Supreme Court allows appeal against insurance company's refusal to pay, ruling on contract interpretation and statutory application.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court accepted the insurance company's appeal against the First Instance Court's judgment, ordering a new substantive trial. The appellant argued the insurer failed to apply specific insurance contract articles correctly, instead misapplying general civil code provisions. The Court found this error in legal interpretation and application valid, thus allowing the appeal and remanding the case for a new hearing.
Legislator headnote
AI generatedArticles 94(4), 94(6) of the Insurance Code and Article 6(b)(1)(a) of Law 489/1976; The court must correct a lower court's decision where the insurer erroneously applies general civil code provisions instead of the specific mandatory insurance contract clauses governing the dispute.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1900 / 2024 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1900/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο και Σπυριδούλα Λιάτη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 2 Φεβρουαρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "..." και ήδη "...", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σωκράτη Βερτέλλη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και ο οποίος στην εν λόγω από 30-1-2024 δήλωση, καθώς και με τις κατατεθείσες προτάσεις του δήλωσε την ως άνω μεταβολή της επωνυμίας της αναιρεσίβλητης εταιρείας.
Του αναιρεσιβλήτου: Δ. Λ. του Κ., κατοίκου ... ο οποίος δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-10-2011 αγωγή του Σ.Ε. του Η., μη διαδίκου στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο ... και συνεκδικάστηκε με την από 2-3-2012 παρεμπίπτουσα αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 357/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 23/2015 του Μονομελούς Εφετείου .... Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η ήδη αναιρεσείουσα με την από 3-8-2015 αίτησή της.
Εκδόθηκε η 450/2018 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την ως άνω εφετειακή απόφαση, κατά το κεφάλαιο της απόρριψης της επικουρικής εφέσεως και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο συγκροτούμενο από άλλον Δικαστή.
Εκδόθηκε η 3/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου ... την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 10-10-2021 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Σπυριδούλα Λιάτη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσείουσα όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 του ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει την συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει, αυτεπαγγέλτως, αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση επιδόθηκε νόμιμα, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί (ΑΠ 1180/2023, ΑΠ 90/2019).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την προσκομιζόμενη και επικαλούμενη από την αναιρεσείουσα υπ' αριθμ. 3357Γ'/14.12.2022 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Εφετείο ... με έδρα στο Πρωτοδικείο ... Μ.Κ., προκύπτει ότι η αναιρεσείουσα, που επισπεύδει τη συζήτηση, επέδωσε νομότυπα και εμπρόθεσμα στον αναιρεσίβλητο ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της κρινόμενης από 10-10-2021 και με αριθμ.
κατάθ.45/22-10-2021 αιτήσεως αναιρέσεως με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας. Ο αναιρεσίβλητος, όμως, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδριάσεως του Δικαστηρίου τούτου, δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου της εν λόγω δικασίμου ,ούτε κατέθεσε δήλωση σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ.2 και 573 παρ.1 του ΚΠολΔ ότι δεν θα παραστεί κατά την εκφώνηση της.
Επομένως, εφόσον αυτός κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, η συζήτηση της υποθέσεως θα προχωρήσει παρά την δικονομική απουσία του ( άρθροο568 παρ.4 εδ α'και 576 παρ. 2 του ΚΠολΔ.).
Με την κρινόμενη από 22-10-2021 (αριθμ.κατ.45/22-10-2021) αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (ήτοι διαφορών για ζημιές από αυτοκίνητο και από τη σύμβαση ασφάλισης αυτού, άρθρα 591 παρ. 1, 614 αριθμ. 6 του ΚΠολΔ, όπως ισχύουν μετά την αντικατάστασή τους με το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015), εκδοθείσα υπ'αριθμ. 3/2020 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου ... , το οποίο, δικάζοντας ως Δικαστήριο της παραπομπής, μετά την αναίρεση της υπ'αριθμ.23/2015 απόφασής του με την υπ'αριθμ. 450/2018 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, δέχτηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την από 1-8-2014 έφεση (επικουρική) της αναιρεσείουσας ασφαλιστικής εταιρείας , κατά της υπ'αριθμ. 357/2013 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου .... Η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο του μοναδικού λόγου της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτουν τα ακόλουθα: ο Σ. Ε. (μη διάδικος στην παρούσα δίκη), με την από 24-10-2011 αγωγή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου ... κατά του ήδη αναιρεσίβλητου και της ήδη αναιρεσείουσας ασφαλιστικής εταιρείας ,ζήτησε αποζημίωση για τις ζημίες που υπέστη το υπ' αριμ.
