Legislator Case Law & Legislation
1900/2017 AI generated

1900/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1900/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 1900 / 2017 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Legislator headnote

AI generated

1900/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 1900 / 2017 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Keywords

AI generated
deduction for property maintenance costs public levies dispute compensation for expropriation public institution user fee construction cost overruns household allowance
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1900 / 2017 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1900/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές: Ευφημία Λαμπροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Στυλιανή Γιαννούκου, Χαράλαμπο Μαχαίρα, Σοφία Καρυστηναίου και Μαρία Νικολακέα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 15 Νοεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομικών που κατοικοεδρεύει στην …, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό του Κωνσταντίνο Κυριόπουλο, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: Σ. Μ. του Γ., συζύγου Χ. Μ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Βασιλική Σκορδάκη, που ανακάλεσε την από 14-11-2016 δήλωσή της και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6-2-2002 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2774/2002 του ίδιου δικαστηρίου και 1524/2004 του Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της απόφασης αυτής ζήτησε το ήδη αναιρεσείον με την από 7-10-2004 αίτησή του.

Εκδόθηκε η 591/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρέθηκε εν μέρει η τότε προσβαλλόμενη απόφαση και παραπέμφθηκε η υπόθεση κατά το μέρος της αυτό προς περαιτέρω εκδίκαση ενώπιον του Εφετείου Αθηνών.

Με κλήση της ήδη αναιρεσίβλητης η υπόθεση επαναφέρθηκε για συζήτηση ενώπιον του Εφετείου Αθηνών και εκδόθηκε η 3276/2013 απόφασή του, την αναίρεση της οποίας ζητεί το αναιρεσείον με την από 11-11-2014 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Μαχαίρας ανέγνωσε την από 2-11-2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου λόγου αναίρεσης και την απόρριψη του δεύτερου λόγου αυτής.

Η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αναιρεσείοντος στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 580 παρ. 4 Κ.Πολ.Δ. οι αποφάσεις της ολομέλειας και των τμημάτων του Αρείου Πάγου δεσμεύουν τα δικαστήρια που ασχολούνται με την ίδια υπόθεση ως προς τα νομικά ζητήματα που έλυσαν.

Συνεπώς είναι δεσμευτικές και για τον ίδιο τον Άρειο Πάγο, εφόσον επανέλθει σε αυτόν η υπόθεση ύστερα από νέα αναίρεση κατά της απόφασης του δικαστηρίου της παραπομπής (Α.Π. 503/2017, 2266/2013, 411/2010). Εξ άλλου από τα άρθρα 579 παρ. 1 και 581 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι η απόφαση αναιρείται κατά το μέτρο παραδοχής της αναίρεσης, δηλαδή κατά τα κεφάλαια (αιτήσεις παροχής έννομης προστασίας) τα οποία αφορά ο δεκτός γενόμενος λόγος αναίρεσης καθώς και εκείνα που συνάπτονται αρρήκτως προς τα αναιρεθέντα.

Η έκταση αυτή της αναίρεσης προκύπτει από το συγκεκριμένο περιεχόμενο της αναιρετικής απόφασης και κατισχύει κάθε αντίθετης γενικής διατύπωσης αυτής και μάλιστα του τυχόν χαρακτηρισμού από αυτήν της έκτασης της αναίρεσης της προσβαλλόμενης απόφασης ως ολικής. Όταν η απόφαση αναιρεθεί μερικώς, ως προς ορισμένα δηλαδή κεφάλαια της όλης δίκης, τότε η απόφαση εξαφανίζεται μόνο ως προς αυτά και η εξουσία του δικαστηρίου της παραπομπής δεν εκτείνεται στα άλλα κεφάλαια, ως προς τα οποία διατηρείται το δεδικασμένο της απόφασης του εφετείου (Α.Π. 503/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση με την από 6-2-2002 αγωγή της η ήδη αναιρεσίβλητη εξέθεσε ότι με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου που καταρτίσθηκε εγγράφως στις 15-12-1990 μεταξύ αυτής και του διευθύνοντος το Προξενείο της Ελλάδος στην Ατλάντα των Η.Π.Α., ο οποίος ενεργούσε ως εκπρόσωπος του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, προσελήφθη από το εναγόμενο ως κλητήρας και υπηρετεί έκτοτε στο ανωτέρω προξενείο, ότι είναι έγγαμη και μητέρα δύο ανηλίκων τέκνων και ότι κατά το επίδικο χρονικό διάστημα από 1-1-1997 μέχρι 30-1-2002 το εναγόμενο αρνήθηκε να της καταβάλει τις προσαυξήσεις του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής για δαπάνη στέγασης και για οικογενειακά βάρη.

