2004 πρόσθετο λόγο. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο το αναιρεσείον όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Εμμανουήλ Καλούδης, διάβασε την από 1-9-2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί οι λόγοι δεύτερος και τρίτος του αναιρετηρίου και μοναδικός του δικογράφου των προσθέτων, κατά το πρώτο μέρος του, να απορριφθούν δε οι λοιποί λόγοι της αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, από τις 124Δ΄/3-8-2006, 122Δ΄/3-8-2006, 126Δ΄/3-8-2006, 157Δ΄/10-8-2006 και 108Δ΄/2-8-2006, εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Πατρών ..... προκύπτει, ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως με την από 11-5-2005 πράξη, με την οποία ορίστηκε δικάσιμος η 10-10-2006, και κλήση προς συζήτηση κατά τη δικάσιμο αυτή επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως από το επισπεύδον τη συζήτηση αναιρεσείον στους αναιρεσίβλητους. Επίσης, από τις 125Δ΄/3-8-2006, 123Δ΄/3-8-2006, 127Δ΄/3-8-2006, 158Δ΄/20-8-2006 και 109Δ΄/2-8-2006 εκθέσεις επιδόσεως του ίδιου δικαστικού επιμελητή προκύπτει, ότι επιδόθηκε στους αναιρεσίβλητους ακριβές αντίγραφο των από 4-4-2004 προσθέτων λόγων αναιρέσεως με την από 23-6-2005 πράξη καταθέσεως αυτών στη γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου. Επομένως, εφόσον οι αναιρεσίβλητοι δεν εμφανίστηκαν κατά την ως άνω δικάσιμο, όταν εκφωνήθηκε η υπόθεση από το πινάκιο στη σειρά της, ούτε κατέθεσαν δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ., πρέπει το Δικαστήριο να προχωρήσει στη συζήτηση της υποθέσεως σαν να ήταν όλοι οι διάδικοι παρόντες, σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ. 2 του ΚΠολΔ.
Επειδή, κατά τις διατάξεις του άρθρου 39 του Ν.2218/1994, όπως τροποποιήθηκαν μεταγενέστερα και κωδικοποιήθηκαν με το άρθρο 115 του Π.Δ. 30/1995, οι υφιστάμενες κατά την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού δημόσιες υπηρεσίες που συγκροτούν τη Νομαρχία καταργούνται από την κατά το άρθρο 8 παρ.2 του νόμου αυτού δημοσίευση των οργανισμών εσωτερικής υπηρεσίας των Νομαρχιακών Αυτοδιοικήσεων.
Από την κατάργηση των ανωτέρω υπηρεσιών οι Νομαρχιακές Αυτοδιοικήσεις υπεισέρχονται αυτοδικαίως σε όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του Δημοσίου, που προήλθαν από την άσκηση των αρμοδιοτήτων των καταργουμένων υπηρεσιών. Το προσωπικό των υπηρεσιών που καταργούνται προσφέρει εφεξής τις υπηρεσίες του στην οικεία Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση, στην οποία θεωρείται αποσπασμένο κατά παρέκκλιση των διατάξεων για τα χρονικά όρια της απόσπασης των δημοσίων υπαλλήλων, εφόσον δεν μεταταγεί.
Η δαπάνη μισθοδοσίας του προσωπικού, που με βάση τις διατάξεις αυτές μετατάσσονται στις Νομαρχιακές Αυτοδιοικήσεις, βαρύνει, μέχρι την αποχώρησή του με οποιοδήποτε τρόπο, τον Κρατικό Προϋπολογισμό. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται, ότι οι υπάλληλοι που έχουν αποσπασθεί στη Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση, λόγω κατάργησης μιας υπηρεσίας της Νομαρχίας, εξακολουθούν, μέχρι τη μετάταξή τους, να θεωρούνται υπάλληλοι του Δημοσίου, το Δημόσιο βαρύνεται με τη μισθοδοσία τους και νομιμοποιείται για τη διεξαγωγή των σχετικών δικών.
Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο δέχτηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ότι οι αναιρεσίβλητοι ήταν υπάλληλοι της Διεύθυνσης Μεταφορών της Νομαρχίας Αχαϊας και, μετά την κατάργησή της Διεύθυνσης αυτής, σύμφωνα με τις διατάξεις του παραπάνω νόμου, είχαν αποσπασθεί από τις 4-5-1995 στη Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Αχαϊας, χωρίς όμως να επακολουθήσει και η μετάταξή τους, και ότι, κατά συνέπεια, ενομιμοποιείτο παθητικά για την άσκηση της αγωγής το Ελληνικό Δημόσιο και όχι η Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Αχαϊας.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε τις ανωτέρω διατάξεις, και ο περί του αντιθέτου πρώτος, από το άρθρο 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, λόγος της αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Επειδή η ισότητα όσον αφορά τη μισθολογική μεταχείριση και τη διασφάλιση ίσης αμοιβής στους εργαζόμενους, που επιβάλλεται στον κοινό νομοθέτη από τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ.1 και 22 παρ.1 εδ.β' του Συντάγματος, αναφέρεται σε εργαζόμενους οι οποίοι παρέχουν όμοια εργασία και εργάζονται υπό ουσιωδώς όμοιες συνθήκες.
Επομένως, δεν είναι συνταγματικώς ανεπίτρεπτη η από το νόμο ευνοϊκότερη μισθολογική μεταχείριση ορισμένης κατηγορίας μισθωτών που παρέχει διαφορετική κατά περιεχόμενο και προϋποθέσεις ή συνθήκες εργασία. (Ολ.ΑΠ 9-10/99). Με το άρθρο 24 του Ν. 1884/90 κυρώθηκε και απέκτησε ισχύ νόμου η 2024387/2870/0022/5.4.90 απόφαση του Υπουργού Οικονομικών "κατάθεση παρακρατούμενου ποσού για την κάλυψη συναφών δαπανών του Δημοσίου σε ειδικό λογαριασμό στην Τράπεζα της Ελλάδος" (ΦΕΚ 254/9-4-90 τ.Β΄), στην οποία ορίζεται, ότι "έχοντας υπόψη τις διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας, βάσει των οποίων παρακρατείται κατά περίπτωση ποσό λόγω της βεβαίωσης και της είσπραξης των υπέρ τρίτων εσόδων για την κάλυψη των συναφών, δαπανών του Δημοσίου, την οικονομική κατάσταση του Ταμείου Αρωγής και Υγείας Οικονομικών Υπαλλήλων, την ύπαρξη σημαντικού αριθμού εκκρεμών οικονομικών υποθέσεων, που έχουν σχέση με τον έλεγχο και την είσπραξη των δημοσίων εσόδων, την εκκαθάριση και πληρωμή δημοσίων δαπανών, την απονομή των συντάξεων ....
την άμεση ανάγκη είσπραξης των εσόδων του Δημοσίου που διαφεύγουν, λόγω αδυναμίας ελέγχου των φορολογικών υποθέσεων, γεγονός που οφείλεται αφενός στην έλλειψη προσωπικού, αφετέρου δε στο μεγάλο όγκο των εκκρεμών υποθέσεων, την άμεση και επιτακτική ανάγκη μηχανοργάνωσης των Υπηρεσιών του Υπουργείου Οικονομικών για την πάταξη της φοροδιαφυγής και την πληρωμή των δαπανών του Δημοσίου .....
αποφασίζουμε, το βάσει της κείμενης νομοθεσίας παρακρατούμενο κατά περίπτωση ποσό λόγω της βεβαίωσης και είσπραξης των υπέρ τρίτων εσόδων για την κάλυψη των συναφών δαπανών του Δημοσίου, κατατίθεται σε ειδικό λογαριασμό που τηρείται στην Τράπεζα της Ελλάδος, με την ονομασία "δικαιώματα βεβαίωσης και είσπραξη εσόδων υπέρ τρίτων".