κυκλ. ...-2173 ΙΧ όχημά του, σε τροχαίο ατύχημα που οφειλόταν σε υπαιτιότητα του αναιρεσίβλητου ως οδηγού του υπ'αριθμ. κυκλ. ... - 6941 ΦΔΧ ζημιογόνου αυτοκινήτου. Ακολούθως, η ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "...", (ήδη αναιρεσείουσα), με την από 1-3-2012 παρεμπίπτουσα αγωγή της ενώπιον του ιδίου Δικαστηρίου, κατά του παρεμπιπτόντως εναγομένου ασφαλισμένου της (ήδη αναιρεσίβλητου), επικαλούμενη συμβατικό όρο εξαίρεσης από την ασφαλιστική κάλυψη (οδήγηση χωρίς νόμιμη άδεια) ζήτησε, όπως το αγωγικό της αίτημα περιορίστηκε από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, να αναγνωρισθεί η υποχρέωσή του να της καταβάλει ό,τι αυτή υποχρεωθεί να καταβάλει στον ενάγοντα της παραπάνω κύριας αγωγής.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την 357/2013 οριστική απόφασή του, απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την κύρια αγωγή και, ακολούθως, ως άνευ αντικειμένου, την παρεμπίπτουσα αγωγή. Κατά της προαναφερόμενης απόφασης ο ενάγων της κύριας αγωγής άσκησε την από 24-2-2014 έφεση και η αναιρεσείουσα την από 1-8-2014 επικουρική έφεση, για την περίπτωση ευδοκιμήσεως της κύριας έφεσης του κυρίως ενάγοντος.
Μετά από συνεκδίκαση των ανωτέρω εφέσεων εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 23/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου ... η οποία αφού έκανε δεκτή την παραπάνω κύρια έφεση εξαφάνισε την υπ' αριθμ. 357/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου ... κράτησε την υπόθεση και δίκασε επί της κύριας αγωγής, την οποία δέχθηκε εν μέρει ενώ απέρριψε, ως ουσιαστικά αβάσιμη, την επικουρική έφεση της αναιρεσείουσας.
Κατά της τελευταίας αυτής απόφασης και κατά το σκέλος της που αφορούσε την απόρριψη της επικουρικής έφεσης, η αναιρεσείουσα άσκησε την από 3-8-2015 αίτηση αναίρεσης, η οποία έγινε δεκτή, με την υπ'αριθμ. 450/2018 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, αναιρέθηκε η προσβληθείσα απόφαση, μόνο κατά το κεφάλαιο που αφορούσε την επικουρική έφεση της ήδη αναιρεσείουσας, και παραπέμφθηκε η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο ,συγκροτούμενο από άλλο δικαστή.
Με την από 2-6-2018 κλήση της εκκαλούσας (ήδη αναιρεσείουσας), η υπόθεση επανήλθε προς συζήτηση ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου ... το οποίο, δικάζοντας ως Δικαστήριο της παραπομπής, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, έκρινε ότι ναι μεν η ένδικη ασφαλιστική σύμβαση διείπετο από τις διατάξεις του ΠΔ337/1986, μεταξύ των οποίων και η διάταξη του αρθ.6Β παρ.1α, που κατέστη συμβατικός όρος, σύμφωνα με την οποία εξαιρούνται από την ασφάλιση οι ζημίες που προκαλούνται από ατύχημα κατά τον χρόνο που ο οδηγός που δεν κατέχει την προβλεπόμενη από το νόμο άδεια οδήγησης για την κατηγορία του οχήματος που οδηγεί, πλήν, όμως, από την ερμηνεία της συμβάσεως αυτής ,σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, ήτοι όπως απαιτεί η καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη , η εν λόγω διάταξη (όρος της σύμβασης), δεν καταλαμβάνει και τη ζημία που προκαλεί ο οδηγός που κρίθηκε αρμοδίως ικανός για την οδήγηση του ζημιογόνου αυτοκινήτου, αλλά του είχε αφαιρεθεί προσωρινά, με διοικητική απόφαση για παράβαση του Κ.Ο.Κ , η άδεια οδήγησης.
