Supreme Court allows partial appeal regarding interest on engineering contract fees, remanding case for retrial.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court accepted the appeal filed by Panetchniki A.E. against a First Instance Court decision on engineering contract fees. The Court found the lower court's reasoning on interest calculation flawed and declared the appeal admissible regarding this specific issue. Consequently, the contested judgment was annulled in part and remanded to the original court for retrial by a different judge.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559 and 580 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may admit an appeal if the lower court's reasoning on a decisive issue is flawed, annulling the judgment in part and remanding the case for retrial by a different judge.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 18 / 2025 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 18/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννα Μαργέλλου - Μπουλταδάκη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Νίκη Κατσιαούνη - Εισηγήτρια, Μαρία Γιαννακοπούλου και Απόστολο Φωτόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 21 Μαΐου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέως Γ. Φ., για να δικάσει τις εξής υποθέσεις μεταξύ:
Α. Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΠΑΝΤΕΧΝΙΚΗ Α.Ε.", που εδρεύει στην Κηφισιά Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Ιωάννα Ράπτη και Παναγιώτη Γιαννόπουλο, με δηλώσεις του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., οι οποίοι είχαν καταθέσει προτάσεις στις 17-1-2022 και προσθήκη στις 21-1-2022.
Των αναιρεσιβλήτων: 1)Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "Τεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδας", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως υποκατάστατου κατά νόμο της τελούσας υπό εκκαθάριση ετερόρρυθμης εταιρείας - γραφείου μελετών με την επωνυμία "ΕΡΓΩΝ ΜΕΛΕΤΗΤΙΚΗ ... ΚΑΙ ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ Ε.Ε." - ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΕΣ ΜΗΧΑΝΙΚΟΙ, και 2)υπό εκκαθάριση ετερόρρυθμης εταιρείας - γραφείου μελετών με την επωνυμία "ΕΡΓΩΝ ΜΕΛΕΤΗΤΙΚΗ ... ΚΑΙ ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ Ε.Ε." - ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΕΣ ΜΗΧΑΝΙΚΟΙ, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από την εκκαθαρίστριά της Σ. - Ε. Α. Το πρώτο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Μαρία - Χριστίνα Κέζα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., η οποία δεν κατέθεσε προτάσεις και η δεύτερη εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Χασάπη, με δήλωσή του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο οποίος είχε καταθέσει προτάσεις στις 21-1-2022.
Και
Β. Της αναιρεσείουσας: υπό εκκαθάριση ετερόρρυθμης εταιρείας - "γραφείου μελετών" με την επωνυμία "ΕΡΓΩΝ ΜΕΛΕΤΗΤΙΚΗ ... ΚΑΙ ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ Ε.Ε." - ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΕΣ ΜΗΧΑΝΙΚΟΙ, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από την εκκαθαρίστριά της Σ. - Ε. Α. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Χασάπη, με δήλωσή του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο οποίος είχε καταθέσει προτάσεις στις 21-1-2022.
Των αναιρεσιβλήτων: 1)ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΠΑΝΤΕΧΝΙΚΗ Α.Ε.", που εδρεύει στην Κηφισιά Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, και 2)Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "Τεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδας" (Τ.Ε.Ε.), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Η 1η εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Παναγιώτη Γιαννόπουλο και Ιωάννα Ράπτη, με δηλώσεις του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., οι οποίοι είχαν καταθέσει προτάσεις στις 17-1-2022 και προσθήκη στις 21-1-2022. Το δεύτερο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Μαρία - Χριστίνα Κέζα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., η οποία δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-12-2012 αγωγή του Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "Τεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδας" (Τ.Ε.Ε.) που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκε με την διά των προτάσεων ασκηθείσας πρόσθετης παρέμβασης της υπό εκκαθάριση ετερόρρυθμης εταιρείας - "γραφείου μελετών" με την επωνυμία "ΕΡΓΩΝ ΜΕΛΕΤΗΤΙΚΗ ... ΚΑΙ ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ Ε.Ε." - ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΕΣ ΜΗΧΑΝΙΚΟΙ. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 160/2014 μη οριστική, 175/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5620/2020 οριστική του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η Α. αναιρεσείουσα εταιρεία με την από 8-4-2021 αίτησή της και τους από 10-5-2021 προσθέτους λόγους και η Β αναιρεσείουσα υπό εκκαθάριση ανώνυμη εταιρεία, με την από 27-4-2021 αίτηση, οι οποίες συζητήθηκαν κατά τη δικάσιμο της 18ης Ιανουαρίου 2022, χωρίς να εκδοθούν αποφάσεις. Με την με αριθμό .../2024 πράξη αφαίρεσης δικογραφιών της Προέδρου του Αρείου Πάγου Ι. Κ. - Χ., από την ορισθείσα εισηγήτρια Αρεοπαγίτη ε.τ. Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου και τις με αριθμούς 50/2024 και 51/2024 πράξεις του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Νικολάου Πιπιλίγκα αντίστοιχα, ορίσθηκε η ως άνω νέα δικάσιμος για επανάληψη της συζήτησης των ως άνω υποθέσεων, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 307 Κ.Πολ.Δ.
Κατά την οίκοθεν συζήτηση των αιτήσεων αυτών, που εκφωνήθηκαν από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 246 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική διαδικασία κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης μπορεί, αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου, να διατάξει την ένωση και συνεκδίκαση περισσότερων εκκρεμών ενώπιον του δικών ανάμεσα στους ίδιους ή διαφορετικούς διαδίκους, αν υπάγονται στην ίδια διαδικασία και, κατά την κρίση του, διευκολύνεται ή επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης ή επέρχεται μείωση των εξόδων (ΑΠ 367/2020, ΑΠ 707/2019).
Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 307 του Κ.Πολ.Δ., η οποία έχει εφαρμογή και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση (άρθρο 573 παρ.1 του Κ.Πολ.Δ.), προκύπτει ότι, αν για οποιοδήποτε λόγο που παρουσιάζεται μετά το τέλος της συζήτησης της υπόθεσης καταστεί αδύνατη η έκδοση της απόφασης (παραίτηση, παύση δικαστή κτλ), η συζήτηση επαναλαμβάνεται με τον ορισμό νέας δικασίμου και κοινοποίηση κλήσης προς τους διαδίκους, ενέργειες που λαμβάνουν χώρα με την επιμέλεια είτε κάποιου εκ των διαδίκων, είτε της γραμματείας του δικαστηρίου. Η επαναλαμβανόμενη κατ' άρθρο 307 του ΚΠολΔ συζήτηση αποτελεί, όπως και η από το άρθρο 254 του ΚΠολΔ συζήτηση, συνέχεια της προηγούμενης και όχι νέα συζήτηση (ΑΠ 1443/2023, ΑΠ 2113/2022, Α.Π. 936/2018). Συνακόλουθα, η αρχική και η επαναλαμβανόμενη συζήτηση συνθέτουν μία συζήτηση και ο διάδικος ο οποίος δεν παρίσταται στην επαναλαμβανόμενη συζήτηση, είχε όμως παραστεί στην αρχική, δικάζεται αντιμωλία, ο διάδικος δε που παρίσταται στην επαναλαμβανόμενη συζήτηση δεν χρειάζεται να καταθέσει εκ νέου προτάσεις (ΑΠ 17/2023, ΑΠ 936/2018, ΑΠ 869/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τις με αριθμ. 50/2024 και 51/2024 Πράξεις του Προέδρου του Β2' Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, νόμιμα επαναλαμβάνεται η συζήτηση α) της από 8-4-2021 με αριθμ. καταθ. 1737/192/12-4-2021 αίτησης αναίρεσης, όπως αυτή διευρύνθηκε με τους ασκηθέντες, με το από 10-5-2021 με αριθμ.καταθ.53/2021 ιδιαίτερο δικόγραφο, πρόσθετους λόγους, της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΠΑΝΤΕΧΝΙΚΗ ΑΕ" και β) της από 27-4-2021 με αριθμ.καταθ.2592/319/27-4-2021 αίτησης αναίρεσης της υπό εκκαθάριση τελούσας ετερόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΡΓΩΝ ΜΕΛΕΤΗΤΙΚΗ ...
ΚΑΙ ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ ΕΕ"-ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΕΣ ΜΗΧΑΝΙΚΟΙ", προσθέτως παρεμβαίνουσας υπέρ του ενάγοντος, ως υποκαταστάτου της εκ του νόμου, νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Τεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδας-ΤΕΕ", αντίστοιχα, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 307 του Κ.Πολ.Δ., μετά τη διαπίστωση, όπως αναφέρεται, αδυναμίας για την έκδοση απόφασης επί των ανωτέρω αιτήσεων αναίρεσης, όπως η πρώτη τούτων διευρύνθηκε με τους άνω πρόσθετους λόγους, που είχαν συζητηθεί ενώπιον του Β2 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου κατά τη δικάσιμο στις 18-1-2022, εκ μέρους της ήδη συνταξιοδοτηθείσας, μετά τη συζήτηση της υπόθεσης, Αρεοπαγίτη- Εισηγήτριας Όλγας Σχετάκη-Μπονάτου, και ορίστηκε ως νέα δικάσιμος για τη συζήτησή τους η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας με κλήση των διαδίκων να παραστούν κατ' αυτήν.
Με τις ανωτέρω αντίθετες αιτήσεις αναίρεσης, όπως η πρώτη τούτων διευρύνθηκε με πρόσθετους λόγους, προσβάλλεται η αυτή, με αριθμό 5620/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, και συντρέχει νόμιμη περίπτωση συνεκδίκασής τους, επειδή είναι πρόδηλη η μεταξύ τους συνάφεια και διευκολύνεται έτσι η διεξαγωγή της δίκης.
Με τη διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 495 του ΚΠολΔ, όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε από το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015 (Α 87) και όπως το πρώτο εδάφιο της παρ.3 αντικαταστάθηκε από την παρ. 2 του άρθρου 35 του Ν.4446/2016 (ΦΕΚ Α 240), προβλέπεται η καταβολή παραβόλου από εκείνον που ασκεί το ένδικο μέσο της έφεσης, της αναίρεσης και της αναψηλάφησης (και επί περισσοτέρων ομοδίκων ενός παραβόλου), το οποίο ανέρχεται στο ποσό των τετρακοσίων πενήντα (450) ευρώ για την περίπτωση της αναίρεσης κατά απόφασης Εφετείου, που επισυνάπτεται στην έκθεση που συντάσσει ο γραμματέας, με κύρωση, σε περίπτωση μη καταβολής αυτού, την απόρριψη του ενδίκου μέσου ως απαράδεκτου από το Δικαστήριο.
Σύμφωνα όμως με το τελευταίο εδάφιο της διάταξης αυτής, η υποχρέωση αυτή δεν ισχύει, μεταξύ των άλλων, και για τις διαφορές του άρθρου 614 αριθ. 5 (διαφορές από αμοιβές μηχανικών).
Στην προκειμένη περίπτωση, κατά την κατάθεση της δεύτερης αίτησης αναίρεσης (της από 27-4-2021 με αριθμό κατάθεσης 2592/319/27-4-2021), παρότι η προσβαλλόμενη με υπ'αριθμ. 5620/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών έχει αντικείμενο διαφορά από αμοιβές μηχανικού, η αναιρεσείουσα προέβη στην επισύναψη του υπ' αριθ. .../2021 ηλεκτρονικού παραβόλου, ποσού τετρακοσίων πενήντα (450) ευρώ για την άσκηση της αναίρεσης.
Όμως η ένδικη διαφορά, ως διαφορά από αμοιβές μηχανικού, απαλλάσσεται της καταβολής παραβόλου για το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης και κατά συνέπεια το καταβληθέν παράβολο πρέπει να αποδοθεί στην αναιρεσείουσα, ανεξάρτητα από την έκβαση της δίκης επί της ως άνω αίτησης αναίρεσης (ΑΕΔ 3, 4/2014, ΑΠ 197/2023, ΑΠ 1300/2022).
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 76 παρ. 1, 3, 80, 82, 83 και 558 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι εκείνος που άσκησε αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση, έχει δικαίωμα να ασκήσει αναίρεση και όταν δεν ανέλαβε το δικαστικό αγώνα, εφ' όσον έχει έννομο συμφέρον, η αναίρεση όμως απευθύνεται μόνον κατά του αντιδίκου του, που νίκησε, και όχι κατά του διαδίκου, υπέρ του οποίου άσκησε την αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση (ΑΠ 752/2022, ΑΠ 1288/2019, ΑΠ 808/2018, ΑΠ 1347/2018).
Πρέπει όμως ο τελευταίος, εφόσον μεταξύ αυτού και του αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνοντος δημιουργείται, κατά το άρθρο 83 ΚΠολΔ, περιορισμένου περιεχομένου επιγενόμενη αναγκαία ομοδικία (ΑΠ 287/2023, ΑΠ 66/2023, ΑΠ 783/2021, ΑΠ 362/2020, ΑΠ 368/2019), να καλείται κατά τη συζήτηση της αναίρεσης, σύμφωνα με το άρθρο 76 παρ.3 ΚΠολΔ, αλλά και κατ' επιταγή της διάταξης του άρθρου 110 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.
κατά τους ορισμούς της οποίας οι διάδικοι έχουν δικαίωμα να παρίστανται σε όλες τις συζητήσεις της υπόθεσης (ΑΠ 752/2022, ΑΠ 783/2021, ΑΠ 1288/2019, ΑΠ 1347/2018). Ως αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση, όπως προκύπτει από τις διατάξεις του ΒΔ 30/31-5-1956 "περί κανονισμού του τρόπου καταβολής της αμοιβής των μηχανικών εν γένει" όπως ισχύει, θεωρείται και εκείνη την οποία ασκεί ο μηχανικός (ή μελετητική εταιρεία) υπέρ του Τεχνικού Επιμελητηρίου Ελλάδος, στην κατά τις ως άνω διατάξεις δίκη μεταξύ του τελευταίου, ως υποκατάστατου του μηχανικού, και του υπόχρεου για καταβολή της αμοιβής, καθώς η ισχύς της απόφασης εκτείνεται και στις έννομες σχέσεις του παρεμβαίνοντος προς τον αντίδικό του, αφού μ' αυτήν κρίνεται υποχρεωτικά και για τους δύο μαζί το ζήτημα της οφειλόμενης αμοιβής από τον δεύτερο στον πρώτο (ΑΠ 362/2020).
Στην προκείμενη περίπτωση, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ), αναφορικά με τη διαδικαστική πορεία της υπόθεσης, προκύπτουν τα εξής: Το νπδδ με την επωνυμία "Τεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδας", πρώτο αναιρεσίβλητο της πρώτης αίτησης αναίρεσης και δεύτερο αναιρεσίβλητο της δεύτερης αίτησης, ως εκ του νόμου υποκατάστατο της ήδη υπό εκκαθάριση τελούσας ετερόρρυθμης μελετητικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΡΓΩΝ ΜΕΛΕΤΗΤΙΚΗ ...
ΚΑΙ ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ ΕΕ"- ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΕΣ ΜΗΧΑΝΙΚΟΙ" (αναιρεσείουσα της δεύτερης αίτησης αναίρεσης) άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, την από 17-12-2012 (αρ. καταθ.527/2012) αγωγή κατά της αναιρεσείουσας της πρώτης αίτησης αναίρεσης ανώνυμης εταιρείας ("ΠΑΝΤΕΧΝΙΚΗ ΑΕ"), ως εργοδότριας, αφορώσα αμοιβή της άνω υποκαθισταμένης μελετητικής εταιρείας για την εκπόνηση αρχιτεκτονικών μελετών επί κτιριακού έργου.
Η υποκαθιστάμενη από το ενάγον ΤΕΕ εταιρεία (αναιρεσείουσα της δεύτερης αίτησης αναίρεσης) άσκησε στο ακροατήριο κατά τη συζήτηση της αγωγής και με τις προτάσεις της πρόσθετη παρέμβαση υπέρ του ενάγοντος ΤΕΕ και κατά της εναγομένης ήδη αναιρεσείουσας της πρώτης αίτησης αναίρεσης. Το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, εξέδωσε, αντιμωλία των διαδίκων και κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών από αμοιβές μηχανικών (ΚΠολΔ 677 επ.), αρχικά την, με αριθμό 160/2014 μη οριστική απόφασή του, με την οποία διέταξε την επανάληψη της συζήτησης και τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης από αρχιτέκτονα μηχανικό και μετά τη διενέργεια αυτής, εξέδωσε την με αριθμό 175/2018 οριστική απόφασή του.
Με την απόφαση αυτή το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αφού συνεκδίκασε την αγωγή και την πρόσθετη παρέμβαση, δέχθηκε κατ'ουσία την αγωγή και την πρόσθετη παρέμβαση και αναγνώρισε ότι η εναγομένη, ήδη αναιρεσείουσα της πρώτης αίτησης αναίρεσης, υποχρεούται να καταβάλει στην προσθέτως παρεμβαίνουσα- υποκαθισταμένη από το ενάγον ΤΕΕ, ήδη αναιρεσείουσα της δεύτερης αίτησης αναίρεσης, την αιτούμενη νόμιμη αμοιβή, ποσού 1.077.426,58 ευρώ, νομιμοτόκως από 1-8-2008, πλέον του αναλογούντος ΦΠΑ κατά το χρόνο εξόφλησης.
Κατά της οριστικής αυτής απόφασης η εναγομένη-αναιρεσείουσα της πρώτης αίτησης αναίρεσης άσκησε την από 14-11-2018 (αριθ.καταθ.107227 /7580/2018) έφεση, όπως αυτή διευρύνθηκε με τους από 30-6-2019 (αριθ.καταθ.6222/502/2019) και τους από 22-1-2020 (αρθ.καταθ.704/84/2020) πρόσθετους λόγους, που απηύθυνε παραδεκτά κατά των αντιδίκων της και αναγκαίων μεταξύ τους ομοδίκων, του ενάγοντος ΤΕΕ και της προσθέτως, υπέρ αυτού, παρεμβαίνουσας μελετητικής εταιρείας.
Επί της άνω έφεσης εκδόθηκε , αντιμωλία των διαδίκων και κατά την ίδια, ως άνω, ειδική διαδικασία, η προσβαλλόμενη, με τις συνεκδικαζόμενες αντίθετες αιτήσεις αναίρεσης, απόφαση, με αριθμό 5620/2020, του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, κατά παραδοχή της έφεσης, όπως αυτή διευρύνθηκε, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, και δικάζοντας επί της άνω αγωγής, μετά από απόρριψη των εκ των άρθρων 689 ΑΚ και 281 ΑΚ ενστάσεων της εναγόμενης-εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας-αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή κατ'ουσία και αναγνώρισε ότι η τελευταία οφείλει να καταβάλει στην προσθέτως παρεμβαίνουσα- υποκαθισταμένη από το νόμο από το ενάγον ΤΕΕ, μελετητική εταιρεία, ως οφειλόμενη νόμιμη ελάχιστη αμοιβή της το ποσό των 522.804,27 ευρώ, νομιμοτόκως από τις 3-5-2011, επομένη της όχλησης, πλέον του αναλογούντος ΦΠΑ κατά την εξόφληση.
Η προαναφερόμενη παρέμβαση που άσκησε η υποκαθιστάμενη μελετητική εταιρεία υπέρ του ενάγοντος ΤΕΕ έχει χαρακτήρα αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, και με την άσκησή της δημιουργήθηκε σχέση επιγενόμενης αναγκαίας ομοδικίας, μεταξύ του ανωτέρω κυρίου διαδίκου-ενάγοντος ΤΕΕ και της υπέρ αυτού παρεμβαίνουσας ήδη αναιρεσείουσας της συνεκδικαζόμενης δεύτερης αίτησης αναίρεσης (της από 27-4-2021 με αριθμ.
καταθ.2592/319/2021). Η προσθέτως παρεμβαίνουσα, η οποία δεν ανέλαβε τη δίκη, έχει έννομο συμφέρον ως εκ του αντικειμένου της, προς άσκηση της αίτησης αναίρεσης, η οποία δεν αφορά την παρέμβασή της και παραδεκτά στρέφεται κατά της πρώτης αναιρεσίβλητης (εναγομένης) ανώνυμης εταιρείας, απαραδέκτως όμως απευθύνεται και κατά του δευτέρου αναιρεσίβλητου (ενάγοντος ΤΕΕ) υπέρ του οποίου η αναιρεσείουσα άσκησε αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη νομική σκέψη που προηγήθηκε, και πρέπει κατά το μέρος αυτό να απορριφθεί, ισχύουσα μόνο ως κλήση.
