Legislator Case Law & Legislation
1900/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for lack of specific grounds regarding reasons and substantive law violations.

Case Number 1900/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to annul the First Instance Court's decision. The appellant argued the lower court failed to provide reasons and misinterpreted evidence, but the Court found these grounds vague and insufficient. Consequently, the appeal was rejected as inadmissible due to the lack of specific references to the contested decision's reasoning and the violated substantive law rules.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(1), 559(8), 559(10), 577(3) of the Code of Civil Procedure; An appeal must cite specific grounds regarding the reasons given in the contested decision and the substantive law rules allegedly violated, otherwise it is inadmissible.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal specific grounds requirement substantive law violation lack of reasoning evidence assessment

Cited Legislation

AI generated
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 559(8) of the Code of Civil Procedure
Article 559(10) of the Code of Civil Procedure
Article 577(3) of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Article 22 of Law 3693/1957
Article 52(18) of the Law on the Integration of the Code of Civil Procedure
Article 5 of Law 1738/1987
Article 2 of Circular 134.423/1992
Articles 198 et seq. of the Code of Civil Procedure
Articles 1, 2, 4 and 9 of Law 3226/2004

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1900 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1900/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Σπυρίδωνα Κουτσοχρήστο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 6 Δεκεμβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Κ. Π. του Δ., κατοίκου Αθηνών, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ζαχαρούλα Καλύβα με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, που εκπροσωπήθηκε από την Παρασκευή Μιλήση, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2/4/2015 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 474/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5981/2018 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 6/5/2019 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την υπό κρίση αίτηση διώκεται η αναίρεση της υπ' αριθμ. 5981/2018 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, με την οποίαν έγινε τυπικώς δεκτή και αφού αντικαταστάθηκαν οι σχετικές αιτιολογίες χωρίς όμως να εξαφανισθεί η παρακάτω αναφερομένη σχετική πρωτοβάθμια απόφαση, απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η από 21-12-2017 έφεση του ήδη αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθμ. 474/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο δικάζοντας κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 663 επ. ΚΠολΔ, είχε απορρίψει επίσης κατ' ουσίαν την από 2-4-2015 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, για την καταβολή σ' αυτόν αποζημιώσεως αλλά και ηθικής βλάβης λόγω της άδικης κράτησής του. Η αίτηση αναιρέσεως έχει ασκηθεί νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 552, 553, 556, 558, 564 και 566 ΚΠολΔ και επομένως, πρέπει κατά την διάταξη του άρθρου 577 παρ. 3 ιδίου Κώδικα να εξετασθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της.

Κατά τις διατάξεις των άρθρων 7 παρ. 4 και 25 παρ. 1 του Συντάγματος και 9 παρ. 5 του Διεθνούς Συμφώνου "για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα", το οποίο έχει κυρωθεί με τον Ν. 2462/1997, αντιστοίχως, "Νόμος ορίζει με ποιους όρους το Κράτος παρέχει, ύστερα από δικαστική απόφαση, αποζημίωση σε όσους καταδικάστηκαν, προφυλακίστηκαν ή με άλλο τρόπο στερήθηκαν άδικα ή παράνομα την προσωπική τους ελευθερία", "Τα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου και η αρχή του κοινωνικού κράτους δικαίου τελούν υπό την εγγύηση του Κράτους.

Όλα τα κρατικά όργανα υποχρεούνται να διασφαλίζουν την ανεμπόδιστη και αποτελεσματική άσκησή τους. Τα δικαιώματα αυτά ισχύουν και στις σχέσεις μεταξύ ιδιωτών, στις οποίες προσιδιάζουν. Οι κάθε είδους περιορισμοί, που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα αυτά, πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας" και "Κάθε πρόσωπο, θύμα παράνομης σύλληψης ή κράτησης έχει δικαίωμα αποζημίωσης", ενώ κατά τις διατάξεις των άρθρων 535 παρ. 1 εδ.

α', 536 παρ. 1 και 2 εδ. α', 539 παρ. 1 και 540 παρ. 1 εδ. α', 2 και 3 ΚΠΔ αντιστοίχως, όπως ίσχυαν πριν από την αντικατάστασή τους με τον Ν. 4620/2019 (ΦΕΚ Α' 9611.6.2019) αλλά και τον Ν. 4871/2021 (ΦΕΚ Α'/10.12.2021): "Έχουν το δικαίωμα να ζητήσουν από το δημόσιο αποζημίωση: (α) οι προσωρινά κρατηθέντες, που αθωώθηκαν αμετάκλητα με βούλευμα ή απόφαση δικαστηρίου, (β) οι κρατηθέντες με καταδικαστική απόφαση, η οποία μετέπειτα εξαφανίσθηκε αμετάκλητα συνεπεία ένδικου μέσου και (γ) οι καταδικασθέντες και κρατηθέντες, που αθωώθηκαν με δικαστική απόφαση ύστερα από επανάληψη της διαδικασίας. 2.

