Legislator Case Law & Legislation
18/2020 AI generated

18/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 18/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πιπιλίγκα, Λουκά Μόρφη, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου και Πελαγία Ακάσογλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

18/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ειδικότερα, επί απλής ομοδικίας, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αναιρέσεως χωρεί, νομίμως, ως προς τους διαδίκους, οι οποίοι εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και εμπροθέσμως, ενώ, ως προς τους λοιπούς διαδίκους, κηρύσσεται απαράδεκτη (ΑΠ ολ. 7/2019, ΑΠ 221/2019, ΑΠ 499/2018 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ).

Keywords

AI generated
rules on cover hospital stay co-payment medical care requirements hospital and medical care health insurance premium subsidies physiotherapy coverage
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 18 / 2020 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 18/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πιπιλίγκα, Λουκά Μόρφη, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου και Πελαγία Ακάσογλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, την 24 Σεπτεμβρίου 2019, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "Εθνικός Οργανισμός Παροχής Υπηρεσιών Υγείας" (ΕΟΠΥΥ), που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αναστασία Σεϊτανίδου, που κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1)…35)…

Οι 26ος, 31ος, 32η και 35ος δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο και οι λοιποί (1η, 2ος, 3ος, 4η, 5ος, 6η, 7η, 8ος, 9ος, 10ος, 11ος, 12ος, 13η, 14ος, 15η, 16ος, 17ος, 18η, 19ος, 20η, 21ος, 22ος, 23ος, 24ος, 25ος, 27η, 28ος, 29ος, 30ος, 33ος και 34η) εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Χαϊκάλη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10/7/2012 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείου Αθηνών, επί της οποίας εκδόθηκε η 1114/2014 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου. Την αναίρεση της απόφασης αυτής ζητεί το αναιρεσείον νομικό πρόσωπο με την από 5/3/2018 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

[Ι].- Από τα άρθρα 106, 108, 110 παρ.2, 74, 75, 98, 96 παράγραφοι 1 και 3, 104, 498 παρ.1, 568 παράγραφοι 1, 2 και 4, 576 παράγραφοι 1, 2 και 3 ΚΠολΔ -και όπως το άρθρο 96 ΚΠολΔ πλέον ισχύει από 22.12.2017, κατά τα άρθρα 63 και 80 ν. 4509/2017 (ΦΕΚ Α. 201 / 22.12.2017)- προκύπτουν (και) τα εξής: Αν, κατά τη συζήτηση της αναιρέσεως, δεν εμφανισθεί διάδικος ή δεν μετάσχει, σε αυτή, κανονικά, δηλ.

με δικηγόρο, που έχει πληρεξουσιότητα και χορηγήθηκε, με τον τύπο, που ο νόμος ορίζει, το δικαστήριο ερευνά, αυτεπαγγέλτως, ποιός από τους διαδίκους έχει επισπεύσει τη συζήτηση της αναιρέσεως. Αν τη συζήτηση της αναιρέσεως έχει επισπεύσει, εγκύρως, ο διάδικος, που απολείπεται, κλητεύοντας νομίμως και εμπροθέσμως τους λοιπούς διαδίκους ή ο ίδιος έχει κλητευθεί νομίμως και εμπροθέσμως από άλλο διάδικο, που επισπεύδει τη συζήτηση, η υπόθεση συζητείται, ως να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι διαφορετικά, κηρύσσεται η συζήτηση απαράδεκτη, ως προς όλους τους διαδίκους και η υπόθεση επαναφέρεται προς συζήτηση, με νέα κλήτευση [κλήση], εκτός αν πρόκειται για απλή ομοδικία, οπότε, η συζήτηση δεν κηρύσσεται απαράδεκτη, ως προς όλους τους διαδίκους.

