Supreme Court dismisses appeal on public employment contract duration and employer status under Labor Law.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's cassation request against the First Instance Court's rejection of his employment contract claim. The appellant argued for a continuous public service relationship, but the Court found the contracts lacked chronological unity and were not with the State. Consequently, the Court ruled that the appellant was not an employee of the State and the appeal was rejected.
Legislator headnote
AI generatedArticles 2112/1920, 281, 671 of the Civil Code; Article 11 of AN 547/1937; Article 559 of the Code of Civil Procedure: A series of fixed-term employment contracts with the State does not constitute a continuous public service relationship if there are significant gaps in time and the employer is not the State itself.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1900 / 2023 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1900/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Μαριάνθη Παγουτέλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου - Μπουλταδάκη, Δημητρία Στρούζα - Ξένου - Κοκολέτση και Τριανταφυλλιά Πατρώνα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 1 Νοεμβρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Α. Α. του Ι., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξουσίας δικηγόρου Αμφιτρίτης Καραβίδα, η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσίβλητου: Ελληνικού Δημοσίου, όπως εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό των Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του Ευάγγελου Τσάκαλου, πληρεξουσίου Παρέδρου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-12-2016 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 1815/2017 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 5315/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί ο αναιρεσείων με την από 21-12-2019 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Τριανταφυλλιά Πατρώνα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 21.12.2019 και αριθ. εκθ. κατάθ. 12338/1221/ 24.12.2019, αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα υπ' αριθ. 5315/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών κατόπιν εφέσεως του εναγομένου, ήδη αναιρεσιβλήτου, κατά της υπ' αριθ. 1815/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία δέχθηκε την αγωγή. Η προσβαλλομένη απόφαση εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και αφού κράτησε και δίκασε την αγωγή απέρριψε αυτήν ως νόμω αβάσιμη. Η ως άνω αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα [άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1 ΚΠολΔ] και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της [άρθρ. 577 παρ.3 ΚΠολΔ].
Με τη διάταξη του άρθρου 8 παρ. 1 και 3 του Ν. 2112/1920, όπως αυτό έχει τροποποιηθεί και αυθεντικώς ερμηνευθεί με το άρθρο 11 του ΑΝ 547/1937, ορίζεται ότι "είναι άκυρος οιαδήποτε σύμβασις αντικείμενη εις τον παρόντα νόμον, πλην αν είναι μάλλον ευνοϊκή διά τον υπάλληλον" (παρ.1). "Αι διατάξεις του νόμου τούτου εφαρμόζονται ωσαύτως και επί συμβάσεων εργασίας με ωρισμένην χρονική διάρκειαν, εάν ο καθορισμός της διαρκείας ταύτης δεν δικαιολογείται εκ της φύσεως της συμβάσεως, αλλ' ετέθη σκοπίμως προς καταστρατήγησιν των περί υποχρεωτικής καταγγελίας της υπαλληλικής συμβάσεως διατάξεων του παρόντος νόμου (παρ.3)".
Η διάταξη αυτή, η οποία εφαρμόζεται σε όλες τις περιπτώσεις συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου, ανεξάρτητα αν έχουν συναφθεί στον ιδιωτικό ή στον δημόσιο τομέα, ενώ κατά τη γραμματική της διατύπωση αναφέρεται στην προστασία των εργαζομένων από τη μη τήρηση εκ μέρους του εργοδότη των τυπικών όρων που επιβάλλει κατά την καταγγελία ο Ν.2112/1920, αξιοποιήθηκε γενικότερα για τον ορθό νομικό χαρακτηρισμό των συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ως ορισμένης ή αόριστης χρονικής διάρκειας, στις περιπτώσεις ιδίως των διαδοχικών συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου που στην πραγματικότητα καλύπτουν πάγιες και διαρκείς και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες του εργοδότη, οπότε ο καθορισμός της ορισμένης διάρκειας αυτών δεν δικαιολογείται από τη φύση ή το είδος ή τον σκοπό της εργασίας και δεν υπαγορεύεται από ειδικό λόγο, που ανάγεται κυρίως στις ιδιαίτερες συνθήκες λειτουργίας της επιχείρησης, παρέχοντας μάλιστα πληρέστερη προστασία έναντι εκείνης της μεταγενέστερης με αριθμό 1999/70 κοινοτικής Οδηγίας (ΟλΑΠ 7/2011).
Στην περίπτωση αυτή ανακύπτει ακυρότητα των συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, ως προς τον καθορισμό ορισμένης χρονικής διάρκειας της σύμβασης εργασίας και θεωρείται ότι τότε καταρτίστηκε ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου, επί της οποίας δεν είναι δυνατή η απόλυση του εργαζομένου χωρίς έγγραφη καταγγελία και καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης (ΑΠ 1664/2007).
Ο ορθός δε νομικός χαρακτηρισμός της, μεταξύ των μερών, συμβατικής σχέσης ως σύμβασης εξαρτημένης εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου, ως κατ' εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας, όπως αυτή οριοθετείται από τα άρθρα 26 παρ.3 και 87 παρ.2 του Συντάγματος, ανήκει στο δικαστήριο της ουσίας, το οποίο προσδίδει τον ορθό νομικό χαρακτηρισμό στη σύμβαση.
