Legislator Case Law & Legislation
1900/2008 AI generated

1900/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1900/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

1900/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Αν από παράνομη και υπαίτια κατά τα άνω κοινή πράξη περισσοτέρων προκλήθηκε ζημία σε άλλον, ευθύνονται όλοι εις ολόκληρο. Κοινή είναι η πράξη ή παράλειψη περισσοτέρων, όταν αυτοί συμμετείχαν ταυτόχρονα ή διαδοχικά στην τέλεση της πράξης ή παράλειψης, είτε ως συναυτουργοί, είτε ως άμεσοι ή απλοί συνεργοί, δεν έχει δε σημασία αν ορισμένοι από αυτούς ενήργησαν με δόλο και άλλοι από αμέλεια.

Keywords

AI generated
non-implementation of the offending agreements inducement to breach of contract non-binding offer abandonment of expropriation unsuccessful bidder third-party claim procedure in attachment
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1900 / 2008 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1900/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές:Δημήτριο Δαλιάνη, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. Χ1, 2. Χ2, 3. Χ3 και 4. Χ4, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Βερβενιώτη.

Του αναιρεσιβλήτου: Ψ, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αλέξανδρο Μπαλάση.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-6-2003 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5970/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 251/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 4-5-2007 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Ζώης ανέγνωσε την από 2-10-2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 914, 926, 297 και 298 ΑΚ προκύπτει, ότι για τη θεμελίωση ευθύνης προς αποζημίωση λόγω αδικοπραξίας απαιτείται, παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του υποχρέου, υπαιτιότητα, με τη μορφή της αμέλειας ή του δόλου, επέλευση ζημίας και αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της επελθούσας ζημίας, η οποία υπάρχει όταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας η συμπεριφορά του δράστη ήταν αντικειμενκώς ικανή να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων το επιζήμιο αποτέλεσμα.

Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύσει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας που παραλείφθηκε. Τέτοια υποχρέωση (μη παράλειψης) μπορεί να υπάρχει είτε από δικαιοπραξία, είτε από ειδική διάταξη νόμου, είτε από την καλή πίστη όπως αυτή διαμορφώνεται από την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.

Υπαίτια δε είναι η συμπεριφορά στην περίπτωση της αμέλειας, όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, σύμφωνα με το άρθρο 330 εδ. β 'ΑΚ, ενώ στην περίπτωση του δόλου (πρόθεσης) είτε με τη μορφή του άμεσου δόλου, ο οποίος υπάρχει όταν ο υπαίτιος επιδιώκει (θέλει) την επέλευση του ζημιογόνου αποτελέσματος καθώς και όταν δεν επιδιώκει το ζημιογόνο αποτέλεσμα προβλέπει όμως αυτό ως αναγκαία συνέπεια της συμπεριφοράς του και παρά ταύτα δεν αφίσταται, είτε με τη μορφή του ενδεχομένου δόλου, ο οποίος υπάρχει όταν ο υπαίτιος προβλέπει το αποτέλεσμα ως ενδεχόμενη συνέπεια της συμπεριφοράς του και το αποδέχεται.

Αν από παράνομη και υπαίτια κατά τα άνω κοινή πράξη περισσοτέρων προκλήθηκε ζημία σε άλλον, ευθύνονται όλοι εις ολόκληρο. Κοινή είναι η πράξη ή παράλειψη περισσοτέρων, όταν αυτοί συμμετείχαν ταυτόχρονα ή διαδοχικά στην τέλεση της πράξης ή παράλειψης, είτε ως συναυτουργοί, είτε ως άμεσοι ή απλοί συνεργοί, δεν έχει δε σημασία αν ορισμένοι από αυτούς ενήργησαν με δόλο και άλλοι από αμέλεια.

Δεν έχει επίσης σημασία αν η συμμετοχή των περισσοτέρων συνέβαλε στην εκτέλεση της κυρίας πράξεως ή άλλης που συνοδεύει την κυρία ή έλαβε χώρα σε προγενέστερο ή μεταγενέστερο της κυρίας πράξεως χρόνο ή απλώς στη διατήρηση του επιζημίου αποτελέσματος. Αδικοπραξία κατά την έννοια του άνω άρθρου 914 ΑΚ, η οποία θεμελιώνει αξίωση προς αποζημίωση, αποτελεί, σύμφωνα με το άρθρο 1099 ΑΚ, και η χωρίς δικαίωμα παρά τη θέληση του νομέα αποβολή αυτού από τη νομή πράγματος.