Ειδικότερα, επί απλής ομοδικίας, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αναιρέσεως χωρεί, νομίμως, ως προς τους διαδίκους, οι οποίοι εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και εμπροθέσμως, ενώ, ως προς τους λοιπούς διαδίκους, κηρύσσεται απαράδεκτη (ΑΠ ολ. 7/2019, ΑΠ 221/2019, ΑΠ 499/2018 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ).

Στον Άρειο Πάγο, οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται, με πληρεξούσιο δικηγόρο. Για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο, θεωρείται ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα, ενώ, για τη συζήτηση στο ακροατήριο, απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα. Αν δεν υπάρχει ρητή πληρεξουσιότητα, κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες, που είχαν γίνει προηγουμένως.

Το δικαστήριο εξετάζει, αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης, την έλλειψη της πληρεξουσιότητας καθώς και την υπέρβασή της. Η πληρεξουσιότητα, κατά τη διαδικασία, ενώπιον του Αρείου Πάγου, δίνεται, ακόμη και επί "ειδικής πληρεξουσιότητας", μόνο, με συμβολαιογραφική πράξη ή με προφορική δήλωση, η οποία καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση.

Ειδικώς, για τις εργατικές διαφορές [άρθρα 663 επ. ΚΠολΔ, όπως ίσχυσαν πριν από το άρθρο 1 άρθρο τέταρτο ν. 4335/2015 (ΦΕΚ Α. 87 / 23.7.2015), ισχύον, για την ειδική αυτή διαδικασία, από 1.1.2016, κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ.4 ν. 4335/2015], η πληρεξουσιότητα, ενώπιον του Αρείου Πάγου, μπορεί να δίνεται και με ιδιωτικό έγγραφο, που φέρει βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής του διαδίκου από Κέντρο Εξυπηρετήσεως Πολιτών [Κ.Ε.Π.] ή από οποιαδήποτε άλλη δημόσια ή δημοτική αρχή.

Ο διάδικος, που επισπεύδει τη συζήτηση της αναιρέσεως, εφ' όσον δεν αποδεικνύει την ύπαρξη ρητής πληρεξουσιότητας, θεωρείται πως δεν παρίσταται, δηλ. θεωρείται δικονομικά απών και κηρύσσεται άκυρη η κλήση, με την οποία εμφανίζεται αυτός ότι επισπεύδει τη συζήτηση και, αν δεν προκύπτει άλλοθεν κλήτευσή του, η συζήτηση κηρύσσεται, ως προς αυτόν, απαράδεκτη.

Τις κλητεύσεις επικαλείται και αποδεικνύει ο διάδικος, που παρίσταται (ΑΠ ολ. 39/2005, ΑΠ 1374/2017, ΑΠ 1312/2017, ΑΠ 1603/2017 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ). Υπόκειται προς κρίση, ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, η από 5.3.2018 [Γ.Α.Κ. 19222 / Ε.Α.Κ. 7 / 5.3.2018 - Ειρηνοδικείο Αθηνών] αίτηση αναιρέσεως του αναιρεσείοντος ν.π.δ.δ. υπό την επωνυμία ΕΘΝΙΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΠΑΡΟΧΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΥΓΕΙΑΣ (Ε.Ο.Π.Υ.Υ.), που εδρεύει στο Αμαρούσιο Αττικής και νομίμως εκπροσωπείται, μερικώς ηττηθέντος, πρωτοδίκως, κατά των (35) συνολικά αναιρεσιβλήτων.

Προσβάλλεται δε, η 1114/2014 οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε, την 24.6.2014, επί της από 10.7.2012 [Α.Κ. 1493 / 2 / 20.7.2012] αγωγής των (35) αναιρεσιβλήτων [τότε εναγόντων] κατά του αναιρεσείοντος Ε.Ο.Π.Υ.Υ. [τότε εναγομένου], αντιμωλία των διαδίκων, με την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθρα 663 επ.

