Legislator Case Law & Legislation
18/2026 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on contract terms validity and awards costs to bank in debt dispute.

Case Number 18/2026
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellants' appeal against the First Instance Court's rejection of their counterclaim against the bank. The court found the contract terms regarding legal and technical costs were not abusive and did not violate the principle of good faith. Consequently, the appeal was rejected and the appellants were ordered to pay the bank's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 281 of the Civil Code and Law 2251/1994; Contract terms imposing costs on the borrower are not abusive if they do not disturb the balance of rights and obligations and are clearly communicated.

Keywords

AI generated
contractual terms validity abusive clauses good faith principle legal costs allocation civil appeal procedure debt collection dispute contractual balance

Cited Legislation

AI generated
Article 281 of the Civil Code
Law 2251/1994
Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566 of the Code of Civil Procedure
Article 577 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 189, 191 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 18 / 2026 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 18/2026

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασημίνα Υφαντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Ευτύχιο Νικόπουλο - Εισηγητή και Βαρβάρα Πάπαρη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 5 Φεβρουαρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Γ. Φ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "GRA-MA ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΝΔΥΜΑΤΩΝ", που εδρεύει στην Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Α. Β. του Α., 3) Μ. Γ. του Γ., συζύγου Α. Β., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Βασιλεία Παπαδοπούλου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" (πρώην "ΤΡΑΠΕΖΑ EFG EUROBANK ERGASIAS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ"), η οποία εκπροσωπήθηκε από τoν πληρεξούσιo δικηγόρο της Αντώνιο Χονδρόπουλο και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13/3/2013 ανακοπή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης.

Εκδόθηκε η 20499/2014 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου με την οποία κήρυξε εαυτό αναρμόδιο και παρέπεμψε την υπόθεση προς εκδίκαση στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Ακολούθως, εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 8232/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 693/2019 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 15/4/2021 αίτησή τους και τους από 7/9/2022 πρόσθετους λόγους αυτής.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων αυτής και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την τακτική διαδικασία, υπ' αριθ. 693/2019 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, το οποίο απέρριψε την έφεση των αναιρεσειόντων και επικύρωσε την υπ' αριθ. 8232/2016 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία είχε απορριφθεί η από 13.3.2013 ανακοπή των αναιρεσειόντων κατά της αναιρεσίβλητης.

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να εξετασθεί το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1, 3 ΚΠολΔ). Παραδεκτά επίσης ασκήθηκαν και οι από 7.9.2022 πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης με ιδιαίτερο δικόγραφο, που κατατέθηκε στην γραμματεία του Αρείου Πάγου στις 7.9.2022 και επιδόθηκε στην αναιρεσίβλητη στις 7.9.2022 (βλ.

την υπ' αριθ. ....2022 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Θεσσαλονίκης με έδρα το Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης Ι. Β.), δηλαδή 30 πλήρεις ημέρες πριν την ορισθείσα ημερομηνία συζήτησης της αίτησης αναίρεσεως, που αναφέρεται στην αρχή της παρούσης (άρθρο 569 αριθ. 2 ΚΠολΔ). Οι πρόσθετοι αυτοί λόγοι, οι οποίοι συνεκφωνήθηκαν με την αίτηση αναιρέσεως, πρέπει να συνεκδικασθούν με αυτή, λόγω της μεταξύ τους συνάφειας (άρθρο 246 ΚΠολΔ), αλλά και διότι οι πρόσθετοι λόγοι δεν έχουν αυθυπαρξία και συζητούνται υποχρεωτικά με την αίτηση αναιρέσεως (ΑΠ 527/2023, ΑΠ 1078/2020, ΑΠ 921/2019) και να ερευνηθεί περαιτέρω το παραδεκτό και βάσιμο αυτών.

Κατά το άρθρο 2 παρ. 6 του ν.2251/1994, που έχει τίτλο προστασία καταναλωτών, όπως ισχύει μετά την αντικατάσταση του με το ν. 3587/2007 και έχει εφαρμογή στην προκειμένη περίπτωση, αφού η καταχρηστικότητα ενός Γ.Ο.Σ. κρίνεται σύμφωνα με το δίκαιο που ισχύει κατά το χρόνο που γίνεται η χρήση αυτού (ΟλΑΠ 15/2007, ΑΠ 821/2024), οι όροι που έχουν διαμορφωθεί εκ των προτέρων για μελλοντικές συμβάσεις (γενικοί όροι των συναλλαγών) απαγορεύονται και είναι άκυροι αν έχουν ως αποτέλεσμα τη σημαντική διατάραξη της ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων σε βάρος του καταναλωτή, ο δε καταχρηστικός χαρακτήρας γενικού όρου ενσωματωμένου σε σύμβαση κρίνεται, αφού ληφθούν υπόψη η φύση των αγαθών ή υπηρεσιών που αφορά η σύμβαση, ο σκοπός της, το σύνολο των ειδικών συνθηκών κατά τη σύναψη της και όλες οι υπόλοιπες ρήτρες της συμβάσεως ή άλλης συμβάσεως από την οποία αυτή εξαρτάται. Εκτός από την ανωτέρω γενική ρήτρα για την καταχρηστικότητα των Γ.Ο.Σ., συνεπεία διαταράξεως της συμβατικής ισορροπίας, στην παρ. 7 του ιδίου ως άνω άρθρου 2 παρατίθεται ενδεικτικός κατάλογος ειδικών καταχρηστικών Γ.Ο.Σ., θεωρουμένων κατ' αμάχητο τεκμήριο καταχρηστικών (ΑΠ 821/2024, ΑΠ 1463/2017).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 4 περ. α' του ιδίου ως άνω ν. 2251/1994, ως καταναλωτής νοείται κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή ενώσεις προσώπων χωρίς νομική προσωπικότητα για τα οποία προορίζονται τα προϊόντα ή οι υπηρεσίες που προσφέρονται στην αγορά και τα οποία κάνουν χρήση των προϊόντων ή των υπηρεσιών αυτών, εφόσον αποτελούν τον τελικό αποδέκτη τους.

Καταναλωτής είναι επίσης και κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που εγγυάται υπέρ καταναλωτή, εφόσον δεν ενεργεί στο πλαίσιο της επαγγελματικής ή επιχειρηματικής δραστηριότητός του. Ειδικότερα, καταναλωτής, σύμφωνα με την προαναφερόμενη διάταξη του ν. 2251/1994, που είναι άξιος της σχετικής προστασίας του, είναι το φυσικό ή νομικό πρόσωπο που αποκτά το προϊόν ή τις υπηρεσίες για ικανοποίηση όχι μόνο των ατομικών αλλά και των επαγγελματικών του αναγκών, αρκούντος απλώς και μόνον του γεγονότος ότι είναι ο τελικός αποδέκτης τούτων (ΑΠ 821/2024, ΑΠ 999/2019, ΑΠ 368/2019, ΑΠ 828/2018).

Τέτοιος δε τελικός αποδέκτης, και όχι ενδιάμεσος, είναι εκείνος, που αναλίσκει ή χρησιμοποιεί το πράγμα σύμφωνα με τον προορισμό του, χωρίς να έχει την πρόθεση να το μεταβιβάσει αυτούσιο ή ύστερα από επεξεργασία σε άλλους αγοραστές, καθώς και αυτός που χρησιμοποιεί ο ίδιος την υπηρεσία και δεν τη διοχετεύει σε τρίτους.

Η ανωτέρω έννοια του καταναλωτή, κατά το ν. 2251/1994, αποσκοπεί στη διεύρυνση του υποκειμενικού πεδίου εφαρμογής των προστατευτικών κανόνων αυτού, διότι οι ορισμοί του προϊσχύσαντος ν. 1961/1991, που περιόριζαν την έννοια του καταναλωτή σε αυτόν που αποκτά προϊόντα ή υπηρεσίες για την ικανοποίηση μη επαγγελματικών του αναγκών, απέκλειαν ευρύτατες κατηγορίες καταναλωτών.

Στο πλαίσιο της ελληνικής εννόμου τάξεως, δεν έχουν θεσπισθεί ειδικές νομοθετικές ρυθμίσεις που να αφορούν αμέσως τις προϋποθέσεις και την έκταση του ελέγχου των ΓΟΣ τραπεζών. Δεδομένης όμως της διαρκούς επεκτάσεως των μαζικών συναλλαγών με συνέπεια τη συνηθέστατη προσχώρηση του ασθενέστερου οικονομικά μέρους σε μονομερώς διατυπωμένους όρους πρέπει να γίνει δεκτή η επέκταση της προστασίας του καταναλωτή και στις τραπεζικές συναλλαγές.

Και τούτο διότι από την ευρεία, ως ανωτέρω, διατύπωση της διατάξεως του άρθρου 1 παρ. 4 περ. α' του ν.2251/1994 δεν συνάγεται πρόθεση του νομοθέτη να αποκλείσει από το πεδίο εφαρμογής του νόμου τις συναλλαγές αυτές.