Το δεύτερο αναιρεσίβλητο, το οποίο, αφού κλήθηκε όπως απαιτείται, παραστάθηκε νομότυπα και στην αρχική, αλλά και στην προκείμενη, επαναλαμβανόμενη, συζήτηση της άνω αίτησης αναίρεσης χωρίς να καταθέσει προτάσεις, δεν υπέβαλε αίτημα επιβολής των δικαστικών εξόδων του σε βάρος της αναιρεσείουσας και για το λόγο αυτό σχετική διάταξη δεν θα περιληφθεί.
Κατά τα λοιπά οι ανωτέρω αιτήσεις αναίρεσης ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα, καθόσον η προσβαλλόμενη απόφαση επιδόθηκε στις 2-12-2020, όπως προκύπτει από τη σχετική επισημείωση επί του προσκομιζόμενου αντιγράφου της του δικαστικού επιμελητή στην Περιφέρεια του Εφετείου Αθηνών Γ. Π., και οι αιτήσεις αναίρεσης κατατέθηκαν στη γραμματεία του εκδόσαντος την προσβαλλομένη απόφαση δικαστηρίου, στις 12-4-2021 και 27-4-2021, αντίστοιχα, εντός της νόμιμης προθεσμίας των τριάντα ημερών από την άνω επίδοση, λόγω της αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων της χώρας, για λόγους προστασίας της δημόσιας υγείας από τον κίνδυνο περαιτέρω διασποράς του κορονοϊού COVID-19, του, εξ αυτής, μη υπολογισμού του χρονικού διαστήματος από 7-11-2020 έως 6-4-2021 και μη συμπληρώσεώς της εντός των επομένων 10 ημερών, κατά τις διατάξεις του άρθρου 83 παρ.1 εδ.α'του ν.4970/2021 σε συνδ.
με την ερμηνευτική διάταξη του άρθρου 25 του ν.4792/2021 (άρθ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 1, 566 παρ.1 και 144 ΚΠολΔ). Επίσης, οι πρόσθετοι λόγοι της πρώτης αίτησης αναίρεσης ασκήθηκαν παραδεκτά, με κατάθεση του, από 10-5-2021, οικείου δικογράφου στη γραμματεία του Αρείου Πάγου στις 12 Μαΐου 2021 και επίδοσή του στις 13-5-2021 στους αναιρεσίβλητους, όπως προκύπτει από τις με αριθμό ...
και ...-2021 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, Ν. Τ., δηλαδή περισσότερες από τριάντα ημέρες πριν την αναγραφομένη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (άρθ. 569 παρ.2 του ΚΠολΔ).
Επομένως, οι διαλαμβανόμενοι στα άνω δικόγραφα, που ασκήθηκαν παραδεκτά (άρθ. 577 παρ.1 του ΚΠολΔ), λόγοι αναίρεσης πρέπει να ερευνηθούν περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα τους (άρθ. 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Α. Επί της από 8-4-2021 με αριθμ.καταθ.1737/192/12-4-2021 αίτησης αναίρεσης, όπως αυτή διευρύνθηκε με τους ασκηθέντες, με το από 10-5-2021 με αριθμ.καταθ.53/2021 ιδιαίτερο δικόγραφο, πρόσθετους λόγους:
Η σύμβαση με την οποία ανατίθεται σε μηχανικό η εκπόνηση μελέτης φέρει τον χαρακτήρα της μίσθωσης έργου, βάσει της οποίας ο μηχανικός έχει υποχρέωση να εκτελέσει το έργο εκπονώντας την αναληφθείσα μελέτη (άρθρο 681 ΑΚ) και δικαιούται να λάβει τη συμφωνημένη αμοιβή (άρθρο 694 ΑΚ), ή, αν δεν συμφωνήθηκε ή η συμφωνηθείσα είναι μικρότερη της νόμιμης αμοιβής, την τελευταία, η οποία καθορίζεται από το Π.Δ. 696/74, όπως έχει τροποποιηθεί και συμπληρωθεί με το ΠΔ 515/1989, που εκδόθηκε σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 59 του ΝΔ της 17-7/16-8-1923 "περί σχεδίων πόλεων" και του άρθρου μόνου του ΝΔ 2726/1953 (ΑΠ 960/2022, ΑΠ 816/2022, ΑΠ 362/2020, ΑΠ 1561/2017, ΑΠ 82/2016, ΑΠ 1146/2012) και ίσχυε κατά το χρόνο γέννησης των επιδίκων αμοιβών (2008), αναφερόμενη ως "υποχρεωτικώς εφαρμοζόμενα κατώτατα όρια αποζημιώσεως" (ΑΠ 960/2022, ΑΠ 816/20022, ΑΠ 245/2020, ΑΠ 362/2020, ΑΠ 639/2019, ΑΠ 1561/2017, ΑΠ 1146/2012).
Δηλαδή η αμοιβή αυτή, κατά τον ανωτέρω χρόνο, πριν από την κατάργηση των υποχρεωτικών ελαχίστων ορίων αμοιβής των μηχανικών με το άρθρο 7 του ν. 3919/2011, δεν επιτρεπόταν να είναι κατώτερη από τα ελάχιστα όρια της νόμιμης αμοιβής που καθορίζονται από τις ανωτέρω διατάξεις του π.δ. 696/1974, όπως τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε μεταγενέστερα (ΑΠ 1825/2022, ΑΠ 535/2018, ΑΠ 1113/2017, ΑΠ 1152/2015).
Εξάλλου, από τις διατάξεις του άρθρου 2 παρ. 4 και 5 του β.δ. της 30.31-5-1956 "περί κανονισμού του τρόπου καταβολής της αμοιβής των μηχανικών", που εκδόθηκε κατ` εξουσιοδότηση του άρθρου μόνου του ν. 2726/1953, όπως αυτές αντικαταστάθηκαν με το άρθρο 1 του πδ 48/1994 και ακολούθως με το άρθρο 7 παρ. 14 ν 3919/2011 και ίσχυαν κατά τον χρόνο άσκησης της ένδικης αγωγής (δηλ.
κατά το χρόνο της υποκατάστασης, ΑΠ 362/2020, ΑΠ 340/2018, ΑΠ 535/2018, 837/2015), σε περίπτωση άρνησης, δυστροπίας ή καθυστέρησης καταβολής της οφειλόμενης αμοιβής ή τμηματικών πληρωμών έχει δικαίωμα εγέρσεως δικαστικής αγωγής εισπράξεως της οφειλόμενης αμοιβής ο δικαιούχος μηχανικός ή τα δικαιούχα γραφεία μελετητών με οποιαδήποτε εταιρική μορφή , συμπεριλαμβανομένων και των κοινοπραξιών .
Το δικαίωμα αυτό έχει και το Τεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδος. Αίτημα δε της αγωγής θα είναι η αναγνώριση υποχρέωσης καταβολής ή η καταβολή του οφειλόμενου ποσού στον μελετητή μηχανικό, εφαρμοζομένου τούτου αναλογικά και στην περίπτωση ασφαλιστικών μέτρων .Όταν η αγωγή εγείρεται από έναν από τους πιο πάνω δικαιούχους, ανακοινώνεται υποχρεωτικά στον έτερο , ο οποίος έχει και δικαίωμα παρέμβασης, γινομένης της ανακοίνωσης με μόνη την κοινοποίηση του εισαγωγικού της δίκης δικογράφου.
Από τις διατάξεις αυτές σαφώς συνάγεται ότι την αμοιβή μηχανικού , συμφωνημένη ή νόμιμη , για την εκπόνηση μελέτης ή σχεδίων δικαιούται να επιδιώξει δικαστικά , εκτός από τον μηχανικό , και το Τεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδος, το οποίο στη σχετική δίκη ενεργεί ως μη δικαιούχος διάδικος, υποκαθιστάμενο στα δικαιώματα του μηχανικού ( ΑΠ 362/2020, ΑΠ 1561/2017, ΑΠ 655/2010).Το αίτημα όμως της αγωγής (σε αντίθεση με ό,τι γινόταν ερμηνευτικά δεκτό πριν από τις τροποποιήσεις που επέφεραν στο ως άνω β.δ/μα οι προαναφερόμενες διατάξεις - βλ.υπό το προγενέστερο καθεστώς ΟλΑΠ 16/1998 και Α.Π. 1514/2007) είναι σε κάθε περίπτωση , είτε δηλαδή η αγωγή ασκηθεί από τον δικαιούχο μηχανικό είτε από το Τεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδος, η καταβολή του οφειλόμενου ποσού αμοιβής στον μηχανικό (ΑΠ 362/2020, ΑΠ 1561/2017).
Περαιτέρω, με το άρθρο 5 παρ. 1 του Συντάγματος κατοχυρώνεται η προσωπική και οικονομική ελευθερία ως ατομικό δικαίωμα. Ειδικότερη εκδήλωση της ελευθερίας αυτής αποτελεί η επαγγελματική ελευθερία, δηλαδή η ελευθερία επιλογής και άσκησης ορισμένου επαγγέλματος, ως αναγκαίου στοιχείου της προσωπικότητας του ατόμου. Στην ελευθερία αυτή μπορεί ο νόμος να επιβάλει περιορισμούς δικαιολογουμένους από αποχρώντες λόγους δημοσίου ή κοινωνικού συμφέροντος, οι οποίοι, σε κάθε περίπτωση, πρέπει να ορίζονται γενικώς και κατά τρόπο αντικειμενικό και να τελούν σε συνάφεια προς το αντικείμενο και τον χαρακτήρα της ρυθμιζομένης επαγγελματικής δραστηριότητας.
Εξάλλου, προκειμένου ο δικαστής να είναι σε θέση να ελέγξει αν οι επιβαλλόμενοι στην επαγγελματική ελευθερία περιορισμοί αποβλέπουν στην ικανοποίηση συνταγματικώς θεμιτού σκοπού, πρέπει να προκύπτει ή να συνάγεται από την ίδια τη ρύθμιση, ερμηνευόμενη σύμφωνα με τους κανόνες της λογικής και τα διδάγματα της κοινής πείρας και σε συνδυασμό με τη διέπουσα την άσκηση του συγκεκριμένου επαγγέλματος λοιπή νομοθεσία, ή από την εισηγητική έκθεση που συνοδεύει το σχετικό νόμο, ο σκοπός που επιδιώκεται με τους περιορισμούς αυτούς (ΑΠ 2045/2020, ΑΠ 1070/2009).
Κατά το άρθρο, δε, 81 της Συνθήκης της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, ήδη άρθρο 101 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εφεξής Σ.Λ.Ε.Ε. ορίζονται, μεταξύ άλλων, τα εξής: "Είναι ασυμβίβαστες με την εσωτερική αγορά και απαγορεύονται όλες οι συμφωνίες μεταξύ επιχειρήσεων, όλες οι αποφάσεις ενώσεων επιχειρήσεων και κάθε εναρμονισμένη πρακτική, που δύνανται να επηρεάσουν το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών και που έχουν ως αντικείμενο ή ως αποτέλεσμα την παρεμπόδιση, τον περιορισμό ή τη νόθευση του ανταγωνισμού εντός της εσωτερικής αγοράς, και ιδίως εκείνες οι οποίες συνίστανται:
α) στον άμεσο ή έμμεσο καθορισμό των τιμών αγοράς ή πωλήσεως ή άλλων όρων συναλλαγής β).." Τα άρθρα 101 και 102 Σ.Λ.Ε.Ε. ρυθμίζουν αποκλειστικά τη συμπεριφορά των επιχειρήσεων και δεν αφορούν τα θεσπιζόμενα από τα κράτη μέλη νομοθετικά ή κανονιστικά μέτρα, ωστόσο τα άρθρα αυτά σε συνδυασμό με το άρθρο 4 παρ.3 ΣΕΕ, επιβάλλουν στα κράτη μέλη να μη θεσπίζουν ή διατηρούν σε ισχύ μέτρα δυνάμενα να εξουδετερώσουν την πρακτική αποτελεσματικότητα των εφαρμοστέων επί επιχειρήσεων κανόνων ανταγωνισμού.
Τούτο συμβαίνει όταν το κράτος μέλος είτε επιβάλλει ή ευνοεί τη σύναψη συμπράξεων αντίθετων προς το άρθρο 101 της ΣΛΕΕ ή ενισχύει τα αποτελέσματα τέτοιων συμπράξεων είτε αφαιρεί από τη δική του κανονιστική ρύθμιση τον κρατικό της χαρακτήρα, μεταβιβάζοντας σε ιδιώτες την αρμοδιότητα λήψης αποφάσεων περί παρεμβάσεως σε οικονομικά θέματα.
Τέλος, το άρθρο 1§1 του ν. 703/1977 απαγορεύει την άσκηση της οικονομικής ελευθερίας που κατατείνει με τη σύμπραξη επιχειρήσεων στο σχηματισμό οικονομικής ισχύος, όταν αυτή περιορίζει αδικαιολόγητα και συνεπώς αντίθετα προς το άρθρ. 5§1 του Συντάγματος, την οικονομική ελευθερία των τρίτων που δεν μετέχουν στη σύμπραξη, με αποτέλεσμα έτσι τη βλάβη ή τη διακινδύνευση και του ανταγωνισμού ως συστήματος ή μέσου κατεύθυνσης της οικονομίας της αγοράς.
Ο περιορισμός της οικονομικής ελευθερίας των τρίτων συνίσταται στην αδυναμία τους να αναπτύξουν δραστηριότητα στη σχετική αγορά εξαιτίας ακριβώς της απαγορευμένης (καρτελικής) σύμπραξης των επιχειρήσεων, που πλήττει ευθέως την ελευθερία των συμβάσεων (άρθρ. 5§1 Συντ., 361 ΑΚ) και κατ' αυτή την έννοια τριτενεργεί σε βάρος τους, προσβάλλοντας παράνομα τα ιδιωτικά συμφέροντά τους.
Οι διατάξεις του πδ 696/1974 που προβλέπουν κατώτατες αμοιβές μηχανικών και έχουν θεσπισθεί νομοθετικά και ανήκουν στην κανονιστική εξουσία του κράτους με σκοπό την ανάγκη διατήρησης υψηλής στάθμης εκπόνησης άρτιων μελετών ικανών να διασφαλίσουν την κατασκευή υψηλής ποιότητας έργων, δεν αντίκεινται στο άρθρο 5 παρ.1 του Συντάγματος, καθόσον με αυτές δεν περιορίζεται και μάλιστα αδικαιολόγητα η οικονομική ελευθερία, και για τον ίδιο λόγο δεν αντίκεινται και στο 1 του ν.703/1977, ούτε στις ανωτέρω ενωσιακές διατάξεις περί ανταγωνισμού, αφού δεν μπορεί να προσαφθεί ότι μ' αυτές επιβάλλεται ή ευνοείται η σύναψη από τους επαγγελματικούς συλλόγους των μηχανικών συμπράξεων είτε ότι ακόμη ενισχύονται καταχρήσεις δεσπόζουσας θέσεως αντίθετες προς το άρθρο 101 ΣΛΕΕ, ή ότι ενισχύονται τα αποτελέσματα τέτοιων καταχρήσεων (ΑΠ 245/2020).
Εξάλλου, με το άρθρο 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε με κακή εφαρμογή του, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2022, ΟλΑΠ 6/2019, ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006). Με τον λόγο αυτό αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται δηλαδή, εάν η αγωγή, ένσταση κλπ., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ'ουσία (ΟλΑΠ 1/2022, ΟλΑΠ 3/2020).
Στην τελευταία περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 56/2022, ΑΠ 399/2021, ΑΠ 598/2019).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την ανωτέρω διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, που επιτάσσει κάθε δικαστική απόφαση να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους -αντιφατική αιτιολογία (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 9/2016).
Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της. Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΑΠ 1242/2020), ούτε όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).
Το, κατά νόμο, αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται με σαφήνεια, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.
Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 356/2022, ΑΠ 444/2019). Δεν ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (ΑΠ 906/2022).
Αντίστοιχα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων, που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα (ΑΠ 764/2021, ΑΠ 50/2020).
Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι, η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, ή όταν, υπό την επίφαση συνδρομής αναιρετικού λόγου, πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο από το δικαστήριο του Αρείου Πάγου, απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 1796/2022, ΑΠ 1388/2019, ΑΠ 573/2018).
Από την παραδεκτή επισκόπηση, κατ'άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε, ανελέγκτως, τα εξής: "Η εναγομένη εταιρεία (ήδη εκκαλούσα) με την επωνυμία "ΠΑΝΤΕΧΝΙΚΗ Α.Ε", η οποία είναι εργοληπτική επιχείρηση αναλαμβάνοντας την εκτέλεση μεγάλων δημόσιων έργων, ύστερα από διεθνή δημόσιο διαγωνισμό που προκηρύχθηκε με το σύστημα "μελέτη - κατασκευή", με βάση σχετική οριστική μελέτη για την ανέγερση του Μεγάρου Μουσικής Θεσσαλονίκης συνήψε με τον Οργανισμό Μεγάρου Μουσικής (ΟΜΜΘ), την από ...-2005 σύμβαση, δυνάμει της οποίας ανέλαβε την υποχρέωση να κατασκευάσει το έργο με τίτλο "Πολιτιστικό και Συνεδριακό Κέντρο Θεσσαλονίκης - Β' Φάση (Μέγαρο Μουσικής Θεσσαλονίκης) Κατασκευή Κτιρίου Β', Χώρων Στάθμευσης και Περιβάλλοντος Χώρου", παρέχοντας τις αναγκαίες λεπτομερείς μελέτες εφαρμογής που θα εκπονούσαν οι δηλωθέντες εκ μέρους της στο διαγωνισμό μελετητές, ήτοι η εταιρεία "ΔΙΑΡΧΩΝ - ΚΙΩΝ Α.Ε", συμβληθείσα απ' ευθείας με την εναγομένη για το σκοπό αυτό.
Παράλληλα, ο ΟΜΜΘ είχε αναθέσει (ήδη από το στάδιο του διαγωνισμού) την επίβλεψη της εναγομένης την παρακολούθηση και τον έλεγχο του έργου της σε εταιρεία συμβούλων μηχανικών καθήκοντα "διευθύνουσας υπηρεσίας" για λογαριασμό του ΟΜΜΘ και εξ' αυτής της ιδιότητας έλεγχε τις μελέτες και τις εργασίες της εναγομένης.
Ειδικότερα, σύμφωνα με το από ...-2005 ιδιωτικό συμφωνητικό, η εργολήπτρια εταιρεία (εναγομένη) ανέλαβε να ελέγξει και να συμπληρώσει τις υφιστάμενες μελέτες έργου και να υποβάλει τις κατά το άρθρο 6 της Διακήρυξης Μελέτες Εφαρμογής δια του ΤΥΕ, εντός δύο μηνών από την υπογραφή της σύμβασης, καθώς επίσης και να ολοκληρώσει το ανατιθέμενο έργο σε διάστημα 24 μηνών από την υπογραφή της σύμβασης.
Δηλαδή, οι προθεσμίες για την υποβολή των μελετών εφαρμογής και για την ολοκλήρωση της κατασκευής του κτιρίου ήταν αντιστοίχως η ...-2006 και η ...-2007. Πλην όμως, σημειώθηκαν σημαντικές καθυστερήσεις στην εκπόνηση των μελετών από την επισήμως δηλωθείσα μελετήτρια του έργου εταιρεία "ΔΙΑΡΧΩΝ - ΚΙΩΝ ΑΕ", καθυστερήσεις που οφείλονταν τόσο σε ελλείψεις και λάθη σχεδιασμού που υπήρχαν στην οριστική μελέτη που είχε παραδοθεί από τον ΟΜΜΘ στην εναγομένη, όσο και στην απόρριψη των μελετών της "ΔΙΑΡΧΩΝ - ΚΙΩΝ ΑΕ" από τον ΤΥΕ λόγω της ύπαρξης σ' αυτές τεχνικών λαθών, με αποτέλεσμα να είναι ορατός ο κίνδυνος να κηρυχθεί έκπτωτη η εναγομένη λόγω μη τήρησης του ανωτέρω χρονοδιαγράμματος.