Ζήτησε δε να υποχρεωθεί το εναγόμενο να της καταβάλει για τις πιο πάνω αιτίες τα ποσά των 92.361,44 και 43.690 δολαρίων Η.Π.Α. αντίστοιχα και συνολικά το ποσό των 136.051,44 δολαρίων ή το ισόποσο αυτών σε ευρώ με το νόμιμο τόκο από τότε που κάθε επί μέρους ποσό κατέστη απαιτητό άλλως από την επίδοση της αγωγής. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε την αγωγή στο σύνολό της ως νόμω αβάσιμη.

Μετά από έφεση της ενάγουσας εκδόθηκε η 1524/2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία το εφετείο δέχθηκε τυπικά και κατ’ ουσίαν την έφεση, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση και αφού κράτησε την υπόθεση και δίκασε την αγωγή, την δέχθηκε μερικώς ως νόμιμη και κατ’ ουσίαν βάσιμη, υποχρέωσε δε το εναγόμενο να καταβάλει στην ενάγουσα το ισάξιο σε ευρώ κατά το χρόνο εξόφλησης των 44.389,44 δολαρίων Η.Π.Α.

για προσαυξήσεις του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής λόγω οικογενειακών βαρών και των 18.250 δολαρίων Η.Π.Α. για προσαυξήσεις του ίδιου επιδόματος λόγω δαπάνης στέγασης και συνολικά το ισάξιο σε ευρώ κατά το χρόνο της εξόφλησης των 62.639,44 δολαρίων Η.Π.Α. με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Μετά από αίτηση αναίρεσης του και ήδη αναιρεσείοντος εκδόθηκε η 591/2007 απόφαση του παρόντος δικαστηρίου, με την οποία κρίθηκε ότι το εφετείο, δεχόμενο ότι η αγωγή ήταν νόμιμη ως προς το κονδύλιο προσαύξησης του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής λόγω οικογενειακών βαρών (υπολογιζόμενο σε ποσοστό επί του επιδόματος των υπαλλήλων με πρεσβευτικό βαθμό, το οποίο καθορίζεται εκάστοτε με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Εξωτερικών και Οικονομικών), δεν υπέπεσε σε σφάλμα, δεχόμενο όμως ήταν νόμιμη και ως προς το κονδύλιο προσαύξησης του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής λόγω δαπάνης στέγασης, παραβίασε τις αναφερόμενες σ’ αυτήν διατάξεις, επί πλέον δε ότι το εφετείο, δεχόμενο ότι δεν είχαν παραγραφεί οι επίδικες αξιώσεις της ενάγουσας του διαστήματος από 1-1-2000 έως 29-2-2000 παραβίασε τις επίσης αναφερόμενες σ’ αυτήν διατάξεις.

Στη συνέχεια ο Άρειος Πάγος αναίρεσε την εφετειακή απόφαση κατά τα κεφάλαιά της αυτά και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση κατά τα αναιρεθέντα κεφάλαιά της στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Με κλήση της ήδη αναιρεσίβλητης η υπόθεση επαναφέρθηκε για συζήτηση ενώπιον του εφετείου, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε, κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον αναιρετικό έλεγχο, τα εξής: "Η ενάγουσα προσλήφθηκε [με] την από 5-12-1990 σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, που καταρτίστηκε εγγράφως, από το εναγόμενο, εκπροσωπούμενο από το διευθύνοντα το Προξενείο της Ελλάδας στην Ατλάντα των ΗΠΑ, ως κλητήρας στο ως άνω προξενείο, στο οποίο μέχρι τότε, με παρόμοια σύμβαση, υπηρετούσε από το Σεπτέμβριο του 1984 ως φύλακας- θυρωρός.