Όσοι κρατήθηκαν λόγω καταδίκης ή κρατήθηκαν προσωρινά κατά την παράγραφο 1 έχουν το δικαίωμα να ζητήσουν αποζημίωση, και αν ακόμη έχουν απαλλαγεί επειδή, μολονότι τέλεσαν την πράξη, δεν τους επιβλήθηκε ποινή για οποιονδήποτε λόγο", "Σχετικά με την υποχρέωση του δημοσίου για αποζημίωση αποφαίνεται το δικαστήριο, που εξέδωσε την απόφαση για την υπόθεση, με ιδιαίτερη ταυτόχρονη απόφαση, ύστερα από προφορική ή γραπτή αίτηση εκείνου που αθωώθηκε και αφού προηγουμένως ο αιτών και ο εισαγγελέας ακουσθούν", "Σε περίπτωση που γίνει δεκτή η αίτηση εκείνου που αθωώθηκε, του επιδικάζεται κατ' αποκοπή ημερήσια αποζημίωση συνολικά για τεκμαρτή περιουσιακή ζημία και για ηθική βλάβη, η οποία δεν μπορεί να είναι κατώτερη των τριών χιλιάδων δραχμών ή 8,804 ευρώ ούτε ανώτερη των δέκα χιλιάδων δραχμών ή 29,347 ευρώ την ημέρα και της οποίας το ύψος προσδιορίζεται αφού ληφθεί υπόψη και η οικονομική και οικογενειακή κατάσταση του δικαιούχου", "Άν αναγνωρισθεί από το ποινικό δικαστήριο μόνο η υποχρέωση για αποζημίωση από το δημόσιο, χωρίς να επιδικασθεί αποζημίωση ή αν η επιδικασθείσα αποζημίωση κρίνεται από τον δικαιούχο ανεπαρκής για να καλύψει το σύνολο της ζημίας του ή από το δημόσιο υπερβολική, οι διάδικοι μπορούν να εγείρουν αγωγή στα πολιτικά δικαστήρια, κατά την διαδικασία των άρθρων 663 επ.

του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, που δεν μπορούν να εξετάσουν πάλι την ύπαρξη αυτής της υποχρέωσης, για τον ακριβή προσδιορισμό του ποσού της αποζημίωσης. Μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις μπορεί το δικαστήριο να υπερβεί το ανώτατο όριο της παραγράφου 2 του άρθρου 536", "Αντικείμενο της αξίωσης για αποζημίωση στα πολιτικά δικαστήρια είναι κάθε ζημία που προκλήθηκε από την ολική ή μερική εκτέλεση της ποινής ή της προσωρινής κράτησης στην περιουσιακή κατάσταση εκείνου που κρατήθηκε προσωρινά ή καταδικάσθηκε, κρατήθηκε και μετέπειτα αθωώθηκε και η ηθική βλάβη που αυτός υπέστη", "Εκτέλεση ποινής θεωρείται και η προσωρινή κράτηση που υπολογίσθηκε σ' αυτή" και "Στην προσωρινή κράτηση υπολογίζεται και η κράτηση που έγινε πριν από αυτήν με ένταλμα της ανακριτικής αρχής για την πράξη για την οποία διατάχθηκε η κράτηση", ενώ βάσει των διατάξεων των άρθρων 3 παρ. 1, 4 και 5 αρ. 1 Ν. 2943/2001, το ως άνω ανώτατο όριο επιδικαζομένης αποζημιώσεως του άρθρου 536 παρ. 2 εδ.

α' ποσού 29,347 ευρώ στρογγυλοποιείται στο ποσόν των 29 ευρώ. Από τις προπαρατεθείσες διατάξεις συνάγεται ότι ως προς την αναγνώριση της υποχρεώσεως του Δημοσίου προς αποζημίωση των προσωρινώς κρατηθέντων ή φυλακισθέντων και τελικώς αθωωθέντων κατηγορουμένων αποκλειστική δικαιοδοσία έχουν τα ποινικά δικαστήρια και τα δικαστικά συμβούλια, ενώ τα πολιτικά δικαστήρια έχουν δικαιοδοσία ως προς τον προσδιορισμό του ύψους της ζημίας και την επιδίκαση της αποζημιώσεως, εάν η σχετική υποχρέωση του Δημοσίου έχει μεν αναγνωρισθεί από το ποινικό δικαστήριο ή το δικαστικό συμβούλιο, αλλά δεν έχει προσδιορισθεί το ύψος της αποζημιώσεως ή εάν έχει προσδιορισθεί και το ύψος της αποζημιώσεως, αλλά ο δικαιούχος κρίνει το επιδικασθέν ποσό αποζημιώσεως ανεπαρκές προς κάλυψη της ζημίας του ή το Δημόσιο θεωρεί τούτο υπέρμετρο.