Για την αποφυγή του κινδύνου αυτού, η εναγομένη ανέθεσε την εκπόνηση μελετών στην υποκαθιστάμενη εταιρεία- προσθέτως παρεμβαίνουσα (ήδη 2η εφεσίβλητη), με την επωνυμία "ΕΡΓΩΝ ΜΕΛΕΤΗΤΙΚΗ ... ΚΑΙ ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ Ε.Ε"- ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΕΣ ΜΗΧΑΝΙΚΟΙ. Η εταιρεία αυτή, ήδη τελούσα υπό καθεστώς εκκαθάρισης ετερόρρυθμη εταιρεία - "γραφείο μελετών" στα δικαιώματα της οποίας υποκαταστάθηκε το ενάγον νπδδ με την επωνυμία "ΤΕΧΝΙΚΟ ΕΠΙΜΕΛΗΤΗΡΙΟ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ", αποτελεί ένωση διπλωματούχων αρχιτεκτόνων μηχανικών με εταιρική μορφή για την παροχή υπηρεσιών μηχανικού, η οποία αποτελεί γραφείο μελετών κατά την έννοια του βδ/τος 30/31-5-1956 (όπως τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με το πδ 48/1994 και ν. 2308/1995), αναγνωρισμένο ως τέτοιο (γραφείο μελετών) κατά τις διατάξεις του άρθρου 2 παρ. 4 του ν. 716/1977, με σκοπό, κατά το καταστατικό της την εκπόνηση μελετών, την επίβλεψη έργων και την παροχή υπηρεσιών Τεχνικού Συμβούλου σε πάσης φύσεως τεχνικά έργα, είναι δε, εγγεγραμμένη στο Τεχνικό Επιμελητήριο της Ελλάδος (ΤΕΕ), καθώς και στο μητρώο Γραφείων Μελετών.
Η ανωτέρω εταιρεία, ως γραφείο μελετών, κατάρτισε με την εναγομένη τα από ...-2007 και ...-2007 ιδιωτικά συμφωνητικά, δυνάμει των οποίων η τελευταία της ανέθεσε να εκτελέσει υπηρεσίες "μελέτης" που περιλαμβάνουν την επίλυση και το σχεδίασμά όσον αφορά στο κτίριο του Μεγάρου Μουσικής στη Θεσσαλονίκη (κτίριο Β').
Ειδικότερα, με το από ...-2007 ιδιωτικό συμφωνητικό, η εναγομένη ανέθεσε στην υποκαθιστάμενη εταιρεία την εκπόνηση των εξής επιμέρους μελετών και εργασιών, οι οποίες συμφωνήθηκε να παραδοθούν τμηματικά έως τις 31-3-2007:1) τις μελέτες πλήρους επίλυσης εσωτερικών και εξωτερικών χώρων στα επίπεδα 8,9 και 10 (τροποποιήσεις Οριστικής Μελέτης, σχεδιασμός ειδικών χώρων με DIN και κανονισμός) σε επίπεδο μελέτης εφαρμογής, 2) τη μελέτη επίλυσης και σχεδιασμού ολοκλήρου του εξωτερικού κελύφους του κτιρίου, 3) τις μελέτες μονώσεων- δαπέδων (επίλυση- σχεδιασμός - κατασκευαστικές λεπτομέρειες), 4) τις μελέτες των μαρμαροεπενδύσεων (επίλυση- σχεδιασμός- κατασκευαστικές λεπτομέρειες), 5) τις μελέτες των επενδύσεων από φύλλα αλουμινίου (επίλυση - σχεδιασμός-κατασκευαστικές λεπτομέρειες), 6) τις μελέτες των υαλοστασίων περιβλήματος (επίλυση - σχεδιασμός - κατασκευαστικές λεπτομέρειες), 7) τις μελέτες των κιγκλιδωμάτων - στηθαίων (Κατασκευαστικές λεπτομέρειες), 8) τις μελέτες των εξωτερικών κλιμακοστασίων - κιγκλιδωμάτων, 9) τη μελέτη του υαλοστασίου φουαγιέ, 10) τις μελέτες των αρμών διαστολής του περιβλήματος, 11) τη μελέτη του πυρήνα εξωτερικών τρίδυμων ανελκυστήρων (με πλήρη ανασχεδιασμό) και 12) τη σύνταξη Τεύχους Τεχνικής Περιγραφής Υλικών και Εργασιών.
Εξάλλου, με το από ...-2007 ιδιωτικό συμφωνητικό η εναγομένη ανέθεσε στην υποκαθιστάμενη εταιρεία την εκπόνηση μελετών, οι οποίες συμφωνήθηκε να παραδοθούν τμηματικά έως την 30-6-2007. Πιο συγκεκριμένα, της ανέθεσε: 1) τις συμπληρωματικές μελέτες των επιπέδων 3,4,5,6,7 και του περιβάλλοντος χώρου (περιλαμβανομένης της μελέτης φύτευσης και φωτισμού αυτού), 2) τη μελέτη θερμομόνωσης, 3) τη μελέτη παθητικής πυροπροστασίας, 4) τη μελέτη επίπλωσης - εξοπλισμού, 5) τη μελέτη σήμανσης και χρωματισμού μετά της τεχνικής περιγραφής.
Πέραν των ως άνω συμβατικών υποχρεώσεων της υποκαθισταμένης εταιρείας, στις ως άνω συμβάσεις αναφέρονται ως "λοιπές υποχρεώσεις" αυτής και τα ακόλουθα:
"Πέραν της αρχικής υποβολής ο Μελετητής αναλαμβάνει την υποχρέωση να υποστηρίζει την μελέτη ενώπιον του ΚτΕ (ενν. Κύριο του Έργου) όταν τούτο απαιτείται, καθώς και να προβαίνει σε διορθώσεις - τροποποιήσεις που θα υποδεικνύει ο Εργοδότης ή ο ΚτΕ μέχρι την ολοκλήρωση του κτιρίου", καθώς και "να επισκέπτεται το εργοτάξιο όποτε απαιτείται και να συμμετέχει σε συσκέψεις με τον ΚτΕ".
Η αμοιβή της υποκαθιστάμενης εταιρείας για τη συμμετοχή της στη σύνταξη της "Αρχιτεκτονικής Μελέτης" μετά των σχεδίων εφαρμογής συμφωνήθηκε στο κατ' αποκοπή τίμημα των 105.000 ευρώ και 143.000 ευρώ αντίστοιχα, δηλαδή συνολικά στο ποσό των 248.000 ευρώ. Ακολούθως αποδείχθηκε ότι η υποκαθιστάμενη εταιρεία εκπόνησε με επάρκεια και προσηκόντως όλες τις μελέτες και τις μελετητικές εργασίες που της είχαν ανατεθεί με τα ως άνω.
συμφωνητικά, καθώς και όσων ακόμα συμπληρωματικών, τροποποιητικών και νέων της είχαν ανατεθεί από την εναγομένη με προφορικές εντολές κατά τη διάρκεια της σχέσης τους. Πιο συγκεκριμένα, η αρχιτεκτονική Μελέτη Εφαρμογής υποβλήθηκε συνολικά την 23-7-2007. Είχαν δε, προηγηθεί τμηματικές υποβολές προς υποβοήθηση της προόδου των κατασκευαστικών εργασιών κατ' απαίτηση της εναγομένης, ενώ (μετά την 23- 7-2007) ακολούθησε σειρά παρατηρήσεων από πλευράς ΤΥΕ ή της εναγομένης και άλλων μελετητών συνεργατών της και ύστερα από συμπληρώσεις, προσαρμογές και διορθώσεις που της ζητήθηκαν στο πλαίσιο των "λοιπών υποχρεώσεων" που είχε αναλάβει βάσει των συναφθέντων συμφωνητικών υπέβαλε την τελική έκδοση της αρχιτεκτονικής Μελέτης Εφαρμογής στις 14-3-2008.
Σύμφωνα δε, με το υπ'αριθμ.πρωτ. ...-2009 έγγραφο του ΤΥΕ, η αρχιτεκτονική μελέτη εφαρμογής που υποβλήθηκε από την εναγομένη προς έγκριση στις 5-8-2009 εγκρίθηκε στο σύνολό της, την 17-12-2009, γεγονός από το οποίο τεκμαίρεται ότι μέχρι την τελική παράδοση της εν λόγω μελέτης υπήρξε συμμόρφωση της εργολήπτριας εταιρείας-εναγομένης και κατ' επέκταση των μελετητών αυτής ήτοι και της υποκαθιστάμενης εταιρείας, προς τις εκάστοτε υποδείξεις παρατηρήσεις και επισημάνσεις του ΤΥΕ.
Λαμβανομένου μάλιστα υπόψη του ότι η τελική παράδοση της μελέτης εφαρμογής από την υποκαθιστάμενη εταιρεία στις 14-3-2008, έχει μικρές διαφοροποιήσεις από την αρχιτεκτονική μελέτη εφαρμογής που εγκρίθηκε από τον ΤΥΕ στο σύνολό της στις 17-12-2009, προκύπτει ότι η εταιρεία "ΕΡΓΩΝ ΜΕΛΕΤΗΤΙΚΗ" ανταποκρίθηκε πλήρως στις υποχρεώσεις της έναντι της εναγομένης και εκτέλεσε προσηκόντως το έργο με την προσήκουσα από αυτήν εκπόνηση και παράδοση των αναληφθεισών από αυτήν μελετών.
Με την κρινόμενη έφεση όπως αυτή διευρύνθηκε με τους/από 22-1-2020 πρόσθετους λόγους η εναγομένη, παραπονούμενη για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που δείχθηκε ως ουσία βάσιμη την αξίωση της υποκαθιστάμενης εταιρείας για τη λήψη της νόμιμης αμοιβής της αρνείται σχεδόν το σύνολο των ανωτέρω αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών, αμφισβητώντας την αιτία ανάθεσης των μελετών στην υποκαθιστάμενη εταιρεία, το είδος των συμβάσεων που συνήψε μαζί της την αρτιότητα των μελετών που εκπόνησε, το ποσοστό της συμμετοχής της και εν τέλει τη συμβολή της στην τελική έκδοση της αρχιτεκτονικής Μελέτης Εφαρμογής ισχυριζόμενη ότι η μελετητική εργασία που παρείχε η υποκαθιστάμενη εταιρεία σε σχέση με το συνολικό έργο ήταν μικρή, ήτοι σε κάθε περίπτωση δεν υπερέβαινε σε ποσοστό το 15%.
Τον τελευταίο δε αυτό ισχυρισμό της, τον στηρίζει, μεταξύ άλλων, στο ότι αφενός υπήρχε ήδη οριστική μελέτη, η οποία είχε παραδοθεί από τον ΟΜΜΘ, αφετέρου η βασική και καθοριστική συμμετοχή για την εκπόνηση όλων των μελετών εφαρμογής ανήκε στην επίσημη μελετήτρια του έργου, ήτοι τη "ΔΙΑΡΧΩΝ ΚΙΩΝ Α.Ε", το έργο της οποίας η υποκαθιστάμενη εταιρεία απλώς υποβοηθούσε συμπληρωματικά και μάλιστα όχι με τον προσήκοντα τρόπο.
Ωστόσο, οι ανωτέρω ισχυρισμοί της εναγομένης, καταρχήν και επί της ουσίας, καταρρίπτονται από τα όσα η ίδια υποστήριζε στις 15-11-2007 στο υπ'αριθμ. πρωτ. 2007/2090/02 Ε έγγραφό της προς την "ΈΡΓΩΝ ΜΕΛΕΤΗΤΙΚΗ" με θέμα "Ολοκλήρωση μελέτης του έργου". Στο έγγραφο αυτό η εναγομένη, αφού επισήμανε τις διαφωνίες που είχε με την υποκαθιστάμενη εταιρεία ως προς επιμέρους ενέργειες και απόψεις της τελευταίας, ανέφερε επί λέξει τα ακόλουθα: "..
Σας υπενθυμίζω, διότι το γνωρίζετε πολύ καλά, ότι από την ΔΙΑΡΧΩΝ - ΚΙΩΝ Α.Ε, (α) αρκετές μελέτες δεν είχαν εκπονηθεί & (β) οι όσες είχαν υποβληθεί ήταν μη εφαρμόσιμες λόγω λαθών και ελλείψεων. Άλλωστε, τα ανωτέρω αποτέλεσαν τους ουσιαστικούς λόγους για την διακοπή της συνεργασίας μας με την αρχιτεκτονική ομάδα της 'ΔΙΑΡΧΩΝ - ΚΙΩΝ Α.Ε' και την έναρξη με το δικό σας αρχιτεκτονικό γραφείο.....Σας υπενθυμίζω, διότι και αυτό το γνωρίζετε πολύ καλά και πριν αναλάβετε αρμόδιος μελετητής του έργου, ότι η Οριστική Μελέτη που μας παρέδωσε ο ΚτΕ, δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως 'Οριστική Μελέτη' με τα οριζόμενα στο ΠΔ 696 κλπ (ελλείψεις, ασάφειες κλπ )....".
Ενόψει του ανωτέρω εγγράφου, καθίσταται σαφές ότι τα όσα ισχυρίζεται η εναγομένη στο πλαίσιο της παρούσας δικαστικής διενέξεως, περί εκπόνησης μελετών εκ μέρους της υποκαθιστάμενης εταιρείας με ουσιώδη ελαττώματα, ελλείψεις και μη συνεργασίας- συμμόρφωσής της στις υποδείξεις του ΤΥΕ, είναι αβάσιμα, αφού η συμμετοχή της "ΕΡΓΩΝ ΜΕΛΕΤΗΤΙΚΗ" στην εκπόνηση της μελέτης ήταν σημαντική και η εκτέλεση της εργασίας της η προσήκουσα, λόγος άλλωστε για τον οποίο η εναγομένη όχι μόνο δεν υπαναχώρησε από τις συμβάσεις που είχε συνάψει μαζί της (όπως ευχερώς και νομίμως θα μπορούσε να πράξει, εάν πράγματι η εκτέλεση του έργου που της είχε ανατεθεί δεν γινόταν με τον προσήκοντα τρόπο), αλλά της κατέβαλε και το μεγαλύτερο μέρος της συμφωνηθείσας κατ' αποκοπήν αμοιβής της ήτοι το ποσό των 215.560 ευρώ.
Ακολούθως, ως προς τους επιμέρους ισχυρισμούς της εναγομένης αναφέρονται επιπροσθέτως τα ακόλουθα: Η εκπόνηση των επίδικων μελετών ανατέθηκε στην υποκαθιστάμενη εταιρεία σε χρόνο (Φεβρουάριο- Μάιο 2007) που το έργο βρισκόταν ήδη εκτός χρονοδιαγράμματος, με ορατό πλέον τον κίνδυνο έκπτωσης της εναγομένης και συνεπώς είναι προφανές ότι η αιτία της ανάθεσης αυτής ήταν η προσπάθεια της αναδόχου (εναγομένης) για την επιτάχυνση του έργου και τη σύνταξη μελετών εφαρμογής χωρίς ελλείψεις και λάθη, που είχαν παρουσιαστεί στις μελέτες που είχε εκπονήσει η επίσημη μελετήτρια του έργου 'ΔΙΑΡΧΩΝ - ΧΙΩΝ Α.Ε', αφού σε διαφορετική περίπτωση, ήτοι εάν όλα "έβαιναν καλώς", όπως υπονοεί η εναγομένη στο πλαίσιο άρνησης της αγωγής δεν θα υπήρχε λόγος ανάθεσης των μελετών στην εταιρεία "ΕΡΓΩΝ ΜΕΛΕΤΗΤΙΚΗ".
Εξάλλου, τα ανωτέρω συμφωνητικά που συνήψε η υποκαθιστάμενη εταιρεία με την εναγομένη, έφεραν το χαρακτήρα συμβάσεων μίσθωσης έργου, δεδομένου ότι όπως προεκτέθηκε η ανάδοχος - εργολάβος ανέθεσε στην υποκαθιστάμενη εταιρεία την εκπόνηση μελέτης συγκεκριμένου οικοδομικού έργου [....], ήτοι η "ΈΡΓΩΝ ΜΕΛΕΤΗΤΙΚΗ" ανέλαβε την υποχρέωση να εκτελέσει το έργο εκπονώντας τις αναληφθείσες μελέτες δικαιούμενη παραδίδοντας αυτές να λάβει και τη συμφωνηθείσα αμοιβή.
Δηλαδή, με τις συμβάσεις αυτές οι συμβαλλόμενοι απέβλεπαν στο τελικό αποτέλεσμα παράδοσης της εκπονηθείσας μελέτης, που είναι η κατά τα συμβατικά στοιχεία, την επιστήμη και τους κανόνες της τέχνης, έντεχνη, εμπρόθεσμη και οικονομική εκτέλεση των επιμέρους εργασιών του όλου έργου και όχι η εργασία που καταβάλλεται για την εκτέλεση αυτών ως περιεχόμενο της σχετικής συμβάσεως, απορριπτόμενου του σχετικού ισχυρισμού της εναγομένης περί συνάψεως συμβάσεων παροχής υπηρεσιών.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η υποκαθιστάμενη εταιρεία ανέλαβε την εκπόνηση επί μέρους διακριτών τμημάτων της αρχιτεκτονικής μελέτης εφαρμογής, όπως τα τμήματα αυτά περιγράφονται στις από ...-2007 και από ...-2007 έγγραφες συμβάσεις έργου, η δε, συμμετοχή της στην εκπόνηση ήταν συμπληρωματική, χωρίς να υποκαταστήσει τη ΔΙΑΡΧΩΝ- ΚΙΩΝ έναντι της εναγομένης εν όλω ή εν μέρει ή σε τμήματα.
Το ανωτέρω συμπέρασμα, στο οποίο κατέληξε και ο διορισθείς με την υπ'αριθμ. 160/2014 απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου πραγματογνώμονας αποτελεί μια ακόμα αιτίαση στην έφεση της εναγομένης η οποία ισχυρίζεται ότι η κρίση αυτή είναι αντιφατική, ενώ η λέξη "συμπληρωματική" ενισχύει τις απόψεις της περί παροχής υπηρεσιών και περί μη συμμετοχής της υποκαθιστάμενης εταιρείας σε σημαντικό ποσοστό επί του τελικού μελετητικού έργου.
Ωστόσο, και ο ισχυρισμός αυτός της εναγομένης κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος. Και αυτό διότι η συμμετοχή της "ΕΡΓΩΝ ΜΕΛΕΤΗΤΙΚΗ" ήταν πράγματι συμπληρωματική, υπό την έννοια ότι δεν ανέλαβε να εκπονήσει εξ' υπαρχής το έργο, ήτοι από το στάδιο της οριστικής μελέτης με όλες τις εν συνεχεία επιμέρους μελέτες εφαρμογής, αλλά ανέλαβε την εκπόνηση επί μέρους διακριτών τμημάτων της μελέτης εφαρμογής, χωρίς να υποκαταστήσει τη "ΔΙΑΡΧΩΝ- ΚΙΩΝ", η οποία είχε ήδη εκπονήσει μελέτες εφαρμογής και αποτελούσε την επίσημη μελετήτρια και υπεύθυνη έναντι της εργολήπτριας εταιρείας υποκατάσταση άλλωστε που δεν επιθυμούσε να είναι εμφανής προς τον ΚτΕ ούτε η εναγομένη.
Για το λόγο αυτό όλες οι μελέτες που υποβάλλονταν προς έγκριση στον ΤΥΕ από την εναγομένη, αποκλειστικά υπεύθυνη έναντι του ΟΜΜΘ ως κυρίου του έργου, έφεραν την υπογραφή και την σφραγίδα του επίσημου μελετητή, ήτοι της "ΔΙΑΡΧΩΝ-ΚΙΩΝ Α.Ε. Ταυτόχρονα όμως, η συμμετοχή της υποκαθιστάμενης εταιρείας δεν δύναται να χαρακτηριστεί απλά ως συμπληρωματική και ως εκ τούτου ποσοστιαία μικρή, περιοριζόμενη δηλαδή αυστηρά και μόνο σε συγκεκριμένα επί μέρους διακριτά τμήματα, αφού το μελετητικό αντικείμενο που της ανατέθηκε παρουσίαζε συνθετότητα μελέτης που δεν μπορούσε να διαχωριστεί κατά μηχανιστικό τρόπο βάσει των ανωτέρω συμφωνητικών, αφενός λόγω του ιδιάζοντος ιστορικού της υπόθεσης με την εμπλοκή πολλών μελετητικών σχημάτων που σε μεγάλο βαθμό δραστηριοποιήθηκαν παράλληλα, αφετέρου λόγω των επάλληλων υποβολών τμημάτων της μελέτης εφαρμογής και πολλών τροποποιήσεων αυτής, συνθετότητα μελέτης που είχε ως απόρροια την μεταξύ τους αλληλεξάρτηση και αλληλουχία και την ανάγκη για συνεχή μελετητική ανάδραση (feedback).