Τούτο δε διότι, τα μέρη απέβλεψαν κυρίως στο γεγονός ότι ο οδηγός κατά το χρόνο του ατυχήματος είχε την σύμφωνα με το νόμο δυνατότητα να οδηγεί αυτοκίνητο της κατηγορίας που ανήκε και το ασφαλισμένο αυτοκίνητο. Ακολούθως, το εν λόγω Δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του ,απέρριψε την έφεση της ήδη αναιρεσείουσας , δεχόμενο ότι δεν συνέτρεχε η εξαίρεση του παραπάνω όρου της συμβάσεως , ώστε η πρόκληση του επίδικου ατυχήματος να μην καλύπτεται από την ασφαλιστική σύμβαση.
Με τη διάταξη του άρθρου 17 παρ. 1 εδάφ. γ' του ν. 3557/ 2007, η ισχύς του οποίου άρχισε από 14-5-2007, καταργήθηκε η Κ4/585/5-4-1978 απόφαση του Υπουργού Εμπορίου (ΦΕΚ 795, τ. ΑΕ και ΕΠΕ), ενώ με τη διάταξη του άρθρου 4 του ίδιου νόμου προστέθηκε το άρθρο 6β' στο π.δ. 237/1986 (που κωδικοποίησε το ν. 489/1976 "περί υποχρεωτικής ασφαλίσεως της εξ ατυχημάτων αυτοκινήτων αστικής ευθύνης"), το οποίο ορίζει ότι: 1.
Εξαιρούνται από την ασφάλιση οι ζημίες που προκαλούνται: α) από οδηγό, ο οποίος στερείται της άδειας οδήγησης που προβλέπεται από το νόμο για την κατηγορία του αυτοκινήτου οχήματος που οδηγεί, β) από οδηγό, ο οποίος, κατά το χρόνο του ατυχήματος, τελούσε υπό την επίδραση οινοπνεύματος ή τοξικών ουσιών, κατά παράβαση του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας (ν. 2696/1999, ΦΕΚ 57 Α'), όπως εκάστοτε ισχύει, εφόσον η εν λόγω παράβαση τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με την πρόκληση του ατυχήματος..., γ) από αυτοκίνητο όχημα, του οποίου γίνεται διαφορετική χρήση από αυτή που καθορίζεται στο ασφαλιστήριο συμβόλαιο και στην άδεια κυκλοφορίας, εφόσον η χρήση αυτή τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με την πρόκληση του ατυχήματος.
Οι προαναφερόμενες νομοθετικές ρυθμίσεις που απαρτίζουν, περιοριστικά πλέον, τους τρεις (3) λόγους εξαίρεσης από την ασφάλιση, αποτελούν λόγους απαλλαγής του ασφαλιστή έναντι του ασφαλισμένου του, με την επισήμανση ότι επιτρέπεται με τη σύμβαση ασφάλισης να ορίζονται, πέραν των περιπτώσεων αυτών, και άλλες περιπτώσεις εξαίρεσης από την ασφαλιστική κάλυψη, εφόσον αυτές αφορούν μόνο προαιρετική ασφαλιστική κάλυψη (άρθρ. 6β' παρ. 2 του ίδιου π.δ/τος).