Περαιτέρω από τις προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρων 536 παρ. 2 και 539 παρ. 1 ΚΠΔ, συνάγεται ότι η εν λόγω κατ' αποκοπήν ημερησία αποζημίωση αφορά τόσον την περιουσιακή ζημία, όσον και την ηθική βλάβη και δεν δύναται να υπερβαίνει το ποσόν των 29 ευρώ, εκτός εάν συντρέχουν εξαιρετικές περιπτώσεις, το βάρος της επικλήσεως και αποδείξεως των οποίων φέρει ο ενάγων.

Κατά την θέσπιση των εν λόγω διατάξεων ο νομοθέτης έλαβε υπ' όψιν και την συνταγματική αρχή της αναλογικότητος, η οποία λειτουργεί ως περιορισμός των δικαιωμάτων του ανθρώπου και εκδηλώνεται ως επιταγή του προσήκοντος μέτρου και μέσο συγκερασμού και εναρμονίσεως συγκρουομένων συμφερόντων και την εξειδίκευσε με την ρήτρα της επιτρεπτής υπερβάσεως του προβλεπομένου ανωτάτου ορίου της επιδικαζομένης αποζημιώσεως όταν συντρέχουν εξαιρετικές περιπτώσεις.

Η εν λόγω έννοια των εξαιρετικών περιπτώσεων συνιστά αόριστη νομική έννοια, η οποία συγκεκριμενοποιείται με βάση τις γενικές ρήτρες του αστικού δικαίου, ούτως ώστε, εάν ο προαναφερόμενος περιορισμός του ποσού της αποζημιώσεως, παρίσταται καταδήλως άδικος και επαχθής εις βάρος του δικαιούχου, συντρέχει βάσιμος λόγος επιδικάσεως ποσού αποζημιώσεως καθ' υπέρβαση του ορίου των 29 ευρώ μέχρι άρσεως της αδικίας (ΑΠ 41/2020, ΑΠ 260/2019, ΑΠ 1637/2017, ΑΠ 444/2015).

Η αξίωση του προσωρινώς κρατηθέντος στην φυλακή και αμετακλήτως αθωωθέντος κατά του Δημοσίου για αποζημίωση ή για χρηματική ικανοποίηση (άρθρα 533 επ. ΚΠΔ), σύμφωνα με το άρθρο 539 παρ. 2 ΚΠΔ, παραγράφεται ύστερα από δύο χρόνια από την ημέρα που έγινε αμετάκλητη η απόφαση για την ποινική υπόθεση (ΑΠ 1279/2014).

Εξάλλου ο θεσμός της παραγραφής είναι δημόσιας τάξης, γιατί εξυπηρετεί την ασφάλεια των συναλλαγών και την βεβαιότητα του δικαίου, καθώς και την ανάγκη ταχύτερης εκκαθάρισης των σχετικών υποθέσεων, αποτελεί δε την από τον νόμο κύρωση στην αδράνεια του δανειστή να επιδιώξει την ικανοποίηση της αξιώσεώς του εντός ορισμένου χρονικού διαστήματος που προβλέπεται στον νόμο και γι' αυτό δεν είναι νοητή η παραγραφή της αξιώσεως, όταν αυτός έχει ενεργήσει ό,τι είναι αναγκαίο στην συγκεκριμένη περίπτωση, ώστε να μην χρειάζεται να κάνει κάτι ιδιαίτερο (ΑΠ 148/2017, ΑΠ 361/2019, ΑΠ 1819/2012).

Την παραγραφή διακόπτει και η άσκηση της αγωγής, σύμφωνα με το άρθρο 261 ΑΚ, κατά την έννοια του οποίου, μετά την με τον τρόπο αυτό επέλευση της διακοπής, αποτελεί διακοπτικό γεγονός και κάθε μετέπειτα διαδικαστική πράξη των διαδίκων ή των νομίμων αντιπροσώπων και πληρεξουσίων τους ή της δικαστικής αρχής, που περιέχει τα στοιχεία δικαστικής ενέργειας και είναι αναγκαία για την έναρξη, συνέχιση ή αποπεράτωση της δίκης (ΑΠ 1264/2019, ΑΠ 148/2017), όπως η κλήση για προσδιορισμό δικασίμου, η έκδοση, η δημοσίευση και η κοινοποίηση οριστικής απόφασης, αναβλητικής απόφασης η άσκηση ενδίκου μέσου κλπ.