Η δυνατότητα δε του ορθού χαρακτηρισμού από το δικαστήριο της έννομης σχέσης ως ορισμένου ή αορίστου χρόνου δεν αποκλείεται στις εργασιακές σχέσεις του Δημοσίου, των ΟΤΑ, των ΝΠΔΔ και γενικότερα των φορέων του ευρύτερου δημόσιου τομέα (ΟλΑΠ 7/2011, 18/2006). Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 21 παρ. 1, 2 και 3 του Ν. 2190/1994 ορίσθηκε ότι οι δημόσιες υπηρεσίες, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, οι οργανισμοί τοπικής αυτοδιοίκησης και γενικότερα τα νομικά πρόσωπα του δημόσιου τομέα που αναφέρονται στο άρθρο 14 παρ. 1 του ιδίου νόμου, επιτρέπεται να απασχολούν προσωπικό με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, για αντιμετώπιση εποχιακών ή άλλων περιοδικών ή πρόσκαιρων αναγκών με διάρκεια απασχόλησης, η οποία δεν μπορεί να υπερβαίνει τους οκτώ μήνες, μέσα σε συνολικό χρόνο δώδεκα μηνών, ενώ στις περιπτώσεις προσωρινής πρόσληψης προσωπικού για αντιμετώπιση κατεπειγουσών αναγκών, λόγω απουσίας προσωπικού ή κενώσεως θέσεων, η διάρκεια της απασχόλησης δεν μπορεί να υπερβαίνει τους τέσσερις μήνες για το ίδιο άτομο, χωρίς να επιτρέπεται εγκύρως παράταση ή σύναψη νέας σύμβασης κατά το αυτό ημερολογιακό έτος ή μετατροπή αυτής σε σύμβαση αορίστου χρόνου.
Κατ' εξαίρεση δε των ανωτέρω ρυθμίσεων επιτρέπεται η πρόσληψη προσωπικού για την εκτέλεση προγραμμάτων ή έργων που χρηματοδοτούνται ή επιδοτούνται από διεθνείς οργανισμούς κλπ με συμβάσεις ορισμένου χρόνου διαρκείας ενός έτους που μπορεί να ανανεώνονται μέχρι το τέλος του προγράμματος ή του έργου, αποκλεισμένης σε κάθε περίπτωση της αναγνώρισής των ως συμβάσεων αορίστου χρόνου.
Ο ίδιος ως άνω νόμος (2190/1994) ορίζει στην παρ.3 του άρθρου 14 αυτού ότι ο διορισμός ή η πρόσληψη τακτικού προσωπικού με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου στις υπηρεσίες και τα νομικά πρόσωπα της παρ.1, γίνεται είτε με γραπτό διαγωνισμό, είτε με καθορισμένη σειρά προτεραιότητας, σύμφωνα με τους όρους και διαδικασίες που ορίζονται από τις διατάξεις του, τις οποίες ειδικότερα θεσπίζει αντίστοιχα στις διατάξεις των άρθρων 15 και 18 αυτού, αναλόγως των απαιτουμένων κατά την κείμενη νομοθεσία τυπικών προσόντων για τις αντίστοιχες προσλήψεις, και μετά από προηγουμένη προκήρυξη, υπό την έγκριση ή τον έλεγχο και εποπτεία του Ανώτατου Συμβουλίου Επιλογής Προσωπικού (ΑΣΕΠ).
Εξ άλλου, στις διατάξεις του άρθρου 103 παρ. 2 και 3 του Συντάγματος, με τις οποίες επιβάλλεται η νομοθετική πρόβλεψη οργανικών θέσεων για την κάλυψη των πάγιων και διαρκών αναγκών του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των άλλων νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, ορίζονται τα εξής: "Κανένας δεν μπορεί να διοριστεί υπάλληλος σε οργανική θέση που δεν είναι νομοθετημένη.
Εξαιρέσεις μπορεί να προβλέπονται από ειδικό νόμο, για να καλυφθούν απρόβλεπτες και επείγουσες ανάγκες με προσωπικό που προσλαμβάνεται για ορισμένη χρονική περίοδο με σχέση ιδιωτικού δικαίου" (παρ.2). "Οργανικές θέσεις ειδικού επιστημονικού, καθώς και τεχνικού ή βοηθητικού προσωπικού, μπορούν να πληρούνται με προσωπικό που προσλαμβάνεται με σχέση ιδιωτικού δικαίου.
Νόμος ορίζει τους όρους για την πρόσληψη, καθώς και τις ειδικότερες εγγυήσεις τις οποίες έχει το προσωπικό που προσλαμβάνεται" (παρ.3). Με την αναθεώρηση του Συντάγματος από 17.4.2001 προστέθηκε στο άρθρο 103 αυτού παράγραφος 7, που προβλέπει ότι: "Η πρόσληψη υπαλλήλων στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, πλην των περιπτώσεων της παρ. 5 (περί της οποίας δεν πρόκειται στην ένδικη υπόθεση), γίνεται είτε με διαγωνισμό, είτε με επιλογή σύμφωνα με προκαθορισμένα και αντικειμενικά κριτήρια και υπάγεται στον έλεγχο ανεξάρτητης αρχής, όπως νόμος ορίζει".