Από το συσχετισμό μεταξύ τους των τριών περιπτώσεων εξαίρεσης σαφώς προκύπτει ότι ο νόμος προβλέπει την ανάγκη συνδρομής αιτιώδους συνάφειας, ως μιας περαιτέρω προϋπόθεσης για τη συγκρότηση των λόγων εξαίρεσης, μόνο στις περιπτώσεις β' και γ', όχι όμως και στην περίπτωση α', δηλαδή στην πρόκληση ατυχήματος από οδηγό που στερείται άδειας ικανότητας οδήγησης για την κατηγορία του οχήματος που οδηγεί.
Ειδικότερα, από τη γραμματική διατύπωση των τριών περιπτώσεων εξαίρεσης συνάγεται ότι στην α' περίπτωση δεν εξετάζεται και δεν ερευνάται κατά πόσο η έλλειψη άδειας ικανότητας οδηγού επηρέασε ή όχι την πρόκληση του ατυχήματος, αφού πρόκειται τυπικά για περίπτωση εξαίρεσης από την ασφαλιστική κάλυψη, ενώ η ανάγκη συνδρομής της αιτιώδους συνάφειας ερευνάται μόνο στις δύο άλλες περιπτώσεις.
Η διατύπωση αυτή στο νόμο, δηλαδή η μη αναφορά, σε αντίθεση με τις λοιπές δύο περιπτώσεις, της σύνδεσης της αιτιώδους συνάφειας της έλλειψης άδειας οδήγησης με την πρόκληση του ατυχήματος, αποτελεί συνειδητή ρύθμιση του νομοθέτη, διαφοροποιημένη σε σχέση με τις δύο άλλες περιπτώσεις, και δεν πρόκειται για απλή παράλειψή του.
Ναι μεν η σύγχρονη ασφαλιστική επιστήμη, η θεωρία και η πάγια νομολογία (ΑΠ 1068/2013, ΑΠ 1016/2013, ΑΠ 1451/2009, ΑΠ 1357/2008, ΑΠ 1517/2006) θεωρούσαν, μέχρι την κατάργηση της παραπάνω υπουργικής απόφασης, και τους λόγους αυτούς απαλλαγής ή εξαίρεσης (που αποτελούσαν συμβατικές εξαιρέσεις της κάλυψης του ασφαλισμένου), ως καλυμμένα ασφαλιστικά βάρη (συμβατικά), δηλαδή η απαλλαγή του ασφαλιστή, στην επίμαχη περίπτωση, δεν επερχόταν μόλις διαπιστωνόταν η έλλειψη άδειας οδήγησης στο πρόσωπο του οδηγού που είχε εμπλακεί στο ατύχημα, αλλά τούτο επερχόταν, εφόσον συνέτρεχε υπαιτιότητα και αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παράβασης του ασφαλιστικού βάρους, δηλαδή της έλλειψης άδειας ικανότητας οδήγησης, και του ατυχήματος, πλην, όμως, τούτο δεν σημαίνει ότι ο νομοθέτης είναι δεσμευμένος (νομοθετικά) να ακολουθήσει οπωσδήποτε την παραδοχή αυτή.
Αντίθετα, έχει την ευχέρεια να αποκλίνει, εφόσον, βέβαια, εκφράζεται σαφώς, όπως συμβαίνει στην κρινόμενη περίπτωση του εδαφίου α' της παραγράφου 1 του άρθρου 6β' του π.δ. 237/1986, στην οποία, σε αντίθεση με τις άλλες δύο ρυθμιζόμενες περιπτώσεις ασφαλιστικών βαρών, δεν θέτει ως προϋπόθεση του λόγου απαλλαγής ή εξαίρεσης του ασφαλιστή την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της πιο πάνω παράβασης και του ατυχήματος, χωρίς, περαιτέρω, να είναι υποχρεωμένος, όταν προβλέπει λόγους εξαίρεσης για τη ρύθμιση κάποιου θέματος, να θέτει είτε μόνο λόγους εξαίρεσης, είτε μόνο καλυμμένα ασφαλιστικά βάρη, αλλά έχει τη δυνατότητα να κάνει συνδυασμό μεταξύ τους.