Εξάλλου, οι συνήθεις τραπεζικές υπηρεσίες, μεταξύ των οποίων και η χορήγηση δανείων και πιστώσεων απευθύνονται πάντοτε στον τελικό τους αποδέκτη, διότι αναλώνονται με τη χρήση τους. Υπό την εκδοχή αυτή, οι ως άνω τραπεζικές υπηρεσίες είναι παροχές προς τελικούς αποδέκτες, ακόμη και όταν αυτοί είναι έμποροι ή επαγγελματίες και χρησιμοποιούν αυτές για την ικανοποίηση επιχειρηματικών ή επαγγελματικών τους αναγκών, αναλισκόμενες αμέσως από τους ίδιους στο πλαίσιο τραπεζικής συναλλαγής και όχι ενδιάμεσης προς περαιτέρω μεταβίβασή τους.

Έτσι, υπάγονται στην προστασία του ν. 2251/1994 όχι μόνο οι τραπεζικές υπηρεσίες, που από τη φύση τους απευθύνονται σε ιδιώτες πελάτες για την εξυπηρέτηση προσωπικών τους αναγκών, αλλά και αυτές που απευθύνονται σε επαγγελματίες, όπως είναι η χορήγηση δανείων και πιστώσεων για την εξυπηρέτηση επαγγελματικών ή επιχειρηματικών αναγκών.

Επιπροσθέτως, μέχρι την αντικατάσταση του ν. 2251/1994 με το ν. 3587/2007, δεν υπήρχε στην ελληνική έννομη τάξη ρύθμιση προστασίας ως καταναλωτή του εγγυητή γενικώς και ειδικότερα του εγγυητή επαγγελματικού ή επιχειρηματικού δανείου. Ωστόσο, λόγω του παρεπομένου χαρακτήρα της εγγυητικής συμβάσεως έναντι της κύριας οφειλής, κατ' άρθρο 847 ΑΚ., γινόταν δεκτό ότι, όταν ο πρωτοφειλέτης-δανειολήπτης επαγγελματικού ή επιχειρηματικού δανείου έχει την ιδιότητα του καταναλωτή ως τελικός αποδέκτης τούτου και τυγχάνει προστασίας του άνω νόμου, της ιδίας προστασίας πρέπει να τυγχάνει και ο εγγυητής αυτού, εφόσον η εγγύηση δεν εντάσσεται στο πλαίσιο της επιχειρηματικής ή επαγγελματικής δραστηριότητας του τελευταίου και τούτο διότι δεν δικαιολογείται δυσμενέστερη αντιμετώπιση του εγγυητή από τον πρωτοφειλέτη.

Ήδη, όμως, σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 4 περ. ββ του ιδίου ως άνω νόμου, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 παρ. 5 του ν. 3587/2007, εντάσσεται ρητώς στο προστατευτικό πεδίο αυτού και κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που εγγυάται υπέρ καταναλωτή, εφόσον δεν ενεργεί στο πλαίσιο της επαγγελματικής ή επιχειρηματικής δραστηριότητάς του (ΟλΑΠ 13/2015, ΑΠ 821/2024, ΑΠ 1346/2022, ΑΠ 368/2019, ΑΠ 1463/2017).

Κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει συνεπώς εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 1/1999, ΑΠ 1027/2022, ΑΠ 2267/2013).

Δηλαδή, ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται μόνον όταν η πλημμέλεια αφορά παράβαση κανόνων ουσιαστικής φύσης και όχι δικονομικών διατάξεων, που ρυθμίζουν τη διαδικασία. Η αναιρετικώς ελεγχόμενη πλημμέλεια της έλλειψης νόμιμης βάσης αφορά αποκλειστικά τα ελαττώματα της ελάσσονος πρότασης του νομικού συλλογισμού, επομένως η σχετική διάταξη δεν έχει πεδίο εφαρμογής όταν το δικαστήριο δεν ερεύνησε στην ουσία τον κρίσιμο ισχυρισμό, αλλά απέρριψε αυτόν ως αόριστο ή μη νόμιμο ενώ τυχόν σφάλμα συνδεόμενο με την νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου ελέγχεται μόνο ως παράβαση του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 3/1997, ΟλΑΠ 13/1995, ΑΠ 19/2024, ΑΠ 1935/2017).

Ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διατάξεως ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).

Δηλαδή, δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα, τα επιχειρήματα ή οι κρίσεις του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και επομένως αιτιολογία της αποφάσεως ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 1266/2011).

Για την ίδρυση του ως άνω λόγου αναίρεσης προϋπόθεση αποτελεί η από το δικαστήριο εξέταση της υπόθεσης κατ' ουσίαν, οπότε και μόνον η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει ουσιαστικές παραδοχές, από την ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα των οποίων, ή από την παντελή έλλειψη αυτών, γεννάται η από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ πλημμέλεια.

Διαφορετικά, αν το δικαστήριο δεν εισήλθε στην ουσία της υπόθεσης, ο ως άνω λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος (ΑΠ 1935/2017, ΑΠ 369/2014, ΑΠ 701/2011).

Με τον πρώτο αναιρετικό λόγο, κατά το πρώτο και δεύτερο σκέλος του, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο με αντιφατικές αιτιολογίες απέρριψε τον πέμπτο πρόσθετο λόγο της ανακοπής τους περί μη νόμιμης μετακύλισης της εισφοράς του Ν.128/1975 και τον Β3 λόγο της ανακοπής περί ακυρότητας λόγω καταχρηστικότητας του όρου 3.4 της σύμβασης, με τον οποίο το επιτόκιο συμφωνήθηκε να υπολογίζεται με βάση έτος 360 ημερών και όχι 365 ημερών, ως μη νομίμους.

Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απαράδεκτος, διότι η προβαλλόμενη ως άνω αιτίαση δεν αναφέρεται σε αντιφατικότητα αιτιολογίας σχετικής με την επί της ουσίας κρίση, αλλά με την περί του νομικά βασίμου κρίση της προσβαλλόμενης απόφασης, για την οποία δεν παρέχεται ο λόγος από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚπολΔ. Με τον πρώτο αναιρετικό λόγο, κατά το πρώτο και τρίτο σκέλος του, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με την αιτίαση ότι το Εφετείο με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες απέρριψε τον πέμπτο πρόσθετο λόγο της ανακοπής, καθώς και τον Β2 λόγο της ανακοπής και τον υπό στοιχ. 4 πρόσθετο λόγο αυτής, δεχόμενο ότι δεν έλαβε χώρα ανατοκισμός της εισφοράς του Ν.128/1975 και ότι οι περιεχόμενοι στη σύμβαση όροι περί χρεώσεως του λογαριασμού με τόκους υπολογιζόμενους βάσει επιτοκίου προσδιοριζόμενου μονομερώς από την αναιρεσίβλητη δεν προσκρούουν στη διάταξη του άρθρου 281ΑΚ και ότι ο τρόπος υπολογισμού του επιτοκίου και οι προϋποθέσεις μεταβολής του προσδιορίζονται σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν.2251/1994.

Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε ως προς το ενδιαφέρον τον ερευνώμενο αναιρετικό λόγο μέρος, τα ακόλουθα:

"Στην προκειμένη περίπτωση οι ανακόπτοντες με το πρώτο και το δεύτερο σκέλος του υπό στοιχείο Β2 λόγου της ανακοπής τους και τον υπό στοιχείο 4 πρόσθετο λόγο ανακοπής ισχυρίζονται ότι οι υπ' αριθμ. 3.1, 3.2 και 3.3 όροι της υπ' αριθμ. 32044585/2005 σύμβασης πίστωσης και ο όρος της από 5-2-2010 πρόσθετης πράξης της ανωτέρω σύμβασης, που αφορά τη συνολική επιτοκιακή επιβάρυνση λογαριασμού είναι άκυροι λόγω της αντίθεσής τους στο ν. 2251/1994 και στη διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ.

Ειδικότερα, με τον πρώτο από τους ανωτέρω λόγους της ανακοπής τους οι ανακόπτοντες ισχυρίζονται ότι η καθ' ης η ανακοπή έχει προβεί σε χρέωση του λογαριασμού της επίδικης σύμβασης με τόκους υπολογισμένους βάσει επιτοκίου προσδιορισμένου μονομερώς, χωρίς εκ των προτέρων καθορισμένα και εύλογα κριτήρια, ότι κατά τη σύμβαση η καθ' ης η ανακοπή δικαιούται να μεταβάλει το επιτόκιο οποτεδήποτε μέσα στα πλαίσια των εκάστοτε ισχυουσών διατάξεων, εφόσον μεταβληθούν "οι συνθήκες που διαμορφώνουν το κόστος του χρήματος με βάση τα επιτόκια καταθέσεων κ.α.