Σύμφωνα δε, με την διάταξη του άρθρου 263 ΑΚ, κάθε παραγραφή που διακόπηκε με την έγερση της αγωγής, θεωρείται σαν να μη διακόπηκε, αν ο ενάγων παραιτηθεί από την αγωγή ή η αγωγή απορριφθεί τελεσίδικα για λόγους μη ουσιαστικούς. Άν ο δικαιούχος εγείρει και πάλι την αγωγή μέσα σε έξι μήνες, η παραγραφή θεωρείται ότι έχει διακοπεί με την προηγούμενη αγωγή.

Το διακοπτικό δηλαδή αποτέλεσμα της παραγραφής που επέφεραν η έγερση της αγωγής και οι μετέπειτα της έγερσης αυτής διαδικαστικές πράξεις, αίρεται με την έκδοση της τελεσίδικης απόφασης, η οποία απορρίπτει την αγωγή για λόγους μη ουσιαστικούς, εκτός αν εγερθεί αγωγή μέσα σε έξι μήνες από την έκδοση της απόφασης, οπότε αναβιώνει η διακοπή της παραγραφής.

Ως επανέγερση της αγωγής νοείται η άσκηση νέας αγωγής από τον ίδιο ενάγοντα ή σε περίπτωση που μεσολαβήσει νόμιμη καθολική ή ειδική διαδοχή, από τον διάδοχο του, κατά του ίδιου εναγομένου, ή σε περίπτωση που μεσολαβήσει νόμιμη καθολική ή ειδική διαδοχή κατά του διαδόχου του, που βασίζεται στην ίδια με την προηγούμενη νομική και ιστορική αιτία (ΑΠ 345/2020, ΑΠ 125/2020, ΑΠ 1102/2019).

Σύμφωνα με τα παραπάνω, οι διατάξεις των άρθρων 261 και 263 ΑΚ είναι ουσιαστικά, αλληλένδετες λειτουργικά μεταξύ τους, καθόσον η δεύτερη από αυτές αποτελεί αναγκαίο συμπλήρωμα της πρώτης, παρέχοντας στον δανειστή, που δεν αδράνησε να επιδιώξει την ικανοποίηση της αξιώσεώς του, την δυνατότητα να επανεγείρει την αγωγή του και να διορθώσει και συμπληρώσει ελλείψεις της αρχικής αγωγής, είτε μετά την τελεσίδικη απόρριψη αυτής ως απαράδεκτης για λόγους τυπικούς (π.χ.

λόγω έλλειψης κάποιας δικονομικής προϋπόθεσης), χωρίς δηλαδή να έχει υπεισέλθει το δικαστήριο στην ουσία της υπόθεσης, είτε παραιτούμενος από το δικόγραφο της πρώτης αγωγής και πριν την έκδοση απόφασης. Παρέχεται έτσι, ένας επί πλέον λόγος διακοπής της παραγραφής ως συνέχεια των, μετά την άσκηση της αγωγής, διακοπτικών αυτής διαδικαστικών πράξεων, που ανατρέχει όμως στο χρόνο άσκησης της αρχικής αγωγής, ενώ ο ισχυρισμός περί διακοπής της παραγραφής συνιστά αντένσταση, την οποία πρέπει να προτείνει παραδεκτώς και νομίμως ο διάδικος που αποκρούει την παραγραφή και δεν μπορεί να λάβει υπόψη του αυτεπαγγέλτως το δικαστήριο (ΑΠ 52/2021).

Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται εάν έχει παραβιασθεί κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται εάν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αντιθέτως, εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι εν λόγω προϋποθέσεις, όπως επίσης εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένως, η δε παραβίαση γίνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με εσφαλμένη υπαγωγή.

Εάν το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση συντελείται ειδικότερα, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε τον νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία έκρινε ως αποδειχθέντα, δεν ήταν επαρκή προς τούτο ή αντιθέτως δεν εφήρμοσε το νόμο, παρότι τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά ήταν επαρκή, όπως επίσης εάν προέβη σε υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας τα περιστατικά αυτά δεν υπήγοντο (ΟλΑΠ 10/2011, 7/2006, 36/1988).

Εξάλλου κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, ανεπαρκής ή αντιφατική αιτιολογία, που έχει ως συνέπεια την αναίρεση για έλλειψη νόμιμης βάσης, υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της αποφάσεως δεν προκύπτουν κατά τρόπο επαρκή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την θεμελίωση του κανόνα δικαίου που εφαρμόσθηκε, σε αντιδιαστολή με τις υπάρχουσες ελλείψεις, αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το εξ αυτών πόρισμα εκτίθεται σαφώς.