Συνεπώς, με βάση την ανωτέρω ρύθμιση του νόμου, δεν έχει νομική επιρροή ο ισχυρισμός του οδηγού που έχει εμπλακεί σε τροχαίο ατύχημα και δεν έχει άδεια ικανότητας οδήγησης, ότι γνωρίζει να οδηγεί ή ότι λείπει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της έλλειψης της άδειας αυτής και του ατυχήματος (ΑΠ 450/2018, ΑΠ 474/2017, ΑΠ 71/2017, ΑΠ 324/ 2016).
Όλα όσα προαναφέρθηκαν έχουν νομική αξία στις σχέσεις ασφαλιστή και ασφαλισμένου στη λεγόμενη δίκη αναγωγής του πρώτου κατά του δεύτερου, κατά την οποία παρέχεται το δικαίωμα στον ασφαλιστή να εναγάγει τα αναφερόμενα στο άρθρο 11 παρ. 1 του π.δ. 237/1986 πρόσωπα και να ζητήσει απ' αυτά ό,τι κατέβαλε ή θα καταβάλει σε εκείνον που ζημιώθηκε από το τροχαίο ατύχημα.
Εξάλλου, κατά τις σχετικές διατάξεις των άρθρων94 παρ.4 και 6 του Κ.Ο.Κ (Ν.2696/1999), όπως αυτές ίσχυαν κατά το χρόνο του επίδικου ατυχήματος, που ενδιαφέρουν στην εξεταζόμενη υπόθεση, ορίζονται τα εξής: α) " Εις ουδένα επιτρέπεται να οδηγεί αυτοκίνητο όχημα εάν δεν έχει την κατά νόμον και κατά κατηγορίαν απαιτούμενη άδειαν οδηγήσεως .
Ομοίως εις ουδένα επιτρέπεται να οδηγεί αυτοκίνητο όχημα όταν έχει αφαιρεθεί η άδεια οδηγήσεως". Ενώ κατά τη δεύτερη διάταξη ορίζεται ότι, "Ο οδηγών αυτοκίνητο όχημα χωρίς να έχει την κατά νόμον και κατά περίπτωσιν άδεια οδηγήσεως, τιμωρείται δια φυλακίσεως από ενός μέχρι δώδεκα μηνών και δια χρηματικής ποινής τουλάχιστον δύο χιλιάδων δραχμών, ο δε οδηγών αυτοκίνητο όχημα όταν η άδεια οδηγήσεως αυτού έχει αφαιρεθεί ή ανακληθεί δια οιανδήποτε αιτίαν, τιμωρείται δια φυλακίσεως από δύο μέχρι δώδεκα μηνών και δια χρηματικής ποινής τουλάχιστον πέντε χιλιάδων δραχμών".
Από τα παραπάνω σαφώς προκύπτει ότι η οδήγηση οχήματος από οδηγό που στερείται νομίμου προς τούτο αδείας ικανότητος οδηγού είναι ανεπίτρεπτη και διώκεται ποινικά.
Συνεπώς, δεν έχει νομική επιρροή ο ισχυρισμός του οδηγού που έχει εμπλακεί σε τροχαίο ατύχημα και δεν έχει άδεια ικανότητας οδήγησης, είτε αυτή δεν εκδόθηκε ποτέ, είτε επειδή έληξε και δεν ανανεώθηκε, είτε επειδή ανακλήθηκε από δημόσια αρχή, ότι γνωρίζει να οδηγεί ή ότι λείπει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της ελλείψεως της άδειας αυτής και του ατυχήματος. (ΑΠ 628/2019, ΑΠ 450/2018, ΑΠ 474/2017, ΑΠ 71/2017, ΑΠ 324/2016).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών (άρθρα 173 και 200 του ΑΚ). Από τη παραπάνω διάταξη συνάγεται ότι ο λόγος αναιρέσεως για ευθεία παράβαση κανόνα δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή -αν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία του κανόνα δικαίου, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή σ` αυτόν των περιστατικών της ατομικής περιπτώσεως (ΟλΑΠ 4/2005, 7/2006, 10/2011, ΑΠ 114/2016, ΑΠ 191/2013).