ΚΠολΔ, όπως ίσχυσαν, ως άνω, πριν από το ν. 4335/2015). Εναγόμενο, απλό ομόδικο, ήταν και το ν.π.δ.δ. υπό τον τίτλο ΙΔΡΥΜΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ - ΕΝΙΑΙΟ ΤΑΜΕΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΜΙΣΘΩΤΩΝ (Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ.), το οποίο, πρωτοδίκως, δικάσθηκε ερήμην, κατ' άρθρο 672 ΚΠολΔ και δεν είναι διάδικος, στην προκειμένη αναιρετική δίκη. Τη συζήτηση της αναιρέσεως, επισπεύδουν και οι τριάντα πέντε (35) αναιρεσίβλητοι, απλοί μεταξύ τους ομόδικοι, σύμφωνα με την από 12.7.2019 παραγγελία προς επίδοση της αιτήσεως αναιρέσεως, κάτω από το αντίγραφό της, του Γεωργίου Αγγ.

Χαϊκάλη [Α.Μ. / Δ.Σ.Α. 10190], ως πληρεξουσίου τους δικηγόρου και την υπ' αριθμ. 9871 Δ' / 17.7.2019 έκθεση επιδόσεως του αρμοδίου δικαστικού επιμελητή της Περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, με έδρα στο Πρωτοδικείο Αθηνών, Β. Π. Κ.. Κατά την εκφώνηση της υποθέσεως, στη σειρά της, από το οικείο πινάκιο, στην ως άνω νόμιμη δικάσιμο [24.9.2019], δεν εμφανίσθηκαν ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο οι αναιρεσίβλητοι, 26ος [Κ.

Τ. του Γ.], 31ος [Μ. Μ. του Δ.], 32η [Ο. Γ. – Μ. του Α.] και 35ος [Γ. Π. του Φ.] ενώ, παρέστησαν οι λοιποί, πλέον τριάντα ένας (31) συνολικά, αναιρεσίβλητοι, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον ως άνω Γεώργιο Αγγ. Χαϊκάλη, ως πληρεξούσιο δικηγόρο τους [βλ. (31) "εξουσιοδοτήσεις" - ιδιωτικά έγγραφα, αντίστοιχα προς τους παρασταθέντες (31) αναιρεσίβλητους, με βεβαίωση, αρμοδίως, του γνησίου της υπογραφής τους].

Από τα στοιχεία της δικογραφίας δεν προκύπτει ότι ο δικηγόρος Γεώργιος Αγγ. Χαϊκάλης, που έδωσε, ως άνω, την παραγγελία προς επίδοση, είχε πληρεξουσιότητα να επισπεύσει τη συζήτηση της αναιρέσεως και από τους 26ο, 31ο, 32η και 35ο απόντες αναιρεσίβλητους, εφ' όσον δεν προσκομίζονται, γι' αυτούς [απόντες αναιρεσίβλητους], συμβολαιογραφικές πράξεις ή ιδιωτικά έγγραφα, με βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής τους από Κ.Ε.Π.

ή άλλη δημόσια ή δημοτική Αρχή.

Συνεπώς, η επίσπευση της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως είναι άκυρη. Εξ άλλου, από τα στοιχεία της δικογραφίας δεν προκύπτει ότι το αναιρεσείον ν.π.δ.δ. κλήτευσε τους απόντες αναιρεσίβλητους, προκειμένου να παραστούν κατά τη συζήτηση της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως, στην ως άνω νόμιμη δικάσιμο [24.9.2019]. Μετά ταύτα και κατά τα γενόμενα δεκτά στην υπό στοιχείο [Ι] νομική σκέψη, πρέπει: (α).- Ως προς τους απόντες [26ο, 31ο, 32η και 35ο] αναιρεσίβλητους, να χωρισθεί η υπόθεση και να κηρυχθεί, ως προς αυτούς, απαράδεκτη η συζήτηση της αναιρέσεως. (β).- Ως προς τους λοιπούς αναιρεσίβλητους, που παρίστανται [(31) πλέον, συνολικά], να χωρήσει η συζήτηση της αναιρέσεως.