Επίσης, στο ίδιο πιο πάνω άρθρο προστέθηκε παράγραφος 8 που προβλέπει ότι: "Νόμος ορίζει τους όρους και τη χρονική διάρκεια των σχέσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου στο Δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, για την κάλυψη είτε οργανικών θέσεων και πέραν των προβλεπομένων στο πρώτο εδάφιο της παραγράφου 3 είτε πρόσκαιρων είτε απρόβλεπτων και επειγουσών αναγκών κατά το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 2.
Νόμος ορίζει επίσης τα καθήκοντα που μπορεί να ασκεί το προσωπικό του προηγούμενου εδαφίου. Απαγορεύεται η, από τον νόμο, μονιμοποίηση προσωπικού που υπάγεται στο πρώτο εδάφιο ή η μετατροπή των συμβάσεών του σε αορίστου χρόνου. Οι απαγορεύσεις της παραγράφου αυτής ισχύουν και ως προς τους απασχολουμένους με σύμβαση έργου".
Έτσι με την αναθεώρηση του άρθρου 103 του Συντάγματος η Ζ Αναθεωρητική Βουλή επέβαλε στον κοινό νομοθέτη και στη διοίκηση αυστηρούς όρους σχετικά με την πρόσληψη προσωπικού για την κάλυψη των λειτουργικών αναγκών του Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα. Στους προαναφερόμενους κανόνες, τους οποίους πρώτος διατύπωσε ο κοινός νομοθέτης με τις πιο πάνω διατάξεις του Π.Δ/τος 410/1988 και του Ν. 2190/1994 και οι οποίοι κατέστησαν ήδη συνταγματικού επιπέδου, υπάγεται τόσο το προσωπικό που συνδέεται με το Δημόσιο, τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης και τα άλλα νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα με υπαλληλική σχέση δημόσιου δικαίου, όσο και το προσωπικό που προσλαμβάνεται με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου για την πλήρωση οργανικών θέσεων σύμφωνα με το άρθρο 103 παρ. 3 και 8 του Συντάγματος.
Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι διαδοχικές συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου συναπτόμενες με το Δημόσιο, τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης και τους λοιπούς φορείς του ευρύτερου δημόσιου τομέα υπό την ισχύ των πιο πάνω διατάξεων του άρθρου 103 παρ.7 και 8 του Συντάγματος (ήτοι από 18.4.2001, οπότε δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως το νέο Σύνταγμα, και εφεξής) δεν μπορούν, ούτε και με νόμο, να μετατραπούν σε συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου, έστω και αν καλύπτουν πάγιες και διαρκείς και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες του οικείου φορέα που προέβη στην πρόσληψη.
Ούτε καταλείπεται πλέον πεδίο εκτίμησης των συμβάσεων αυτών, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό της έννομης σχέσης κατά τη δικαστική διαδικασία, ως συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αόριστου χρόνου στην περίπτωση που αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες διότι, έστω και αν τούτο συμβαίνει, ο εργοδότης βάσει των πιο πάνω διατάξεων δεν έχει την ευχέρεια να προβεί στη σύναψη σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, χωρίς την τήρηση της διαδικασίας και των προϋποθέσεων που θέτει ο νόμος (Ν.2190/1994) για την πρόσληψη τακτικού προσωπικού.
Δηλαδή, ένας τέτοιος χαρακτηρισμός είναι πλέον αλυσιτελής. Τυχόν αντίθετη ερμηνεία, ότι δηλαδή συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου με τις οποίες καλύπτονται πάγιες και διαρκείς ανάγκες μπορούν να αναγνωρίζονται, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό, ως συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και μετά την πιο πάνω συνταγματική αναθεώρηση, θα είχε ως συνέπεια τη διαιώνιση ενός αποδοκιμασθέντος από τον αναθεωρητικό νομοθέτη φαινομένου (ΟλΑΠ 19, 20/2007).
Συνεπώς στις συναφθείσες μετά τις 18.4.2001 συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου σε φορείς του δημοσίου τομέα, δεν είναι πλέον δυνατή η εφαρμογή της ως άνω διάταξης του άρθρου 8 παρ.1 και 3 του Ν.2112/1920 σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 281, 671 του ΑΚ και 25 παρ.1 και 3 του Συντάγματος, βάσει των οποίων όταν συνάπτονται αλλεπάλληλες συμβάσεις εργασίας ορισμένης χρονικής διάρκειας, αν ο καθορισμός της διάρκειας τους δεν δικαιολογείται από τη φύση ή το είδος ή το σκοπό της εργασίας ή δεν υπαγορεύεται από ειδικό λόγο που ανάγεται ιδίως στις ιδιαίτερες συνθήκες λειτουργίας της επιχείρησης, αλλά έχει τεθεί με σκοπό την καταστρατήγηση των διατάξεων περί υποχρεωτικής καταγγελίας των αόριστου χρόνου συμβάσεων (άρθρα 1 και 3 του Ν. 2112/1920 και 1, 3, 5 του Β.