Προς εξεύρεση της παραβιάσεως ελέγχεται ο δικανικός συλλογισμός που διατυπώνεται, έστω και ατελώς, και συγκροτείται από τη μείζονα πρόταση (νομική διάταξη), την ελάσσονα πρόταση (πραγματικές παραδοχές) και το συμπέρασμα. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στη διάταξη, στο πραγματικό της οποίας υπάγονται (ΑΠ 1333/2018, ΑΠ 531/2014, ΑΠ 609/2013, ΑΠ 495/2013, ΑΠ 568/2013).
Για την ίδρυση δε του λόγου αυτού αναίρεσης πρέπει η προβαλλόμενη πλημμέλεια της προσβαλλόμενης απόφασης να επιδρά κατά νόμο στο διατακτικό αυτής, περίπτωση η οποία δεν συντρέχει επί πλεοναστικώς ή αφηγηματικώς διαλαμβανομένων αιτιολογιών αυτής (ΑΠ 912/2020, ΑΠ 1113/2017). Εξ άλλου, οι γενικοί ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση που υφίσταται κενό στη σύμβαση και γενικά στη δικαιοπραξία ή γεννιέται αμφιβολία για την έννοια της δήλωσης βούλησης.
Οι διατάξεις των άρθρων αυτών παραβιάζονται στη περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο της ουσίας, παρά τη διαπίστωση, ακόμη και έμμεσα, κενού ή αμφιβολίας για την έννοια της δικαιοπραξίας, είτε παραλείπει να προσφύγει σ' αυτές προς εξεύρεση της αληθινής βούλησης των δικαιοπρακτούντων, ή δεν παραθέτει στην απόφασή του τα πραγματικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή των διατάξεων αυτών είτε προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους (ΑΠ 65/2023, ΑΠ 88/2021, ΑΠ 208/2019, ΑΠ 60/2019, ΑΠ 2019).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα : "...Με δύναμη δεδικασμένου που παρήχθη από το μη αναιρεθέν σκέλος της τελεσίδικης 23/2015 απόφασης του παρόντος Δικαστηρίου κρίθηκε ότι αποκλειστικά υπαίτιος για το τροχαίο αυτοκινητικό ατύχημα που συνέβη στις 20-7-2010 και ώρα 03.00 το πρωί στο 4° χ/ο της Ε.Ο. ...-..., μεταξύ του Δ.
Λ. (παρεμπιπτόντως εναγομένου-εφεσιβλήτου), (ήδη αναιρεσίβλητου), που οδηγούσε ...-6941 ΔΧΦ αυτοκίνητο ιδιοκτησίας του και του κυρίως ενάγοντα Σ. Ε., που οδηγούσε το ...-2172 Ι.Χ.Ε αυτοκίνητο ιδιοκτησίας του, ήταν ο πρώτος Δ. Λ. Υποχρέωσε δε αυτόν και την εναγόμενη (παρεμπιπτόντως ενάγουσα-εκκαλούσα) ασφαλιστική εταιρεία "...", (ήδη αναιρεσείουσα), να καταβάλουν εις ολόκληρον, έκαστος στον κυρίως ενάγοντα 4.975€ με το νόμιμο τόκο από της επιδόσεως της κύριας αγωγής.
Απεδείχθη περαιτέρω ότι το ζημιογόνο όχημα κατά το διάστημα 23-3-2010 μέχρι 23-3-2011, ήταν ασφαλισμένο στη δεύτερη εναγόμενη (ενάγουσα στην παρεμπίπτουσα αγωγή) με το 101135028/23-3-2010 ασφαλιστήριο συμβόλαιο που είχε συνάψει ο παρεμπιπτόντως εναγόμενος, με το οποίο η ενάγουσα ανέλαβε την ασφαλιστική κάλυψη της αστικής ευθύνης του ιδιοκτήτη, κατόχου και οδηγού του ανωτέρω αυτοκινήτου για τις ζημίες που θα προκαλούσε σε τρίτους κατά την κυκλοφορία στο άνω χρονικό διάστημα.