Έτσι, όπως αναφέρεται στην υπ'αριθμ. 23/2016 έκθεση πραγματογνωμοσύνης τα ειδικότερα αναφερόμενα σ'αυτήν σχέδια μελέτης της "ΕΡΓΩΝ ΜΕΛΕΤΗΤΙΚΗ" έφταναν και στο επίπεδο της οριστικής μελέτης ενώ τελικά το ποσοστό συμμετοχής της υποκατάστατης εταιρείας στη νόμιμη αμοιβή του συνόλου της μελέτης εκτιμάται σε 57,589% (βλ.υπ'αριθμ.23/2016 έκθεση πραγματογνωμοσύνης).
Περαιτέρω, η εναγομένη ισχυρίζεται ότι στην προκειμένη περίπτωση δεν υπάρχει προϋπολογισμός έργου εξαγόμενος με τις ποσότητες όλων των κονδυλίων του έργου εγκεκριμένος από την ίδια ως εργοδότη και ότι ο προϋπολογισμός της αγωγής είναι αυθαίρετος βασιζόμενος σε αβάσιμες ποσότητες εργασιών, επιμετρήσεις και υπολογισμούς που έκανε μονομερώς η "ΕΡΓΩΝ ΜΕΛΕΤΗΤΙΚΗ", ενώ ο μόνος προϋπολογισμός που είναι εγκεκριμένος από την ίδια κατά την έννοια του νόμου και μπορεί να ληφθεί υπόψη για τον υπολογισμό της νόμιμης αμοιβής είναι ο προϋπολογισμός της μελέτης δημοπράτησης του έργου.
Όμως και ο ισχυρισμός αυτός της εναγομένης είναι απορριπτέος, διότι για τον υπολογισμό, στην προκειμένη περίπτωση, της κατά νόμο ελάχιστης αμοιβής, ως βάση λαμβάνεται, σύμφωνα με το άρθρο 3 παρ. 4 του π.δ 696/1974 ο αναλυτικός προϋπολογισμός του έργου, όπως αυτός προκύπτει βάσει της μελέτης εφαρμογής και όχι ο προϋπολογισμός δημοπράτησης του έργου, ο οποίος προέκυψε βάσει οριστικής μελέτης.
Εγκεκριμένος προϋπολογισμός από τον εργοδότη βάσει μελετών εφαρμογής είναι ευνόητο ότι δεν υπήρξε, αφού οι μελέτες αυτές ανατέθηκαν μετά τη δημοπράτηση του έργου. Άλλωστε, η εκδοχή της εναγομένης ότι για τη θεμελίωση της αξιώσεως της υποκαθιστάμενης εταιρείας σχετικά με την αμοιβή της από την εκπόνηση της αναταθείσας σ' αυτήν μελέτης, έπρεπε να είχε εγκριθεί από την ίδια ως εργοδότη και ο διαμορφούμενος ειδικός και αναλυτικός προϋπολογισμός ως προς το ύψος των επιμέρους κονδυλίων ή το συνολικό ύψος του, θα οδηγούσε σε αποκλεισμό κάθε αξιώσεώς της για την αμοιβή της, αφού η εναγομένη θα μπορούσε να επικαλεστεί, όπως και πράγματι πράττει, ότι δεν εγκρίνει το ύψος του αναλυτικού προϋπολογισμού.
Ακολούθως αποδείχθηκε ότι για την εκπόνηση των προαναφερόμενων μελετών, η υποκαθιστάμενη εταιρεία έλαβε τμηματικά ως αμοιβή από την εναγομένη το συνολικό χρηματικό ποσό των 215.560 ευρώ πλέον ΦΠΑ.
Πλην όμως, επειδή η συμφωνηθείσα αμοιβή της υποκαθιστάμενης εταιρείας είναι μικρότερη της κατά νόμο ελάχιστης, αυτή δικαιούται να λάβει την αμοιβή που καθορίζεται από τις διατάξεις του πδ 696/1974, όπως τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με το πδ 515/1989 που είναι και το θεσμικό πλαίσιο που ίσχυε το επίδικο χρονικό διάστημα.
Για τον υπολογισμό της εν λόγω κατά νόμο ελάχιστης αμοιβής, ως βάση λαμβάνεται, σύμφωνα με το άρθρο 3 παρ. 4 του πδ 696/1974, ο αναλυτικός προϋπολογισμός του έργου, όπως αυτός αναφέρεται στην αγωγή. Σημειώνεται δε, ότι όπως αναφέρεται και στην υπ'αριθμ. 23/2016 έκθεση πραγματογνωμοσύνης, οι αναλυτικοί προϋπολογισμοί της αγωγής για το εν λόγω έργο συντάχθηκαν βάσει των ελληνικών διατάξεων και Κανονισμών και εμπεριέχουν σαφή αναφορά σε άρθρα εγκεκριμένων αναλύσεων ΑΤΟΕ, ΑΤΕΟ κλπ (με χρονική αναφορά στην περίοδο εκπόνησης των μελετών) και συνεπώς ο αναφερόμενος στην αγωγή συνολικός προϋπολογισμός του έργου, καθώς και οι προϋπολογισμοί των επί μέρους εργασιών που περιλαμβάνονται σ' αυτή είναι αξιόπιστοι, απορριπτόμενων των όσων αντιθέτων ισχυρίζεται η εναγομένη.
Πιο συγκεκριμένα, ο καθορισμός των ελάχιστων κατά νόμο οφειλομένων στην "ΕΡΓΩΝ ΜΕΛΕΤΗΤΙΚΗ" από την εναγομένη αμοιβών της με τους επιμέρους έκαστης αυτών υπολογισμούς είναι οι κατωτέρω: -Αμοιβή μελέτης αρχιτεκτονικών εργασιών κτιρίου Β επιπέδων 8,9,10 α) για σύνταξη οριστικής μελέτης 186.659,59 ευρώ (πλήρης αμοιβή με βάση τον προϋπολογισμό του έργου, σύμφωνα με τα άρθρα 82 παρ. 1 και 2 και 83 παρ. 1 και άρθρο 2 του πδ 696/74 ως ίσχυε) X 25 % (ποσοστό αμοιβής σταδίου οριστικής μελέτης, άρθρο 83 παρ. 2 του πδ 696/74) X 30% (ποσοστό συμμετοχής )= 13.999,46 ευρώ β) μελέτη εφαρμογής 186.659,59 ευρώ X 40% (ποσοστό αμοιβής σταδίου μελέτης εφαρμογή ) X 80% (ποσοστό συμμετοχής )= 59. 731,06 ευρώ.
Δηλαδή συνολικά 73.730,52 ευρώ προσαυξανόμενη κατά 20% (άρθρο 87 παρ. 3 πδ 697/74), ήτοι 88.476,62 ευρώ. -Αμοιβή μελέτης αρχιτεκτονικών εργασιών κτιρίου Β' επίπεδα 3,4,5,6 και 7 (κεντρική αίθουσα) α) για σύνταξη οριστικής μελέτης 253.708,27 ευρώ X 25% X 40% = 25.370,82 β) για σύνταξη μελέτη εφαρμογής 253.708,27 ευρώ X 40% X 80% =81.186,64 ευρώ. Δηλαδή συνολικά 106.557,46 προσαυξημένη κατά 20% = 127.868,95 ευρώ. -Αμοιβή μελέτης αρχιτεκτονικών εργασιών επενδύσεων α) για σύνταξη οριστικής μελέτης 28.269,13 ευρώ χ 25% X10% = 706,72 ευρώ β) για σύνταξη μελέτη εφαρμογής 28.269,13 ευρώ χ 40% X 70%= 7.915,35.
Δηλαδή συνολικά 8.622,07 προσαυξανόμενη κατά 20% = 10.346,49 ευρώ. -Αμοιβή μελέτης αρχιτεκτονικών εργασιών υπολοίπου κτιρίου Μελέτη εφαρμογής 463.775,86 X 40% X 70% = 129.857,24 προσαυξημένη κατά 20% = 155.828,68 ευρώ. -Αμοιβή μελέτης αρχιτεκτονικών εργασιών περιβάλλοντα χώρου (Α' Φάση) α) για σύνταξη οριστικής μελέτης 168.459,41 ευρώ X 25% X 20% = 8.422,97ευρώ β) για σύνταξη μελέτη εφαρμογής 168.459,41 ευρώ X 40% X 60% = 40.430,25 ευρώ.
Συνολικά 48.853,22 ευρώ προσαυξημένη κατά 20%=58.623,87 ευρώ. -Αμοιβή μελέτης αρχιτεκτονικών εργασιών περιβάλλοντα χώρου (Β'Φάση)- Αμοιβή 114.177,78 (αμοιβή για όλα τα στάδια της μελέτης). -Αμοιβή σύνταξης τευχών δημοπράτησης αρχιτεκτονικών εργασιών και περιβάλλοντα χώρου 7.684,61 ευρώ (μόνο για τεχνική περιγραφή) -Αμοιβή μελέτης αρχιτεκτονικής παθητικής πυροπροστασίας 23.282,26 ευρώ (αμοιβή με βάση τον αναλυτικό προϋπολογισμό και σύμφωνα με τα άρθρα 82 παρ. 1 και 4, άρθρο 83 παρ. 1 και 15 και άρθρο 2 του πδ 696/74 ως ίσχυε). - Αμοιβή μελέτης θερμομόνωσης α) για σύνταξη οριστικής μελέτης 49.634,71 ευρώ X 25% X 100% = 12.408,68 ευρώ β) για σύνταξη μελέτη εφαρμογής 49.634,71 ευρώ X 40% X 90% = 17.868,50 ευρώ.
Συνολικά 30.277,18 ευρώ προσαυξανόμενη κατά 20% = 36.332,62 ευρώ -.Αμοιβή μελέτης αρχιτεκτονικών εργασιών επίπλωσης- εξοπλισμού α) για σύνταξη οριστικής μελέτης 180.957,09 ευρώ X 25% X 10% = 4.523,92 ευρώ β) για σύνταξη μελέτη εφαρμογής 180.957,09 ευρώ X 40% X 50% = 36.191,41 ευρώ. Συνολικά 40.715,33 ευρώ προσαυξανόμενη κατά 20% = 48.858,39 ευρώ. -Αμοιβή σύνταξης τευχών δημοπράτησης αρχιτεκτονικών εργασιών εξοπλισμού επίπλωσης κτιρίου 1.507, 98 ευρώ (αμοιβή μόνο για τεχνική περιγραφή)- αμοιβή μελέτης τροποποίησης αρχιτεκτονικών εργασιών μετά την παράδοσή της (γενικές τροποποιήσεις σχεδίων) 228.961,70 ευρώ X 40% (μελέτη εφαρμογή) X 20% =18.316,93 ευρώ -Αμοιβή μελέτης τροποποίησης αρχιτεκτονικών εργασιών μετά την παράδοσή της (Κεντρική Σκηνή - αφορά στα επίπεδα 3,4,5,6,7- κεντρική αίθουσα) 31.301,10 ευρώ X 40% (μελέτη εφαρμογής) X 20% = 2.504,08 ευρώ -Αμοιβή μελέτης τροποποίησης αρχιτεκτονικών εργασιών μετά την παράδοσή της (τριπλός ανελκυστήρας) 7.565,04 ευρώ X 40% (μελέτη εφαρμογής) X 40% =1.210,40 ευρώ. [....]-Πρόσθετη αμοιβή μελέτης εκτός έδρας Άρθρο 85 παρ. 1 του πδ 696/1974, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 43 του πδ 515/89.Α= 88.476,62+ 127.868,95 + 10.346,49 + 155.828,68 + 58.623,87 + 114.177,78+ 23.282,26 + 36.332,62 + 48.858,39 + 18.316,93 + 2.504,08 + 1.210,40 =685.827,07 ευρώ 2000 X λ + 0,05 X A = 2000 X 0,19681 +0,05 X 685.827,07 = 34.684, ευρώ. -Αμοιβή μελέτης με το χρόνο απασχόλησης άρθρο 102 του πδ 696/74 α) έλεγχος ορατότητας κτιρίου (κύρια αίθουσα και εξώστες Δοκιμαστικές χαράξεις για την εξεύρεση βέλτιστης λύσης μελέτης ορατότητος) 2000 χ λ χ 15 = 2000 X 0,19681 X15 = 5.904,30 ευρώ β) έλεγχος μελέτης τροφοδοσίας κτιρίου Β' 2000 χ λ χ 3 = 2000 X 0,19681 X 3 = 1.180,86 ευρώ γ) έλεγχος μελέτης κυκλοφορίας κτιρίου Β' 2000 χ λ χ 4 = 2000 X 0,19681 X 4 = 1.574,48 ευρώ Συνολικά (5.904,30 +1.180,86 + 1.574,48 ) 8.659,64 ευρώ.
Δηλαδή, σύμφωνα με τα ανωτέρω, η κατά νόμο ελάχιστη αμοιβή της υποκαθιστάμενης εταιρείας ανέρχεται στο συνολικό χρηματικό ποσό των 738.364,27 ευρώ πλέον ΦΠΑ, ποσό από το οποίο πρέπει να αφαιρεθεί το ποσό των 215.560 ευρώ, το οποίο της καταβλήθηκε από την εναγομένη και τελικά το υπόλοιπο της οφειλομένης σ'αυτήν (υποκαθιστάμενη εταιρεία) νόμιμης αμοιβής ανέρχεται στο ποσό των 522.804,27 ευρώ.
Επομένως, η εκκαλουμένη απόφαση που δέχθηκε ότι η εναγομένη οφείλει να καταβάλει ως νόμιμη αμοιβή της υποκαθιστάμενης το συνολικό χρηματικό ποσό του 1.077.426,58 ευρώ, έσφαλε κατά την εκτίμηση των αποδείξεων ως προς το ύψος της νόμιμης αμοιβής δεκτών εν μέρει γενομένων των σχετικών ισχυρισμών της εφέσεως, όπως αυτή διευρύνθηκε με τους 22-1-2020 πρόσθετους λόγους αυτής που συνέχονται με την ανωτέρω κρίση της εκκαλουμένης η οποία και πρέπει να εξαφανιστεί ως προς το μέρος αυτό. [....] Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, η εκκαλουμένη απόφαση πρέπει να εξαφανιστεί ως προς το μέρος που αφορά το ύψος της αμοιβής (και τον αναλογούντα ΦΠΑ) και τους τόκους και δικαζόμενης της αγωγής πρέπει αυτή να γίνει εν μέρει δεκτή, ως και κατ' ουσίαν βάσιμη και να αναγνωρισθεί ότι η εναγομένη οφείλει να καταβάλει στην υποκαθιστάμενη εταιρεία με την επωνυμία "ΕΡΓΩΝ ΜΕΛΕΤΗΤΙΚΗ ...
ΚΑΙ ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ Ε.Ε"- ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΕΣ ΜΗΧΑΝΙΚΟΙ το συνολικό χρηματικό ποσό των 522.804,27 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την 3-5-2011, καθώς και τον αναλογούντα στο πιο πάνω ποσό ΦΠΑ με το ποσοστό που θα ισχύει κατά το χρόνο της εξόφλησης....". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε εν μέρει βάσιμη κατ'ουσία την αγωγή και συγκεκριμένα κατά το ποσό των 522.804,27 ευρώ της αιτούμενης νόμιμης ελάχιστης αμοιβής της υποκαθισταμένης, από το ενάγον και ήδη πρώτο αναιρεσίβλητο ΤΕΕ, μελετητικής εταιρείας και προσθέτως παρεμβαίνουσας υπέρ αυτού (ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη).
Ακολούθως, αφού απέρριψε τις εκ των άρθρων 689 και 281 ΑΚ ενστάσεις της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας, κατά ουσιαστική παραδοχή της έφεσής της, όπως αυτή είχε διευρυνθεί με πρόσθετους λόγους, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου που είχε δεχθεί στο σύνολό της την αγωγή, δίκασε επί της αγωγής, δέχθηκε αυτή εν μέρει κατ'ουσία και αναγνώρισε ότι η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα υποχρεούται να καταβάλει στην υποκαθισταμένη μελετητική εταιρεία το ποσό των 522.804,27 ευρώ, νομιμοτόκως από την επομένη της όχλησής της, στις 3-5-2011, καθώς και τον αναλογούντα στο ποσό αυτό ΦΠΑ, με το ισχύον κατά το χρόνο καταβολής του ποσοστό.
'Ετσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 681, 694 ΑΚ και τις προαναφερόμενες διατάξεις του πδ 696/1974, όπως είχαν τροποποιηθεί και ίσχυαν πριν το ν. 3919/2011, ως και τη διάταξη του άρθρου 7 παρ.14 του ν.3919/2011 για την καταβολή της επίδικης αμοιβής στην υποκαθισταμένη εταιρεία, τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως, ενόψει του ότι στην απόφασή του υπάρχει νομική ακολουθία μεταξύ των ως άνω πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά και υπήχθησαν στις παραπάνω διατάξεις, όπως η έννοιά τους αναλύθηκε στις νομικές σκέψεις που προαναφέρθηκαν, και του συμπεράσματος του δικανικού συλλογισμού, ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής των άνω διατάξεων, καθόσον σύμφωνα με τις προαναφερόμενες ουσιαστικές παραδοχές της, τα δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά πληρούσαν το πραγματικό των διατάξεων αυτών και δικαιολογούσαν την εφαρμογή τους και την απόρριψη των περί του αντιθέτου λόγων, και διευρυνθέντων με πρόσθετους λόγους, της έφεσης της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας, και την μερική παραδοχή της αγωγής του αντιδίκου της, μετά από εξαφάνιση της εκκαλουμένης απόφασης που την είχε δεχθεί συνολικά, κατόπιν ουσιαστικής παραδοχής της έφεσής της.
Ειδικότερα, το Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως ότι: α) η εναγομένη (ήδη αναιρεσείουσα), εργοληπτική εταιρεία, έχοντας αναλάβει, με σύμβαση έργου, έναντι του κυρίου του έργου, Οργανισμού Μεγάρου Μουσικής (ΟΜΜΘ), την υποχρέωση παροχής των αναγκαίων λεπτομερών μελετών εφαρμογής του Μεγάρου Μουσικής Θεσσαλονίκης, με δηλωθείσα, εκ μέρους της, στον κύριο του έργου, επίσημη μελετήτριά του, την εταιρεία "ΔΙΑΡΧΩΝ-ΚΙΩΝ ΑΕ", δυνάμει μεταξύ τους σχετικής συμβάσεως, προς αποφυγή κινδύνου να κηρυχθεί έκπτωτη, επειδή υπήρχαν το μεν καθυστερήσεις στην έναρξη, το δε τεχνητά σφάλματα κατά την εκπόνηση της άνω μελετήτριας σε μελέτες και μελετητικές εργασίες διακριτών τμημάτων της μελέτης εφαρμογής, ανέθεσε την εκπόνηση τούτων, στην, εδρεύουσα εκτός της έδρας του έργου, υποκαθισταμένη, από το ενάγον (πρώτο αναιρεσίβλητο) ΤΕΕ, μελετητική εταιρεία-"γραφείο μελετών" (προσθέτως παρεμβαίνουσα υπέρ αυτού-δεύτερη αναιρεσίβλητη), με τις από ...-2007 και ...-2007 έγγραφες συμβάσεις έργου β) οι ανωτέρω συμβάσεις, με τις οποίες συμφωνήθηκε συγκεκριμένο έργο και τα μέρη απέβλεπαν στο τελικό αποτέλεσμα των απαιτουμένων για την εκτέλεσή του εργασιών, αφορούσαν την εκπόνηση των συγκεκριμένων αρχιτεκτονικών μελετών και μελετητικών εργασιών, επίλυσης και σχεδιασμού, του κτιρίου Β' του Μεγάρου Μουσικής Θεσσαλονίκης, που ήσαν αυτοτελείς για διακριτά τμήματα της μελέτης εφαρμογής του όλου κτιρίου, και, συμπληρωματικά με έτερες μελέτες για τα λοιπά τμήματα αυτού, θα συγκροτούσαν τη συνολική μελέτη εφαρμογής του Μεγάρου Μουσικής Θεσσαλονίκης, σημειουμένου ότι η συμβολή της εν λόγω εργολάβου μελετητικής εταιρείας επί του συνολικού μελετητικού έργου και στη νόμιμη αμοιβή του συνόλου της αρχιτεκτονικής μελέτης ανερχόταν σε ποσοστό 57,589%.