Δ/τος 16/18.7.1920), ανακύπτει ακυρότητα αυτών ως προς τον καθορισμό ορισμένης χρονικής διάρκειας και θεωρείται ότι τότε καταρτίστηκε ενιαία σύμβαση αόριστου χρόνου, επί της οποίας δεν είναι δυνατή η απόλυση του εργαζομένου, χωρίς έγγραφη καταγγελία και καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης (ΟλΑΠ 19 και 20/2007). Περαιτέρω, η Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28.6.1999 (που δημοσιεύθηκε στις 10.7.1999 στην Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και άρχισε να ισχύει από 10-7-2001, με δικαίωμα παράτασης της προθεσμίας για την ενσωμάτωση αυτής στην εσωτερική έννομη τάξη των κρατών - μελών κατά ένα έτος, του οποίου η Ελλάδα έκανε χρήση) έχει ως σκοπό την αποτροπή της κατάχρησης σύναψης διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου με τη λήψη από τα κράτη - μέλη, όταν δεν υπάρχουν ισοδύναμα μέτρα για την πρόληψη των καταχρήσεων, συγκεκριμένων μέτρων προσαρμογής (ρήτρα 5 του παραρτήματος αυτής).
Η Οδηγία αυτή ειδικότερα παρέχει στα κράτη - μέλη ευρεία ευχέρεια επιλογών, μεταξύ περισσοτέρων λύσεων, προκειμένου να αποτρέψουν την καταχρηστική χρησιμοποίηση των διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, χωρίς να επιβάλλει, σε περίπτωση σύναψης τέτοιων συμβάσεων, τον χαρακτηρισμό αυτών ως συμβάσεων αορίστου χρόνου, καθόσον τούτο προβλέπεται ως μέτρο δυνητικό (ΔΕΚ C - 212/2004).
Η Οδηγία αυτή ενσωματώθηκε στην ελληνική έννομη τάξη με τα Π.Δ/τα 81/2003 και 164/2004, που ήδη εφαρμόζονται στους εργαζομένους με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στον ιδιωτικό και δημόσιο τομέα αντίστοιχα, η ισχύς των οποίων άρχισε από τη δημοσίευσή τους στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης την 2.4.2003 και 19.7.2004 αντίστοιχα.
Ειδικότερα, με το Π.Δ/μα 164/2004 "Ρυθμίσεις για τους εργαζομένους με συμβάσεις ορισμένου χρόνου στο δημόσιο τομέα" (ΦΕΚ Α 134), που άρχισε να ισχύει από 19 Ιουλίου 2004, θεσπίσθηκαν νομοθετικά μέτρα που λήφθηκαν στο δημόσιο τομέα, όπως αυτός οριοθετείται από τις διατάξεις του άρθρου 51 παρ.1 του Ν. 1892/1990 ή από άλλες ειδικές διατάξεις, όπως εκάστοτε ισχύουν, καθώς και για το προσωπικό δημοτικών και κοινοτικών επιχειρήσεων (άρθ. 2 παρ.1 και 3 στοιχ.
γ αυτού), με σκοπό την ενσωμάτωση στην ελληνική έννομη τάξη των ρυθμίσεων της ως άνω με αριθμό 1999/70 Οδηγίας [άρθρα 5 παρ. 1, 2, 4 , 6 παρ. 1]. Ενόψει δε του ότι οι διατάξεις του Π.Δ/τος 164/2004 άρχισαν να ισχύουν από τις 19 Ιουλίου 2004, με τη μεταβατικού χαρακτήρα, διάταξη του άρθρου 11 παρ.1 περ. α, 2 εδ. α και β, 3 και 5 του πιο πάνω Προεδρικού Διατάγματος, που κρίθηκε συνταγματικώς ανεκτή ως μεταβατική διάταξη τακτοποίησης εκκρεμών εργασιακών σχέσεων (ΟλΑΠ 16/2017), ρυθμίσθηκε το ζήτημα του χαρακτηρισμού διαδοχικών συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ορισμένης διάρκειας κατά την παρ.1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος (δηλαδή διαδοχικών συμβάσεων με αντικείμενο την ίδια ή παρεμφερή εργασία μεταξύ του ίδιου εργοδότη και του ίδιου εργαζομένου, μεταξύ των οποίων μεσολαβεί διάστημα μικρότερο των τριών μηνών), που είχαν συναφθεί πριν την έναρξη ισχύος του Διατάγματος και ήσαν ενεργείς έως την έναρξη ισχύος αυτού (19.7.2004) ή είχαν λήξει εντός του προηγουμένου τριμήνου, ως συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου για τον εφεξής χρόνο, υπό τις τασσόμενες στη διάταξη αυτή προϋποθέσεις, με απόφαση του αρμοδίου οργάνου του φορέα απασχόλησης και έλεγχο από το ΑΣΕΠ.