Ως μηνιαίες αποδοχές της ορίστηκαν οι αντίστοιχες του μισθού του εσωτερικού κλητήρα Α’ τάξης της κεντρικής υπηρεσίας, καθώς και το παρεχόμενο στους υπαλλήλους του κλάδου αυτού επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής, το οποίο, με την από 6-4-2000 τροποποιητική σύμβασή τους, αναπροσαρμοσθέν, καθορίστηκε από 1-1-2000 στο ποσό των 3.300 δολαρίων ΗΠΑ μηνιαίως, χωρίς να διαφοροποιηθούν κατά τα λοιπά οι όροι της αρχικής τους σύμβασης.

Η ενάγουσα είναι έγγαμη με το Χ. Μ. και είχε δύο ανήλικα τότε παιδιά, τον Π., που γεννήθηκε στις 15-7-1989 και το Γ., που γεννήθηκε την 28-6-1991. Το εναγόμενο, υποστηρίζοντας ότι η ενάγουσα δεν δικαιούται τις προσαυξήσεις του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής για οικογενειακά βάρη, ως απασχολούμενη με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, αρνήθηκε να καταβάλει αυτές στην ενάγουσα.

Όπως όμως πιο πάνω αναφέρθηκε, η ενάγουσα, ανεξαρτήτως της σχέσεως εργασίας που τη συνέδεε με το εναγόμενο, δικαιούται τις προσαυξήσεις αυτές, αφού οι εκδοθείσες κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 131 παρ. 11 του ν. 419/1976 ή του άρθρου 135 παρ. 5 ν. 2594/1998 Κ.Υ.Α., που καθορίζουν ή αυξάνουν το επίδομα αυτό με βάση τα οριζόμενα στους εξουσιοδοτικούς αυτούς νόμους κριτήρια και τα διαγραφόμενα πλαίσια, δεν είναι δυνατόν να διακρίνουν τους υπαλλήλους σε κατηγορίες που δεν προβλέπονται από τους εξουσιοδοτικούς νόμους, τυχούσα δε διάκριση κείται εκτός των ορίων της νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως, και κατά το μέρος που εξαιρεί από την αύξηση τους υπαλλήλους με σχέση ιδιωτικού δικαίου είναι ανίσχυρη.

Με βάση τα προεκτεθέντα η ενάγουσα δικαιούται για το χρονικό διάστημα από 1-3-2000 έως 31-1-2002 τα κατωτέρω ποσά: α) από 1-3-2000 έως 31-12-2000, που το επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής του πρέσβεως είχε διαμορφωθεί σε 7.300 δολ., δικαιούται 20% επ’ αυτού (10% για κάθε παιδί), ήτοι (7.300 δολ. X 20% =) 1.460 δολ. ΗΠΑ μηνιαίως X 10 μήνες = 14.600 δολάρια ΗΠΑ.

β) από 1-1-2001 έως 14-7-2001, που το επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής του πρέσβεως είχε διαμορφωθεί σε 7.800 δολ., δικαιούται 24% επ’ αυτού (12% για κάθε παιδί), ήτοι (7.800 δολ. Χ 24% =) 1.872 δολ. X 6,5 μήνες = 12.168 δολ. γ) από 15-7-2001 έως 31-1-2002, που το επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής του πρέσβεως ήταν 7.800 δολ., δικαιούται 28% επ’ αυτού (ήτοι 16% για το μεγαλύτερο τέκνο της που είχε ήδη συμπληρώσει το 12° έτος της ηλικίας του και 12% για το μικρότερο), ήτοι (7.800 δολ.