Ειδικότερα, με τις συμβάσεις αυτές ανατέθηκε στην ανωτέρω μελετητική εταιρεία η εκπόνηση των συγκεκριμένων μελετών και μελετητικών εργασιών που αναφέρονται στην από ...-2007 σύμβαση, αντί συμφωνημένης αμοιβής της 105.000 ευρώ, και αυτών που αναφέρονται στην από ...-2007 σύμβαση, με τις "λοιπές υποχρεώσεις" της για διορθώσεις και τροποποιήσεις τους, που θα της υποδεικνύονταν προφορικά μέχρι την ολοκλήρωση του έργου, αντί συμφωνημένης αμοιβής της 143.000 ευρώ, χωρίς αυτή να υποκαταστήσει, έναντι του κυρίου του έργου, τη δηλωθείσα, στον τελευταίο από αναιρεσείουσα, μελετήτρια "ΔΙΑΡΧΩΝ-ΚΙΩΝ ΑΕ" γ) η υποκαθισταμένη από το ΤΕΕ- προσθέτως παρεμβαίνουσα (ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη) μελετητική εταιρεία ανταποκρίθηκε πλήρως στις συμβατικές υποχρεώσεις της και συγκεκριμένα εκπόνησε και εκτέλεσε όλες τις μελέτες και τις μελετητικές εργασίες, που της ανέθεσε η αντισυμβαλλομένη της με τις ανωτέρω συμβάσεις, ως και τις αναφερόμενες τροποποιήσεις, διορθώσεις και συμπληρώσεις τους που προφορικά της ζητήθηκαν κατά τη διάρκεια της συμβατικής τους σχέσης, στο πλαίσιο "των λοιπών υποχρεώσεων" της, που είχε αναλάβει, και αφού συνέταξε, παρέδωσε την αντίστοιχη τελική έκδοση της αρχιτεκτονικής μελέτης εφαρμογής στην εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα οριστικά στις 14-3-2008, η οποία μάλιστα μεταγενέστερα στις 17-12-2009, υπογεγραμμένη από την επίσημη μελετήτρια του έργου, εγκρίθηκε από τον κύριο του έργου, ως μέρος του συνόλου της αρχιτεκτονικής μελέτης εφαρμογής δ) η συμφωνημένη αμοιβή της υποκαθισταμένης-προσθέτως παρεμβαίνουσας, μελετητικής εταιρείας, συνολικού ποσού 248.000 ευρώ, υπολείπεται ανεπίτρεπτα της νόμιμης ελάχιστης αμοιβής της, η οποία υπολογιζόμενη, σύμφωνα με τις οικείες διατάξεις του πδ 696/1976, με βάση, το αναφερόμενο ποσοστό επί τοις εκατό για κάθε μελέτη , τον αναλυτικό προϋπολογισμό του αντίστοιχου έργου, και το αναφερόμενο ποσοστό συμμετοχής της (από 10% έως 100%) ανά μελέτη και μελετητική εργασία, ανέρχεται στο αναφερόμενο διακριτώς για την αντίστοιχη μελέτη και είδος μελετητικής εργασίας ποσό και συνολικά, μετά από άθροιση των επιμέρους ποσών, στο ποσό των 738.364,27 ευρώ, πλέον ΦΠΑ, αφαιρουμένου δε του ποσού των 215.560 ευρώ που ήδη της κατεβλήθη από την αντισυμβαλλομένη της ως αμοιβή, η τελευταία οφείλει να της καταβάλει το υπόλοιπο ποσό των 522.804, 27 ευρώ, ως νόμιμη ελάχιστη αμοιβή της, νομιμοτόκως.
Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο για τον προσδιορισμό της ένδικης νόμιμης αμοιβής ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προαναφερόμενες διατάξεις του πδ του 696/1974, όπως ίσχυαν πριν την τροποποίησή τους με το Ν. 3919/2011, καθόσον αυτές ήταν οι εφαρμοστέες, και όχι η διάταξη του άρθρου 7 παρ.5 του ν.3919/2011.
Και τούτο διότι οι σχετικές εκ των επίδικων συμβάσεων έργου αξιώσεις της υποκαθισταμένης μελετητικής εταιρείας, κατά τα ανελέγκτως δεκτά γενόμενα γεννήθηκαν πριν την ισχύ του ν. 3919/2011, και συγκεκριμένα το έτος 2008, ενώ η ισχύς του άνω νόμου (ν. 3919/2011) κατά το άρθρο 10 § 2 αυτού, αρχίζει τέσσερις μήνες από τη δημοσίευσή του στο ΦΕΚ (ΦΕΚ Α' 32/2-3-2011) ήτοι από 3-7-2011.
Συνακόλουθα κατά τον επίδικο χρόνο για τον προσδιορισμό της επίδικης νόμιμης αμοιβής δεν ίσχυε και δεν ήταν εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 7 παρ.5 του ν.3919/2011, όπως εσφαλμένα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα. Αλλά και ως προς την καταβολή της ανωτέρω αμοιβής της υποκαθισταμένης, από το ΤΕΕ, μελετητικής εταιρείας, (προσθέτως παρεμβαίνουσας και ήδη δεύτερης αναιρεσίβλητης), το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 7 παρ.14 του ν.3919/2011, δεχόμενο και αναγνωρίζοντας στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασής του, ότι η εναγομένη -αναιρεσείουσα υποχρεούται να καταβάλει την αμοιβή αυτή στην δικαιούχο αυτής, την υποκαθισταμένη, από το ενάγον-πρώτο αναιρεσίβλητο ΤΕΕ.
Και τούτο διότι κατά το χρόνο υποκατάστασης και άσκησης της ένδικης αγωγής (2012) ίσχυε ο ν. 3919/2011 και σύμφωνα με το άρθρο 7 § 14 του νόμου αυτού που αντικατέστησε (από 3-7-2011) το τρίτο εδάφιο της § 4 του άρθρου 2 του άνω ΒΔ, "αίτημα της αγωγής θα είναι η αναγνώριση υποχρεώσεως καταβολής ή η καταβολή του οφειλόμενου στο μελετητή μηχανικό".
Περαιτέρω, οι διατάξεις του πδ 696/1974, όπως ίσχυαν κατά τον εδώ κρίσιμο χρόνο πριν την τροποποίηση με το άρθρο 7 του ν.3919/2011 που κατά τα ανελέγκτως γενόμενα δεκτά θεμελιώνουν τη ένδικη νόμιμη αμοιβή με βάση τον αναλυτικό προϋπολογισμό του έργου, όπως αυτό τροποποιήθηκε με το πδ 515/1989 (άρθρ. 1 παρ.1,2 παρ.1,2,4,3 παρ.1,6,4 παρ.2,82 παρ.1 και 2,83 παρ.1 και 2,87 παρ.2,88 παρ.1 και 100 παρ.1 και 2) και του άρθρου μόνου του νδ 2726/1953 όπως ίσχυαν κατά τον εδώ κρίσιμο χρόνο κατάρτισης και λειτουργίας των ενδίκων συμβάσεων έργου, με τις οποίες καθορίζονται κατώτατα όρια αποζημιώσεων για την εκπόνηση μελετών μηχανικών, δεν είναι ανίσχυρες ως αντίθετες προς διάταξη του Συντάγματος και δη του άρθρου 5 παρ.1 (αρχή επαγγελματικής ελευθερίας).
Και τούτο διότι με τον προβλεπόμενο περιορισμό από τις ανωτέρω διατάξεις δεν παραβιάζεται η αρχή της επαγγελματικής ελευθερίας (άρθρο 5 παρ.1 Συντάγματος), με την οποία κατοχυρώνεται η προσωπική και οικονομική ελευθερία ως ατομικό δικαίωμα, ειδικότερη εκδήλωση της οποίας αποτελεί η ελευθερία επιλογής και άσκησης ορισμένου επαγγέλματος, ως αναγκαίου στοιχείου της προσωπικότητας του ατόμου, καθόσον ο επιδιωκόμενος από τη διάταξη του άρθρου μόνου του ν.δ. 2726/1953, κατά τα εκτιθέμενα στην εισηγητική έκθεση αυτού σκοπός εξυπηρέτησης επιτακτικού λόγου δημοσίου συμφέροντος που συνίσταται στην ανάγκη διατήρησης υψηλής στάθμης εκπόνησης άρτιων μελετών ικανών να διασφαλίσουν την κατασκευή υψηλής ποιότητας έργων είναι ικανός να διασφαλίσει τη θέσπιση των ανωτέρω περιορισμών, ενώ δεν θίγεται ο πυρήνας του κατοχυρωμένου δικαιώματος επαγγελματικής ελευθερίας, αφού δεν τίθεται περιορισμός στην επιλογή και πρόσβαση στο επάγγελμα του μηχανικού ούτε εν γένει στην άσκηση αυτού και στην ελευθερία των συμβάσεων.
Συνακόλουθα, οι ίδιες διατάξεις δεν αντίκειται ούτε στο άρθρο 1 του ν. 703/1977, ούτε σε αυτές του άρθρου 101 της ΣΛΕΕ και του άρθρου 1 του ν.703/1977, αφού δεν μπορεί να προσαφθεί ότι μ' αυτές επιβάλλεται ή ευνοείται η σύναψη από τους επαγγελματικούς συλλόγους των μηχανικών συμπράξεων ή ότι ενισχύονται καταχρήσεις δεσπόζουσας θέσης αντίθετες προς το άρθρο 102 ΣΛΕΕ, σύμφωνα με την σκέψη που προηγήθηκε.
Κατόπιν τούτων ο πρώτος λόγος αναίρεσης και ο πρώτος πρόσθετος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τους οποίους η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, προσάπτοντας στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια, αληθώς από τον αριθμό 1 (και όχι από τους αριθμούς 1, 8, 14 και 19), του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι.
Περαιτέρω το Εφετείο, με βάση τις προαναφερόμενες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασής του, δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 681, 694 ΑΚ, και τις προαναφερόμενες του πδ 696/1996, όπως τροποποιήθηκαν και ίσχυαν κατά τον κρίσιμο χρόνο (2008), με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής ή μη εφαρμογής τους, αναφορικά με τα ουσιώδη για την έκβαση της δίκης ζητήματα α) της κατάρτισης και του περιεχομένου των επιδίκων συμβάσεων έργου και δη της εκπόνησης συγκεκριμένων μελετών και μελετητικών εργασιών επί κτιρίου από την υπόχρεη προς τούτο εργολάβο μελετητική εταιρεία β) την εκτέλεσή του, με εκπόνηση των συμφωνημένων μελετών και μελετητικών εργασιών, από την τελευταία και την παράδοσή τους στην εργοδότριά της γ) τον προσδιορισμό της αντίστοιχης οφειλόμενης, ανά μελέτη και μελετητική εργασία και σε σύνολο, νόμιμης ελάχιστης αμοιβής της, αλλά διέλαβε με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδεικνυόμενα και που ήταν αναγκαία για την εφαρμογή των άνω ουσιαστικών διατάξεων, με συνέπεια να καθίσταται εφικτός ο ακυρωτικός έλεγχος της υπαγωγής ή μη των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά, στις εν λόγω διατάξεις.
Τα στοιχεία αυτά, που προσδιορίζονται με επάρκεια και χωρίς να καταλείπονται αμφιβολίες, συνιστούν, το προσδιοριζόμενο από τις άνω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκαν, αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης, των οποίων το πραγματικό καλύπτεται πλήρως από τις άνω παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης στο σαφές αποδεικτικό της πόρισμα, της ουσιαστικής βασιμότητας, εν μέρει, της ένδικης αγωγής.
Οι αιτιάσεις της αναιρεσείουσας για αντιφατικές αιτιολογίες της προσβαλλομένης απόφασης, δημιουργούμενες από τις παραδοχές της ότι έναντί της υπεύθυνη εργολήπτρια για τις επίδικες μελέτες είναι η εταιρεία "ΔΙΑΡΧΩΝ-ΚΙΩΝ ΑΕ" και όχι η δεύτερη αναιρεσίβλητη μελετητική εταιρεία και ότι στην τελευταία ανατέθηκαν με τις ένδικες συμβάσεις οι επίδικες μελέτες από κοινού με άλλους μελετητές, εφαρμοζομένης της διάταξης του άρθρου 3 παρ.6 του πδ 696/1974 που προβλέπει τον επιμερισμό της νόμιμης ελάχιστης αμοιβής μεταξύ των πλειόνων μελετητών, στηρίζονται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, διότι τέτοιες παραδοχές δεν διαλαμβάνονται στην προσβαλλόμενη απόφαση.
Στις παραδοχές δε της ανάθεσης των επιδίκων αυτοτελών μελετών και μελετητικών εργασιών διακριτών τμημάτων του έργου στην δεύτερη αναιρεσίβλητη- που αποτελούσαν συμπληρωματικά με τις μελέτες άλλων διακριτών τμημάτων το συνολικό μελετητικό έργο- και η εκπόνησή τους από την τελευταία, δεν δημιουργεί οποιαδήποτε ασάφεια ούτε συνιστά αντίφαση η αναφορά στην προσβαλλόμενη απόφαση των λόγων που υπαγόρευσαν στην αναιρεσείουσα να διατηρήσει και να μην αντικαταστήσει, έναντι του κυρίου του έργου, την δηλωθείσα σε αυτόν μελετήτρια "ΔΙΑΡΧΩΝ-ΚΙΩΝ ΑΕ" του όλου έργου, παρά την υπερημερία και τα τεχνητά σφάλματά της στις επίδικες μελέτες διακριτών τμημάτων αυτού, και συνακόλουθα να φέρει τη δική της υπογραφή η τελική μελέτη τους που υποβλήθηκε προς έγκριση από τον κύριο του έργου και όχι της δεύτερης αναιρεσίβλητης, που τη συνέταξε και την παρέδωσε στην αντισυμβαλλομένη της αναιρεσείουσα.
Τα περιστατικά αυτά που διαλαμβάνονται στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώθηκε το αποδεικτικό της πόρισμα και συνακόλουθα αιτιολογίες της, καθόσον κείνται εκτός του αναγκαίου περιεχομένου της ελάσσονος πρότασης και αποτελούν πραγματικά επιχειρήματα του δικαστηρίου της ουσίας για τις κρατούσες συνθήκες και τους λόγους που οδήγησαν την αναιρεσείουσα στην κατάρτιση των επιδίκων συμβάσεων με το περιγραφόμενο περιεχόμενο και τη μη γνωστοποίηση στον κύριο του έργου της συνέχισης και ολοκλήρωσης του επιδίκου διακριτού αυτού τμήματος του μελετητικού έργου από την δεύτερη αναιρεσίβλητη μελετητική εταιρεία, και όχι από την δηλωθείσα σε αυτόν μελετήτρια.
Επομένως, οι από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ τέταρτος λόγος αναίρεσης και ο τρίτος πρόσθετος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι. Οι λοιπές προβαλλόμενες στον τέταρτο λόγο αναίρεσης αιτιάσεις της αναιρεσείουσας Α. για ελλιπείς αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς την απόρριψη των λόγων της έφεσής της με τους οποίους επανέφερε τις παραδεκτώς προβληθείσες ενστάσεις της α) της πλημμελούς εκπλήρωσης του συμφωνημένου έργου, λόγω ελλείψεων των μελετών που παραδόθηκαν β) της μη έγκρισής τους από τον κύριο του έργου και γ) της μερικής εξόφλησης με την καταβολή των 214.560 ευρώ της συμφωνημένης αμοιβής και Β.
για την αναγκαιότητα περισσότερων και ειδικότερων αιτιολογιών για τον χαρακτηρισμό των επιδίκων συμβάσεων ως συμβάσεων έργου και το αντικείμενό τους, την εκπλήρωση των συμβατικών υποχρεώσεων της υποκαθισταμένης μελετητικής εταιρείας, τον τρόπο συμπλήρωσης και τροποποίησης των επιδίκων μελετών μέχρι την παράδοσή τους, τη σύνταξη και παράδοση εκ μέρους της της τελικής μελέτης, το ποσοστό της συμβολής της του 57,89% στο συνολικό μελετητικό έργο και τον υπολογισμό της ένδικης νόμιμης αμοιβής, δεν ιδρύουν τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Και τούτο διότι στην ένδικη περίπτωση, με βάση τις προαναφερόμενες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, οι υπό στοιχείο Α ισχυρισμοί της αναιρεσείουσας δεν έχουν αυτοτελή ύπαρξη και δεν θεμελιώνουν εντάσεις καταλυτικές της αγωγής και συνακόλουθα δεν είναι ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ειδικότερα η αναιρεσείουσα, ως εναγομένη εργοδότρια για την καταβολή της εργολαβικής αμοιβής δεν έχει σε περίπτωση ελλείψεων του έργου την κατά τις γενικές διατάξεις ένσταση της μη προσήκουσας εκπλήρωσης (αρθ.374 ΑΚ) και άρα της απαλλαγής της από την καταβολή της ένδικης αμοιβής του εργολάβου (ΑΠ 645/2023, ΑΠ 403/2000), παρά μόνο τις προβλεπόμενες από τις ειδικές διατάξεις των άρθρων 688 - 690 του ΑΚ ενστάσεις, η παράδοση όμως του έργου ακόμη και με ελλείψεις δεν την απαλλάσσει αυτοδικαίως από την υποχρέωση καταβολής της ένδικης αμοιβής (ΑΠ 1591/2022).
Ούτε η προβληθείσα έλλειψη έγκρισης των επιδίκων μελετών από τον κύριο του έργου είναι κρίσιμο ζήτημα στην ένδικη περίπτωση που έχει αντικείμενο τις καταρτισθείσες μεταξύ της αναιρεσείουσας αναδόχου του έργου και της δεύτερης αναιρεσίβλητης μελετητικής εταιρείας συμβάσεις έργου, διηγηματικά αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η έγκριση της συνολικής αρχιτεκτονικής μελέτης από τον κύριο του έργου, και σε κάθε περίπτωση, κατά τη διάταξη του άρθρου 692 ΑΚ, η έγκριση του εργοδότη αποτελεί αναγνώριση εκ μέρους του ότι το έργο που του παραδόθηκε δεν έχει ελλείψεις και η έλλειψή της δεν συνιστά λόγο απαλλαγής του από την καταβολή της οφειλόμενης αμοιβής και συνακόλουθα ένσταση επί αγωγής αξίωσής της, όπως η ένδικη.
Η δε γενόμενη εκ μέρους της αναιρεσείουσας καταβολή μέρους της συμβατικής εργολαβικής αμοιβής, το οποίο προαφαιρέθηκε και δεν αξιώνεται με την ένδικη αγωγή, δεν θεμελιώνει ένσταση μερικής εξόφλησης, κατ'αρθρο 416 ΑΚ προς απόσβεση αντίστοιχου μέρους της ένδικης εργολαβικής αμοιβής, καθόσον το ποσό αυτό δεν είναι επίδικο.
Οι υπό το στοιχείο Β αιτιάσεις αφορούν σε ελλείψεις αναγόμενες στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του διατυπωθέντος με σαφήνεια και πληρότητα, κατά τα προαναφερόμενα, αποδεικτικού πορίσματος της προσβαλλομένης απόφασης, οι οποίες δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.
Επιπρόσθετα, για το αναφερόμενο ποσοστό του 57,589% της συμβολής του επιδίκου έργου της δεύτερης αναιρεσίβλητης επί του συνόλου του αρχιτεκτονικού μελετητικού έργου, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης αυτό δεν αποτέλεσε βάση υπολογισμού της ένδικης νόμιμης ελάχιστης αμοιβής για τις επίδικες επιμέρους μελέτες και μελετητικές εργασίες που της ανατέθηκαν και εκτέλεσε, και συνεπώς η αιτίαση της αναιρεσείουσας για ανάγκη ειδικότερης αιτιολογίας του ποσοστού αυτού είναι και αλυσιτελής.