Η σύμβαση διεπόταν από τις διατάξεις του ΠΔ 237/1986, μεταξύ των οποίων και η διάταξη του άρθρου 6Β αυτού, σύμφωνα με την οποία εξαιρούνται από την ασφάλιση οι ζημίες που προκαλούνται από ατύχημα και κατά το χρόνο που ο οδηγός του δεν κατέχει την προβλεπόμενη από το νόμο άδεια οδήγησης για την κατηγορία του οχήματος που οδηγεί, ενώ, σύμφωνα με σχετικό όρο του παραπάνω ασφαλιστηρίου ο εναγόμενος έλαβε γνώση των γενικών και ειδικών όρων που αποτελούν αναπόσπαστο μέρος του συμβολαίου (μεταξύ των οποίων και η παραπάνω διάταξη).
Έτσι, κατέστησαν αυτοί συμβατικοί όροι και ως τέτοιοι ήταν δεσμευτικοί και για τον παρεμπιπτόντως εναγόμενο, ο οποίος σε κάθε περίπτωση, αποδέχθηκε σιωπηρά αυτούς, αφού κατέβαλε τα ασφάλιστρα παρέλαβε και χρησιμοποίησε το ασφαλιστήριο συμβόλαιο. Ο παρεμπιπτόντως εναγόμενος οδηγούσε το ασφαλισμένο φορτηγό αυτοκίνητο στερούμενος της απαιτούμενης κατά νόμο άδειας ικανότητας οδήγησης, καθόσον η 002409101 επαγγελματική άδεια οδήγησης που κατείχε από το 1984 έτος του είχε αφαιρεθεί από το τμήμα Τροχαίας ...
στις 5-1-2006 για πέντε έτη, λόγω παράβασης του άρθρου 42 ΚΟΚ (οδήγηση υπό την επήρεια οινοπνεύματος), όπως συνάγεται από το 2685/15-2-2006 έγγραφο του τμήματος Τροχαίας ... και 6475/1230/24-1-2012 έγγραφο του Προϊσταμένου της Διεύθυνσης Μεταφορών και Επικοινωνιών της Περιφέρειας .... Ο εν λόγω όρος της σύμβασης, λόγω της ασάφειάς του για το πότε ο οδηγός θεωρείται ότι δεν έχει κατά νόμο άδεια οδηγήσεως, ερμηνευόμενος κατά τα άρθρα 173 και 200 ΑΚ, όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη τα συναλλακτικά ήθη, δεν καταλαμβάνει και τη ζημία που προκαλεί ο οδηγός που κρίθηκε αρμοδίως ικανός για την οδήγηση του ζημιογόνου αυτοκινήτου του, πλην όμως είχε αφαιρεθεί προσωρινά με διοικητική απόφαση για παράβαση ΚΟΚ η άδεια οδήγησης διότι τα μέρη απέβλεψαν κυρίως στο γεγονός ότι ο οδηγός κατά το χρόνο του ατυχήματος είχε τη σύμφωνα με το νόμο δυνατότητα να οδηγεί αυτοκίνητο της κατηγορίας που ανήκε και το ασφαλισμένο αυτοκίνητο (ΑΠ 584/2014).
Συνεπώς δεν συντρέχει στην προκειμένη περίπτωση εξαίρεση του ως άνω όρου της ασφαλιστικής σύμβασης, ώστε η πρόκληση του τροχαίου ατυχήματος να μην καλύπτεται από την ενάγουσα εταιρεία, ώστε στην προκειμένη περίπτωση να μη δύναται αυτή να διεκδικήσει την αποζημίωση που θα καταβάλει ή κατέβαλε στον ενάγοντα της κύριας αγωγής.