Για την διαδικαστική πληρότητα του λόγου αυτού, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, πρέπει να μνημονεύονται οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης ή η μνεία ότι αυτή στερείται παντελώς αιτιολογίας και η εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή ποια επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται στην απόφαση ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας και αν πρόκειται για αντιφατικές ή ανεπαρκείς αιτιολογίες, σε τι συνίσταται η αντίφαση, από ποια αντιτιθέμενα μέρη των αιτιολογιών προκύπτει και σε τι συνίσταται η ανεπάρκειά τους, ποιο, δηλαδή, στοιχείο αναγκαίο για την επάρκειά τους λείπει (ΟλΑΠ 20/2005, 27/1998, 32/1996, AΠ 2104/2007, ΑΠ 461/2004).

Περαιτέρω, ο λόγος αναίρεσης που ερείδεται σε εσφαλμένη (ή αναληθή) προϋπόθεση, περίπτωση η οποία συντρέχει όταν με αυτόν υποστηρίζεται ότι η προσβαλλομένη απόφαση δέχθηκε ή δεν δέχθηκε κάτι, ενώ από τον έλεγχο αυτής στο πλαίσιο εφαρμογής του άρθρου 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ προκύπτει το αντίθετο, απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 1225/2021, ΑΠ 58/2018).

Στην προκειμένη περίπτωση από την κατ' άρθρον 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση του ενδιαφέροντος τον αναιρετικό έλεγχο μέρους της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε επί λέξει τα εξής: "Κατά του ενάγοντος Κ. Π. του Δ., ασκήθηκε ποινική δίωξη για ληστεία, παράνομη οπλοφορία και οπλοχρησία, πράξεις που φερόταν ότι τέλεσε στο Ηράκλειο, στο Υποκατάστημα της Τράπεζας ..., στις 22.12.2003.

Ακολούθως, παραγγέλθηκε η διενέργεια κύριας ανάκρισης και ο ενάγων μετά την απολογία του κρίθηκε προσωρινά κρατούμενος δυνάμει του υπ' αριθ. ... εντάλματος προσωρινής κράτησης του Β' Ανακριτικού Τμήματος Πλημμελειοδικών Ηρακλείου, για το έγκλημα της ληστείας, με έναρξη ισχύος του εντάλματος στις 23.4.2004.

Ο ενάγων παρέμεινε προσωρινά κρατούμενος, κατηγορούμενος για το έγκλημα της ληστείας μέχρι τις 12.12.2004, αφού στη συνέχεια αντικαταστάθηκε η προσωρινή του κράτηση με περιοριστικούς όρους δυνάμει του υπ' αριθ. 354/2004 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Ηρακλείου, κατόπιν σχετικής προσφυγής του. Στη συνέχεια, και αφού στο μεταξύ με το υπ' αριθ. 83/2006 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Κρήτης ανεβλήθη η σε βάρος του ποινική διαδικασία μέχρι την έκδοση αμετάκλητης απόφασης σε βάρος του ομολογήσαντος στις Ανακριτικές Αρχές τη διάπραξη μεταξύ πολλών ληστειών και τη διάπραξη της επίμαχης ληστείας Ε.

Κ., η οποία είχε λάβει χώρα στις 22.12.2003 στη Τράπεζα ... Ηρακλείου και που αποδιδόταν εσφαλμένα στον ενάγοντα, μετά και την αμετάκλητη καταδίκη του πραγματικού δράστη της ληστείας αυτής με την υπ' αριθ. 172/2007 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Κρήτης, το Συμβούλιο Εφετών Κρήτης, δυνάμει του υπ' αριθ. 231/2007 βουλεύματος που εκδόθηκε στις 18.9.2007, αποφάνθηκε ότι δεν έπρεπε να γίνει κατηγορία σε βάρος του ενάγοντoς για τις αξιόποινες πράξεις που του αποδόθηκαν, μεταξύ δε αυτών και για τη ληστεία για την οποία κρατήθηκε προσωρινά.

Επιπλέον, το παραπάνω Συμβούλιο, αφού έκανε δεκτές τις από 8.6.2007 δύο αιτήσεις του για αποζημίωση, για τεκμαρτή περιουσιακή ζημία και ηθική βλάβη, υποχρέωσε το Ελληνικό Δημόσιο να του επιδικάσει ως αποζημίωση για το διάστημα που αδίκως κρατήθηκε προσωρινά (23.4.2004 και 8.5.2004 - 12.12.2004), ήτοι επί διακόσιες είκοσι (220) ημέρες, το ποσό των 15 ευρώ για κάθε ημέρα κράτησης και συνολικά 3.300 ευρώ.