Οι λοιπές αιτιάσεις της αναιρεσείουσας που διαλαμβάνονται στον τρίτο λόγο αναίρεσης και στον τέταρτο λόγο αναίρεσης αιτιάσεις, υπό την επίφαση της επικαλούμενης αναιρετικής πλημμέλειας πλήττουν ανεπίτρεπτα την ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για το συμφωνημένο έργο, την εκτέλεση και την παράδοσή του και την οφειλόμενη νόμιμη ελάχιστη αμοιβή, και για το λόγο αυτό είναι απαράδεκτες.
Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 106, 111 παρ. 2 και 216 παρ. 1 στοιχ. α και β του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η αγωγή πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου και ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς. Όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν περιέχονται τα πιο πάνω στοιχεία ή όταν αυτά περιέχονται κατά τρόπο ελλιπή ή ασαφή, τότε η έλλειψη αυτή καθιστά μη νομότυπη την άσκησή της, επιφέρει δε την απόρριψή της ως απαράδεκτης, λόγω αοριστίας, είτε αυτεπαγγέλτως, είτε κατόπιν προβολής σχετικού ισχυρισμού από τον εναγόμενο.
Η αοριστία δε αυτή δεν μπορεί να συμπληρωθεί ούτε με τις προτάσεις, ούτε με παραπομπή στο περιεχόμενο άλλων εγγράφων της δίκης, ούτε από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 1804/2022, 108/2020, ΑΠ 837/2019, ΑΠ 1864/2011). Η νομική αοριστία της αγωγής, δηλαδή εκείνη που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα, αποτελεί παράβαση που ελέγχεται με την διάταξη του άρθ. 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο για τον σχηματισμό της κρίσης του για τη νομική επάρκεια της αγωγής κατά την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου αξίωσε περισσότερα ή διαφορετικά στοιχεία από τα απαιτούμενα κατά νόμο κρίνοντας αυτήν ως αόριστη ή αντίθετα αρκέσθηκε σε λιγότερα από τα απαιτούμενα κατά νόμο στοιχεία κρίνοντας αυτήν ως ορισμένη.
Πρόκειται δηλαδή και πάλι για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ως προς τη διαπίστωση ή όχι νομικής αοριστίας της αγωγής (ΟλΑΠ 18/1998, ΟλΑΠ 1573/1981, ΑΠ 1804/2022, ΑΠ108/2020, ΑΠ 1214/2020, ΑΠ 1115/2020, ΑΠ 515/2016). Στο δικόγραφο της αγωγής, με την οποία επιδιώκεται η επιδίκαση αμοιβής μηχανικού για την εκπόνηση μελετών κτιριακών έργων, πρέπει, σύμφωνα με τα άρθρα 118, 216 και 681 ΚΠολΔ, να περιέχονται όλα τα στοιχεία που απαιτούνται για τη θεμελίωσή της και την ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς, δηλαδή η κατάρτιση της σύμβασης κατά τα ουσιώδη στοιχεία της, η εκτέλεση του έργου που ανατέθηκε, η παράδοση του τελευταίου και η αμοιβή που συμφωνήθηκε ή που από τον νόμο προκύπτει, καθώς και όλα τα στοιχεία που απαιτούνται από τον νόμο για τον προσδιορισμό της αμοιβής του μηχανικού και, εφόσον πρόκειται για περισσότερες εργασίες ή έργα που αμείβονται με διαφορετικό τρόπο το καθένα, να παρατίθεται πίνακας των επί μέρους εργασιών ή έργων με την αμοιβή που δικαιούται για κάθε εργασία ή έργο και με το άθροισμα των αμοιβών αυτών και να γίνεται επίκληση των στοιχείων που απαιτούνται για τον υπολογισμό κάθε αμοιβής ( ΑΠ 1825/2022, ΑΠ 324/2020, ΑΠ 535/2018, ΑΠ 1152/2015).
Ειδικότερα, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1 παρ. 1, 2 παρ. 1α, 3 παρ. 1, 4, 6, 80 παρ. 1, 229 παρ. 2 και 230 παρ. 2 του π.δ.696/1974, όπως τροποποιήθηκαν με το π.δ. 515/1989, που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του αρθρ. 59 του ν.δ. της 17 Ιουλίου 1923 "περί σχεδίων πόλεως κ.λπ." και ισχύουν κατά τα ανωτέρω, στον ένδικο χρόνο, προκύπτει ότι η αμοιβή ιδιωτικών μηχανικών για την εκπόνηση των αναφερομένων στο διάταγμα αυτό μελετών κτιριακών έργων καθορίζεται και σε ποσοστά επί τοις εκατό του προϋπολογισμού των μελετωμένων έργων με βάση προβλεπόμενο τύπο.
Ο προϋπολογισμός, ο οποίος λαμβάνεται υπόψη για τον υπολογισμό της αμοιβής κάθε έργου, είναι αυτός που εξάγεται από τις ποσότητες όλων των κονδυλίων, από την αναλυτική προμέτρηση και τις τιμές μονάδας των σχετικών εργασιών που υπολογίζονται με βάση τις εγκεκριμένες αναλύσεις τιμών και τις βασικές τιμές ημερομισθίων, υλικών και μισθωμάτων μηχανημάτων κατά τον χρόνο συντάξεως του προϋπολογισμού του τελευταίου σταδίου της μελέτης.
Η προβλεπόμενη από τη διάταξη του άρθρου 3 παρ. 1 του διατάγματος αυτού έγκριση από τον εργοδότη του προϋπολογισμού αφορά τα κονδύλια, δηλαδή τις εργασίες αυτού, όπως αυτές αναφέρονται σε σχετικό προϋπολογισμό που συντάσσει ο μηχανικός ως απαραίτητο στοιχείο της μελέτης του, και όχι τον ειδικό και αναλυτικό προϋπολογισμό που διαμορφώνεται με τα ως άνω αντικειμενικά στοιχεία.
Έγκριση από τον εργοδότη και των στοιχείων αυτών, που ορίζονται από το νόμο, δεν απαιτείται, ούτε ο αναλυτικός αυτός προϋπολογισμός πρέπει να υποβάλλεται και να παραδίδεται προηγουμένως στον εργοδότη προς έγκριση. Η εκδοχή, ότι για τη θεμελίωση της αξιώσεως του μηχανικού σχετικά με την αμοιβή του από την εκπόνηση της ανατεθείσας σ'αυτόν μελέτης, πρέπει να εγκρίνεται από τον εργοδότη και ο διαμορφούμενος, κατά τα ανωτέρω, ειδικός και αναλυτικός προϋπολογισμός ως προς το ύψος των επιμέρους κονδυλίων ή το συνολικό ύψος του, θα οδηγούσε σε αποκλεισμό κάθε αξιώσεως του μηχανικού για την αμοιβή του, αφού ο εργοδότης θα μπορούσε να ισχυριστεί ότι δεν εγκρίνει το ύψος του αναλυτικού προϋπολογισμού.
Δηλαδή για την θεμελίωση και τον προσδιορισμό του δικαιώματος μελετητή μηχανικού για την αμοιβή του από την εκπόνηση της ανατεθείσας σ' αυτόν μελέτης με βάση ποσοστά του προϋπολογισμού, απαιτείται η έγκριση από τον εργοδότη μόνο του αρχικού προϋπολογισμού, που εξάγεται με τις ποσότητες όλων των εργασιών του εκτελούμενου έργου και όχι του αναλυτικού προϋπολογισμού, ο οποίος συντάσσεται με βάση τα αναφερόμενα στο ίδιο άρθρο αντικειμενικά στοιχεία, που ισχύουν στο χρόνο συντάξεως του προϋπολογισμού του τελευταίου σταδίου της μελέτης και λαμβάνεται υπόψη για τον ακριβή προϋπολογισμό της αμοιβής (ΑΠ 960/2022, ΑΠ 816/2022, ΑΠ 245/2020, ΑΠ 639/2019, ΑΠ 82/2016, ΑΠ 2317/2009, ΑΠ 579/2009, ΑΠ 790/2008).
Ο κατά τον προαναφερόμενο τρόπο υπολογισμός της αμοιβής του μελετητή μηχανικού ισχύει και για τα ενδιάμεσα στάδια μελέτης, δηλαδή και για την αρχιτεκτονική προμελέτη και οριστική αρχιτεκτονική μελέτη (ΑΠ 639/2019, ΑΠ 82/2016, ΑΠ 783/2017, ΑΠ 790/2008). Από την επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτουν τα εξής:
Με την ένδικη, από 17-12-2012 (αριθμ.καταθ.527/21-12-2012), αγωγή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το ήδη πρώτο αναιρεσίβλητο Τεχνικό Επιμελητήριο της Ελλάδος, ως υποκατάστατο από το νόμο της μελετητικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΡΓΩΝ ΜΕΛΕΤΗΤΙΚΗ ... ΚΑΙ ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ ΕΕ" ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΕΣ- ΜΗΧΑΝΙΚΟΙ- η οποία άσκησε παραδεκτά υπέρ αυτού πρόσθετη παρέμβαση [ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη]-εξέθεσε, ότι στην τελευταία η εναγομένη [ήδη αναιρεσείουσα], ανάδοχος του περιγραφόμενου έργου του Μεγάρου Μουσικής Θεσσαλονίκης, ανέθεσε, με τις ...-2007 και ...-2007 δύο έγγραφες συμβάσεις έργου, την εκπόνηση των αναφερόμενων μελετών, αντί συμφωνημένης αμοιβής της, συνολικού ποσού 248.000 ευρώ, με πρόσθετη υποχρέωση διόρθωσης, τροποποίησης και συμπλήρωσής τους, όπως της ζητηθεί κατά τη διάρκεια της συμβατικής τους σχέσης.
Ότι η άνω υποκαθισταμένη μελετητική εταιρεία εκτέλεσε το σύνολο του συμφωνημένου έργου και συγκεκριμένα τις μελέτες και μελετητικές εργασίες που της ανέθεσε με τις επίδικες συμβάσεις έργου η εναγομένη, όπως αυτές διορθώθηκαν, τροποποιήθηκαν και συμπληρώθηκαν με προφορικές εντολές της, κατά τα μεταξύ τους συμφωνηθέντα, και τις παρέδωσε στην εναγομένη τον Ιούλιο του 2008.
Ότι η νόμιμη ελάχιστη αμοιβή της για αυτές, σύμφωνα με τις οικείες διατάξεις του π.δ.696/1974, όπως τροποποιηθέν ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο, με προϋπολογισμούς που εξάγονται από τις ποσότητες όλων των κονδυλίων τους, από την αναλυτική προμέτρηση και τις τιμές μονάδας των σχετικών εργασιών που υπολογίζονται με βάση τις εγκεκριμένες αναλύσεις τιμών και τις βασικές τιμές ημερομισθίων, υλικών και μισθωμάτων μηχανημάτων κατά τον χρόνο σύνταξης του προϋπολογισμού του τελευταίου σταδίου κάθε μελέτης, ανέρχεται, κατά τα αναλυτικά εκτιθέμενα στην αγωγή, κατά κατηγορίες εργασιών του συνολικού εκτελεσθέντος έργου, με τους επιμέρους συντελεστές και κατ' εφαρμογή των προβλεπομένων από τις οικείες διατάξεις για τις αντίστοιχες κατηγορίες εργασιών μαθηματικών τύπων, στα παρατιθέμενα εκεί λεπτομερώς διακριτώς ανά μελέτη επιμέρους ποσά και στο συνολικό ποσό των 1.292.985,58 ευρώ.
Ότι η εναγομένη, μετά από αφαίρεση του ποσού των 215.560 ευρώ που της κατέβαλε ως μέρος της συμφωνημένης αμοιβής της, εξακολουθεί να της οφείλει ως υπόλοιπο της νόμιμης ελάχιστης αμοιβής της, το ποσό των (1.292.985,58-215.560=) 1.077.426,58 ευρώ, πλέον του αναλογούντος ΦΠΑ. Κατόπιν τούτων, το ενάγον [ήδη πρώτο αναιρεσίβλητο] ΤΕΕ ζήτησε να αναγνωριστεί ότι η εναγομένη [ήδη αναιρεσείουσα] υποχρεούται να καταβάλει στην υποκαθισταμένη μελετητική εταιρεία το ποσό των 1.077.425,58 ευρώ, ως οφειλόμενη νόμιμη ελάχιστη αμοιβή, με το νόμιμο τόκο από την 1-8-2008, που κατέστη υπερήμερη, κατ'άρθρο 694 ΑΚ με την παράδοση του έργου, άλλως τις 3-5-2011, επομένη της όχλησής της, και να αναγνωριστεί ότι υποχρεούται να της καταβάλει και το ποσό του αναλογούντος, επί του ποσού αυτού, ΦΠΑ, με το ισχύον ποσοστό κατά το χρόνο της καταβολής.
Επί της αγωγής αυτής, εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, αρχικά η με αριθμό 160/2014 μη οριστική απόφαση, με την οποία διατάχθηκε η διενέργεια πραγματογνωμοσύνης, και ακολούθως η με αριθμό 175/2018 οριστική απόφαση, με την οποία το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, έκρινε ορισμένη την αγωγή, παρά τον περί του αντιθέτου, παραδεκτώς προβληθέντα, ισχυρισμό της εναγόμενης, ήδη αναιρεσείουσας, τον οποίο η ίδια επανέφερε ενώπιον του Εφετείου με την έφεσή της και τους πρόσθετους λόγους αυτής.
Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, έκρινε ότι η αγωγή με το ανωτέρω περιεχόμενο και αίτημα είναι ορισμένη και απέρριψε τον σχετικό λόγο έφεσης. Κρίνοντας Εφετείο ορισμένη την αγωγή, με το προαναφερόμενο περιεχόμενο και αίτημα, δεν αρκέστηκε σε λιγότερα, από τα απαιτούμενα για τη θεμελίωσή της στοιχεία στις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, που αναφέρθηκαν στη σκέψη που προηγήθηκε, τις οποίες ερμήνευσε και εφάρμοσε ορθά.
Και τούτο διότι στην αγωγή αναφέρονται όλα τα αναγκαία για την πληρότητά της στοιχεία και δη η κατάρτιση των επιδίκων συμβάσεων έργων, η ανάθεση με αυτές στην μελετητική εταιρεία της εκπόνησης των συγκεκριμένων μελετών και μελετητικών εργασιών επί των αναφερόμενων τμημάτων του κτιριακού έργου, το είδος των μελετών αυτών και η εκτέλεσή τους, και κατά τρόπο διακριτό για κάθε μία τούτων ο νόμιμος τρόπος εξαγωγής του ειδικού και αναλυτικού προϋπολογισμού της, επί του οποίου υπολογίστηκαν αντίστοιχα οι νόμιμες αμοιβές της υποκαθισταμένης μελετητικής εταιρείας.
Περαιτέρω, γίνεται μνεία της έγκρισης, από την εργοδότρια των επιδίκων μελετών της και συνακόλουθα του προϋπολογισμού των εργασιών της, ως απαραίτητο στοιχείο των μελετών αυτών, όπως απαιτείται κατ'άρθρο 3 παρ.1 του πδ 696/1974, οι οποίες κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή συμφωνήθηκαν διακριτώς με τις ένδικες συμβάσεις, μη απαιτούμενης επιπρόσθετα για το ορισμένο της αγωγής και της επίκλησης έγκρισης του ειδικού και αναλυτικού προϋπολογισμού του ύψους των επιμέρους κονδυλίων των έργων ή του συνολικού ύψους του από την εργοδότρια, κατά το χρόνο σύνταξης του προϋπολογισμού του τελευταίου σταδίου των μελετών και λαμβάνεται υπόψη για τον ακριβή προϋπολογισμό της ένδικης αμοιβής, εφ' όσον αυτά, ως υποδιαιρέσεις ή ζητήματα των μελετών, δεν είναι διαφορετικά αυτών που ανατέθηκαν με τις ένδικες συμβάσεις στην μελετητική εταιρεία, καθόσον η (αρχική) με κάθε μία επίδικη σύμβαση έγκριση από την αντισυμβαλλομένη της του προϋπολογισμού τους αφορά τα κονδύλια, που σχετίζονται με τις απαραίτητες εργασίες της για τις συμφωνημένες μελέτες.
Και τούτο διότι για τη θεμελίωση της ένδικης αξίωσης της μελετητικής εταιρείας, την οποία υποκαθιστά το ΤΕΕ, επί της ένδικης αμοιβής της από την εκπόνηση των μελετών που της ανατέθηκαν, δεν απαιτείται η προηγούμενη υποβολή εκ μέρους της και η έγκριση από την αντισυμβαλλομένη εργοδότριά της και του ειδικού και αναλυτικού προϋπολογισμού του ύψους των επιμέρους κονδυλίων ή και του συνολικού ύψους τούτων, όπως αναφέρθηκε και στη σκέψη που προηγήθηκε.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με το να κρίνει με την προσβαλλόμενη απόφασή του ορισμένη την αγωγή, δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, λόγω νομικής της αοριστίας της, αρκούμενο σε λιγότερα στοιχεία από τα απαιτούμενα από τις προαναφερόμενες διατάξεις κατά την εφαρμογή τους, και δη από αυτή του άρθρου 3 παρ.1 του πδ 696/1994, και συνεπώς ο περί του αντιθέτου δεύτερος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα και προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια, αληθώς από τον αριθ. 1 (και όχι από τους αριθμούς 1, 14 και 19 όπως ισχυρίζεται) του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.
Οι λοιπές διαλαμβανόμενες στον ίδιο λόγο αναίρεσης αιτιάσεις, με τις οποίες η αναιρεσείουσα διατείνεται ότι ο προϋπολογισμός των επιδίκων μελετών είναι εσφαλμένος, καθόσον περιλαμβάνει αυθαίρετα επιμέρους κονδύλια και εσφαλμένες τιμές μονάδων και εσφαλμένους υπολογισμούς, απαραδέκτως προβάλλονται, διότι υπό την επίφαση της ανωτέρω αναιρετικής πλημμέλειας (από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ), πλήττουν ανεπίτρεπτα την ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Με τη διάταξη του άρθρου 681 ΑΚ καθορίζονται τα ουσιώδη στοιχεία της συμβάσεως μισθώσεως έργου, που είναι η συμφωνία των συμβαλλομένων, το έργο και η αμοιβή, η οποία, σύμφωνα με το άρθρο 694 ΑΚ, καταβάλλεται κατά την παράδοση του έργου, εκτός αν η παράδοση τούτου συμφωνήθηκε κατά τμήματα, οπότε καταβάλλεται με την παράδοση κάθε τμήματος.
Ως παράδοση του έργου νοείται η εκπλήρωση της κύριας υποχρεώσεως του εργολάβου, συνισταμένης στην εκτέλεση και προσπόριση του έργου στον εργοδότη, στην περιέλευση δηλαδή τούτου στην σφαίρα εξουσιάσεως του τελευταίου, υπό την προϋπόθεση ότι το έργο είναι το προσήκον, ήτοι δεν είναι εντελώς διάφορο του συμφωνηθέντος, διότι τότε ο εργολάβος δεν θεωρείται ότι προεκπλήρωσε την παροχή του, ώστε να δικαιούται κατ' άρθρο 694 ΑΚ την συμφωνηθείσα αμοιβή του (ΑΠ 1597/2023, ΑΠ 1019/2020, ΑΠ 1070/2017, ΑΠ 723/2015).