πηγών άντλησης κεφαλαίων, οι συνθήκες των εγχώριων και διεθνών χρηματαγορών, ο κλάδος οικονομίας που ανήκει ο πελάτης, το γενικότερο οικονομικό περιβάλλον, ο αναλαμβανόμενος από την Τράπεζα ειδικός και συνολικός κίνδυνος και η πολιτική της Τράπεζας στα πλαίσια του ανταγωνισμού", ότι δυνάμει των προαναφερόμενων όρων, οι οποίοι είναι άκυροι λόγω της αντίθεσης τους στο ν. 2251/1994 και στη διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ δεν μπορεί να εκτιμηθεί το μέγεθος των οικονομικών τους υποχρεώσεων, που πηγάζουν από την σύμβαση και να προβλεφθούν ενδεχόμενες αναπροσαρμογές των πιστώσεων, ότι οι ανωτέρω όροι αναθέτουν στην απόλυτη κρίση της καθ' ης η ανακοπή τον προσδιορισμό του επιτοκίου προκαλώντας σημαντική διατάραξη στην ισορροπία δικαιωμάτων και υποχρεώσεων και χωρίς σπουδαίο λόγο αφήνουν το "τίμημα" αόριστο και δεν επιτρέπουν τον προσδιορισμό του με κριτήρια ειδικώς καθορισμένα στη σύμβαση και εύλογα, όπως επιτάσσει η αρχή της διαφάνειας, ώστε να αποτραπεί η ανεξέλεγκτη αύξηση και αοριστία του επιτοκίου, ότι οι ανωτέρω όροι πέραν της διατάραξης, που προκαλούν στην ισορροπία μεταξύ των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων, διατυπώνονται σκόπιμα με τρόπο διφορούμενο, επιτρέποντας στην καθ' ης η ανακοπή να προσδιορίζει οποτεδήποτε το συμβατικό τόκο χωρίς εκ των προτέρων γνωστά και εύλογα κριτήρια, που θα επέτρεπαν κάτι τέτοιο, πρακτική, που οδηγεί στη διάψευση των τυπικών και δικαιολογημένων προσδοκιών τους ως προς την ομαλή εξέλιξη της συναλλακτικής σχέσης με την καθ' ης η ανακοπή, ότι σύμφωνα με τον 3.3 όρο της σύμβασης η καθ' ης η ανακοπή υποχρεούνταν σε κάθε περίπτωση να τους ενημερώνει για την τυχόν μεταβολή του περιθωρίου και οι ίδιοι εδικαιούντο να αρνηθούν την αναπροσαρμογή του εντός 30 ημερών από τη γνωστοποίηση, ενώ η φερόμενη έγκρισή τους για τροποποίηση των περιθωρίων μέσω των πρόσθετων πράξεων δε δύναται να δικαιολογήσει την καταχρηστικότητα της μονομερούς επιβολής των ως άνω όρων χωρίς κατ' ουσίαν να προηγηθεί διαπραγμάτευση μεταξύ των ανακοπτόντων και της καθ' ης η ανακοπή.

Επίσης με τον υπό στοιχείο 4 πρόσθετο λόγο της ανακοπής τους οι ανακόπτοντες ισχυρίζονται, ότι η καθ' ης η ανακοπή προβαίνει στη ρύθμιση του εκάστοτε επιτοκίου βάσει των αλλαγών, που υπόκειται ο επιτοκιακός δείκτης EURIBOR, ότι ο εν λόγω επιτοκιακός δείκτης δεν εμπίπτει στα ειδικώς καθορισμένα και εύλογα για την επαρκή γνώση των οικονομικών επιβαρύνσεων που αναλαμβάνουν με τη σύμβαση κριτήρια, ότι οι προαναφερόμενοι όροι παρέχουν ορισμένες οδηγίες, που πρέπει να ακολουθούνται για τη διαμόρφωση του νέου επιτοκίου και δεν πληρούν τις προϋποθέσεις των "ειδικών κριτηρίων", που πρέπει να διατυπώνονται στη σύμβαση, ώστε με τον τρόπο αυτό να παρέχεται στην πιστούχο εταιρία η δυνατότητα, αφενός να εκτιμήσει το μέγεθος των οικονομικών υποχρεώσεων, που αναλαμβάνει και αφετέρου να προβλέψει τις ενδεχόμενες αναπροσαρμογές του επιτοκίου, για την αποδοχή των οποίων δεσμεύεται εκ των προτέρων, ότι όταν ο όρος δανειακής σύμβασης, που αφορά το κυμαινόμενο επιτόκιο και τον τρόπο αναπροσαρμογής του είναι ασαφής, τότε η πλήρωση του αναφυόμενου κενού θεραπεύεται με την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 371 του ΑΚ και την ιδέα της "δίκαιης κρίσης" που διέπει το εν λόγω άρθρο με στόχο τη δίκαιη επαναφορά της συμβατικής ισορροπίας δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, ότι η αναπροσαρμογή του κυμαινόμενου επιτοκίου γίνεται σύμφωνα με τα ορθά ως άνω κριτήρια, κατόπιν σχετικής συμφωνίας των μερών, διαφορετικά γίνεται από το δικαστήριο, ότι εάν μεταξύ του οφειλομένου κατά το σύστημα της συμβατικής αναπροσαρμογής του επιτοκίου και εκείνου, που προσδιορίζεται από τα νέα οικονομικά δεδομένα υπάρχει διαφορά τόσο σημαντική, επιβάλλεται κατά τις αρχές της καλής πίστης, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη, η αναπροσαρμογή του πρώτου (οφειλομένου) και ύστερα, αν διαπιστωθεί τέτοια διαφορά, να αναπροσαρμοστεί το ίδιο αυτό το επιτόκιο στο επίπεδο, το οποίο αίρει τη δυσαναλογία και αποκαθιστά τη διαταραχθείσα καλή πίστη, ότι με βάση πιο πάνω διάταξη, ο συμβαλλόμενος με την Τράπεζα (και εν γένει ο καταναλωτής), μπορεί να ζητήσει την κατά το άρθρο 288ΑΚ αναπροσαρμογή του οφειλόμενου αρχικού ή μετά από αναπροσαρμογή (συμβατική ή νομική (αντικειμενική) του επιτοκίου, εφόσον εξαιτίας προβλεπτών ή απρόβλεπτων περιστάσεων επήλθε αδιαμφισβήτητα τόσο ουσιώδης μείωση αυτού, ώστε με βάση τις συγκεκριμένες συνθήκες η εμμονή της Τράπεζας στην καταβολή του ίδιου επιτοκίου να είναι αντίθετη προς την ευθύτητα και εντιμότητα που απαιτούνται στις συναλλαγές και να επιβάλλεται σύμφωνα με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη η αναπροσαρμογή του επιτοκίου στο επίπεδο εκείνο το οποίο αίρει τη δυσαναλογία των εκατέρωθεν παροχών και αποκαθιστά τη διαπραχθείσα καλή πίστη, ότι η καθ' ης η ανακοπή προέβη σε χρέωση του λογαριασμού της επίδικης σύμβασης με επιτόκια που ξεπερνούσαν τα νόμιμα τα προσδιορισθέντα από την ΕκΤ, ότι με τον τρόπο αυτό εκτοκίστηκαν συνολικά 22.934,04 ευρώ επιπλέον τόκοι, οι οποίοι και έχουν ενσωματωθεί παράνομα στο συνολικό ποσό οφειλής των 244.543,20 ευρώ, αφού έχουν υπολογισθεί με το αθέμιτο κάθε φορά επιτόκιο που όριζε μονομερώς και αυθαιρέτως η καθ' ης η ανακοπή, ενώ έπρεπε να υπολογιστούν το ανώτερο, με το επιτόκιο που όριζε κάθε φορά η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, ότι κάθε επιμέρους κονδύλιο τόκων παράνομα κεφαλαιοποιήθηκε και, μέσω του υπολογισμού τόκων στο νέο προκύπτον ανεξόφλητο κεφάλαιο, ανατοκίστηκε και ότι έτσι είναι ανεκκαθάριστο και αόριστο το υπόλοιπο των 244.543,20 ευρώ, αφού λόγω των παράνομων τόκων που έχουν ενσωματωθεί στο κεφάλαιο δεν προκύπτει το ακριβές ύψος της απαίτησης της καθ' ης η ανακοπή.

Οι ανωτέρω λόγοι ανακοπής είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι, καθόσον κατά τρόπο ορισμένο προβλέπεται με όρο της μεταξύ των διαδίκων τραπεζικής σύμβασης η δυνατότητα μονομερούς μεταβολής του συνομολογηθέντος κυμαινόμενου επιτοκίου σε περίπτωση, που δεν υφίσταται διοικητικά προσδιορισμένο ανώτατο όριο επιτοκίου για τις τραπεζικές συναλλαγές.