Τα έσοδα του λογαριασμού αυτού διατίθενται, με αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών, για την ενίσχυση του Ταμείου Αρωγής και Υγείας Οικονομικών Υπαλλήλων (ΤΑΥΟΥ) και για την παροχή κινήτρων, κατά παρέκκλιση των κειμένων διατάξεων, στους υπαλλήλους (μονίμους και εκτάκτους) του Υπουργείου Οικονομικών (πλην αυτών που λαμβάνουν ΔΕΤΕ -ΔΕΚΕ) και των εποπτευόμενων από αυτό ΝΠΔΔ, στους δικαστικούς υπαλλήλους του Ελεγκτικού Συνεδρίου, καθώς και στους υπαλλήλους άλλων Υπουργείων ή ΝΠΔΔ που καθ' οιονδήποτε τρόπο υπηρετούν, με πλήρες ωράριο, στις παραπάνω υπηρεσίες...
με ίδιες αποφάσεις καθορίζεται επίσης και κάθε λεπτομέρεια σχετικά με τη διαχείριση και τη διάθεση του ποσού αυτού ανάλογα με τις ανάγκες, το φόρτο εργασίας και τις ιδιορρυθμίες της κάθε υπηρεσίας....". Σε εκτέλεση της παραπάνω διάταξης (άρθ. 24 Ν. 1882/90) εκδόθηκε η 2065240/6951/0022/19.10.90 απόφαση του Υπουργού Οικονομικών "ενίσχυση του ΤΑΥΟΥ και παροχή κινήτρων", με την οποία ορίζονται τα εξής: "έχοντας υπόψη....την ύπαρξη σημαντικού αριθμού εκκρεμών οικονομικών υποθέσεων, που έχουν σχέση με τον έλεγχο και την είσπραξη των δημοσίων εσόδων, την εκκαθάριση και πληρωμή των δημοσίων δαπανών, την πληρωμή των συντάξεων.....οι οποίες πρέπει να τακτοποιηθούν, την άμεση ανάγκη είσπραξης των εσόδων του Δημοσίου που διαφεύγουν, λόγω αδυναμίας εγκαίρου ελέγχου των φορολογικών υποθέσεων, την άμεση και επιτακτική ανάγκη μηχανοργάνωσης των υπηρεσιών του Υπουργείου Οικονομικών για την πάταξη της φοροδιαφυγής και την πληρωμή των δαπανών του Δημοσίου, την ανάγκη αύξησης της παραγωγικότητας του Υπουργείου Οικονομικών, ώστε οι υπηρεσίες αυτές να ανταποκρίνονται πλήρως στο ρόλο που καλούνται να διαδραματίσουν στο σύγχρονο κράτος, αλλά και στις απαιτήσεις του κοινωνικού συνόλου για την πάταξη της φοροδιαφυγής και ταχεία πληρωμή των υποχρεώσεων του Δημοσίου....αποφασίζουμε....για την επίτευξη των σκοπών που αναφέρονται παραπάνω....καταβάλλεται .....ειδική υπερωριακή αποζημίωση στους υπαλλήλους (μονίμους και εκτάκτους) του Υπουργείου Οικονομικών (πλην αυτών που λαμβάνουν ΔΕΤΕ-ΔΕΚΕ), στους δικαστικούς υπαλλήλους του Ελεγκτικού Συνεδρίου, καθώς και στους υπαλλήλους των ΝΠΔΔ που εποπτεύονται από το Υπουργείο Οικονομικών και του ΤΑΥΟΥ.....Η αποζημίωση αυτή καταβάλλεται επίσης στους υπαλλήλους άλλων Υπουργείων ή ΝΠΔΔ που καθ' οιονδήποτε τρόπο υπηρετούν, κατά πλήρες ωράριο, στις παραπάνω υπηρεσίες, στους υπαλλήλους των υπηρεσιών του προηγούμενου εδαφίου που είναι αποσπασμένοι σε άλλες υπηρεσίες ή σε πολιτικά γραφεία μελών της Κυβέρνησης και Υφυπουργών ή σε γραφεία Γενικών Γραμματέων και Βουλευτών, εφόσον παρέχουν πρόσθετη εργασία στις υπηρεσίες στις οποίες ανήκουν οργανικά.