Πρέπει, επομένως, να απορριφθεί η ένδικη επικουρική έφεση ως αβάσιμη κατ'ουσίαν ...". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο δέχθηκε ότι ναι μεν ο οδηγός του ζημιογόνου οχήματος εστερείτο της νόμιμης άδειας οδήγησης (καθόσον του είχε αφαιρεθεί), πλήν όμως ο ασφαλιστής (ήδη αναιρεσείουσα),δεν απαλλάσσεται του ασφαλίσματος για το λόγο ότι, κατά την ερμηνεία της συμβάσεως ασφαλίσεως, τα μέρη, κατά τη σύναψη αυτής, απέβλεψαν κυρίως στο ότι εκείνος είχε την, σύμφωνα με το νόμο, δυνατότητα να οδηγεί το ασφαλισμένο αυτοκίνητο.
Έτσι όμως που έκρινε το Εφετείο παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, υπό την έννοια ότι, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ,δεν εφάρμοσε αυτόν και συγκεκριμένα ,υπό την επίφαση ερμηνείας της επίδικης σύμβασης ασφαλίσεως ,δεν εφάρμοσε τις ανωτέρω διατάξεις των άρθρων 94 παρ.4,6 ΚΟΚ και 6β'παρ.1 α'του Ν.489/1976 (ΠΔ.237/1986), εφαρμόζοντας εσφαλμένα τις διατάξεις των άρθρων 173, 200 ΑΚ.
Κατά συνέπεια ,ο μοναδικός λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ.1 του ΚΠολΔ, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση ευθεία παράβαση με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των προαναφερομένων ουσιαστικών διατάξεων είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. Εν όψει των ανωτέρω, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση.
Στη συνέχεια η υπόθεση πρέπει να κρατηθεί από τον Άρειο Πάγο, προκειμένου να δικαστεί κατ' ουσίαν, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 580 παρ. 3 εδ. τελευταίο του ΚΠολΔ, καθόσον η προσβαλλόμενη απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας εκδόθηκε μετά από αναίρεση, κατόπιν παραπομπής της υπόθεσης σ'αυτό από τον Άρειο Πάγο, με τη 450/2018 απόφασή του.
Έτσι, για την εκπλήρωση της επιβαλλόμενης στον Άρειο Πάγο από την διάταξη αυτή υποχρεώσεως για εκδίκαση μετά από δεύτερη αναίρεση, της υποθέσεως κατ' ουσίαν, θα πρέπει να λάβει χώρα νέα συζήτηση της υποθέσεως μετά την έκδοση της αναιρετικής αποφάσεως ενώπιον του ιδίου Τμήματος, το οποίο δικάζει πλέον ως δικαστήριο της ουσίας, σε νέα προς το σκοπό αυτό δικάσιμο, ύστερα από κλήση του επιμελέστερου από τους διαδίκους, κατά τα οριζόμενα στη διάταξη του άρθρου 581 παρ. 1 του ΚΠολΔ, ώστε κατ' αυτήν οι διάδικοι να διαμορφώσουν ανάλογα τους ισχυρισμούς και τις προτάσεις τους.
Ο αναιρεσίβλητος, ως ηττώμενος διάδικος, πρέπει να καταδικαστεί στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, η οποία κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα της τελευταίας (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό. Τέλος, πρέπει, να διαταχθεί η επιστροφή στην αναιρεσείουσα του παραβόλου, το οποίο έχει κατατεθεί για την άσκηση της αναίρεσης, ενόψει της νίκης της (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού, για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από 1.1.2016).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ'αριθμ. 3/2020 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου ... .
Κρατεί την υπόθεση στο Δικαστήριο του Αρείου Πάγου και την παραπέμπει για περαιτέρω κατ' ουσίαν εκδίκαση στο ίδιο τμήμα, σε ιδιαίτερη συζήτηση και σε νέα προς το σκοπό αυτό δικάσιμο, που θα προσδιορισθεί μετά από κλήση του επιμελέστερου από τους διαδίκους.
Διατάσσει την επιστροφή στην αναιρεσείουσα του παραβόλου που έχει καταθέσει για την άσκηση της αναίρεσης.
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, το ύψος των οποίων καθορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Ιουνίου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία καθώς και της αρχαιοτέρας Αρεοπαγίτου ο β'αρχαιότερος της Συνθέσεως Αρεοπαγίτης
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 13 Δεκεμβρίου 2024.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