Πιο συγκεκριμένα σύμφωνα με τον όρο 3.2 της ανωτέρω σύμβασης " Η Τράπεζα δικαιούται να μεταβάλλει το συμβατικό επιτόκιο σε χρονικά διαστήματα όχι μικρότερα του μήνα, λαμβάνοντας υπόψη τη διακύμανση των παρεμβατικών επιτοκίων, που ανακοινώνονται από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και του EURIBOR, όπως αυτό εκάστοτε ανακοινώνεται, (που επηρεάζουν το κόστος της Τράπεζας), τη διακύμανση του πληθωρισμού (που επηρεάζει το λειτουργικό κόστος της τράπεζας), τον αναλαμβανόμενο από την Τράπεζα ειδικό και συνολικό πιστωτικό κίνδυνο και το λειτουργικό κίνδυνο (στην έννοια των οποίων περιλαμβάνεται το κόστος που προκύπτει από τις επισφάλειες και τις απαιτήσεις για την κεφαλαιακή επάρκεια σύμφωνα με το σχετικό Σύμφωνο της Βασιλείας), και τις συνθήκες της αγοράς και του ανταγωνισμού [... 1".

Επίσης, σύμφωνα με την από 5-2-2010 πρόσθετη πράξη το επιτόκιο συντίθεται σωρευτικά από "α. το επιτόκιο και το περιθώριο (spread), όπως αυτά καθορίζονται στη σύμβαση β. ένα επιπλέον περιθώριο κυμαινόμενο το οποίο ισούται με ποσοστό 100% του δείκτη iTRAXX Senior Financials, ο οποίος εκφράζεται σε εκατοστιαίες μονάδες [...]. Ως δείκτης iTRAXX Senior Financials νοείται η πιο πρόσφατη σειρά (Series S) του δείκτη iTRAXX Europe 5 year Senior Financials, όπως αυτός ανακοινώνεται ως μέση τιμή στις 18:00 ώρα Λονδίνου, μέσω του Πρακτορείου Bloomberg Το συντιθέμενο κατά τα ανωτέρω επιτόκιο προσαυξάνεται με την εισφορά του άρθρου 1 του Ν. 128/75 όπως εκάστοτε ισχύει", ενώ σύμφωνα με την από 16-5-2011 πρόσθετη πράξη το επιτόκιο συντίθεται σωρευτικά από "α.

το επιτόκιο και το περιθώριο (spread), όπως αυτά καθορίζονται στη σύμβαση β. ένα επιπλέον περιθώριο κυμαινόμενο το οποίο ισούται με ποσοστό 175% του δείκτη Itraxx Senior Financials, ο οποίος εκφράζεται σε εκατοστιαίες μονάδες Ως δείκτης Itraxx Senior Financials νοείται η mo πρόσφατη σειρά (Series S) του δείκτη Itraxx Europe 5 year Senior Financials, όπως αυτός ανακοινώνεται ως μέση τιμή στις 18:00 ώρα Λονδίνου, μέσω του Πρακτορείου Bloomberg [...].

Η τράπεζα δικαιούται να μεταβάλει περαιτέρω το βασικό επιτόκιο λαμβάνοντας υπόψη όλους τους παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος χρήματός της, όπως το EURIBOR τριμήνου, τον κίνδυνο χώρας (country risk) Το συντιθέμενο κατά τα ανωτέρω επιτόκιο προσαυξάνεται με την εισφορά του άρθρου 1 του Ν. 128/75 όπως εκάστοτε ισχύει". Οι ανωτέρω όροι δεν προσκρούουν στη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, ενώ με βάση τις διατάξεις του ν. 2251/1994 και την παραπάνω απόφαση της ΕΤΠΘ/ΤΕ, κρίνεται ότι κατά τρόπο ορισμένο στη μεταξύ των διαδίκων σύμβαση προσδιορίζεται ο τρόπος υπολογισμού του επιτοκίου αλλά και οι προϋποθέσεις κάτω από τις οποίες αυτό μεταβάλλεται, η παράθεση των οποίων δεν επιφέρει ούτε καν απλή διατάραξη της ισορροπίας μεταξύ των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλόμενων, σύμφωνα με τα στην οικεία μείζονα σκέψη της παρούσας εκτιθέμενα, ενώ περαιτέρω αξιολογούνται ως εύλογες και δικαιολογούν τη συμβατική αυτή ρύθμιση, ως αναφερόμενες σε σημαντικά οικονομικά στοιχεία, χωρίς παράλληλα να είναι δυνατός ο περαιτέρω ειδικός προσδιορισμός τους, ώστε να καταλείπονται περιθώρια αξιολόγησής τους ως αορίστων. Πέραν τούτου από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυψε ότι ο τηρηθείς στα πλαίσια της επίδικης σύμβασης λογαριασμός χρεώθηκε με επιτόκια τα οποία υπερέβαιναν τα συμφωνηθέντα.

Συνεπώς, δεν μπορεί να γίνει λόγος για παράνομο εκτοκισμό, για παράνομη κεφαλαιοποίηση και στη συνέχεια για παράνομο ανατοκισμό του σχετικού ποσού, αλλά ούτε και για αντίθεση των σχετικών όρων της μεταξύ των διαδίκων σύμβασης στις διατάξεις των άρθρων 288 και 371 επ ΑΚ, εφόσον προϋπόθεση εφαρμογής των εν λόγω διατάξεων είναι η αοριστία της παροχής, περίπτωση που δεν προέκυψε ότι συντρέχει στην προκειμένη περίπτωση, αφού ο προσδιορισμός της συγκεκριμένης παροχής συμφωνήθηκε να γίνει με τα προαναφερόμενα αντικειμενικά κριτήρια. Επομένως, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφασή του δέχθηκε τα ίδια και απέρριψε τους ανωτέρω λόγους ανακοπής δεν έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και ορθώς εκτίμησε τις προσαχθείσες ενώπιον του αποδείξεις, όσα δε αντίθετα υποστηρίζουν οι εκκαλούντες με τον τρίτο λόγο της έφεσής τους και με τους τέταρτο και πέμπτο πρόσθετους λόγους έφεσης είναι αβάσιμα και απορριπτέα...

Στην προκειμένη περίπτωση οι ανακόπτοντες με τον υπό στοιχείο 5 πρόσθετο λόγο της ανακοπής τους ισχυρίζονται ότι στους όρους 3.1 και 12.2 της επίδικης σύμβασης προβλέπεται η επιβάρυνσή τους με την εισφορά του Ν. 128/1975, ότι η καθ' ης η ανακοπή μη νομίμως μετακύλισε την ανωτέρω εισφορά και τους επιβάρυνε με ποσά, τα οποία έχει ενσωματώσει στην επιδικασθείσα με την προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής, ότι σε περίπτωση που κριθεί ότι νομίμως μετακυλίσθηκε η εισφορά αυτή σε βάρος τους, πρέπει να γίνει δεκτό ότι η καθ' ης η ανακοπή μη νομίμως κεφαλοποίησε και ανατόκισε αυτή μαζί με τους οφειλόμενους τόκους κεφαλαίου, καθόσον εδικαιούτο να υπολογίζει λογιστικώς τόκους επί καθυστερούμενων τόκων από την πρώτη ημέρα καθυστερήσεων [ανατοκισμός], με την στενή έννοια και όχι τόκους επί προμηθειών, εξόδων και εισφορών, που ενυπάρχουν στη σύμβαση, ότι με τον τρόπο αυτό επιβάρυνε παρανόμως το λογαριασμό τους με το επιπλέον ποσό των 958,84 ευρώ και ότι οι προαναφερόμενοι όροι είναι καταχρηστικοί, εφόσον ουδέποτε κατέστησαν αντικείμενο διαπραγμάτευσης και αποτελούν προδιατυπωμένους γενικούς όρους των συναλλαγών, που χρησιμοποιεί η καθ' ης η ανακοπή στις συμβάσεις της, οι οποίες φέρουν αποκλειστικά τον χαρακτήρα "συμβάσεων προσχωρήσεως".

Ο ανωτέρω λόγος ανακοπής ως προς το πρώτο σκέλος του είναι απορριπτέος ως μη νόμιμος, εφόσον με βάση τα όσα προεκτέθηκαν, ο υπολογισμός του ποσοστού της εισφοράς του ν. 128/1975 για τον καθορισμό του επιτοκίου δανείων της Τράπεζας με έμμεσο αποτέλεσμα τη μετακύλιση της εισφοράς αυτής στον δανειοδοτούμενο, είναι νόμιμος, γιατί δεν αντίκειται στη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 3 του ν. 128/1975, ούτε σε άλλον απαγορευτικό κανόνα δικαίου.

Κατά τα λοιπά, ο ανωτέρω λόγος ανακοπής είναι αβάσιμος και απορριπτέος, εφόσον από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυψε ότι έλαβε χώρα ανατοκισμός της ανωτέρω εισφοράς. Πέραν τούτων, στην ένδικη σύμβαση γίνεται ειδική μνεία για τη χρέωση της πρώτης ανακόπτουσας με την προαναφερομένη εισφορά, με ενσωμάτωσή της στο επιτόκιο της πίστωσης, κατά τρόπο που να έχουν ικανοποιηθεί και οι απαιτήσεις διαφανείας και ενημερώσεώς της για την αντίστοιχη υποχρέωση, που αναλάμβανε με τη σύμβαση αυτή, ενώ δεν ήταν αναγκαία η αναφορά της αιτίας, που οδήγησε στην αποδοχή του σχετικού όρου.