Στην ως άνω από 10.7.2012 αγωγή, ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών, κατά παραδεκτή επισκόπηση (άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ), οι (35) συνολικά ενάγοντες, ιατροί, εκθέτουν ότι συνδέονται μετά του πρώτου εναγομένου ν.π.δ.δ. υπό τον τίτλο ΙΔΡΥΜΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ - ΕΝΙΑΙΟ ΤΑΜΕΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΜΙΣΘΩΤΩΝ [Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ.], νομίμως εκπροσωπουμένου, με σύμβαση ιδιωτικού δικαίου εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου του άρθρου 24 ν. 3232/2004 ότι παρέχουν πρωτοβάθμια περίθαλψη και, ειδικότερα, υπηρετούν στις Υπηρεσίες Υγείας [Νομαρχιακές Μονάδες Υγείας] του πρώτου εναγομένου, ως ιατροί / Κλάδος ΠΕ Ιατρών, με την ειδικότητα, που προσδιορίζουν για τον καθένα και αμείβονται, κατά τις διατάξεις του ενιαίου μισθολογίου του προσωπικού της Δημοσίας Διοικήσεως [ν. 3205/2003] ότι καθολικός διάδοχος του πρώτου εναγομένου ν.π.δ.δ.

Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ., καθ' όσον αφορά τις Υπηρεσίες του Υγείας, είναι το δεύτερο εναγόμενο ν.π.δ.δ. υπό την επωνυμία ΕΘΝΙΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΠΑΡΟΧΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΥΓΕΙΑΣ [Ε.Ο.Π.Υ.Υ.] ότι συνεχώς, κατά το κρίσιμο [επίδικο] χρονικό διάστημα από 1.1.2006 μέχρι 30.9.2011, παρείχαν πρωτοβάθμια περίθαλψη, ως άνω και δικαιούνται το μηνιαίο "νοσοκομειακό" επίδομα, ποσού (240) ευρώ, το οποίο προβλέπεται από το άρθρο 8 παρ.5 ν. 3205/2003 ότι παρανόμως δεν ελάμβαναν το επίμαχο επίδομα, το οποίο χορηγείται στο σύνολο σχεδόν του υπηρετούντος στις μονάδες πρωτοβάθμιας περιθάλψεως προσωπικού, αν και παρείχαν τις υπηρεσίες του υπό δυσμενέστερες ή τουλάχιστον όμοιες συνθήκες με το προσωπικό αυτό, από άποψη ανθυγιεινότητας, επικινδυνότητας και λοιπών περιστάσεων.

Ακολούθως, ζήτησαν: (α).- Κατά την κυρία βάση, να υποχρεωθούν τα εναγόμενα, σε ολόκληρο, σύμφωνα με τα άρθρα 4 παρ.1 και 22 Συντάγματος, να καταβάλουν, στον καθένα, το συνολικό ποσό των 16.560 ευρώ [240 ευρώ μηνιαίως Χ (1.1.2006 έως 30.9.2011 = ) 69 μήνες], με το νόμιμο δικονομικό τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση, άλλως, επικουρικώς, να αναγνωρισθεί ότι τα εναγόμενα, σε ολόκληρο, "οφείλουν" στον καθένα, το συνολικό ποσό των 16.560 ευρώ. (β).- Κατά την επικουρική βάση, να υποχρεωθούν τα εναγόμενα, σε ολόκληρο, σύμφωνα με το άρθρο 105 ΕισΝΑΚ, να καταβάλουν, στον καθένα, το συνολικό ποσό των 16.560 ευρώ [240 ευρώ μηνιαίως Χ (1.1.2006 έως 30.9.2011 = ) 69 μήνες], με το νόμιμο δικονομικό τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση, άλλως, επικουρικώς, να αναγνωρισθεί ότι τα εναγόμενα, σε ολόκληρο, "οφείλουν" στον καθένα το συνολικό ποσό των 16.560 ευρώ.