Χ 28% =) 2.184 δολ. Χ 6,5 μήνες = 14.196 δολ. Οι αξιώσεις της ενάγουσας από την ίδια αιτία, που αφορούν το χρονικό διάστημα από 1-1-1997 έως και 29-2-2000, έχουν υποπέσει σε διετή παραγραφή κατά τη διάταξη του άρθρου 90 παρ. 3 του ν. 2362/1995... δεδομένου ότι, από το χρόνο που γεννήθηκαν οι αντίστοιχες αξιώσεις - και με δεδομένο ότι η καταβολή του ένδικου επιδόματος κατά την .../10-5-1996 απόφαση του Υπουργού Οικονομικών (ΦΕΚ 387 Β/27-5-1996), γίνεται κάθε δίμηνο και στην αρχή αυτού - μέχρι την επίδοση της αγωγής, που εχώρησε την 12-2-2002, παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της διετίας.

Επομένως ως προς το τμήμα της αυτό η αγωγή θα πρέπει να απορριφθεί λόγω παραγραφής". Με βάση αυτές τις παραδοχές το εφετείο δέχθηκε την έφεση της ενάγουσας κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (με την οποία, κατά τα προεκτεθέντα, είχε απορριφθεί στο σύνολό της η αγωγή ως μη νόμιμη), εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση κατά το μέρος που αφορούσε την προσαύξηση του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής λόγω οικογενειακών βαρών, αφού δε κράτησε την υπόθεση και δίκασε την αγωγή κατά το μέρος της αυτό, την δέχθηκε ως νόμιμη και κατ’ ουσίαν βάσιμη κατά το μη παραγραφέν μέρος της και υποχρέωσε το εναγόμενο να καταβάλει στην ενάγουσα το ισάξιο σε ευρώ κατά το χρόνο της εξόφλησης των 40.964 δολαρίων Η.Π.Α.

με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Ήδη με το δεύτερο λόγο αναίρεσης το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α Κ.Πολ.Δ. και συγκεκριμένα ότι, με τις παραδοχές της ότι η προσαύξηση του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής της ενάγουσας λόγω οικογενειακών βαρών πρέπει να υπολογισθεί ως ποσοστό επί του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής του Έλληνα πρέσβη στον τόπο της υπηρεσίας της και όχι ως ποσοστό επί του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής που η ίδια δικαιούται, παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1 του Συντάγματος, 135 παρ. 4 και 5 του ισχύοντος κατά τον κρίσιμο χρόνο Οργανισμού του Υπουργείου Εξωτερικών που κυρώθηκε με το ν. 2594/1998 και τις Φ083-58/1988 ΚΥΑ των Υπουργών Προεδρίας, Εξωτερικών και Οικονομικών, όπως τροποποιήθηκε με την ...17-3-1993 ΚΥΑ των Υπουργών Εξωτερικών και Οικονομικών και με την .../22-1-2001 ΚΥΑ.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος διότι στρέφεται κατά του μη αναιρεθέντος (και συνεπώς ήδη αμετακλήτου) μέρους της 1524/2004 εφετειακής απόφασης. Τα ανωτέρω δεν αναιρούνται από το ότι στην προσβαλλόμενη απόφασή του το εφετείο επανέλαβε τις παραδοχές της 1524/2004 εφετειακής απόφασης σχετικά με το ύψος της οφειλόμενης στην ενάγουσα προσαύξησης του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής λόγω οικογενειακών βαρών του χρονικού διαστήματος από 1-3-2000 έως 31-1-2002, αφού τούτο ήταν αναγκαίο προκειμένου να καταλήξει στη συνολική επί της ουσίας κρίση του .

Κατά το άρθρο 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται: α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.

Η έννοια της δημόσιας τάξης περιλαμβάνει τους κανόνες με τους οποίους η Ελληνική Πολιτεία προστατεύει θεμελιώδεις αξίες και αντιλήψεις του έννομου βίου, πολιτειακές, ηθικές, οικονομικές ή κοινωνικές, η προσβολή των οποίων δεν είναι ανεκτή από την κρατούσα στη χώρα γενική περί δικαίου συνείδηση. Οι ισχυρισμοί που λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο δεν είναι αναγκαίως και δημόσιας τάξης (Ολ.