Ο ενάγων, με την από 2.4.2015 αγωγή του, την οποία κατέθεσε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου Αθηνών στις 8.4.2015 και επέδωσε στο εναγόμενο στις 9.4.2015, ισχυρίζεται ότι η ανωτέρω αποζημίωση δεν επαρκεί για την κάλυψη της ζημίας του από την λόγω της άδικης κράτησής του παντελή απώλεια εισοδήματος από τη μη καλλιέργεια των ελαιοδένδρων του που θα του απέφεραν ετήσιο εισόδημα περίπου 22.500 ευρώ και ιδίως της ηθικής βλάβης που υπέστη, επειδή κατά τη διάρκεια της κράτησής του στη Δικαστική Φυλακή Νεάπολης Κρήτης, μεταδόθηκε σ' αυτόν ο ιός της ηπατίτιδας Β' συνεπεία δε τούτου επηρεάσθηκε δυσμενέστατα όχι μόνο η σωματική του υγεία, αλλά και η προσωπική και κοινωνική του ζωή, λόγος για τον οποίο ζητεί να υποχρεωθεί κατά τα ανωτέρω το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο να του καταβάλει το ποσό του 1.000.000 ευρώ νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής του.

Λαμβανομένης, ωστόσο, υπόψη αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο... αλλά και κατά παραδοχή της σχετικής ενστάσεως του εναγομένου-εφεσιβλήτου περί παραγραφής της ένδικης αξίωσης του ενάγοντας, ερειδομένης επί της διατάξεως του άρθρου 539 § 2 του ΚΠΔ, σύμφωνα με το οποίο "η αξίωση παραγράφεται ύστερα από δύο χρόνια από την ημέρα που έγινε αμετάκλητη η απόφαση για την ποινική υπόθεση", η αξίωση του ενάγοντος να του επιδικαστεί το αιτούμενο με την αγωγή του ποσό που υπερβαίνει το ανώτατο όριο ημερήσιας αποζημίωσης των 29 ευρώ και δικαιολογείται από εξαιρετικούς λόγους, όπως εκτίθενται στην αγωγή, ανεξαρτήτως του αν αυτοί συντρέχουν, έχει υποκύψει σε παραγραφή.

Και τούτο διότι, κατά του υπ' αριθ. 231/2007 απαλλακτικού βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Κρήτης, το οποίο αποφαίνεται να μη γίνει κατηγορία κατά του ενάγοντος, μπορεί να ασκήσει αίτηση αναιρέσεως ο Εισαγγελέας Εφετών ή και ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με τις παραγράφους 2 και 3 τού άρθρου 483 ΚΠΔ, εντός προθεσμίας δέκα (10) ημερών από τη δημοσίευση του βουλεύματος (άρθρο 473 § 1 ΚΠΔ) και ενός (1) μήνα από την έκδοσή του (άρθρα 483 § 3 και 479 § 2 ΚΠΔ) αντιστοίχως.

Παρελθούσης απράκτου, συνεπώς, τόσο της δεκαήμερης προθεσμίας για την άσκηση αιτήσεως αναιρέσεως από τον Εισαγγελέα Εφετών, όσο και της μηνιαίας προθεσμίας για την άσκηση του ενδίκου αυτού μέσου από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου το υπ' αριθ. 231/2007 απαλλακτικό βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Κρήτης, με το οποίο υποχρεώθηκε το εναγόμενο - εφεσίβλητο να καταβάλει στον ενάγοντα αποζημίωση, δεχόμενο τις αιτήσεις του για αποζημίωση για τεκμαρτή περιουσιακή ζημία και ηθική βλάβη που εκδόθηκε στις 18.9.2007, κατέστη αμετάκλητο στις 18.10.2007.

Η ένδικη αγωγή, όμως, επιδόθηκε στο εναγόμενο-εφεσίβλητο στις 9.4.2015, ήτοι μετά την πάροδο δύο ετών από τότε που η ποινική υπόθεση κατέστη αμετάκλητη. Με βάση, λοιπόν, τα προαναφερόμενα, και εφόσον η υπό κρίση αγωγή ασκήθηκε μετά την παρέλευση διετίας από τότε, που η ποινική υπόθεση κατέστη αμετάκλητη, η ένδικη αξίωση του ενάγοντος υπέκυψε στη διετή παραγραφή του άρθρου 539 παρ. 2 ΚΠοινΔ.

Κατόπιν όλων των ως άνω αποδειχθέντων, η ένδικη αγωγή του εκκαλούντος έπρεπε να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμη. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφαση έκρινε ομοίως, έστω και με διαφορετικές αιτιολογίες, τις οποίες το Δικαστήριο τούτο αντικαθιστά (άρθρο 534 ΚΠολΔ) με τις ορθές, όπως αναλυτικά έχουν εκτεθεί, χωρίς να πρέπει να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση, εφόσον οι εσφαλμένες αιτιολογίες δεν περιέχουν στοιχεία διατακτικού και δεν δημιουργούν δεδικασμένο...

δεν έσφαλε και ορθώς εκτίμησε τις αποδείξεις, απορριπτομένου του λόγου της ένδικης εφέσεως ως αβασίμου, όπως και της υπό κρίση εφέσεως στο σύνολό της...".