Επί της αγωγής, εκδόθηκε, την 24.6.2014, κατά τα παραπάνω, η 1114/2014 οριστική απόφαση, η οποία νομίμως επιδόθηκε, για πρώτη φορά, στο ήδη αναιρεσείον ν.π.δ.δ. Ε.Ο.Π.Υ.Υ., την 5.2.2018, με επιμέλεια των ήδη (35) αναιρεσιβλήτων (βλ. από 5.2.2018 σημείωση του ως άνω αρμοδίου δικαστικού επιμελητή Β. Π. Κ., επί του αντιγράφου της 1114/2014 αποφάσεως).

Πλέον, η 1114/2014 οριστική απόφαση έχει καταστεί τελεσίδικη, εφ' όσον παρήλθε άπρακτη η προθεσμία των τριών (3) ετών για την άσκηση εφέσεως (άρθρα 518, 144, 145 παρ.1, 139 ΚΠολΔ, 13 παρ.2, 18, 24, 25 ΕισΝΚΠολΔ, σε συνδυασμό προς το άρθρο 1 άρθρο ένατο ν. 4335/2015) είναι δε, στην προκειμένη περίπτωση, η προθεσμία για την άσκηση της εφέσεως τριών (3) ετών διότι η 1114/2014 απόφαση δημοσιεύθηκε πριν από την 1.1.2016, χωρίς να επιδοθεί εντός τριών (3) ετών από την 24.6.2014 (ΑΠ ολ.

πλ. 10/2018 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ). Με την 1114/2014 απόφαση, κατά παραδεκτή επισκόπηση (άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ), η αγωγή, η οποία ασκήθηκε, την 24.7.2012 (με αριθμούς 10294 Γ'/24.7.2012 και 10327 Γ'/24.7.2012 εκθέσεις επιδόσεως του αρμοδίου δικαστικού επιμελητή της Περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, με έδρα στο Πρωτοδικείο Αθηνών, Β. Π. Κ.), κρίθηκε, κατά την κυρία βάση της, παραδεκτή (ορισμένη) και νόμιμη (άρθρα 4 παρ.1, 22 Συντάγματος), στη συνέχεια, έγινε μερικώς δεκτή στην ουσία, για το χρονικό διάστημα από 24.7.2007 μέχρι 30.9.2011, ενώ, για το χρονικό διάστημα από 1.1.2006 μέχρι 23.7.2007, απορρίφθηκε, στην ουσία, ως παραγεγραμμένη, κατά μερική παραδοχή της ενστάσεως παραγραφής, που πρότεινε, παραδεκτώς, το εναγόμενο ν.π.δ.δ.

Ε.Ο.Π.Υ.Υ. Ειδικότερα, για την ένσταση παραγραφής κρίθηκε ότι οι ένδικες αξιώσεις υπόκεινται, κατά νόμο, σε πενταετή παραγραφή και όχι σε διετή παραγραφή, όπως ισχυρίσθηκε, αβασίμως, το εναγόμενο ν.π.δ.δ. Ε.Ο.Π.Υ.Υ. Περαιτέρω, κατά το διατακτικό της 1114/2014 αποφάσεως, τα εναγόμενα, σε ολόκληρο το καθένα, υποχρεώθηκαν να καταβάλουν, σε καθένα από τους ενάγοντες, το συνολικό ποσό των 12.056 ευρώ [240 ευρώ μηνιαίως Χ (24.7.2007 μέχρι 30.9.2011 = ) 50 μήνες και 7 ημέρες], με το νόμιμο δικονομικό τόκο "από την επομένη της επίδοσης της αγωγής" μέχρι την εξόφληση [η επικουρική βάση της αγωγής, από το άρθρο 105 ΕισΝΑΚ, δεν ερευνήθηκε].

Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε, την 5.3.2018, νομίμως και εμπροθέσμως (άρθρα 495, 499, 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1, 144, 145 ΚΠολΔ).

Συνεπώς, είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παράγραφοι 1 και 3 ΚΠολΔ).