Α.Π. 15/2000). Έτσι ο ισχυρισμός περί παραγραφής του άρθρου 90 παρ. 3 ν. 2362/1995 λαμβάνεται μεν αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο, δεν υπάγεται όμως στις εξαιρέσεις του άρθρου 562 αριθ. 2 Κ.Πολ.Δ. διότι δεν αφορά στη δημόσια τάξη, αλλά στις ιδιωτικού δικαίου σχέσεις μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου και των μισθωτών αυτού (Α.Π. 32/2017, 1321/2015).

Εξ άλλου η τελευταία αυτή διάταξη, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Πρέπει δηλαδή να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός ο οποίος στηρίζει το λόγο αναίρεσης είχε προταθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και μάλιστα ότι είχε προταθεί παραδεκτώς και νομίμως.

Συνεπώς ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, να αναφέρεται δε και ο χρόνος και τρόπος πρότασής του ή επαναφοράς του στο ανωτέρω δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί αν ήταν νόμιμος και παραδεκτός, εάν δε συντρέχει εξαιρετική περίπτωση των εδ. α-γ της παρ. 2 του άρθρου 562 Κ.Πολ.Δ., πρέπει να εκτίθεται στο αναιρετήριο η περίπτωση αυτή (Α.Π. 72/2016).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναίρεσης το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α Κ.Πολ.Δ. και συγκεκριμένα ισχυρίζεται ότι οι ένδικες αξιώσεις της ενάγουσας έχουν υποπέσει στη διετή παραγραφή του άρθρου 90 παρ. 3 ν. 2362/1995 εν επιδικία (δεδομένου ότι από τις 20-3-2007, οπότε δημοσιεύθηκε η 591/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου, μέχρι τις 28-11-2011, οπότε κατατέθηκε και μέχρι τις 30-11-2011, οπότε επιδόθηκε η κλήση της αναιρεσίβλητης για συζήτηση της υπόθεσης στο εφετείο ως δικαστήριο της παραπομπής, παρήλθε χρονικό διάστημα που υπερβαίνει τη διετία) και ότι το εφετείο, μη απορρίπτοντας όλες τις ένδικες αξιώσεις λόγω παραγραφής, η οποία λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως, παραβίασε την προαναφερθείσα ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 90 παρ. 3 ν. 2362/1995.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος προεχόντως διότι στρέφεται κατά του μη αναιρεθέντος μέρους της 1524/2004 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, η οποία κατά το μέρος της αυτό έχει καταστεί αμετάκλητη. Σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος και διότι το αναιρεσείον δεν ισχυρίζεται ούτε από την παραδεκτή επισκόπηση των από 18-2-2013 εγγράφων προτάσεών του προκύπτει ότι προέβαλε ισχυρισμό περί παραγραφής όλων των ενδίκων αγωγικών αξιώσεων εν επιδικία, αλλά μόνο ισχυρισμό περί παραγραφής των αγωγικών αξιώσεων του χρονικού διαστήματος από 1-1-2000 μέχρι και 29-2-2000, τον οποίο είχε προτείνει και πρωτοδίκως και τον οποίο, όπως αναφέρθηκε προηγουμένως, δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του το εφετείο, συμμορφούμενο προς την 591/2007 αναιρετική απόφαση.

Τα ανωτέρω δεν αναιρούνται από το ότι ο ισχυρισμός περί παραγραφής των αγωγικών αξιώσεων εν επιδικία μπορούσε να ληφθεί υπόψη και αυτεπαγγέλτως, αφού κατά τα προεκτεθέντα αυτός δεν αφορά τη δημόσια τάξη. Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η υπό κρίση αίτηση, να καταδικασθεί δε το αναιρεσείον, λόγω της ήττας του, στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, σύμφωνα με το σχετικό αίτημα του τελευταίου (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), μειωμένη σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 22 παρ. 1 και 3 ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 παρ. 18 Εισ.Ν.

Κ.Πολ.Δ., σε συνδυασμό και με τα άρθρα 5 παρ. 12 ν. 1738/1987 και 2 της 134423/1992 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 11-11-2014 αίτηση για αναίρεση της 3276/2013 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει το αναιρεσείον στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, 16 Μαΐου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Νοεμβρίου 2017.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