Επομένως εάν η τελευταία από τις διαδοχικές σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου έληξε πριν τις 19 Απριλίου 2004 ή δεν συντρέχουν οι τιθέμενες από το πιο πάνω Π.Δ/μα λοιπές προϋποθέσεις, η διάταξη του άρθρου 11 του Π.Δ/τος 164/2004 δεν ευρίσκει έδαφος εφαρμογής και μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου δεν μπορεί να γίνει (ΟλΑΠ 19/2007, ΑΠ 104/2016, ΑΠ 1664/2007).
Ενόψει δε των ανωτέρω συνταγματικών ρυθμίσεων και της προσαρμογής της ελληνικής νομοθεσίας στις ρυθμίσεις της με αριθ. 1999/70, Οδηγίας, που δεν επιβάλλει τον χαρακτηρισμό των συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, έστω και αν αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, ως συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, η διάταξη του άρθρου 8 παρ.1 και 3 του Ν. 2112/1920 δεν ευρίσκει πλέον έδαφος εφαρμογής στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, ούτε κατ' επιταγή της ως άνω Οδηγίας, για το μεσοδιάστημα από 10.7.2002 (ημερομηνία λήξης της προθεσμίας προσαρμογής της ελληνικής νομοθεσίας σε αυτήν) μέχρι την έναρξη ισχύος του Π.Δ/τος 164/2004 (19.7.2004), ούτε βεβαίως μετά την έναρξη ισχύος του τελευταίου (ΟλΑΠ 19/2007).
Αντίθετα, η τελευταία αυτή διάταξη του άρθρου 8 παρ.1 και 3 του Ν. 2112/1920 σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 281, 671 του ΑΚ και 25 παρ.1 και 3 του Συντάγματος, μπορεί να εφαρμοσθεί σε διαδοχικές συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου που καταρτίσθηκαν με το Δημόσιο, τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης και τους λοιπούς φορείς του ευρύτερου δημόσιου τομέα, πριν από την έναρξη της ισχύος των τροποποιημένων διατάξεων του άρθρου 103 παρ.7 και 8 του Συντάγματος (και της πιο πάνω με αριθ. 1999/70 Οδηγίας που εφαρμόσθηκε αργότερα).
Τούτο διότι οι συμβάσεις αυτές, παρά την απαγόρευση από το νόμο της σύναψής τους ως τέτοιων (αορίστου χρόνου), είχαν ήδη πριν από την έναρξη της ισχύος των πιο πάνω συνταγματικών διατάξεων προσλάβει το χαρακτήρα της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου κατ' εφαρμογή των διατάξεων αυτών, τον οποίο διατήρησαν και μετά ταύτα (ΟλΑΠ 7/2011 και 8/2011).
Η δε από τον νόμο (Ν. 2190/1994) κατά τα ήδη προαναφερθέντα απαγόρευση μετατροπής των συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου σε αορίστου χρόνου δεν επάγεται και απαγόρευση της αναγνώρισης από το δικαστήριο του πραγματικού χαρακτήρα της συγκεκριμένης έννομης σχέσης, η οποία δεν συνιστά "μετατροπή", αλλά ορθό χαρακτηρισμό αυτής κατά τη δικαστική διαδικασία (ΟλΑΠ 18/2006).
Στην περίπτωση αυτή η, μετά την έναρξη ισχύος, των πιο πάνω συνταγματικών διατάξεων (18.4.2001) και της με αριθμό 1999/70 Οδηγίας (10.7.2002), συνέχιση της εξακολούθησης της κατάρτισης διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου που είχαν όμως αρχίσει να συνάπτονται πριν την ανωτέρω συνταγματική αναθεώρηση, είναι νομικώς αδιάφορη, διότι η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας είχε ήδη προσλάβει το χαρακτήρα της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, τον οποίο και διατήρησε στη συνέχεια κατά την έναρξη ισχύος των πιο πάνω διατάξεων (ΟλΑΠ 7/2011).
Προϋπόθεση όμως για την εφαρμογή της ως άνω διάταξης του άρθρου 8 παρ.3 του Ν. 2112/1920 είναι οι διαδοχικές αυτές συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου μεταξύ του ίδιου εργοδότη και του ίδιου εργαζομένου και υπό τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους εργασίας να διακρίνονται από συνοχή και χρονική ενότητα μεταξύ τους, δηλαδή, να μη μεσολαβούν πολύμηνα συνήθως χρονικά διαστήματα μεταξύ του χρόνου λήξης της μιας και του χρόνου έναρξης της ισχύος της αμέσως επόμενης (ΑΠ 585/2022, 1062/2019, 1269/2018, 788/2017, 1425/2015).