[

ΙΙ].- Με το ν. 3918/2011 (ΦΕΚ Α. 31/2.3.2011), έχει συσταθεί το νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου [ν.π.δ.δ.] υπό την επωνυμία ΕΘΝΙΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΠΑΡΟΧΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΥΓΕΙΑΣ [Ε.Ο.Π.Υ.Υ. ή Οργανισμός], το οποίο αποτελεί φορέα Κοινωνικής Ασφαλίσεως, τελεί υπό την εποπτεία του Υπουργείου Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης και έχει έδρα στο Αμαρούσιο Αττικής ορίσθηκε δε, η έναρξη λειτουργίας του, από την 3.9.2011, ήτοι έξι μήνες μετά την ημερομηνία [2.3.2011] δημοσιεύσεως στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως του ν. 3918/2011.

Στο ν.π.δ.δ. Ε.Ο.Π.Υ.Υ. μεταφέρονται και εντάσσονται, ως υπηρεσίες, αρμοδιότητες και προσωπικό, εκτός άλλων, ο Κλάδος Υγείας του ν.π.δ.δ. υπό τον τίτλο ΙΔΡΥΜΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ - ΕΝΙΑΙΟ ΤΑΜΕΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ [Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ.] και με τις Μονάδες Υγείας [Νομαρχιακές, Τοπικές], τα Τοπικά Ιατρεία και τα Διαγνωστικά Κέντρα και Ιατρικής της Εργασίας του ν.π.δ.δ.

υπό τον τίτλο ΙΔΡΥΜΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ [Ι.Κ.Α.], με το σύνολο του εξοπλισμού [άρθρα 17 παράγραφοι 1 και 2 ν. 3918/2011, 72 παρ.2 ν. 3984/2011 (ΦΕΚ Α. 150/27.6.2011), 10 παρ.1 και 13 παρ.1 ν. 4052/2012 (ΦΕΚ Α. 41/1.3.2012) και άρθρο μόνο εδ. 1β υποπαράγραφος 1Β.1 της παραγράφου ΙΒ του ν. 4093/2012 (ΦΕΚ Α. 222/12.11.2012)]. Συγκεκριμένα, από την 1.1.2012, μεταφέρονται - εντάσσονται στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ., από το Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ. (και) οι Νομαρχιακές Μονάδες Υγείας, οι Τοπικές Μονάδες Υγείας, τα Τοπικά Ιατρεία, τα Διαγνωστικά Κέντρα και Ιατρικής της Εργασίας, τα Κέντρα Παιδοψυχικής Υγιεινής, τα Κέντρα Προληπτικής Ιατρικής, τα Ειδικά Διαγνωστικά - Θεραπευτικά Κέντρα και οι Σταθμοί Άμεσης Βοήθειας / Σ.Α.Β. [υπ' αριθμ.

Φ. 8000 / οικ. 32115 / 28.12.2011 (ΦΕΚ Β. 3010 / 29.12.2011) κοινή απόφαση των Υπουργών Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης - Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, κατά την εξουσιοδότηση του άρθρου 23 παράγραφος 1 περ. Β.β του ν. 3918/2011] αποτελούν δε, οι προηγούμενες Υπηρεσίες, Περιφερειακές Υπηρεσίες Υγείας του Ι.Κ.Α. [άρθρα 3 παράγραφοι 1 και 3 π.δ. 266/1909 (ΦΕΚ Α. 127), 2 π.δ. 363/1992 (ΦΕΚ Α. 184)].