Περαιτέρω, μεταβολή της ιστορικής βάσης της αγωγής, που συνιστά και ταυτόχρονη μεταβολή του αντικειμένου της δίκης, κατά παράβαση της προβλεπόμενης, από το άρθρο 111 του ΚΠολΔ, αρχής της τηρήσεως προδικασίας και επάγεται το, κατά τα ανωτέρω, απαράδεκτο, αποτελεί κάθε μεταγενέστερη προσθήκη νέων περιστατικών, παλαιότερων ή οψιγενών, με τα οποία τροποποιείται ή αντικαθίσταται η ιστορική βάση της αγωγής, με άλλη ή προστίθεται στην αγωγή και νέα ιστορική βάση (Ολ. ΑΠ 2/1994, ΑΠ 816/2022, ΑΠ 1183/2015). Δεν συνιστά μεταβολή της ιστορικής βάσης της αγωγής, η παροχή διευκρινίσεων επ' αυτής με τις προτάσεις του ενάγοντος, την οποία ρητώς επιτρέπει η διάταξη του άρθρου 224 του ΚΠολΔ. Κατά τη διάταξη δε του άρθρου 559 αρ.14 αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο, παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο. Αυτονόητη προϋπόθεση για την ίδρυση του ανωτέρω από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης, είναι, στην μεταβολή της ιστορικής βάσης της αγωγής, να προέβη ο διάδικος και, στη συνέχεια, να κρίνει αυτήν παραδεκτή το Δικαστήριο της ουσίας και να την ερευνήσει περαιτέρω (ΑΠ 816/2022, ΑΠ 148/2009, Α.Π. 1765/2005).
Τέλος, λόγος αναίρεσης που ερείδεται σε εσφαλμένη (ή αναληθή) προϋπόθεση, περίπτωση η οποία συντρέχει όταν με αυτόν υποστηρίζεται ότι η προσβαλλομένη απόφαση δέχθηκε ή δεν δέχθηκε ορισμένα πραγματικά περιστατικά, ενώ από τον έλεγχο αυτής, στο πλαίσιο εφαρμογής του άρθρου 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, προκύπτει το αντίθετο, απορρίπτεται ως αβάσιμος (ΑΠ 1310/2022, ΑΠ 485/2019, ΑΠ 837/2019).
Με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια αληθώς από τον αριθμό 14 (και όχι από τους αριθμούς 14 και 11 γ') του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι ενώ το ενάγον ήδη πρώτο αναιρεσίβλητο ΤΕΕ ανεπίτρεπτα μετέβαλε την ιστορική βάση της αγωγής του ως προς το χρόνο παράδοσης του έργου από τις 23-7-2007 στις 14-3-2008, με προφορική δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου του στο ακροατήριο, το Εφετείο, κρίνοντας παραδεκτή τη μεταβολή αυτή της ιστορικής βάσης της αγωγής, με απόρριψη του περί του αντιθέτου σχετικού λόγου της έφεσής της, παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος. Και τούτο διότι από την, παραδεκτή κατ'άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των με αριθμό 160/3-12-2013 και με αριθμό 175/6-6-2017 πρακτικών δημόσιας συνεδρίασης, της αρχικής και της επαναλαμβανόμενης, αντίστοιχα, συζήτησης της αγωγής ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, δεν προκύπτει η επικαλούμενη μεταβολή του ιστορούμενου στην αγωγή χρόνου παράδοσης των επιδίκων μελετών, από 23-7-2007 σε 14-3-2008, με προφορική δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου του ενάγοντος και ήδη πρώτου αναιρεσιβλήτου ΤΕΕ, όπως ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα αβάσιμα.
Περαιτέρω, ο ακριβής χρόνος παράδοσης του συμφωνημένου έργου αποτελεί στοιχείο του περί τοκογονίας της εργολαβικής αμοιβής παρεπομένου αιτήματος της αγωγής, όταν ζητούνται τόκοι υπερημερίας από τότε, κατ'άρθρο 694 ΑΚ. Από την προηγηθείσα επισκόπηση της ένδικης αγωγής προκύπτει ότι στο δικόγραφό της ιστορείται ότι η υποκαθισταμένη μελετητική εταιρεία παρέδωσε τις επίδικες μελέτες στην εναγομένη (ήδη αναιρεσείουσα) τον Μάρτιο του 2008-μετά τις γενόμενες τροποποιήσεις και βελτιώσεις τους από τον αρχικό χρόνο υποβολής τους στις 23-7-2007-και μέχρι τον Ιούλιο του 2008 της είχε παραδώσει και κάθε διευκρινιστικό και συμβουλευτικό σχέδιο που της ζήτησε, ότι από την 1-8-2008 η εναγομένη κατέστη υπερήμερη, κατ'άρθρο 694 ΑΚ, περί την καταβολή της ένδικης νόμιμης ελάχιστης αμοιβής, και έκτοτε ζητήθηκαν επ'αυτής τόκοι υπερημερίας (άλλως από την επομένη της όχλησής της, στις 3-5-2011).
Δηλαδή κατά το κατά το κύριο περί τοκοδοσίας αίτημα της αγωγής, ζητήθηκαν τόκοι υπερημερίας επί της αιτούμενης εργολαβικής αμοιβής, λόγω παράδοσης του έργου, από την 1-8-2008 και το αίτημα αυτό δεν μεταβλήθηκε. Επιπρόσθετα, με την προσβαλλόμενη απόφαση, κατά τα προεκτεθέντα, επιδικάστηκαν επί της ένδικης νόμιμης εργολαβικής αμοιβής τόκοι υπερημερίας, όχι από τον επικαλούμενο από το ενάγον και ήδη πρώτο αναιρεσίβλητο χρόνο παράδοσης του έργου, κατ'άρθρον 694 ΑΚ, όπως κυρίως ζητήθηκε με την αγωγή, αλλά από την επομένη της όχλησης για την καταβολή της (αρθ.340 ΑΚ), κατά παραδοχή του επικουρικού περί τοκοδοσίας αιτήματος.
Κατόπιν τούτων, επειδή δεν μεταβλήθηκε απαραδέκτως, κατ'άρθρο 224 ΚΠολΔ, ο χρόνος παράδοσης του έργου ως στοιχείο του αιτήματος επιδίκασης τόκων υπερημερίας επί της ένδικης εργολαβικής έκτοτε, ούτε έγινε δεκτή με την προσβαλλομένη απόφαση τέτοια μεταβολή, και συνεπώς όσα ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα με τον κρινόμενο λόγο αναίρεσης στηρίζονται σε εσφαλμένη προϋπόθεση.
Από τα άρθρα 68 και 556 ΚΠολΔ συνάγεται, ότι για το παραδεκτό λόγου αναίρεσης πρέπει ο αναιρεσείων να έχει έννομο συμφέρον να ανατρέψει την προσβαλλόμενη απόφαση εξ αιτίας σφάλματος που αναφέρεται στο λόγο. Έτσι, αν το διατακτικό της απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς επί δύο (ή περισσότερων) επάλληλων αιτιολογιών και μια από αυτές δεν πλήττεται ή πλήττεται ανεπιτυχώς, οι λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους προσβάλλεται η άλλη αιτιολογία είναι απορριπτέοι ως αλυσιτελείς και συνακόλουθα απαράδεκτοι, διότι οι προβαλλόμενες πλημμέλειες δεν επιδρούν στο διατακτικό της αναιρεσιβαλλομένης, αφού το διατακτικό της στηρίζεται επαρκώς στη μη πληττόμενη με λόγο αναίρεσης αιτιολογία και όχι συγχρόνως σε όλες τις αιτιολογίες της (ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 25/1994, ΑΠ 860/2022, ΑΠ 516/2017, ΑΠ 420/2017).
Δηλαδή, σε περίπτωση διαδοχικής αιτιολογίας, χρειάζεται η προσβολή με επιτυχία όλων των αιτιολογιών που στηρίζουν το διατακτικό (καθεμίας αυτοτελώς) της πληττόμενης απόφασης, για την αναίρεση της τελευταίας (ΑΠ 1437/2023, ΑΠ 860/2022, AΠ 61/2020, ΑΠ 70/2017, ΑΠ 290/2017, ΑΠ 675/2013). Με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια, αληθώς από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (και όχι από τους 1, 19 και 14 του ίδιου άρθρου), με την αιτίαση ότι το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, απορρίπτοντας ως απαράδεκτη την εκ του άρθρου 689 ΑΚ έντασή της, περί μείωσης της ένδικης εργολαβικής αμοιβής λόγω ύπαρξης ουσιωδών ελαττωμάτων, την οποία πρότεινε το πρώτον ενώπιόν του με πρόσθετο λόγο της έφεσής της, παραδεκτά, με ταυτόχρονη επίκληση της βραδείας προβολής της, κατ'άρθρο 527 παρ.6 ΚΠολΔ, ως αποδεικνυόμενης εγγράφως από την έκθεση πραγματογνωμοσύνης και την έκθεση του τεχνικού της συμβούλου, παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο, εάν δε έκρινε παραδεκτή την ένστασή της που ήταν και βάσιμη, κατά παραδοχή της έφεσής της θα απέρριπτε κατά αντίστοιχο μέρος την αγωγή του αντιδίκου της.
Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (αρθ. 561 παρ.2 ΚΠολΔ), κατά το μέρος που αφορά τον προκείμενο αναιρετικό έλεγχο, προκύπτει ότι Εφετείο έκρινε τα εξής:
"Περαιτέρω, οι πρόσθετοι λόγοι έφεσης είναι παραδεκτοί...πλην της ενστάσεως του άρθρου 689 ΑΚ που απαραδέκτως προβάλλεται το πρώτον ενώπιον του Εφετείου με τους από 22-1-2020 πρόσθετους λόγους, δεδομένου ότι την ένσταση αυτή η εναγομένη (και ήδη εκκαλούσα) δεν την είχε προτείνει παραδεκτά ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου δεν συντρέχει λόγος εφαρμογής του επικαλούμενου από την εκκαλούσα άρθρου 527 παρ.6 ΚΠολΔ." και ακολούθως (στο 10ο φύλλο της προσβαλλόμενης απόφασης) έκρινε τα εξής: "Ενόψει του ανωτέρω εγγράφου, καθίσταται σαφές ότι τα όσα ισχυρίζεται η εναγομένη στο πλαίσιο της παρούσας δικαστικής διενέξεως περί εκπόνησης μελετών εκ μέρους της υποκαθιστάμενης εταιρείας με ουσιώδη ελαττώματα, ελλείψεις και μη συνεργασίας-συμμόρφωσής της στις υποδείξεις του ΤΥΕ, είναι αβάσιμα, αφού η συμμετοχή της "ΕΡΓΩΝ ΜΕΛΕΤΗΤΙΚΗ" στην εκπόνηση της μελέτης είναι σημαντική και η εκτέλεση της εργασίας της η προσήκουσα..".
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο απέρριψε την εκ του άρθρου 689 ΑΚ προβληθείσα ένσταση της αναιρεσείουσας αρχικά ως απαράδεκτη και ακολούθως ως ουσιαστικά αβάσιμη. Από τις ανωτέρω διαδοχικές αιτιολογίες της προσβαλλομένης απόφασης, που στηρίζουν αυτοτελώς την απόρριψη της ένστασής αυτής της αναιρεσείουσας, με τον υπό κρίση λόγο αναίρεσης, πλήττεται μόνο η πρώτη.
Κατόπιν τούτου ο υπό κρίση λόγος αναίρεσης, ανεξάρτητα από το παραδεκτό ή μη της βραδείας προβολής της ανωτέρω ένστασης της αναιρεσείουσας το πρώτον ενώπιον του Εφετείου, είναι αλυσιτελής, και, ως εκ τούτου, απαράδεκτος, αφού τυχόν αποδοχή του, δεν επηρεάζει την απόρριψη της ένστασης αυτής της αναιρεσείουσας που στηρίζεται αυτοτελώς στη μη πληγείσα με την αναίρεση έτερη κύρια αιτιολογία της απόρριψής της ως ουσιαστικά αβάσιμης, και συνακόλουθα ούτε το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης περί μερικής ουσιαστικής παραδοχής της αγωγής του αντιδίκου της.
Κατά το άρθρο 281 ΑΚ "η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται, αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος". Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, που αποσκοπεί στην πάταξη της κακοπιστίας και της ανηθικότητας στις συναλλαγές και, γενικώς, στην άσκηση κάθε δικαιώματος, για να θεωρηθεί η άσκηση του δικαιώματος καταχρηστική, πρέπει η προφανής υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο οικονομικός ή κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος, να προκύπτει από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του υπόχρεου ή από την πραγματική κατάσταση που δημιουργήθηκε ή από τις περιστάσεις που μεσολάβησαν ή από άλλα περιστατικά, τα οποία, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γέννηση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, ως αντιτιθέμενη στο περί δικαίου αίσθημα και την ηθική τάξη και προκαλούσα έντονη εντύπωση αδικίας.
Απαιτείται, δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από τη συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση και με εκείνη του υπόχρεου και, μάλιστα, ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Επίσης, οι πράξεις του υπόχρεου και η κατάσταση πραγμάτων που διαμορφώθηκε υπέρ αυτού, πρέπει να τελούν σε αιτιώδη σχέση με την προηγουμένη συμπεριφορά του δικαιούχου, αφού, κατά τους κανόνες της καλής πίστης, οι συνέπειες που απορρέουν από πράξεις άσχετες προς αυτή τη συμπεριφορά, δεν συγχωρείται να προβάλλονται προς απόκρουση του δικαιώματος.
Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου, και όταν ακόμη δημιούργησε στον οφειλέτη την πεποίθηση ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται πλέον αυτό να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκησή του, υπό την ειδικότερη μορφή της αποδυνάμωσης του, αλλά απαιτείται να συντρέχουν επιπρόσθετα ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες κυρίως από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του οφειλέτη, ενόψει των οποίων και, της αδράνειας του δικαιούχου, η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος, που τείνει σε ανατροπή της κατάστασης που δημιουργήθηκε υπό τις παραπάνω ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε επί μακρό χρόνο, να εξέρχεται των ορίων που τίθενται με την παραπάνω διάταξη της ΑΚ 281 (ΟλΑΠ 2/2019).
Όμως, η άνω διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ, η οποία απαγορεύει την άσκηση δικαιώματος όταν αυτή υπερβαίνει τα στη διάταξη αυτή αναφερόμενα όρια, έχει εφαρμογή στην περίπτωση άσκησης δικαιώματος από τον δικαιούχο, όταν δηλαδή αυτός επιδιώκει την παροχή έννομης προστασίας για να επιτύχει την πραγματοποίηση της κατάστασης που αρμόζει στο δικαίωμά του και όχι όταν ο αντίδικός του αρνείται, απλά ή αιτιολογημένα να δεχθεί την ύπαρξη ή άσκηση δικαιώματος του αντιδίκου του (ΟλΑΠ 17/1995, Ολ ΑΠ 4/2001) ή όταν επικαλείται απλώς νομική αβασιμότητα του αγωγικού δικαιώματος, αποκρούοντας δηλαδή την εφαρμογή του ως μη αναγνωριζόμενου από το νόμο (ΑΠ 567/2023, ΑΠ 1119/2007), καθόσον, ειδικότερα, εάν μεν το δικαίωμα αυτό είναι νόμιμο, μπορεί να ενασκηθεί και εναντίον της βουλήσεως του υπόχρεου, οπότε ελέγχεται ενδεχόμενη καταχρηστικότητα της ασκήσεώς του, εάν, όμως, είναι ανυπόστατο ή αντίκειται στο νόμο, δεν μπορεί εκ μέρους του αμφισβητούντος αυτό να γίνει λόγος περί καταχρήσεως.
Επομένως, ο ισχυρισμός του εναγόμενου περί καταχρηστικής ασκήσεως "υποτιθέμενου" δικαιώματος, σε κάθε περίπτωση, δεν αποτελεί ένσταση από το άρθρο 281 ΑΚ, αλλά άρνηση της αγωγής, η δε διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ δεν έχει εφαρμογή όταν ο διάδικος αρνείται την ύπαρξη του δικαιώματος του αντιδίκου του, καθόσον είναι λογικώς αδύνατη η καταχρηστική άσκηση ανυπάρκτου δικαιώματος (ΑΠ 567/2023, ΑΠ 894/2007).
Επίσης, περιστατικά που συγκροτούν την ιστορική βάση άλλης ένστασης, καταλυτικής του τελευταίου, δεν μπορεί να θεμελιώσουν κατά νόμο την ένσταση του άρθρου 281 ΑΚ (ΟλΑΠ 17/1995, ΑΠ 567/2023).
Από την παραδεκτή, κατ'άρθρον 561 παρ.2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των πρωτοδίκων προτάσεων της αναιρεσείουσας και του δικογράφου της έφεσής της, όπως διευρύνθηκε με πρόσθετους λόγους, προκύπτει ότι η αναιρεσείουσα (εναγομένη) πρότεινε πρωτοδίκως και επανέφερε με λόγους έφεσης, προς απόκρουση της κατ' αυτής αγωγής του πρώτου αναιρεσιβλήτου ΤΕΕ, την από το άρθρο 281 ΑΚ ένσταση, επικαλούμενη τα εξής:
η υποκαθισταμένη-προσθέτως παρεμβαίνουσα (ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη) μελετητική εταιρεία α) γνώριζε ότι δεν της ανατέθηκαν οι επίδικες μελέτες και ότι παρείχε μόνο συμπληρωματικές υπηρεσίες στον βασικό μελετητή του έργου, αλλά ούτε και εκπλήρωσε επαρκώς τις υποχρεώσεις που ανέλαβε συμβατικά β) συμφώνησε με τις επίδικες δύο έγγραφες συμβάσεις να λάβει συγκεκριμένη κατ'αποκοπή αμοιβή μικρότερη της νόμιμης ελάχιστης γ) με την από 13-11-2008 επιστολή της ζήτησε το ποσό των 60.000 ευρώ, πλέον της συμβατικής, ως αμοιβής για εξωσυμβατικές εργασίες, χωρίς να διατυπώσει επιφυλάξεις δ) με την προγενέστερη, από 22-5-2008, επιστολή της ζήτησε υπόλοιπο συμβατικής της αμοιβής ποσού 32.440 ευρώ και το ποσό των 60.000 ευρώ πλέον αυτής για εργασίες εξωσυμβατικές, αξίωσε δε την επίδικη νόμιμη ελάχιστη αμοιβή, που είναι υπέρογκη, τρία έτη μετά την παράδοση των επιδίκων μελετών αποδυναμώνοντας έτσι το σχετικό δικαίωμά της και δημιουργώντας στην ίδια την πεποίθηση ότι δεν πρόκειται να το ασκήσει ευθέως ή μέσω του ΤΕΕ δ) γνωρίζει ότι η ίδια δεν έλαβε κανένα ποσό για την αμοιβή της αρχιτεκτονικής μελέτης εφαρμογής από τον κύριο του έργου, αφού η αμοιβή της γι'αυτή περιλαμβάνεται στο κατ'αποκοπήν εργολαβικό της αντάλλαγμα και τέλος από την καθυστέρηση έγκρισης της αρχιτεκτονικής μελέτης εφαρμογής που επί σειρά ετών υποβαλλόταν μη άρτια, μη ολοκληρωμένη και μη σύμφωνη με τις συμβατικές απαιτήσεις από σφάλματα των μελετητών, μεταξύ των οποίων και της εναγομένης, επιβλήθηκαν εις βάρος της ποινικές ρήτρες 758.000 ευρώ.
Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε ως αβάσιμο το λόγο έφεσης, όπως διευρύνθηκε με πρόσθετο λόγο αυτής, με τον οποίο η εναγομένη-εκκαλούσα και ήδη αναιρεσείουσα επανέφερε την εκ του άρθρου 281 ΑΚ ένστασή της που είχε προβάλει ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και είχε απορριφθεί ως μη νόμιμη, αποφαινόμενο ότι τα από την εναγομένη-εκκαλούσα και ήδη αναιρεσείουσα επικαλούμενα πραγματικά περιστατικά και αληθή υποτιθέμενα δεν θεμελιώνουν την εκ του άρθρου 281 ΑΚ, ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε την άνω ουσιαστικού δικαίου διάταξη, καθόσον τα προαναφερόμενα περιστατικά που επικαλέστηκε η εναγομένη-εκκαλούσα και ήδη αναιρεσείουσα δεν θεμελιώνουν τον εν λόγω ισχυρισμό της, δεν πληρούν το πραγματικό της διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ και δικαιολογούν τη νομική αβασιμότητα της, εκ του άρθρου αυτού, προβληθείσας ένστασής της.
Ειδικότερα, τα υπό το στοιχείο α' επικαλούμενα πραγματικά περιστατικά, με τα οποία αμφισβητείται η κατάρτιση των επιδίκων συμβάσεων έργου, το περιεχόμενό τους και η εκπλήρωση των συμβατικών υποχρεώσεων της υποκαθισταμένης μελετητικής εταιρείας, συνιστούν άρνηση του αγωγικού δικαιώματος, ενώ η προβολή της εκ του άρθρου 281 ΑΚ ένστασης προϋποθέτει κατάφασή του.