Τοιαύτη περίπτωση συνοχής και χρονικής ενότητας δεν συντρέχει κατά νόμο όταν μεταξύ των εν λόγω συμβάσεων μεσολαβεί χρονικό διάστημα ενός ή δύο και πλέον ετών. Στο σημείο αυτό άλλωστε είναι χαρακτηριστική η ρύθμιση του μεταγενεστέρου από τον εδώ κρίσιμο χρόνο άρθρου 5 παρ. 1 του ως άνω Π.Δ/τος 164/2004 που ορίζει ότι το διάστημα που μεσολαβεί μεταξύ των συμβάσεων, προκειμένου να χαρακτηρισθούν αυτές διαδοχικές, πρέπει να είναι μικρότερο των τριών μηνών.
Επίσης προϋπόθεση της κατά τα ανωτέρω εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 8 παρ. 3 του Ν. 2112/1920 είναι οι ως άνω διαδοχικές συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου να καταρτίσθηκαν απ' ευθείας μεταξύ του ιδίου εργοδότη και του ιδίου εργαζομένου με τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους [ΑΠ 1062/2019, 1269/2018, 960/2018].
Ως εργοδότης δε στη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, κατά την έννοια του άρθρου 648 του ΑΚ, είναι το φυσικό ή νομικό πρόσωπο, το οποίο αφενός δικαιούται να αξιώσει από τον εργαζόμενο την παροχή της συμφωνημένης εργασίας και αφετέρου υποχρεούται να του καταβάλλει τον συμφωνημένο ή νόμιμο μισθό. Συνήθως εργοδότης είναι το πρόσωπο που συμβάλλεται με τον εργαζόμενο κατά τη κατάρτιση της σύμβασης εργασίας.
Ειδικότερα στις περιπτώσεις δανεισμού εργαζομένου, ο οποίος κατά τα άρθρα 648, 651 και 361 του ΑΚ προϋποθέτει παροχή των υπηρεσιών του εργαζομένου για ορισμένο ή αόριστο χρόνο σε άλλο πρόσωπο (τρίτο), με τη συναίνεση ή συμφωνία του εργαζομένου, και μάλιστα αδιαφόρως της βραχυχρόνιας ή μακροχρόνιας παραχώρησης του εργαζόμενου από τον αρχικό εργοδότη του, δεν λύεται η σύμβαση εργασίας και ο αρχικός (άμεσος) εργοδότης δεν αποβάλλει την ιδιότητά του αυτή αλλά είναι υποχρεωμένος, ως αντισυμβαλλόμενος στη σύμβαση εργασίας, να καταβάλει τις αποδοχές στον μισθωτό, εκτός τυχόν αντίθετης συμφωνίας (ΑΠ 1240/2014, 800/2014), ενώ ο τρίτος (έμμεσος εργοδότης) που χρησιμοποιεί τις υπηρεσίες του μισθωτού, ασκεί κατά τη διάρκεια της παραχώρησης το διευθυντικό δικαίωμα κατά την παροχή των υπηρεσιών του μισθωτού προς αυτόν.
Κατά συνέπεια λόγω της μη μεταβολής της εργασιακής σχέσης μεταξύ άμεσου εργοδότη και μισθωτού, η αρχική και οι τυχόν επακολουθήσασες αυτής συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας μεταξύ του αρχικού εργοδότη και του μισθωτού δεν προσμετρώνται ως μέρος ενιαίας σύμβασης εργασίας, σε περίπτωση τυχόν κατάρτισης προγενέστερης ή μεταγενέστερης αυτών σύμβασης εξαρτημένης εργασίας μεταξύ του τρίτου (ως άμεσου εργοδότη πλέον) και του μισθωτού, εκ μόνου του λόγου της παροχής της εργασίας από τον μισθωτό χάριν του έμμεσου εργοδότη - τρίτου (ΑΠ 1320/2017, 674/2012), εκτός εάν αυτή (σύμβαση δανεισμού) κατά την, περί τούτου, ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του δικαστηρίου της ουσίας καταρτίσθηκε εικονικά με πραγματικό εργοδότη τον τρίτο και με σκοπό την καταστρατήγηση του άρθρου 8 παρ. 3 του Ν. 2112/1920 από τον τρίτο (έμμεσο εργοδότη).
Τούτο άλλωστε ορίσθηκε ρητώς και νομοθετικά με τις μεταγενέστερες του επίδικου χρόνου διατάξεις του άρθρου 3 περ. α του Π.Δ/τος 81/2003 και του άρθρου 3 παρ. α του Π.Δ/τος 164/2004, που εκδόθηκαν καθυστερημένα προς ενσωμάτωση στο εσωτερικό δίκαιο της υπ' αριθ. 1999/70 οδηγίας (βλ. και ρήτρα 3 παρ.2 της Οδηγίας), κατά τις οποίες ως εργαζόμενος ορισμένου χρόνου νοείται κάθε φυσικό πρόσωπο που έχει σύμβαση ή σχέση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου συναφθείσα "απευθείας" μεταξύ εργοδότη και του εργαζομένου, περίπτωση που δεν υφίσταται επί δανεισμού εργαζόμενου.