Η δαπάνη για την ειδική αυτή υπερωριακή αποζημίωση θα βαρύνει τον ανωτέρω λογαριασμό " δικαιώματα βεβαίωσης και είσπραξης εσόδων υπέρ τρίτων" και σε καμία περίπτωση τον κρατικό προϋπολογισμό . Απαραίτητη προϋπόθεση για την καταβολή της αποζημίωσης είναι η παροχή πρόσθετης εργασίας. η πρόσθετη αυτή εργασία θα ανατίθεται στους υπαλλήλους κάθε οργανικής μονάδας από τον προϊστάμενο αυτής, κατά την κρίση του, ο οποίος έχει και την ευθύνη για την ταχύτερη περαίωση των εκκρεμοτήτων και την αύξηση της παραγωγικότητας της υπηρεσίας της οποίας προΐσταται...
εκτός ωραρίου εργασίας η παροχή της πρόσθετης εργασίας θα πιστοποιείται με πράξη του προϊσταμένου της οργανικής μονάδας πάνω στην κατάσταση πληρωμής στην οποία θα συμπράττουν και οι προϊστάμενοι των υποκειμένων οργανικών μονάδων, οι οποίοι έχουν επίσης την ευθύνη, κατά το λόγο της αρμοδιότητας τους...
για την παροχή της πρόσθετης εργασίας η αποζημίωση θα παρέχεται για πρόσθετη απασχόληση μέχρι είκοσι δύο ώρες το μήνα...η πληρωμή της αποζημίωσης θα γίνεται με μισθοδοτικές καταστάσεις τις οποίες θα συντάσσει το ΚΕΠΥΟ για όλους τους υπαλλήλους... προς το σκοπό αυτό οι προϊστάμενοι - εκκαθαριστές αποδοχών οφείλουν αμέσως και εντός του πρώτου πενθημέρου μετά τη λήξη κάθε διμήνου παροχής πρόσθετης εργασίας να στέλνουν στο ΚΕΠΥΟ όλες τις μεταβολές που επηρεάζουν, θετικά ή αρνητικά, την καταβολή της αποζημίωσης (αύξηση βασικού μισθού ή χρονοεπιδόματος, μειωμένη παροχή εργασίας, μη παροχή εργασίας κ.λ.π) ...".
Αργότερα, η παραπάνω αποζημίωση χορηγήθηκε, υπό παρόμοιες προϋποθέσεις, και σε άλλες κατηγορίες υπαλλήλων του Δημοσίου και Ν.Π.Δ.Δ., όπως τους διοικητικούς και υγειονομικούς υπαλλήλους όλων των λοιπών ασφαλιστικών οργανισμών (άρθρ. 10 παρ.1 του Ν. 2335/1995), στους υπαλλήλους του ΥΠΕΧΩΔΕ (άρθρ. 24 του Ν. 2300/1995), του Υπουργείου Γεωργίας (άρθρ. 11 του Ν. 2332/1995), του Υπουργείου Εμπορίου (άρθρ. 29 του Ν. 2339/1995), κ.ά., Από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει σαφώς, ότι για την παροχή του οικονομικού κινήτρου (ειδική υπερωριακή αποζημίωση) στους υπαλλήλους του Υπουργείου Οικονομικών κ.λ.π., έχουν ληφθεί υπόψη οι ειδικές συνθήκες που επικρατούσαν στον τομέα της αρμοδιότητας των σχετικών υπηρεσιών και συγκεκριμένα ο μεγάλος όγκος εκκρεμών υποθέσεων, σχετικών με τη βεβαίωση και την είσπραξη ανείσπρακτων φόρων και λοιπών εσόδων του Δημοσίου, καθώς και με την πληρωμή δημόσιων δαπανών ή την προώθηση εκκρεμών υποθέσεων κλπ.