Επομένως, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφασή του, έκρινε όμοια και απέρριψε τον ανωτέρω λόγο ανακοπής ως μη νόμιμο δεν έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου όσα δε αντίθετα υποστηρίζουν οι εκκαλούντες με τον έβδομο πρόσθετο λόγο της έφεσης τους είναι αβάσιμα και απορριπτέα".

Υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές του το Εφετείο δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφαση νομίμου βάσεως, καθόσον διέλαβε σε αυτή την απαιτούμενη αιτιολογία που καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής μη εφαρμογής των διατάξεων του άρθρου 281 ΑΚ και του Ν 2251/1994, τις οποίες δεν παραβίασε εκ πλαγίου.

Τούτο δε διότι αναφέρονται στην απόφαση με σαφήνεια και επάρκεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο αποδεικτικό πόρισμα. Ειδικότερα, σύμφωνα με τις προεκτεθείσες παραδοχές, στην επίδικη σύμβαση, αφενός γίνεται ειδική μνεία για τη χρέωση της πρώτης αναιρεσείουσας με την εισφορά του Ν. 128/1975 με την ενσωμάτωσή της στο επιτόκιο της πιστώσεως, με αποτέλεσμα να έχουν τηρηθεί οι απαιτήσεις διαφάνειας και ενημερώσεώς της για την αντίστοιχη υποχρέωση που αναλάμβανε με τη σύμβαση, παρεκτός του ότι στην προκειμένη περίπτωση δεν έλαβε χώρα ανατοκισμός της ως άνω εισφοράς και αφετέρου οι διαλαμβανόμενοι στη σύμβαση όροι περί μονομερούς μεταβολής του συνομολογηθέντος κυμαινόμενου επιτοκίου, όταν δεν υφίσταται διοικητικά προσδιορισμένο ανώτατο όριο επιτοκίου για τις τραπεζικές συναλλαγές, δεν προσκρούουν στο άρθρο 281 ΑΚ, ο δε τρόπος υπολογισμού του επιτοκίου και οι προϋποθέσεις υπό τις οποίες αυτό μεταβάλλεται προσδιορίζονται κατά τρόπο ορισμένο στη σύμβαση και δεν επιφέρουν διατάραξη της ισορροπίας μεταξύ των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων των συμβαλλομένων, παρεκτός του ότι στην προκειμένη περίπτωση ο τηρηθείς στα πλαίσια της επίδικης συμβάσεως λογαριασμός δεν χρεώθηκε με επιτόκια που υπερέβαιναν τα συμφωνηθέντα.

Επομένως, ο πρώτος αναιρετικός λόγος, κατά το πρώτο και τρίτο σκέλος του, από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Από το συνδυασμό των άρθρων 99 έως 106 του Ν. 3588/2007, οι διατάξεις του οποίου εφαρμόζονται στην υπό κρίση υπόθεση, κατ' άρθρο 182 παρ. 1 και 2 του Ν. 4446/2016, προκύπτει ότι παρόλο που η, από τις εν λόγω διατάξεις ρυθμιζόμενη, διαδικασία συνδιαλλαγής αποτελεί συλλογική συναινετική διαδικασία, που λειτουργεί στα πλαίσια της συμβατικής αυτονομίας, εντούτοις προβλέπεται επανειλημμένη παρέμβαση σ' αυτήν του Δικαστηρίου, εκδηλούμενη, πλην άλλων, και με την έκδοση στο πλαίσιο αυτής τριών αποφάσεων δυνάμει των οποίων ρυθμίζεται η εν λόγω διαδικασία και ειδικότερα της πρώτης (1η), που επιτρέπει το άνοιγμα της διαδικασίας (100 ΠτΚ) της δεύτερης (2η), που επικυρώνει ή μη τη συμφωνία, που τυχόν θα συναφθεί μεταξύ του οφειλέτη και εκείνων των πιστωτών, που έχουν την πλειοψηφία των απαιτήσεων, με τη συμμετοχή του μεσολαβητή (101 παρ. 1 ΠτΚ) και της τρίτης (3η), που διατάσσει τη λύση της συμφωνίας, λόγω μη εκπλήρωσης των όρων της (105 ΠτΚ).

Με την πρώτη απόφαση το πτωχευτικό δικαστήριο, μπορεί, κατ' άρθρο 100 παρ. 1, σε συνδυασμό με το άρθρο 10 παρ. 1 του ΠτΚ να διατάξει οποιοδήποτε εξασφαλιστικό μέτρο κρίνει αναγκαίο, για να αποτραπεί κάθε επιζήμια για τους πιστωτές μεταβολή της περιουσίας του οφειλέτη ή μείωση της αξίας της και ιδίως: α) να απαγορεύσει οποιαδήποτε διάθεση περιουσιακού στοιχείου από τον οφειλέτη ή προς αυτόν, β) να ορίσει μεσεγγυούχο και, γ) να διατάξει την αναστολή των ατομικών διώξεων των πιστωτών, η οποία ταυτίζεται με την προβλεπόμενη στο άρθρο 25 ν. 3588/2007 αναστολή των ατομικών καταδιωκτικών μέτρων κατά του πτωχού.

Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 25 ίδιου νόμου: "1. Με επιφύλαξη της διάταξης του άρθρου 26, από την κήρυξη της πτώχευσης αναστέλλονται αυτοδικαίως όλα τα ατομικά καταδιωκτικά μέτρα των πιστωτών κατά του οφειλέτη προς ικανοποίηση ή εκπλήρωση πτωχευτικών απαιτήσεών τους. Ιδίως απαγορεύεται η έναρξη ή συνέχιση της αναγκαστικής εκτέλεσης, η άσκηση αναγνωριστικών ή καταψηφιστικών αγωγών, η συνέχιση των δικών επ' αυτών, η άσκηση ή εκδίκαση ένδικων μέσων, η έκδοση πράξεων διοικητικής ή φορολογικής φύσεως, ή η εκτέλεσή τους σε στοιχεία της πτωχευτικής περιουσίας. 2.

Πράξεις κατά παράβαση της κατά την παράγραφο 1 αναστολής είναι απολύτως άκυρες". Κατ' ακολουθίαν αυτών, θα πρέπει να γίνει δεκτό ότι, η κήρυξη της πτώχευσης αλλά και η ένταξη του οφειλέτου στη διαδικασία συνδιαλλαγής, συνεπάγονται τις ακόλουθες έννομες συνέπειες: Η συζήτηση κάθε είδους ασκηθεισών, αναγνωριστικού ή καταψηφιστικού περιεχομένου, αγωγών των πιστωτών κηρύσσεται απαράδεκτη.

Η συνέχιση εκκρεμών δικών επί αγωγών αντίστοιχου χαρακτήρα αναστέλλεται αυτοδικαίως. Η έναρξη διαδικασιών αναγκαστικής εκτέλεσης με την επίδοση επιταγής προς πληρωμή θεωρείται άκυρη. Η διενέργεια πράξεων συντηρητικής η αναγκαστικής εκτέλεσης και η συνέχιση αντίστοιχων διαδικασιών κατά της περιουσίας του πτωχού ή του αιτούντος την εφαρμογή της διαδικασίας της συνδιαλλαγής οφείλεται ακόμη κι αν έχει εκδοθεί αμετάκλητη δικαστική απόφαση, αναστέλλονται.

Η άσκηση και η εκδίκαση, ενδίκων μέσων εκ μέρους των πιστωτών επί εγερθεισών αξιώσεών τους απαγορεύεται. Γίνεται όμως δεκτό ότι η κατά τα άνω αναστολή των ατομικών διώξεων των πιστωτών κατά του πτωχεύσαντος ή του τεθέντος στη διαδικασία της συνδιαλλαγής οφειλέτου δεν εμποδίζει την έκδοση διαταγής πληρωμής, ούτε την άσκηση διαπλαστικών δικαιωμάτων (καταγγελία, υπαναχώρηση επίσχεση) ούτε τέλος τη διεξαγωγή δικών επί υποθέσεων εκδικαζομένων κατά τη διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας.

Εσφαλμένη εφαρμογή της διατάξεως αυτής καθιστά αναιρετέα την απόφαση του δικαστηρίου με βάση την ΚΠολΔ 559 παρ. 1 (ΑΠ 294/2017, ΑΠ 822/2015).

Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 691 § 2 και 700 § 3 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η προσωρινή διαταγή, που εκδίδεται από το Δικαστή στα πλαίσια της διαδικασίας των ασφαλιστικών μέτρων και καθορίζει τα ασφαλιστικά μέτρα, που είναι ληπτέα αμέσως, προς εξασφάλιση του δικαιώματος ή τη ρύθμιση της κατάστασης, μέχρι την έκδοση της απόφασης, δεν είναι δικαστική απόφαση αλλά εκτελεστή πράξη της δικαστικής αρχής (ΟλΑΠ 4/2004) και επομένως δεσμευτική, με την έννοια ότι πράξεις που είναι αντίθετες με το περιεχόμενό της, στερούνται νομιμότητας. Αν δε το μέτρο που ορίσθηκε με την προσωρινή διαταγή και παραβιάσθηκε, συνίσταται στην απαγόρευση διαθέσεως πράγματος (μεταβολής της νομικής του κατάστασης), η μεταγενέστερη της διαταγής διάθεση (εκποίηση ή με οποιοδήποτε άλλο τρόπο και υποθήκη) πλήττεται με ακυρότητα, όχι εκ του άρθρου 175 του ΑΚ, αφού ο νόμος (άρθ. 691 § 2 και 700 § 3 του ΚΠολΔ), δεν προβλέπει ακυρότητα της απαγορευμένης με προσωρινή διαταγή διάθεσης, αλλά εκ του άρθρου 176 του ΑΚ, σε συνδυασμό με το άρθρο 691 § 2 του ΚΠολΔ, κατ' αναλογία με τα ισχύοντα επί δικαστικής απόφασης, με την οποία προσομοιάζει (χωρίς και να είναι) η προσωρινή διαταγή (ΑΠ 1022/2020, ΑΠ 294/2017).

Με τον δεύτερο λόγο της αναιρέσεως και τον πρώτο πρόσθετο λόγο αυτής αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 10, 25, 104 παρ. 1β ΠτΚ, απορρίπτοντας τον Α2 λόγο της ανακοπής και τον τρίτο πρόσθετο λόγο αυτής, αφενός ως μη νομίμους, δεχόμενο εσφαλμένα ότι η έκδοση της διαταγής πληρωμής δεν εμποδίζεται από την διαταχθείσα αναστολή των κατά της πρώτης αναιρεσείουσας ατομικών διώξεων των πιστωτών, λόγω ένταξής της στη διαδικασία συνδιαλλαγής και αφετέρου ως αβάσιμους κατ' ουσίαν, δεχόμενο εσφαλμένα ότι κατά το χρόνο που η αναιρεσίβλητη επέσπευδε με την επιταγή προς πληρωμή αναγκαστική εκτέλεση σε βάρος των αναιρεσειόντων δεν υπήρχε αναστολή των ατομικών διώξεων των πιστωτών.

Οι αναιρετικοί αυτοί λόγοι, κατά το πρώτο σκέλος τους, είναι αβάσιμοι, διότι σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, η έκδοση διαταγής πληρωμής δεν παρεμποδίζεται από την επικαλούμενη ως διαταχθείσα με την προσωρινή διαταγή, αλλά και με την σχετική απόφαση, αναστολή των κατά της πρώτης αναιρεσείουσας ατομικών διώξεων των πιστωτών λόγω ένταξής της στη διαδικασία της συνδιαλλαγής.

Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε ως προς το ενδιαφέρον τους ερευνώμενους αναιρετικούς λόγους μέρος, τα ακόλουθα: Όπως προκύπτει από τα προσκομιζόμενα έγγραφα, η πρώτη ανακόπτουσα κατέθεσε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης την με αριθμ.

κατ. 14816/12-4-2011 αίτησή της, με την οποία ζητούσε να διαταχθεί το άνοιγμα της διαδικασίας συνδιαλλαγής των άρθρων 99 επ. του Ν. 3588/2007, να διοριστεί μεσολαβητής, να διαταχθεί η αναστολή των μέτρων, εκκρεμών ή μη, ατομικής και συλλογικής αναγκαστικής εκτέλεσης και επιπλέον να απαγορευθεί η λήψη ασφαλιστικών μέτρων σε βάρος της από τους πιστωτές της έως την έκδοση επικυρωτικής απόφασης από το ως άνω Δικαστήριο και να χορηγηθεί προσωρινή διαταγή περί αναστολής των μέτρων, εκκρεμών ή μη, ατομικής και συλλογικής αναγκαστικής εκτέλεσης και απαγόρευσης λήψης ασφαλιστικών μέτρων έως την έκδοση οριστικής απόφασης επί της προαναφερόμενης αίτησής της.

Ακολούθως, το Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης εξέδωσε την από 12-4-2011 προσωρινή διαταγή, με την οποία απαγόρευσε τα μέτρα ατομικής και συλλογικής αναγκαστικής εκτέλεσης σε βάρος της πρώτης ανακόπτουσας μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης επί της με αριθμ. κατ. 14816/12-4-2011 αίτησης υπό τον όρο συζήτησης αυτής κατά την ορισθείσα δικάσιμο της 23-5-2011.

Η ανωτέρω αίτηση συζητήθηκε κατά την ορισθείσα δικάσιμο, επ' αυτής δε εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 21910/21-7-2011 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία διατάχθηκε το άνοιγμα της διαδικασίας συνδιαλλαγής για την πρώτη ανακόπτουσα, ορίσθηκε μεσολαβήτρια και ανεστάλησαν -μέχρι την έκδοση επικυρωτικής απόφασης - κατ' άρθρο 103 του Ν. 3588/2007:

α ) τα μέτρα, εκκρεμή ή μη, ατομικής δίωξης και αναγκαστικής εκτέλεσης κατά της πρώτης ανακόπτουσας για την ικανοποίηση των απαιτήσεων των πιστωτών της, β) η λήψη οποιουδήποτε ασφαλιστικού μέτρου κατ' αυτής, εκτός εάν με αυτό επιδιώκεται η αποτροπή της απομάκρυνσης ή αφαίρεσης ή μετακίνησης κινητών πραγμάτων της επιχείρησής της (πλην των προς πώληση εμπορευμάτων) τεχνολογικού ή μηχανολογικού εν γένει εξοπλισμού, που ενείχε τον κίνδυνο απαξίωσης της επιχείρησής της και γ) η μεταβίβαση των περιουσιακών στοιχείων της πρώτης ανακόπτουσας ή προς αυτήν, πλην των προς πώληση εμπορευμάτων.

Η περίοδος συνδιαλλαγής παρατάθηκε με την υπ' αριθμ. 8416/2012 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, ενώ στη συνέχεια εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 22069/3-9-2012 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε η αίτηση επικύρωσης της συμφωνίας συνδιαλλαγής. Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκε η υπ' αριθμ. 3672/4-10-2012 έφεση επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 336/ 27-2-2013 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία εξαφανίσθηκε η εκκαλούμενη απόφαση και επικυρώθηκε η από 3-5-2012 συμφωνία συνδιαλλαγής μεταξύ της πρώτης ανακόπτουσας και των συμβληθέντων πιστωτών της, ενώ με την ίδια απόφαση κηρύχθηκε και το πέρας της διαδικασίας συνδιαλλαγής, που είχε ανοίγει με την υπ' αριθμ. 21910/2011 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.

Πριν από την έκδοση της προαναφερόμενης απόφασης και συγκεκριμένα στις 26-11-2012 είχε εκδοθεί μετά από αίτηση της πρώτης ανακόπτουσας η υπ' αριθμ. 667/2012 προσωρινή διαταγή του Εφετείου Θεσσαλονίκης με την οποία απαγορεύθηκε η λήψη οποιουδήποτε μέτρου εκτέλεσης από την τότε καθ' ης η αίτηση Ε. Ο. σε βάρος της πρώτης ανακόπτουσας μέχρι την έκδοση απόφασης επί της υπ' αριθμ. 3672/4-10-2012 έφεσης κατά της υπ' αριθμ. 22069/2012 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, υπό τον όρο συζήτησης της έφεσης αυτής κατά τη δικάσιμο της 21-1-2013.

Ακολούθως, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη με την ανακοπή υπ' αριθμ. ...-2013 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία διατάχθηκαν οι ανακόπτοντες (η πρώτη ως οφειλέτης και οι λοιποί ως εγγυητές υπέρ αυτής ) εις ολόκληρον ο καθένας να καταβάλουν στην καθ' ης η ανακοπή το ποσό των 244.543,20 ευρώ πλέον τόκων και εξόδων.

Ακριβές αντίγραφο του πρώτου εκτελεστού απογράφου της εν λόγω διαταγής πληρωμής με την κάτωθι αυτού από 13-2-2013 και ήδη προσβαλλόμενη επιταγή προς πληρωμή επιδόθηκε στους ανακόπτοντες στις 20-2-2013 (βλ. προσκομιζόμενες με επίκληση υπ' αριθμ. ...-2013, ...-2013 και ...-2013 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης Β.