Επομένως και στην ανάλογη περίπτωση της διενέργειας σωστικών ανασκαφών κατά τη διάρκεια κατασκευής δημόσιων τεχνικών έργων, που απασχολούνται από τις εργολήπτριες εταιρείες ως τεχνίτες ανασκαφών εξειδικευμένοι εργάτες αρχαιολογίας, που δεν υπηρετούν στο Ελληνικό Δημόσιο αλλά προσλαμβάνονται με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας και μισθοδοτούνται από τον κατασκευαστή του έργου απλώς ο τελευταίος διενεργεί τη σωστική ανασκαφή υπό την εποπτεία της αρχαιολογικής υπηρεσίας, εργοδότης του τεχνίτη αρχαιολογίας παραμένει ο κατασκευαστής του έργου, με τον οποία καταρτίσθηκε η σχετική σύμβαση εξαρτημένης εργασίας και ο οποίος του καταβάλει τις συμφωνηθείσες αποδοχές, αφού η εποπτεία της τελευταίας επί του έργου δεν αρκεί για να προσδώσει την ιδιότητα του εργοδότη στο Ελληνικό Δημόσιο [ΑΠ 1269/2018, 788/2017.
Τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, 2/2013, 7/2006).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην προκειμένη περίπτωση με την ένδικη από 21.12.2016 αγωγή [άρθρ. 561 παρ.2 ΚΠολΔ] ο αναιρεσείων εξέθετε ότι τυγχάνει ειδικευμένος εργάτης αρχαιολογίας και στα πλαίσια της πραγματοποίησης σωστικών και συστηματικών ανασκαφών από την ...
στο νομό ..., παρείχε τις υπηρεσίες του στα έργα αυτά δυνάμει συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, που τον συνέδεαν αρχικά με την ως άνω ... και στη συνέχεια με την εκάστοτε εργολήπτρια εταιρεία. 'Ότι απασχολήθηκε 1] το έτος 1991 δύο μήνες [από 1.11.1991 έως 31.12.1991], 2] το έτος 1993 4 μήνες και 8 ημέρες [από 22.7.1993 έως 30.11.1993] και 3] το έτος 1995 8,5 μήνες [από 9.3.1995 έως 25.11.1995] δυνάμει συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου που τον συνέδεαν με την ως άνω ...
και στη συνέχεια σε έργα από 28.11.1995 έως 2.8.1996 [της Κοινοπραξίας ...], 5.8.1996 έως 21.5.1999 [της Κοινοπραξίας ...], 1.12.1999 έως 21.1.2000 [φύλακας εργοταξίου της ...], 24.1.2000 έως 20.7.2001 [της Κοινοπραξίας ...], 28.9.2001 έως 30.11.2001 [της ...], 29.1.2002 έως 8.8.2002 [της ...], 10.5.2004 έως 17.10.2004 [της ...], 3.11.2004 έως 21.12.2004 [της ...] δυνάμει συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου με τους ως άνω ιδιωτικούς φορείς, κατασκευαστικές εταιρείες, οι οποίες είχαν αναλάβει έργα ανασκαφών σε περιοχές αρχαιολογικού ενδιαφέροντος του νομού ...
χρηματοδοτούμενοι από το ΥΠΕΧΩΔΕ, όπως τις Κοινοπραξίες << ...>>, <<... - ...>>, διάδοχο της προηγούμενης, την ... με τις εταιρείες ... - .... 'Ότι όλες οι εργολήπτριες εταιρείες τον προσέλαβαν κατ' εντολήν της ..., η οποία επέβλεπε τις σχετικές εργασίες και ουσιαστικός εργοδότης του ήταν η τελευταία. Ζητούσε δε ενόψει του ότι ως ειδικευμένος τεχνίτης ανασκαφών εξυπηρετούσε πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου να αναγνωρισθεί ότι συνδέεται με αυτό με μία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και να υποχρεωθεί το εναγόμενο να αποδέχεται τις υπηρεσίες του.
Η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση δέχθηκε ότι η αγωγή για τα, προ του έτους 2001, αλλά και μέχρι και την 21.12.2004, χρονικά διαστήματα, που προσλήφθηκε ως εργατοτεχνίτης από τις εργολήπτριες ιδιωτικές κατασκευαστικές εταιρείες - κοινοπραξίες σε σωστικές ανασκαφές, εργοδότης του δεν ήταν το εναγόμενο αλλά η εκάστοτε εργολήπτρια εταιρεία, έστω και αν η πρόσληψή του έγινε καθ' υπόδειξη του εναγομένου λόγω της εμπειρίας του στον τομέα των σωστικών ανασκαφών και ως εκ τούτου δεν συνδέονταν με συμβατική σχέση με το εναγόμενο. 'Οτι η απασχόλησή του τα χρονικά διαστήματα από 1.11.1991 έως 31.12.1991 και 22.7.1993 έως 30.11.1993 για 2 και 4,4 μήνες αντίστοιχα, που απείχαν μεταξύ τους 18,7 μήνες προσέφερε την εργασία του για την αντιμετώπιση συγκεκριμένων χρονικά αναγκών, μεταξύ δε των ως άνω συμβάσεων ελλείπει η συνοχή και η χρονική ενότητα και δεν μπορούν να χαρακτηρισθούν ως διαδοχικές.