Εξάλλου, με το άρ. 18 παρ. 5 του Ν. 2150/93 ορίστηκε, ότι "από το παρακρατούμενο βάσει της κείμενης νομοθεσίας κατά περίπτωση ποσό από τη βεβαίωση και είσπραξη των υπέρ τρίτων εσόδων για την κάλυψη των συναφών δαπανών του ΙΚΑ, διατίθεται από 1.7.93 μέρος για την παροχή κινήτρων στους διοικητικούς και υγειονομικούς υπαλλήλους του ΙΚΑ, με άμεσο στόχο την αύξηση της παραγωγικότητας.
Με απόφαση των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας, Οικονομικών και Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, μετά από πρόταση του Δ.Σ του ΙΚΑ, καθορίζονται οι όροι, οι προϋποθέσεις και το ποσοστό απόδοσης σαν οικονομικού κινήτρου, καθώς επίσης και ο τρόπος ελέγχου και διασφάλισης των προσδοκώμενων αποτελεσμάτων".
Σύμφωνα με την εξουσιοδότηση της παραπάνω διάταξης του άρθ. 18 παρ. 5 του Ν. 2150/93, εκδόθηκαν οι α)4144/12.08.93 β)1788/18.03.94 και γ)1784/29.03.95 ΚΥΑ των προαναφερόμενων Υπουργών με τις οποίες ορίστηκαν τα εξής: Στους διοικητικούς και υγειονομικούς υπαλλήλους του ΙΚΑ παρέχεται οικονομικό κίνητρο, με άμεσο στόχο την αύξηση της παραγωγικότητας, υπό τους εξής όρους και προϋποθέσεις:
α)η παραγωγικότητα για το Β΄ εξάμηνο 1993 και στη συνέχεια για καθένα από τα έτη 1994 και 1995 θα αυξηθεί πέραν της συνήθους, όπως αυτή θα καθοριστεί από τη Διοίκηση του ΙΚΑ, σε ποσοστό 15%. Η αύξηση αυτή αφορά, μεταξύ άλλων, στους ρυθμούς βεβαιώσεως και εισπράξεως νομίμων εσόδων του ΙΚΑ και απονομής συντάξεων και λοιπών ενισχύσεων και παροχών προς τους εργαζομένους και συνταξιούχους β)Το ισοζύγιο του Ιδρύματος θα βελτιωθεί κατά την ίδια αναλογία (15% κατ' έτος) και τουλάχιστον ισοπόσως προς τη δαπάνη για την παροχή του οικονομικού κινήτρου γ)Το μέγιστο μηνιαίο ποσό που αντιστοιχεί σε κάθε υπάλληλο υπολογίζεται με βάση το μισθολογικό κλιμάκιο, το επίδομα χρόνου υπηρεσίας που αντιστοιχεί στο κλιμάκιο του, το συντελεστή βαρύτητας, τις εργάσιμες ημέρες του μήνα και τις ημέρες της μη συμμετοχής του εργαζόμενου.
Περαιτέρω, στις παραπάνω ΚΥΑ προσδιορίζεται ο τρόπος που θα γίνεται ο έλεγχος για τη διακρίβωση των αποτελεσμάτων της παραγωγικότητας και ορίζονται τα εξής: α)Η διοίκηση του ΙΚΑ στα πλαίσια του ετήσιου προϋπολογισμού θα καθορίζει τους γενικότερους στόχους αύξησης της παραγωγικότητας ανά τομέα δραστηριότητας του Ιδρύματος και θα έχει την ευθύνη επίτευξης των στόχων του χορηγουμένου κινήτρου, μέσω των γενικών διευθυντών και των προϊσταμένων κάθε οργανικής μονάδας β)Ο προϊστάμενος κάθε οργανικής μονάδας έχει την ευθύνη προσδιορισμού και ελέγχου υλοποίησης της αύξησης της παραγωγικότητας γ)Η αύξηση της παραγωγικότητας θα βεβαιώνεται με πράξη του προϊσταμένου κάθε οργανικής μονάδας και ειδική κατάσταση πληρωμής του οικονομικού κινήτρου, στην οποία θα συμπράττουν και οι προϊστάμενοι των υποκείμενων μονάδων, οι οποίοι θα έχουν την ίδια ευθύνη κατά λόγο της αρμοδιότητάς τους.