I. Κ., αντιστοίχως). Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι κατά το χρόνο, που η καθ' ης η ανακοπή επέσπευσε με την προσβαλλόμενη από 13-2-2013 επιταγή προς πληρωμή- αναγκαστική εκτέλεση σε βάρος των ανακοπτόντων δεν απαγορευόταν ούτε είχε ανασταλεί η λήψη μέτρων αναγκαστικής εκτέλεσης σε βάρος τους από την καθ' ης η ανακοπή, παρά μόνο απαγορευόταν η λήψη τέτοιων μέτρων από τη μη διάδικο στην παρούσα δίκη, Ε.

Ο. , σε βάρος της πρώτης ανακόπτουσας. Σημειωτέον, τέτοια απαγόρευση ή αναστολή ουδέποτε είχε διαταχθεί στα πλαίσια της άνω αίτησης συνδιαλλαγής ως προς τους δεύτερο και τρίτη των ανακοπτόντων και ως εκ τούτου -τόσο ως προς αυτούς όσο και ως προς την πρώτη ανακόπτουσα αναστολή των μέτρων, εκκρεμών ή μη, ατομικής αναγκαστικής εκτέλεσης επήλθε (κατ' άρθρο 104 Ν. 3588/2007) μετά την επικύρωση της συμφωνίας συνδιαλλαγής με την προαναφερθείσα υπ' αριθμ. 336/27-2-2013 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης και συνεπώς εγκύρως εκδόθηκε σε βάρος των ανακοπτόντων η προσβαλλόμενη με την ανακοπή τους επιταγή προς πληρωμή.

Το Πρωτοβάθμιο επομένως, Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφασή του, δέχθηκε τα ίδια δεν έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και ορθά εκτίμησε τις προσαχθείσες ενώπιον του αποδείξεις, όσα δε αντίθετα υποστηρίζουν οι εκκαλούντες με τον πρώτο λόγο έφεσης και τον δεύτερο πρόσθετο λόγο αυτής είναι αβάσιμα και απορριπτέα."

Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, καθόσον σύμφωνα με τα ως ανελέγκτως δεκτά γενόμενα στις 20-2-2013 που επιδόθηκε στους αναιρεσείοντες ακριβές αντίγραφο πρώτου εκτελεστού απογράφου της προσβαλλόμενης με την ανακοπή υπ' αριθμ. 2538/2013 διαταγής πληρωμής με την κάτωθι αυτού από 13-2-2013 επιταγή προς πληρωμή δεν υπήρχε αναστολή των μέτρων ατομικής διώξεως και αναγκαστικής εκτελέσεως σε βάρος των αναιρεσειόντων για την ικανοποίηση των απαιτήσεων της αναιρεσίβλητης, δεδομένου ότι με την υπ' αριθμ. 22069/3-9-2012 απόφαση του Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, είχε απορριφθεί η αίτηση της πρώτης αναιρεσείουσας για επικύρωση της συμφωνίας συνδιαλλαγής, ενώ η έκδοση, κατόπιν αιτήσεως της πρώτης αναιρεσείουσας, της υπ' αριθ. 667/26-11-2012 προσωρινής διαταγής του Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία απαγορεύθηκε η λήψη οποιουδήποτε μέτρου εκτελέσεως από την τότε καθ' ης η αίτηση Ε.

Ο. σε βάρος της πρώτης αναιρεσείουσας μέχρι την έκδοση αποφάσεως επί της ασκηθείσας εφέσεως της κατά της ως άνω υπ' αριθ. 22069/3-9-2012 αποφάσεως, δεν εμπόδιζε την επίσπευση της αναγκαστικής εκτελέσεως από την αναιρεσίβλητη σε βάρος των αναιρεσειόντων, δεδομένου ότι η ως άνω απαγόρευση δεν διατάχθηκε στα πλαίσια της συμφωνίας συνδιαλλαγής, αφού, όπως προεκτέθηκε, η σχετική αίτηση για την επικύρωση της είχε απορριφθεί.

Επομένως, ο δεύτερος αναιρετικός λόγος και ο πρώτος πρόσθετος λόγος από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι.

Με τον δεύτερο πρόσθετο λόγο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο παραβίασε εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 281 ΑΚ και του Ν 2251/1994 απορρίπτοντας τον Β5 λόγο της ανακοπής, δεχόμενο με ανεπαρκείς αιτιολογίες ότι οι πρόσθετες επιβαρύνσεις που επιβλήθηκαν από την αναιρεσίβλητη βάσει των προδιατυπωμένων από αυτή και εκτός διαπραγματεύσεως όρων της συμβάσεως δεν είναι παράνομοι και καταχρηστικοί.

Από την επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε ως προς το ενδιαφέρον τους ερευνώμενους αναιρετικούς λόγους μέρος τα ακόλουθα: "Στην προκειμένη περίπτωση οι ανακόπτοντες με τον υπό στοιχείο Β5 λόγο της ανακοπής τους ισχυρίζονται ότι με την ένδικη σύμβαση επιβλήθηκαν από την καθ' ης πρόσθετες επιβαρύνσεις, βάσει των προδιατυπωμένων από αυτήν και εκτός διαπραγμάτευσης όρων της σύμβασης, οι οποίοι τυγχάνουν αόριστοι, παράνομοι και καταχρηστικοί, υπό την έννοια της διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ και λόγω της αντίθεσής τους, προς το ν. 2251/1994 "περί προστασίας των καταναλωτών", διότι, λόγω της αοριστίας τους, προσβάλλουν την αρχή της διαφάνειας που ο εν λόγω νόμος καθιερώνει, και διαταράσσουν την ισορροπία των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων των συμβαλλομένων σε βάρος τους, ότι δυνάμει των ανωτέρω όρων επιβλήθηκαν σε βάρος τους έξοδα που ισχύουν για απροσδιόριστο αριθμό καταναλωτών, που συνάπτουν συμβάσεις πίστωσης με την καθ' ης η ανακοπή και είναι αποτέλεσμα μιας μονομερούς από αυτή εκτίμησης του ύψους των συγκεκριμένων εξόδων επί τη βάσει κριτηρίων, που είναι άγνωστα στους αντισυμβαλλόμενούς της - καταναλωτές, ότι τα αναφερόμενα τραπεζικά κριτήρια είναι έννοιες αόριστες για τον μέσο καταναλωτή, ο οποίος δεν γνωρίζει εκ των προτέρων τις ακριβείς συμβατικές δεσμεύσεις που αναλαμβάνει, ότι παρόμοιοι όροι είναι και οι όροι, που περιελήφθησαν στην επίδικη σύμβαση πίστωσης με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό και συγκεκριμένα οι όροι 12.1 και 12.2 αυτής σύμφωνα με τους οποίους "12.1.

Ο πιστούχος βαρύνεται με ποσό ευρώ 300,00 που αποτελεί τη δαπάνη αξιολόγησης του δανειακού του αιτήματος και προέγκρισής του. 12.2. Ρητά συμφωνείται ότι τον Πιστούχο βαρύνουν αποκλειστικά όλες οι σχετικές με την παρούσα σύμβαση δαπάνες (αμοιβές, τέλη, δικαστικά ή άλλα έξοδα) [...]", ότι οι ανωτέρω όροι με βάση τις διατάξεις του ν. 2251/1994 (άρθρο 2 παρ.1, 3 και 6) είναι καταχρηστικοί, γιατί παραβιάζουν την αρχή της διαφάνειας και διαταράσσουν την ισορροπία των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων σε βάρος τους και τα ανωτέρω έξοδα αποτελούν παράνομη επιβάρυνσή τους, αφού αντίκεινται στο άρθρο 1 της ΠΔ/ΤΕ1969/1991 και στην απόφαση ΕΝΠΟ/ΤΕ 524/1993, ότι με βάση τους ανωτέρω όρους χρεώθηκαν στο λογαριασμό της επίδικης σύμβασης πίστωσης τα αναφερόμενα στην ανακοπή ποσά συνολικού ύψους 60.0882,39 και ως εκ τούτου πρέπει να ακυρωθεί η προσβαλλόμενη με την ανακοπή διαταγή πληρωμής για την ανωτέρω αιτία.