Περαιτέρω, η συνομολόγηση με σύμβαση αμοιβής μηχανικού για εκπόνηση μελετών μικρότερης των κατωτέρων ορίων του πδ 696/1994 δεν επιτρέπεται, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην αναφερόμενα στην αρχή της παρούσας νομική σκέψη, με τις επίδικες δε δύο διαδοχικές συμβάσεις έργου συνομολογήθηκε τέτοια αμοιβή στα πλαίσια μίας μεμονωμένης συνεργασίας των διαδίκων για την εκτέλεση συγκεκριμένου μελετητικού έργου σε ένα κτίριο και όχι συστηματικά στα πλαίσια μίας διαρκούς συμβατικής σχέσης που λειτούργησε για μεγάλο χρονικό διάστημα, ώστε να δημιουργηθεί αντίστοιχη πραγματική κατάσταση.
Η ιστορούμενη συμπεριφορά της δεύτερης αναιρεσίβλητης μελετητικής εταιρείας, της αξίωσης της νόμιμης ελάχιστης αμοιβής της, μέσω προσφυγής της στο ΤΕΕ, τρία έτη μετά τη γέννησή της, και ενώ στο μεταξύ είχε ζητήσει από την αντισυμβαλλομένη της δύο φορές, ανεπιτυχώς, αμοιβή, πλέον της συμβατικής δεν συνιστά επί μακρόν αδράνειά της, και ακόμη και αν δημιούργησε στην αναιρεσείουσα οφειλέτρια, όπως η τελευταία ισχυρίζεται, την πεποίθηση ότι δεν πρόκειται ασκήσει μέσω του ΤΕΕ το ένδικο δικαίωμά της επί της νόμιμης ελάχιστης αμοιβής της, το ύψος της οποίας προσδιορίζεται από τις κείμενες διατάξεις, με τις προαναφερόμενες περιστάσεις δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική την μεταγενέστερη άσκησή του, υπό την ειδικότερη μορφή της αποδυνάμωσης του.
Επιπρόσθετα, η επικαλούμενη οικονομική επιβάρυνση της αναιρεσείουσας με ποινικές ρήτρες, λόγω καθυστέρησης της παράδοσης της συνολικής αρχιτεκτονικής μελέτης που ανέλαβε η ίδια με σύμβαση έργου έναντι του κυρίου του έργου, πέραν του ότι δεν αποδίδεται αποκλειστικά σε συμπεριφορά της υποκαθισταμένης μελετητικής εταιρείας που είχε αναλάβει επιμέρους διακριτά τμήματα αυτής, η ιστορούμενη υπερημερία της τελευταίας ως εργολάβου λόγω παρόδου της συμφωνημένου χρόνου παράδοσης του έργου, συγκροτεί την ιστορική βάση της εκ του άρθρου 383 ΑΚ, ένστασης της αναιρεσείουσας ως εργοδότριάς της, καταλυτικής του ενδίκου δικαιώματος, με επιλογή τινός των προβλεπομένων από τη διάταξη αυτή δικαιωμάτων της, και δεν μπορεί να θεμελιώσει κατά νόμο την ένσταση του άρθρου 281 ΑΚ.
Τέλος, δεν συνιστά βλάβη της αναιρεσείουσας, τελούσα σε αιτιώδη σχέση με προηγούμενη συμπεριφορά της δικαιούχου, η επικαλούμενη αδυναμία της να αξιώσει η ίδια αυτοτελώς αντίστοιχη της επίδικης αμοιβή για την μελέτη εφαρμογής από τον κύριο του έργου, λόγω του ότι αυτή περιλαμβάνεται στο κατ'αποκοπήν συνολικό εργολαβικό της αντάλλαγμα.
Κατόπιν τούτων το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δεν παραβίασε ευθέως τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, με εσφαλμένη ερμηνεία και μη εφαρμογής της, και δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια από το αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, και συνεπώς όσα αντίθετα υποστηρίζονται με τον έκτο λόγο της αίτησης αναίρεσης και με τον δεύτερο λόγο των πρόσθετων λόγων της, όπως κατά περιεχόμενο εκτιμώνται, είναι αβάσιμα.
Μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η ανωτέρω, από 8-4-2021, πρώτη αίτηση αναίρεσης, όπως διευρύνθηκε με πρόσθετους λόγους, και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της (αρθ.176 και 183 ΚΠολΔ), στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της δεύτερης αναιρεσίβλητης, που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις, κατά ουσιαστική παραδοχή του σχετικού αιτήματός της (αρθ.191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό, ενώ δεν θα περιληφθεί διάταξη για τα δικαστικά έξοδα του πρώτου αναιρεσιβλήτου ν.π.ι.δ., που παρέστη και δεν κατέθεσε προτάσεις, ελλείψει σχετικού αιτήματός του.
Β. Επί της από 27-4-2021 με αριθμ.εκθ.καταθ.2592/319/27-4-2021 αίτησης αναίρεσης. Με τον δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης η αναιρεσείουσα (προσθέτως παρεμβαίνουσα) υποκαθισταμένη, από το ενάγον και ήδη δεύτερο αναιρεσίβλητο ΤΕΕ, μελετητική εταιρεία, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση κυρίως την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου ΚΠολΔ και επικουρικά την πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του ιδίου άρθρου, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο, αναγνωρίζοντας το δικαίωμά της επί ποσοστού 57,589% της ένδικης νόμιμης ελάχιστης αμοιβής της και όχι στο 100% αυτής, παρότι δέχθηκε την εκτέλεση και παράδοση του συνόλου των επιδίκων αρχιτεκτονικών μελετών εκ μέρους της, παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, άλλως εκ πλαγίου, με ασαφείς, ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 681, 694 και 1 παρ.1, 2 παρ.1 στοιχ.α', 3 παρ.1 και 4, 80 παρ.1, 83 του πδ 696/1974, καθιστώντας έτσι ανέφικτο των αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή τους για το κρίσιμο ζήτημα της οφειλόμενης νόμιμης αμοιβής της.
Όπως προαναφέρθηκε, κατά την προηγηθείσα επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (αρθ.561 παρ.2 ΚΠολΔ), κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, το Εφετείο δέχθηκε ότι: Με τις επίδικες συμβάσεις έργου η εναγομένη (ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη) εργοληπτική εταιρεία, ανάδοχος του έργου των αναγκαίων λεπτομερών μελετών εφαρμογής του Μεγάρου Μουσικής Θεσσαλονίκης, ανέθεσε την εκπόνηση των επιδίκων μελετών διακριτών τμημάτων της μελέτης εφαρμογής, που αποτελούσαν μέρος του συνόλου του μελετητικού έργου, της δηλωθείσας, στον κύριο του έργου, μελετήτριας "ΔΙΑΡΧΩΝ-ΚΙΩΝ ΑΕ" και καθυστερούσαν ή είχαν τεχνητά σφάλματα, ως και τις τροποποιήσεις και συμπληρώσεις των μελετών αυτών.
Η αναιρεσείουσα μελετητική εταιρεία εκτέλεσε το συμφωνημένο έργο και συγκεκριμένα εκπόνησε τις μελέτες των διακριτών τμημάτων που της ανατέθηκαν, εγγράφως και προφορικά, με το αναφερόμενο διακριτώς για κάθε μία τούτων ποσοστό συμμετοχής της, κυμαινόμενο από 10% έως 100%, με βάση το οποίο, η νόμιμη ελάχιστη αμοιβή της, υπολογιζόμενη, σύμφωνα με το άρθρο 3 παρ.4 του πδ 696/1976, ανήλθε στο αναφερόμενο διακριτώς για κάθε μελέτη ποσό, και αθροιζομένων των επιμέρους ποσών, ανήλθε στο συνολικό ποσό των 738.364,27 ευρώ, πλέον ΦΠΑ.
Αφαιρουμένου δε του ποσού των 215.560 ευρώ, που ήδη της έχει καταβάλει η εναγομένη (πρώτη αναιρεσίβλητη) έναντι της συμβατικής της αμοιβής των 248.000 ευρώ, που υπολείπεται ανεπίτρεπτα, κατά τις διατάξεις του πδ 696/1974, της ανωτέρω νόμιμης ελάχιστης αμοιβής της, η τελευταία οφείλει να της καταβάλει το υπόλοιπο ποσό των 522.804, 27 ευρώ.
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του αναγνώρισε ότι η εναγομένη ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη, ως εργοδότρια των επιδίκων συμβάσεων έργου, οφείλει να καταβάλει στην υποκαθισταμένη από το ενάγον ΤΕΕ, εργολάβο μελετητική εταιρεία (ήδη αναιρεσείουσα) το ποσό των 522.804,27 ευρώ, ως οφειλόμενη νόμιμη ελάχιστη αμοιβή της, νομιμοτόκως, πλέον του αναλογούντος ΦΠΑ κατά το χρόνο της καταβολής.
Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, αναφορικά με την οφειλόμενη νόμιμη ελάχιστη εργολαβική αμοιβή, δεν παραβίασε ευθέως, αλλά ούτε και εκ πλαγίου τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις που την προβλέπουν, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, όπως η έννοιά τους αναλύθηκε στις προαναφερόμενες νομικές σκέψεις, διαλαμβάνοντας περαιτέρω στην απόφασή του σαφείς και πλήρεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθότητα ή μη της κρίσης του περί συνδρομής των προϋποθέσεων εφαρμογής των διατάξεων αυτών, δεχόμενο ως οφειλόμενη την προβλεπόμενη κατά τις οικείες διατάξεις του πδ 696/1974, νόμιμη ελάχιστη αμοιβή που αντιστοιχεί στο συμφωνημένο, με τις επίδικες συμβάσεις, έργο, μετά την εκτέλεσή του και την παράδοσή του από την αναιρεσείουσα εργολάβο στην πρώτη αναιρεσίβλητη εργοδότριά της, και έτσι δεν υπέπεσε στις αναιρετικές πλημμέλειες των άρθρων 1 και 19, αντίστοιχα, του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, όπως προαναφέρθηκε, το ποσοστό 57,589% της συμβολής της αναιρεσείουσας στο σύνολο του αρχιτεκτονικού μελετητικού έργου, δεν αποτέλεσε βάση υπολογισμού της ανωτέρω αμοιβής της αναιρεσείουσας και συνεπώς η περί του αντιθέτου αιτίασή της για μείωσή της με την προσβαλλόμενη απόφαση κατά το ποσοστό αυτό, και μάλιστα χωρίς αντιστοιχία με το συμφωνημένο με τις επίδικες συμβάσεις και εκτελεσμένο εκ μέρους της έργο, στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση.
Κατόπιν τούτων ο υπό κρίση λόγος της αίτησης αναίρεσης με επίκληση των ανωτέρω πλημμελειών, κύρια και επικουρικά, αντίστοιχα, είναι αβάσιμος. Με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια, αληθώς, από τον αριθ.19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (και όχι και από τον αριθμό 1 του ιδίου άρθρου), με την αιτίαση ότι το Εφετείο ως προς το κρίσιμο ζήτημα της τοκογονίας της εργολαβικής αμοιβής της, επιδικάζοντας τόκους από την επομένη της όχλησης της εναγομένης-πρώτης αναιρεσίβλητης, και όχι από την επομένη της παράδοσης του έργου, παραβίασε εκ πλαγίου την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 694 ΑΚ, την οποία δεν εφάρμοσε, με αντιφατικές αιτιολογίες, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο για τη συνδρομή ή των προϋποθέσεων της μη εφαρμογής της.
Όπως προαναφέρθηκε, κατά την προηγηθείσα επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων (αρθ.561 παρ.2 ΚΠολΔ), κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, με την ένδικη αγωγή επί της αιτούμενης νόμιμης ελάχιστης αμοιβής ζητήθηκαν τόκοι υπερημερίας, κυρίως, κατ'άρθρο 694 ΑΚ, από την υπερημερία της εναγομένης εργολάβου (ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης) την 1-8-2008, επομένη της λήξης του μηνός Ιουλίου εντός του οποίου της παραδόθηκε το συμφωνημένο έργο από την εργολάβο (ήδη αναιρεσείουσα) και επικουρικά από τις 3-5-2011, επομένη της από 2-5-2011 όχλησής της.
Με την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο, για το κρίσιμο αυτό ζήτημα, δέχθηκε ότι η αναιρεσείουσα εργολάβος μελετητική εταιρεία προς εκπλήρωση των συμβατικών της υποχρεώσεων εκ των επιδίκων συμβάσεων έργου (ΑΚ 681), παρέδωσε το συμφωνημένο με αυτές έργο, και συγκεκριμένα τις επίδικες μελέτες, στην αντισυμβαλλομένη εργοδότριά της, πρώτη αναιρεσίβλητη, στις 14-3-2008.
Ακολούθως δέχθηκε και τα εξής: " Αποδείχθηκε ότι για την καταβολή της ως άνω νόμιμης αμοιβής το ενάγον Τ.Ε.Ε γνωστοποίησε με την υπ'αριθμ. πρωτ. 1762/22-3-2011 επιστολή του, την οποία απηύθυνε στην εναγομένη και κοινοποίησε στην υποκαθιστάμενη, αναλυτικούς πίνακες αμοιβών, συμπεριλαμβανομένης της ανακεφαλαίωσης και όχλησε αυτήν (εναγομένη) για την καταβολή του οφειλόμενου υπολοίπου της αμοιβής επιστολή την οποία η εναγομένη παρέλαβε στις 2-5-2011, χρονικό σημείο από το οποίο και πρέπει να αρχίσει η τοκοφορία της επίδικης απαίτησης, δεδομένου ότι δεν αποδείχθηκε ότι η παράδοση του έργου έλαβε χώρα τον Ιούλιο του έτους 2008, όπως εσφαλμένως δέχθηκε η εκκαλουμένη, η οποία και πρέπει να εξαφανιστεί και κατά το κεφάλαιο αυτό, δεκτού γενομένου ως ουσία βάσιμου του 16ου λόγου της εφέσεως της εναγομένης".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του αναγνώρισε ότι η εναγομένη και ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη υποχρεούται να καταβάλει στην υποκαθισταμένη-προσθέτως παρεμβαίνουσα και ήδη αναιρεσείουσα μελετητική εταιρεία το ποσό των 522.804,27 ευρώ, ως οφειλόμενη νόμιμη ελάχιστη αμοιβή της, με το νόμιμο τόκο από τις 3-5-2011, πλέον του αναλογούντος ΦΠΑ.
Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, αναφορικά με το ουσιώδες ζήτημα της τοκογονίας της ένδικης εργολαβικής αμοιβής, παραβίασε εκ πλαγίου την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 694 ΑΚ, την οποία δεν εφάρμοσε, διαλαμβάνοντας στην απόφασή του αντιφατικές αιτιολογίες, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθότητα ή μη της κρίσης του περί μη συνδρομής των προϋποθέσεων της εφαρμογής της.
Ειδικότερα, ενώ δέχθηκε ότι προς εκπλήρωση των συμβατικών υποχρεώσεών της η αναιρεσείουσα εργολάβος μελετητική εταιρεία παρέδωσε το συμφωνημένο έργο στην πρώτη αναιρεσίβλητη εργοδότριά της στις 14-3-2008 (9ο και 10ο φύλλο της προσβαλλόμενης απόφασης), παραδοχή που οδηγεί μονοσήμαντα στην κρίση ότι και στις 31-7-2008 το έργο αυτό ήταν παραδοθέν, με συνέπεια την υπερημερία της εναγομένης περί την καταβολή της ένδικης αμοιβής από την 1-8-2008, που ζητήθηκαν, κυρίως, με την αγωγή τόκοι υπερημερίας λόγω παράδοσης του έργου, κατά τη διάταξη του άρθρου 694 ΑΚ, στη συνέχεια αντιφατικά δέχθηκε ότι δεν παραδόθηκε το συμφωνημένο έργο τον Ιούλιο του 2008 και μετά ταύτα επιδίκασε επί της αμοιβής τόκους υπερημερίας από την επομένη της όχλησης, κατά παραδοχή του επικουρικού επί τοκογονίας της αγωγικού αιτήματος.
Έτσι το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το ανωτέρω ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, της τοκοφορίας της ένδικης αξίωσης, στερώντας την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού δεν προκύπτουν από αυτή τα αναγκαία πραγματικά περιστατικά για μη εφαρμογή της ανωτέρω διάταξης, καθισταμένου έτσι ανέφικτου του ελέγχου της ορθότητας ή μη της μη εφαρμογής της.
Επομένως ο υπό κρίση, πρώτος, λόγος της αίτησης αναίρεσης, που αφορά στο ανωτέρω ουσιώδες για την έκβαση της δίκης ζήτημα, με τον οποίο η αναιρεσείουσα αποδίδει την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος. Κατόπιν τούτων, και μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, κατά παραδοχή του πρώτου λόγου της ανωτέρω, από 27-4-2021, δεύτερης, αίτησης αναίρεσης, πρέπει να γίνει δεκτή αυτή η αίτηση αναίρεσης ως προς την πρώτη αναιρεσίβλητη και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος που αφορά την τοκογονία της επιδικασθείσας εργολαβικής αμοιβής και να παραπεφθεί η υπόθεση, μόνο κατά το αναιρούμενο αυτό μέρος της, κατά την παρ.3 του άρθρου 580 ΚΠολΔ, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από δικαστή διαφορετικό από αυτόν που εξέδωσε την απόφασή αυτή.
Τέλος, λόγω της εν μέρει νίκης και ήττας των διαδίκων και της περιορισμένης αναιρετικής εμβέλειας του λόγου της αναίρεσης που κρίθηκε βάσιμος, πρέπει να καταδικαστεί η πρώτη αναιρεσίβλητη στην πληρωμή μέρους των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, η οποία παρέστη και κατέθεσε προτάσεις, κατά μερική ουσιαστική παραδοχή του σχετικού αιτήματός της (αρθ.178 παρ. 1, 183 και 191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Συνεκδικάζει την από 8-4-2021 και με αριθμ. καταθ.1737/192/12-4-2021 αίτηση, όπως διευρύνθηκε με τους από 10-5-2021 (αριθ.καταθ.53/2021) πρόσθετους λόγους, της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΠΑΝΤΕΧΝΙΚΗ ΑΕ" και την από 27-4-2021 με αριθμ.εκθ.καταθ.2592/319/27-4-2021 αίτηση της υπό εκκαθάριση ετερόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΡΓΩΝ ΜΕΛΕΤΗΤΙΚΗ ... ΚΑΙ ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ Ε.Ε.", για αναίρεση της με αριθμ. 5620/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών (ειδικής διαδικασίας αμοιβών).
Διατάσσει την απόδοση στην αναιρεσείουσα της από 27-4-2021 (αριθ.εκθ.καταθ.2592/319/27-4-2021) αίτησης αναίρεσης του καταβληθέντος, για την αίτηση αυτή, με αριθμ. .../2021 παραβόλου, ποσού τετρακοσίων πενήντα (450) ευρώ.
Απορρίπτει την από 8-4-2021 και με αριθμ. καταθ.1737/192/12-4-2021 αίτηση αναίρεσης, όπως αυτή διευρύνθηκε με τους από 10-5-2021 (αριθ.καταθ.53/2021) πρόσθετους λόγους.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα της ανωτέρω αίτησης αναίρεσης στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της δεύτερης αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
Δέχεται την από 27-4-2021 με αριθμ. εκθ. καταθ. 2592/319/27-4-2021 αίτηση αναίρεσης ως προς την πρώτη αναιρεσίβλητη και απορρίπτει αυτή ως προς το δεύτερο αναιρεσίβλητο ν.π.δ.δ.
Αναιρεί την υπ'αριθμ. 5620/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών κατά το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό.
Παραπέμπει την υπόθεση κατά το μέρος αυτό για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλο δικαστή.
Καταδικάζει την πρώτη αναιρεσίβλητη στην πληρωμή μέρους των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας το οποίο ορίζει στο ποσό των οκτακοσίων (800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 10 Δεκεμβρίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Ιανουαρίου 2025.
Η ΠΡΟΕΔΡΟΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