Με τον πρώτο λόγο της κρινόμενης αίτησης, ο αναιρεσείων μέμφεται το Εφετείο για τις από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αντίστοιχα, πλημμέλειες, συνιστάμενες στην ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 263 ΑΚ, στις οποίες, όπως ισχυρίζεται υπέπεσε αυτό (Εφετείο) με το να κρίνει ότι η ως άνω αξίωσή του παραγράφηκε και δεν διακόπηκε η παραγραφή της. Ο αναιρεσείων όμως, παρότι στον πρώτον βαθμό υπεβλήθη εκ μέρους του ήδη αναιρεσιβλήτου η ένσταση παραγραφής της ως άνω αξίωσής του, εν τούτοις αυτός, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, δεν πρότεινε, στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, την αντένσταση διακοπής της παραγραφής της παραπάνω αξιώσεώς του, αλλά ούτε στην ασκηθείσα εκ μέρους του έφεση περιέλαβε σχετικό λόγο περί διακοπής της εν λόγω παραγραφής και, συνακόλουθα, το Εφετείο ορθά δεν εφάρμοσε, καθόσον δεν ήταν εφαρμοστέα, εν προκειμένω, την επικαλούμενη, από τον αναιρεσείοντα, διάταξη του άρθρου 263 ΑΚ. Επομένως, αμφότεροι οι ως άνω αναιρετικοί λόγοι είναι αβάσιμοι.

Περαιτέρω, ο από το άρθρο 559 αριθμός 8 ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρά τον νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" κατά την έννοια της διάταξης αυτής νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως θεμελιώνουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, καθώς και οι κύριοι και πρόσθετοι λόγοι έφεσης που αφορούν σε αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα των διαδίκων (ΟλΑΠ 3/1997, ΟλΑΠ 469/1984) και γενικότερα οι ισχυρισμοί που υποβάλλονται διηγηματικώς προς ενδυνάμωση ή αποδυνάμωση των απόψεων κάποιου διαδίκου, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης.

Για το ορισμένο του λόγου αυτού αναίρεσης, πρέπει να αναφέρονται σ' αυτόν τα "πράγματα" που το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη, ενώ δεν προτάθηκαν ή εκείνα που δεν έλαβε υπόψη παρά το ότι είχαν προταθεί από τον αναιρεσείοντα, καθώς και τα στοιχεία εκείνα από τα οποία θα κρινόταν, αν τα "πράγματα" ήταν ουσιώδη και να μνημονεύεται το σφάλμα από τη λήψη ή τη μη λήψη υπόψη των "πραγμάτων".

Άν ο αναιρεσείων ήταν ο εκκαλών, πρέπει να εκθέτει στο αναιρετήριο ότι ο σχετικός ισχυρισμός του που θεμελιώνει το λόγο αυτό αναίρεσης υποβλήθηκε στο Εφετείο με λόγο έφεσης, διαφορετικά, αν δηλαδή δεν αναγράφεται στο αναιρετήριο ότι τα "πράγματα" προτάθηκαν στο δικαστήριο της ουσίας από τον αναιρεσείοντα, είναι αόριστος και απορριπτέος.

Ο λόγος απορρίπτεται ως αβάσιμος, αν η σχετική βάση της αγωγής που απορρίφθηκε πρωτοδίκως δεν μεταβιβάστηκε με λόγο έφεσης στο εφετείο και επομένως εκείνο δεν είχε την εξουσία να επιληφθεί (ΑΠ 47/2021, ΑΠ 92/2020, ΑΠ 123/2020, ΑΠ 62/2019, ΑΠ 1057/2009). Εξάλλου κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης στοιχειοθετείται όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς που τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκείται με αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσκομιστεί οποιαδήποτε απόδειξη για τους ισχυρισμούς αυτούς ή όταν δεν εκθέτει, έστω και γενικά, στην απόφασή του από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη για τη βασιμότητά τους.

Ειδικότερα, δεν απαιτείται να αξιολογείται στην απόφαση κάθε αποδεικτικό μέσο ειδικά και χωριστά ή να εξειδικεύονται τα έγγραφα ή να γίνεται διάκριση ποια από αυτά λαμβάνονται υπόψη για άμεση και ποια για έμμεση απόδειξη (ΑΠ 1187/2021, ΑΠ 957/2021, ΑΠ 1139/2020, ΑΠ 799/2020, ΑΠ 251/2019). Με τον δεύτερο αναιρετικό λόγο ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση εφαρμόζοντας εσφαλμένα "το άρθρο 263 ΑΚ...