Ο λόγος αυτός της ανακοπής είναι αβάσιμος και απορριπτέος, καθόσον ναι μεν ο υπ' αριθμ. ... λογαριασμός, ο οποίος αντιστοιχεί στον με αρ. ... όμοιο, που τηρήθηκε στα πλαίσια της ένδικης υπ' αριθμ. ...-2005 σύμβασης πίστωσης, επιβαρύνθηκε πράγματι με τα επικαλούμενα από τους ανακόπτοντες ποσά, ωστόσο τα εν λόγω ποσά αφορούν πραγματικά έξοδα της καθ' ης η ανακοπή για ενέργειες αναγκαίες για την υλοποίηση της κύριας παροχής προς την πιστούχο, που ήταν η χορήγηση της αιτουμένης εκ μέρους του πίστωσης (δαπάνες αξιολόγησης, επαναξιολόγησης, αξιολόγησης αιτήματος υπέρβασης πιστωτικού ορίου, σύναψης αυξητικών της πίστωσης συμβάσεων και τροποποιητικών, ελέγχου της οικονομικής και περιουσιακής κατάστασης του πιστούχου, αμοιβών λογιστή, εκτιμητή, εμπειρογνωμόνων, πινακίων και χαρτοσήμου κατάθεσης αξιογράφων) και για την ενημέρωσή του για την κίνηση του σχετικού λογαριασμού (δαπάνες επιστολών), έξοδα, τα οποία κατά τα μεταξύ τους συμφωνηθέντα βάρυναν την ίδια (όρος 12), τα ανωτέρω δε έξοδα δεν αποτελούν προμήθεια της καθ' ης η ανακοπή για τη χορήγηση της σχετικής πίστωσης και δεν εμπίπτουν στις απαγορεύσεις της ΠΔ/ΤΕ 1969/1991 και της απόφασης ΕΝΠΘ/ΤΕ 524/1993, ενώ από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυψε ότι στον προαναφερόμενο λογαριασμό περιελήφθησαν χρεώσεις προερχόμενες από ανατοκισμό των ανωτέρω εξόδων.

Πέραν τούτου, οι σχετικοί όροι, που περιελήφθησαν στη μεταξύ της καθ' ης η ανακοπή και πρώτης ανακόπτουσας πιστωτικής σύμβασης και οι οποίοι έχουν ως έξης: "12.1 Ο Πιστούχος βαρύνεται με ποσό ευρώ 300,00 που αποτελεί τη δαπάνη αξιολόγησης του δανειακού του αιτήματος και προέγκρισής του. 12.2. Ρητά συμφωνείται ότι τον Πιστούχο βαρύνουν αποκλειστικά όλες οι σχετικές με την παρούσα σύμβαση δαπάνες (αμοιβές, τέλη, δικαστικά ή άλλα έξοδα).

Ειδικότερα τον βαρύνουν η δαπάνη νομικού και τεχνικού ελέγχου και εκτίμησης του υπό προσημείωση ακινήτου, η δαπάνη για την εγγραφή προσημείωσης και τυχόν τροπή της σε υποθήκη, και την εξάλειψη αυτών, η δαπάνη ενεχυράσεων, εκχωρήσεων και λοιπών εξασφαλίσεων, η δαπάνη λόγω αναγκαστικής εκτέλεσης μέχρι να επιτευχθεί η ολοσχερής εξόφληση του καταλοίπου, τα καταβληθέντα τυχόν από την Τράπεζα ασφάλιστρα και κάθε άλλο έξοδο, επιβάρυνση, αμοιβή, φόρος και εισφορά (όπως ενδεικτικά η εισφορά του Ν. 128/1975, όπως εκάστοτε ισχύει), με μόνη εξαίρεση το φόρο εισοδήματος της Τράπεζας από τους εισπραττόμενους τόκους.

Σε περίπτωση που οι δαπάνες αυτές καταβληθούν από την Τράπεζα καταλογίζονται σε βάρος του Πιστούχου έντοκα σύμφωνα με το άρθρο 7.4 της παρούσας. 12.3 Οι δαπάνες που επιβαρύνουν τον Πιστούχο για υπηρεσίες που παρέχονται προς αυτόν στα πλαίσια της παρούσας (εφόσον κάνει χρήση αυτών) αναφέρονται στον πίνακα τιμολογιακής πολιτικής τον οποίον ο Πιστούχος παρέλαβε, αναγνωρίζει δε τις δαπάνες αυτές ως νόμιμες και εύλογες.

Έχοντας υπόψη ότι η παρούσα Σύμβαση έχει αόριστη διάρκεια, η Τράπεζα δικαιούται να μεταβάλλει το ύψος των παραπάνω δαπανών ή και να συμπληρώσει αυτές για σπουδαίο λόγο. Κριτήρια αναπροσαρμογής ενδεικτικά αποτελούν η κατά 100% διακύμανση του πληθωρισμού και του κόστους εργασίας, ο αναλαμβανόμενος ειδικός και γενικός κίνδυνος και οι συνθήκες της αγοράς και του ανταγωνισμού. 12.4 Ο Πιστούχος εξουσιοδοτεί με την παρούσα την Τράπεζα ανέκκλητα (αφού η εξουσιοδότηση αφορά στο συμφέρον αμφότερων των συμβαλλομένων) να φέρει σε χρέωση του Λογαριασμού της Πίστωσης όλα τα παραπάνω υπό 12.1, 12.2 και 12.3 ποσά" δεν προσκρούουν στις διατάξεις του ν. 2251/1994, εφόσον δεν εμφανίζουν αοριστία, δεν διαταράσσουν την ισορροπία των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων σε βάρος των ανακοπτόντων, δεν είναι ικανοί να οδηγήσουν σε διάψευση των τυπικών και δικαιολογημένων προσδοκιών του οφειλέτη ως προς την εξέλιξη της συναλλακτικής του σχέσης με την καθ' ης η ανακοπή και δεν παραβιάζουν τη βαρύνουσα την καθ' ης η ανακοπή υποχρέωση σαφήνειας και διαφάνειας, η δε καθ' ης η ανακοπή είχε εξουσιοδοτηθεί από την πιστούχο να χρεώνει τον προαναφερόμενο λογαριασμό, όπως και τον χρέωσε, με τα προαναφερόμενα έξοδα (όρος 12.4).

Το Πρωτοβάθμιο, επομένως, Δικαστήριο, το οποίο αν και με ελλιπείς αιτιολογίες, οι οποίες συμπληρώνονται με αυτές της παρούσας με την εκκαλούμενη απόφασή του, απέρριψε τον ανωτέρω λόγο ανακοπής δεν έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και ορθά εκτίμησε τις προσαχθείσες ενώπιον του αποδείξεις, όσα δε αντίθετα υποστηρίζουν οι εκκαλούντες με τον τρίτο λόγο της έφεσής τους και τους τέταρτο, πέμπτο και όγδοο πρόσθετους λόγους έφεσης είναι αβάσιμα και απορριπτέα." Υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές του το Εφετείο δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφαση νομίμου βάσεως, καθόσον διέλαβε σε αυτή την απαιτούμενη αιτιολογία που καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής μη εφαρμογής των διατάξεων του άρθρου 281 ΑΚ και του Ν. 2251/1994, τις οποίες δεν παραβίασε εκ πλαγίου.

Τούτο δε διότι αναφέρονται στην απόφαση με σαφήνεια και επάρκεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο αποδεικτικό πόρισμα. Ειδικότερα, σύμφωνα με τις προεκτεθείσες παραδοχές, οι διαλαμβανόμενοι στην επίδική σύμβαση όροι ότι η πιστούχος (πρώτη αναιρεσείουσα) βαρύνεται με τη δαπάνη αξιολογήσεως και προεγκρίσεως του δανειακού αιτήματός της, με τη δαπάνη νομικού και τεχνικού ελέγχου και εκτιμήσεως του υπό προσημείωση ακινήτου, τη δαπάνη για την εγγραφή προσημειώσεως, την τροπή της σε υποθήκη και την εξάλειψή τους, τη δαπάνη ενεχυράσεων, εκχωρήσεων και λοιπών εξασφαλίσεων, τη δαπάνη λόγω αναγκαστικής εκτελέσεως, καθώς και με κάθε άλλο έξοδο, επιβάρυνση, αμοιβή, φόρο και εισφορά, δεν είναι καταχρηστικοί και δεν διαταράσσουν την ισορροπία των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων σε βάρος των αναιρεσειόντων, δεν μπορούν να οδηγήσουν σε διάψευση των δικαιολογημένων προσδοκιών της πιστούχου ως προς την εξέλιξη της συναλλακτικής της σχέσεως με την αναιρεσίβλητη και δεν παραβιάζουν την υποχρέωση της τελευταίας για σαφήνεια και διαφάνεια, η δε πιστούχος είχε εξουσιοδοτήσει την αναιρεσίβλητη να χρεώνει τον τηρηθέντα λογαριασμό με τα ως άνω έξοδα.

Επομένως, ο δεύτερος πρόσθετος αναιρετικός λόγος από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, εφόσον δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθούν η αίτηση αναιρέσεως και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες για την άσκηση αυτής παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος των αναιρεσειόντων, λόγω της ήττας τους (άρθρα 176, 183, 189 αριθ. 1, 191 αριθ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζονται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Συνεκδικάζει την από 15-4-2021 αίτηση και τους από 7-9-2022 πρόσθετους λόγους αυτής για την αναίρεση της υπ' αριθ. 693/2019 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Απορρίπτει την από 15.4.2021 αίτηση αναίρεσης και τους από 7-9-2022 πρόσθετους λόγους αυτής.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Επιβάλλει εις βάρος των αναιρεσειόντων τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 8 Απριλίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης καθώς και της αμέσως αρχαιότερης Αρεοπαγίτου αποχωρησασών από την Υπηρεσία, ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Ιανουαρίου 2026.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