Περαιτέρω, η αποζημίωση που προβλέπεται από τα άρθρα 297 και 298 ΑΚ, παρεχόμενη από τον υπόχρεο σε χρήμα, περιλαμβάνει τόσο τη θετική ζημία όσο και το διαφυγόν κέρδος που προσδοκάται με πιθανότητα κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων. Για την πληρότητα της αγωγής, με την οποία επιδιώκεται επιδίκαση διαφυγόντος κέρδους, τα περιστατικά που προσδιορίζουν την προσδοκία ορισμένου κέρδους, με βάση την κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων πιθανότητα, πρέπει, κατά το άρθρο 216 ΚΠολΔ, να εκτίθενται στην αγωγή.

Δεν είναι όμως ανάγκη να αναγράφεται στην αγωγή ότι ο ενάγων δεν εξοικονόμησε δαπάνη ή να προσδιορίζεται και να αφαιρείται η τυχόν εξοικονομηθείσα, διότι τα περιστατικά αυτά ανάγονται στην καθορισμό του ύψους της ζημίας που γίνεται βάσει των αποδείξεων, ύστερα από πρόταση του εναγόμενου ή και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, ακόμη και από το Εφετείο, εφόσον το ζήτημα του ύψους της αποθετικής ζημίας καταστεί αντικείμενο της κατ' έφεση δίκης (Ολ ΑΠ 22/1995).

Εν τούτοις τα περιστατικά που προσδιορίζουν την προσδοκία ορισμένου κέρδους με βάση την κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων πιθανότητα, καθώς και οι ειδικές περιστάσεις, όπως και τα ληφθέντα προπαρασκευαστικά μέτρα, πρέπει, κατά το άρθρο 216 ΚΠολΔ, να εκτίθενται στην αγωγή. Δεν αρκεί η απλή επανάληψη των εκφράσεων του άρθρου 298 ΑΚ, ούτε η αναφορά του συνολικά φερόμενου ως διαφυγόντος κέρδους, αλλά απαιτείται η εξειδικευμένη κατά περίπτωση μνεία των συγκεκριμένων περιστάσεων και μέτρων που καθιστούν πιθανό το κέρδος ως προς τα επί μέρους κονδύλια, καθώς και η επίκληση των κονδυλίων αυτών, ώστε να μπορεί να διαταχθεί απόδειξη και να παρέχεται η δυνατότητα στον εναγόμενο να αμυνθεί.

Στην προκειμένη περίπτωση ο ενάγων εκθέτει στην από 28.06.1999 αγωγή του, όπως δέχθηκε και το Εφετείο, τα εξής: 'Οτι δυνάμει της υπ' αριθμ. ..... περίληψης κατακυρωτικής έκθεσης επικαρπίας ακινήτων της συμβολαιογράφου Αθηνών 'Αννας Σίμου, η οποία μεταγράφηκε νόμιμα απέκτησε σε δημόσιο αναγκαστικό πλειστηριασμό την επικαρπία των αναφερομένων και λεπτομερώς περιγραφομένων στην αγωγή του οριζοντίων ιδιοκτησιών, κειμένων επί της οικοδομής που βρίσκεται επί της οδού .....

και ..... του Δήμου ....., ήτοι α) της υπό στοιχείο Υ-1 του υπογείου εμβαδού 56,20 τ.μ. β) της υπό στοιχείο Υ-2 θέσης στάθμευσης του υπογείου εμβαδού 39,59 τ.μ. γ) της υπό στοιχείο Υ-3 αποθήκης του υπογείου εμβαδού 13,72 τ.μ. δ) του υπό στοιχείο Ι-1 διαμερίσματος του ισογείου εμβαδού 142,03 τ.μ. ε) του υπό στοιχεία Α-1 διαμερίσματος του πρώτου πάνω από το ισόγειο ορόφου εμβαδού 143,94 τ.μ.