δεν έλαβε υπόψη της ότι η από 2/4/2015 και με γενικό αριθμό κατάθεσης 42052/2015 και με αριθμό κατάθεσης δικογράφου 5176/2015 και με αριθμό πινακίου ..., ασκηθείσα αγωγή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ασκήθηκε μέσα στην προθεσμία των έξι μηνών από την έκδοση της με αριθμ. 4948/30-10-2014 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών..." και ως εκ τούτου δεν παραγράφηκε η σχετική αξίωσή του και προσάπτει σ' αυτήν (την απόφαση) τις απορρέουσες από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 10 ΚΠολΔ, πλημμέλειες, αφού, κατά τους ισχυρισμούς του, το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν εκ μέρους του και έχουν ουσιώδη επίδραση την έκβαση της δίκης αλλά και ότι δέχθηκε πράγματα ως αληθινά χωρίς απόδειξη.

Αμφότεροι οι προαναφερθέντες λόγοι όμως είναι αβάσιμοι, καθόσον, όπως ήδη αναφέρθηκε, κανένας απολύτως ισχυρισμός που να αφορούσε την παραγραφή της σχετικής αξιώσεώς του δεν προβλήθηκε εκ μέρους του ενώπιον του Εφετείου, το οποίο, όπως ήδη αναφέρθηκε, δεν εφήρμοσε την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 263 ΑΚ.

Συνεπώς, αμφότεροι οι αμέσως προηγουμένως αναφερθέντες αναιρετικοί λόγοι είναι αβάσιμοι. Ανεξαρτήτως του ότι ο μεν από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος είναι αόριστος κατά την προηγηθείσα σχετική νομική σκέψη, καθόσον δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο σχετικός ισχυρισμός του, που θεμελιώνει το λόγο αυτό αναίρεσης υποβλήθηκε στο Εφετείο με λόγο έφεσης, όπως, επίσης και ο έτερος από το άρθρο 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ, αναιρετικός λόγος είναι αόριστος, αφού δεν εκτίθενται στην αναίρεση ποια ακριβώς πράγματα (ισχυρισμούς) δέχθηκε το Εφετείο ως αληθινούς χωρίς απόδειξη. Με τον τρίτο αναιρετικό λόγο ο αναιρεσείων ισχυρίζεται επί λέξει ότι "η απόφαση δεν περιέλαβε καθόλου αιτιολογίες σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, αφού περιορίστηκε στο να αναφέρει το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο... δεν έσφαλε και ορθώς εκτίμησε τις αποδείξεις" και αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση τις απορρέουσες από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ, πλημμέλειες. Με το προαναφερθέν όμως περιεχόμενο και οι δύο αναιρετικοί αυτοί λόγοι τυγχάνουν αόριστοι και απορριπτέοι, ως απαράδεκτοι, γιατί δεν αναφέρονται (καθόλου) στην αίτηση τόσο οι αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης, όσο και οι κανόνες του ουσιαστικού δικαίου, που φέρεται ότι παραβιάσθηκαν, από το Εφετείο, ευθέως και εκ πλαγίου.

Επομένως, αφού δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση για αναίρεση της ως άνω προσβαλλομένης υπ' αριθμ. 5981/2018 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματος που υπέβαλε αυτό, με τις ενώπιον του Αρείου Πάγου από 10-11-2021 έγγραφες προτάσεις του, μειωμένα, όμως κατά τις διατάξεις των άρθρων 22 του Ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 παρ. 18 ΕισΝΚΠολΔ, 5 παρ 12 του Ν. 1738/1987, 2 της 134.423/1992 ΚΥΑ, 106, 176 και 183 ΚΠολΔ, κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.

Πρέπει να λεχθεί ότι η παροχή του ευεργετήματος της πενίας ή της νομικής βοήθειας, θεσμός που προβλέπεται από τις διατάξεις των άρθρων 198 επ. ΚΠολΔ και 1, 2, 4 και 9 του ν. 3226/2004 "νομική βοήθεια σε πολίτες χαμηλού εισοδήματος", αντίστοιχα, δεν εμποδίζει το δικαστήριο, σε περίπτωση ήττας εκείνου που έτυχε του ευεργετήματος της πενίας ή έλαβε τη νομική βοήθεια, όπως ο αναιρεσείων, να επιβάλει σε βάρος του τα δικαστικά έξοδα του αντιδίκου του, η είσπραξη όμως, αυτών δεν μπορεί να επιδιωχθεί, με αναγκαστική εκτέλεση, πριν πάψουν να υπάρχουν οι προϋποθέσεις για την παροχή του ευεργετήματος πενίας ή της νομικής βοήθειας και βεβαιωθεί τούτο με απόφαση του αρμόδιου δικαστή (ΑΠ 1484/2018, ΑΠ 895/2018, ΑΠ 2069/2013, ΑΠ 1403/2012, ΑΠ 1419/200).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 6-5-2019 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 5981/2018 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Σεπτεμβρίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 15 Νοεμβρίου 2022.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