Ως εκ τούτου δεν έχει εφαρμογή το άρθρο 8 παρ.3 του Ν. 2112/1920 ούτε η Οδηγία 1999/70/ΕΚ με το Π.Δ. 164/2004. Δέχεται ακόμη ότι για το χρονικό διάστημα από 3.10.2005 έως 31.10.2016, που όπως εκθέτει κατάρτιζε διαδοχικές συμβάσεις με το εναγόμενο απασχολούμενος σε έργα ανασκαφών της ... ως ειδικευμένος εργάτης, η αγωγή είναι επίσης μη νόμιμη, αφού υπό την ισχύ του άρθρου 103 παρ.8 του Συντάγματος του έτους 2001 δεν μπορούσε να μονιμοποιηθεί ακόμα και αν κάλυπτε πάγιες και διαρκείς ανάγκες.
Με την αίτησή του ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι η προσβαλλομένη απόφαση παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 8 παρ.3 του Ν. 2112/1920, 281, 671 ΑΚ, 25 παρ.1,3 του Συντάγματος αλλά και αυτές των άρθρων 3 και 11 του Π.Δ. 164/2004 σε σχέση με τη χρονική ενότητα των συμβάσεών του αλλά και την έννοια του εργοδότη, ενώ στερείται νόμιμης και επαρκούς αιτιολογίας, γι αυτό πρέπει να αναιρεθεί κατά τους λόγους εκ του αριθ, 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Εξ αυτών, ο λόγος εκ του αριθ. 19 είναι απαράδεκτος, αφού το Μονομελές Εφετείο δεν υπεισήλθε στην ουσία της υπόθεσης αλλά απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη και η απόφαση στερείται ουσιαστικών παραδοχών [ΑΠ 1559/2022] . 'Οσον αφορά το λόγο εκ του αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ το Μονομελές Εφετείο ορθά ερμήνευσε τις διατάξεις, που προαναφέρθηκαν και τη μη υπαγωγή των ενδίκων συμβάσεων σε αυτές. Επί των επιχειρημάτων του αναιρεσείοντος παρατηρείται ότι το Εφετείο ορθά δέχθηκε ότι οι δύο πρώτες συμβάσεις δεν είχαν συνοχή και χρονική ενότητα αφού ήταν ολίγων μηνών και απείχαν μεταξύ τους περί τους πλέον των 18 μηνών, ενώ η τρίτη [από 9.3.1995 έως 25.11.1995] απείχε από την προηγούμενη πλέον των 15 μηνών και δεν μπορούν να εκτιμηθούν ως μία ενιαία σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου ενόψει μάλιστα του γεγονότος ότι οι επόμενες που ακολούθησαν προ του έτους 2001 [αλλά και μετά από αυτό] συνήφθησαν με ιδιωτικούς φορείς [εργολήπτες].
Συνεπώς, το δε εναγόμενο δεν είχε την ιδιότητα του εργοδότη, αφού, ελλείψει άλλης συμφωνίας, δεν αρκούσε η εποπτεία της ... επί των αρχαιολογικών εργασιών για την απόκτηση της ιδιότητας αυτής και συνεπώς τα χρονικά διαστήματα απασχόλησής του δεν θεωρούνται χρόνος απασχόλησής του στο Ελληνικό Δημόσιο. Μετά το έτος 2001 μέχρι και το έτος 2004 ανεξάρτητα από τη συνταγματική αναθεώρηση του έτους αυτού [18.4.2001] και τις διατάξεις των άρθρων 5 και 11 του Π.Δ 164/2004, που διαγράφουν τις προϋποθέσεις της, κατ'εξαίρεση, μετατροπής των κατά την έναρξη ισχύος αυτού ενεργών συμβάσεων ορισμένου χρόνου, ο αναιρεσείων δεν συνδέονταν συμβατικά με το εναγόμενο αλλά με τρίτες εργολήπτριες εταιρείες. Από 3.10.2005 που, όπως ιστορεί στην αγωγή του, προσλήφθηκε κατ'επανάληψη από το αναιρεσίβλητο για να απασχοληθεί ως ειδικευμένος εργάτης σε εργασίες αρχαιολογικών ανασκαφών της ΙΓ ...ς απασχολούμενος τα χρονικά διαστήματα που ειδικότερα αναφέρει έως την 31.10.2016 ήσαν σε ισχύ οι νέες διατάξεις του Συντάγματος του έτους 2001 .
Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολό της και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου, κατά το βάσιμο αίτημά του, σε βάρος του αναιρεσείοντος ως ηττηθέντος κατά παραδοχή σχετικού αιτήματός του, περιορισμένα κατά το άρθρο 22 παρ. 1 του Ν. 3693/1957 [άρθρ. 176, 180 παρ.1, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ]
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 21.12.2019 αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ'αριθ. 5315/2019 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων [300] ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Ιουνίου 2023.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
και ταύτης αποχωρησάσης από την υπηρεσία η αρχαιότερη της συνθέσεως Αρεοπαγίτης και ήδη Αντιπρόεδρος Δήμητρα Ζώη
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 28 Δεκεμβρίου 2023.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