και στ) της υπό στοιχεία Β-1 αποθήκης του δώματος εμβαδού 18,32 τ.μ. 'Ότι στην οιονεί νομή επικαρπίας επί των άνω ακινήτων αυτός εγκαταστάθηκε με την υπ' αριθμ. ..... έκθεση βιαίας αποβολής και εγκατάστασης της δικαστικής επιμελήτριας Αθηνών ....., με την οποία αποβλήθηκε από την νομή αυτών ο καθού η αναγκαστική εκτέλεση πρώτος εναγόμενος 'Ότι μετά την έναρξη διαπραγματεύσεων για την εκμίσθωση των παραπάνω υπό στοιχεία Υ-1,Υ-2,Υ-3, Α-1 και Β-1 ακινήτων στους εναγομένους και ενόψει της καλοπίστως αναμενόμενης από αυτόν υπογραφής της οριστικής σύμβασης μίσθωσης, αυτός παρέδωσε τα κλειδιά των ιδιοκτησιών αυτών στην δεύτερη εναγόμενη, πλήν όμως οι εναγόμενοι αρνήθηκαν να καταρτίσουν την οριστική σύμβαση μίσθωσης και την 27.7.1994 κατέλαβαν χωρίς δικαίωμα και υπαίτια (με πρόθεση) τις προαναφερόμενες πέντε οριζόντιες ιδιοκτησίες (ένα διαμέρισμα, τρείς αποθήκες και μία θέση στάθμευσης) αποβάλλοντας έτσι αυτόν από τη οιονεί νομή του επί των εν λόγω ακινήτων, στα οποία εγκαταστάθηκαν και κάνουν αυθαίρετη χρήση τους, αποστερώντας αυτόν από τη δυνατότητα κάρπωσης και εκμετάλλευσης αυτών και κατά το κρίσιμο στην προκειμένη περίπτωση χρονικό διάστημα των 47 μηνών, από 29.6.19999 και εντεύθεν.

Με βάση τα περιστατικά αυτά ζητεί ο ενάγων με την αγωγή του, να καταδικασθούν οι εναγόμενοι, εις ολόκληρο ο καθένας και νομιμοτόκως, να του καταβάλουν ως αποζημίωση το συνολικό ποσό των 52.822,83 ευρώ, ήτοι 1.115,19 ευρώ ανά μήνα, το οποίο αυτός στερήθηκε από την παράνομη και υπαίτια αποβολή του από την οιονεί νομή του επί των εν λόγω ακινήτων από τους εναγομένους και την εντεύθεν αδυναμία του να εκμεταλλεύεται και να καρπώνεται αυτά.

Με αυτό το ιστορικό και αίτημα η αγωγή ως προς την αιτούμενη αποζημίωση για διαφυγόν κέρδος είναι πλήρως ορισμένη σύμφωνα με την ΑΚ 298 και τις ΚΠολΔ 111 παρ. 2,118 περ. 4 και 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, καθόσον περιέχει, σύμφωνα και με τα εκτιθέμενα στην αρχή της παρούσης σκέψης, όλα εκείνα τα περιστατικά που απαιτούνται για τον προσδιορισμό του.

Ειδικότερα, εκτίθεται σ' αυτή η θέση και το εμβαδόν των ιδιοκτησιών που κατέλαβαν παρανόμως και υπαιτίως οι εναγόμενοι, ώστε να είναι δυνατό να προσδιορισθεί από τις αποδείξεις το μηνιαίο μίσθωμα το οποίο θα εισπράττονταν από την εκμίσθωσή τους, με πιθανότητα και τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, και κατά το οποίο ζημιώθηκε ο ενάγων, καθώς και το μηνιαίο ποσό μισθώματος που είναι ισόποσο με την επικαλούμενη ωφέλεια που αποκόμισαν οι ενάγοντες.

Πραγματικά περιστατικά επιπλέον αυτών, δεν απαιτούνται καθόσον δεν ανάγονται στη βάση της αγωγής, και μπορούν, αν αμφισβητηθούν, να προκύψουν από τις αποδείξεις. Επομένως το Εφετείο, που με την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε τον επαναφερθέντα με λόγο έφεσης ισχυρισμό των εναγομένων περί αοριστίας της αγωγής και δεν απέρριψε αυτή ως αόριστη όπως ζήτησαν οι εναγόμενοι, διότι δεν αναφέρονται σ' αυτή τα περιστατικά και ειδικές συνθήκες που καθιστούσαν πιθανό το κέδρος αυτό με την εκμίσθωση των παραπάνω ακινήτων σε τρίτους, δεν υπέπεσε στις από τους αριθμούς 14 και 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλειες μη κηρύσσοντας παρά το νόμο απαράδεκτη (αόριστη) την αγωγή, ούτε παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν αναφέρονται στην αγωγή, όπως αβασίμως αιτιώνται με τους πρώτο και δεύτερο λόγους αντιστοίχως οι αναιρεσείοντες και οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 04.05.2007 αίτηση των Χ1, Χ2, Χ3 και Χ4 για αναίρεση της υπ' αριθμ. 251/2007 απόφασης του Εφετείου Αθηνών Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου από ευρώ 1.800.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Νοεμβρίου 2008. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Δεκεμβρίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