δ)Οι υπάλληλοι που θα δηλώσουν ότι δεν επιθυμούν να μετέχουν στην προγραμματισμένη αυτή προσπάθεια αύξησης της παραγωγικότητας δεν δικαιούνται του οικονομικού κινήτρου, ενώ όσοι συμμετέχουν μερικώς θα λαμβάνουν μειωμένο το ποσό του οικονομικού κινήτρου, ανάλογα με τις ημέρες συμμετοχής τους. ε)Στους υπαλλήλους του ΙΚΑ παύει η χορήγηση υπερωριών από την καταβολή της ως άνω αποζημίωσης.
Από τις παραπάνω ΚΥΑ, οι οποίες ίσχυσαν διαδοχικά από 01.07.93 μέχρι 31.12.95, προκύπτει σαφώς, ότι για την παροχή του οικονομικού κινήτρου στους υπαλλήλους του ΙΚΑ ελήφθησαν υπόψη οι ειδικές συνθήκες που επικρατούσαν στο Ίδρυμα και συγκεκριμένα ο μεγάλος όγκος εκκρεμών υποθέσεων που σχετίζονται με τη βεβαίωση και την είσπραξη των ανείσπρακτων ασφαλιστικών εισφορών, καθώς και η συσσώρευση μεγάλου αριθμού εκκρεμών αιτήσεων για απονομή συντάξεων και καταβολή πάσης φύσεως παροχών στους εργαζόμενους και τους συνταξιούχους.
Η εκκρεμότητα αυτή οφειλόταν, κατά τις ίδιες πάντοτε ΚΥΑ, στην αλλαγή της νομοθεσίας, στη συγχώνευση στο ΙΚΑ άλλων ασφαλιστικών Ταμείων, στην έλλειψη προσωπικού και στη μη ολοκλήρωση του μηχανογραφικού συστήματος. Η παροχή του οικονομικού κινήτρου απέβλεπε, όχι αφηρημένα στην αύξηση της παραγωγικότητας, αλλά, στην επίτευξη συγκεκριμένου αποτελέσματος, διαπιστούμενου με επαρκείς ελεγκτικούς μηχανισμούς, που έχει σχέση με την εκπλήρωση της αποστολής του ΙΚΑ, δηλαδή α)στη βελτίωση του ισοζυγίου από την είσπραξη των απαιτήσεών του για την αντιμετώπιση των υποχρεώσεών του, και β)στη διεκπεραίωση των εκκρεμών αιτήσεων για απονομή συντάξεων και λοιπών ενισχύσεων και παροχών στους εργαζόμενους και συνταξιούχους.
Τέλος, με τις πιο πάνω ΚΥΑ, το οικονομικό κίνητρο δεν χορηγήθηκε σε όλους ανεξαιρέτως τους υπαλλήλους του ΙΚΑ, ως σταθερό και πάγιο επίδομα που αυξάνει τους μισθούς τους, αλλά σε εκείνους μόνο οι οποίοι εντάχθηκαν στην προγραμματισμένη προσπάθεια αύξησης της παραγωγικότητας και εφόσον είχε επιτευχθεί το προκαθορισμένο ποσοστό αύξησης εντός του νομίμου ωραρίου τους, και όχι με υπερωριακή απασχόληση, η οποία έπαυσε γι' αυτούς.
Ενόψει των ανωτέρω, η θέσπιση με τις παραπάνω διατάξεις, του οικονομικού κινήτρου για τους υπαλλήλους του ΙΚΑ, υπό τις εκτεθείσες προϋποθέσεις, και η μη επέκτασή του σε άλλες κατηγορίες εργαζομένων δικαιολογείται, δεδομένου ότι αυτό παρέχεται για πρόσθετη, και υπό ειδικές συνθήκες εντατικοποίησης προσφερόμενη εργασία, με σκοπό την κατ' έτος αύξηση των εσόδων του ΙΚΑ, από την οποία εξαρτάται η επιτυχία της τεράστια κοινωνικής αποστολής του, να προσφέρει βελτιωμένες παροχές σε περισσότερους ασφαλισμένους (Ολ.ΑΠ 9-10/99).
Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε τα ακόλουθα: Οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι είναι υπάλληλοι του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου και υπηρετούν στη Διεύθυνση Μεταφορών και Επικοινωνιών της Νομαρχίας Αχαϊας. Κατά το χρονικό διάστημα από 1-7-1993 έως 30-11-1995 παρείχαν εργασία υπό συνθήκες ουσιωδώς όμοιες με εκείνες των άλλων υπαλλήλων και ειδικότερα των υπαλλήλων του ΙΚΑ, οι οποίοι ελάμβαναν οικονομικό κίνητρο για την αύξηση της παραγωγικότητας με βάση τη διάταξη του άρθρου 18 παρ.5 του Ν. 2150/1993 και την κατ' εξουσιοδότηση αυτού εκδοθείσα υπ' αριθ. 4144/1993 ΥΑ.
Ειδικότερα, δεν είχαν καλυφθεί πολλές κενές οργανικές θέσεις υπαλλήλων στη Διεύθυνση Συγκοινωνιών της Νομαρχίας Αχαϊας, και υπήρχε μεγάλος φόρτος εργασίας, λόγω εκδόσεως αδειών οδήγησης, απόσυρσης αυτοκινήτων παλαιάς τεχνολογίας, ελέγχου των οχημάτων με καταλύτη καυσαερίων, τεχνικού ελέγχου των αυτοκινήτων και συνεχούς υποβολής δικαιολογητικών και δοκιμασίας υποψηφίων οδηγών.
Κατά συνέπεια ο ίδιος δικαιολογητικός λόγος συνέτρεχε και για τους αναιρεσίβλητους για τη χορήγηση του παραπάνω οικονομικού κινήτρου, από τότε που χορηγήθηκε και στους υπαλλήλους του ΙΚΑ (1-7-1993). Ενόψει αυτών το Εφετείο έκρινε ότι, από τη μη χορήγηση της εν λόγω οικονομικής παροχής και στους αναιρεσίβλητους, παραβιάστηκε η κατά το άρθρο 4 παρ.1 του Συντάγματος αρχή της ισότητας, για την αποκατάσταση της οποίας πρέπει να δοθεί και σ' αυτούς, ακολούθως δε επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση που δέχτηκε την αγωγή.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο παραβίασε τις προαναφερόμενες διατάξεις, διότι στους υπαλλήλους του Δημοσίου και των Ν.Π.Δ.Δ. και ειδικότερα του ΙΚΑ χορηγείται το παραπάνω οικονομικό κίνητρο για διαφορετική κατά περιεχόμενο και προϋποθέσεις ή συνθήκες εργασία, η δε καταβολή από τους αναιρεσίβλητους μεγαλύτερων προσπαθειών, λόγω ελλείψεως προσωπικού και φόρτου εργασίας, για την αντιμετώπιση των αναγκών της Διεύθυνσης Συγκοινωνιών της Νομαρχίας Αχαϊας, δεν συνδέεται με συγκεκριμένο και μετρήσιμο ποσοστό αυξήσεως της παραγωγικότητας, η οποία μάλιστα να σχετίζεται με τη βελτίωση - αύξηση εσόδων ή τη διεκπεραίωση συσσωρευμένων εκκρεμών υποθέσεων, και να διαπιστώνεται από κάποιο ελεγκτικό μηχανισμό.
Επομένως, είναι βάσιμοι οι λόγοι αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, δεύτερος και τρίτος του αναιρετηρίου και πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί δε η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο Δικαστήριο που την εξέδωσε, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές (άρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).Τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, προσδιοριζόμενα όπως στο διατακτικό, κατά τη διάταξη του άρθρου 22 του Ν. 3693/1957, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος των αναιρεσίβλητων (άρθρο 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 625/1999 απόφαση του Εφετείου Πατρών.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε τριακόσια τριάντα (330) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 31 Οκτωβρίου 2006. Και
Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στις 5 Δεκεμβρίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