Το ν.π.δ.δ. Ε.Ο.Π.Υ.Υ. αποτελεί καθολικό διάδοχο των πιο πάνω φορέων, που εντάσσονται - μεταφέρονται και υπεισέρχεται στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις τους, επίσης, εκκρεμείς δίκες, που αφορούν διαφορές ή υποθέσεις αυτών των φορέων, συνεχίζονται από το ν.π.δ.δ. Ε.Ο.Π.Υ.Υ., χωρίς να επέρχεται διακοπή της δίκης και δικαστικές αποφάσεις, που εκδίδονται, ισχύουν έναντι του Ε.Ο.Π.Υ.Υ. [άρθρα 29 παρ.1 και 33 παρ.9 ν. 3918/2011, 101 και 53 παρ.2 ν. 4368/2016 (ΦΕΚ Α. 21 / 21.2.2016)].

Από 3.12.2018, η νομική θέση του ν.π.δ.δ. Ε.Ο.Π.Υ.Υ. στις ως άνω εκκρεμείς δίκες δεν θίγεται, ενώ οι δικαστικές αποφάσεις το δεσμεύουν και εκτελούνται υπέρ και σε βάρος του [άρθρα 13 και 48 ν. 4578/2018 (ΦΕΚ Α. 200 / 3.12.2018)].

[

ΙΙΙ].- Περαιτέρω, ως προς την επάρκεια ή μη της θεμελιώσεως της αγωγής (άρθρα 216 παρ.1, 111 παρ.2 ΚΠολΔ), γίνεται διάκριση νομικής αοριστίας και ποσοτικής ή ποιοτικής αοριστίας. Η νομική αοριστία συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνος ουσιαστικού δικαίου και ελέγχεται, ως παραβίαση από το άρθρο 559 αριθμός 1 ΚΠολΔ δηλ.

εάν το δικαστήριο της ουσίας για το σχηματισμό της κρίσεώς του περί της νομικής επάρκειας της αγωγής αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος προς θεμελίωση του δικαιώματος ή αρκέστηκε σε λιγότερα. Εννοιολογικώς, το άρθρο 559 αριθμός 1 ΚΠολΔ, ταυτίζεται με το ισχύον άρθρο 560 αριθμός 1 ΚΠολΔ, που αναφέρεται σε αναίρεση κατά αποφάσεων των ειρηνοδικείων και κατά αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται επί εφέσεων κατά αποφάσεων των ειρηνοδικείων.

Αντίθετα, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία υπάρχει, όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν εκτίθενται όλα τα στοιχεία, αναγκαία, κατά νόμο, προς στήριξη του αιτήματος της αγωγής και ελέγχεται, ως παραβίαση από το άρθρο 559 αριθμός 14 ΚΠολΔ δηλ. εάν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την εκτίμηση, κυριαρχικώς, του δικογράφου της αγωγής, όπως ανταποκρίνεται στο πραγματικό του περιεχόμενο, έκρινε το δικόγραφο ορισμένο και την αγωγή παραδεκτή, παρά τη μη επαρκή έκθεση στο δικόγραφο των στοιχείων, τα οποία απαιτούνται, κατά νόμο, για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, θεωρώντας ότι αυτά τα στοιχεία εκτίθενται, με επάρκεια ή, αν, παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών, απέρριψε την αγωγή, ως απαράδεκτη για αοριστία του δικογράφου της.

Η αιτίαση από το άρθρο 559 αριθμός 14 ΚΠολΔ δεν προβλέπεται από το ισχύον άρθρο 560 ΚΠολΔ, ως λόγος αναιρέσεως και, με την έννοια αυτή, δεν ελέγχεται αναιρετικώς η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία (ΑΠ ολ. 112/2008, ΑΠ 517/2019 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ).

Το αναιρεσείον ν.π.δ.δ. Ε.Ο.Π.Υ.Υ., του οποίου η νομική θέση, στην προκειμένη εκκρεμή αναιρετική δίκη, δεν θίγεται και μετά την 3.12.2018, όπως εκτέθηκε στην υπό στοιχείο [

ΙΙ] νομική σκέψη, προσάπτει, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, στην 1114/2014 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών, την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμός 14 ΚΠολΔ συγκεκριμένα, παραπονείται ότι το Ειρηνοδικείο Αθηνών, κατά την εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής, όπως ανταποκρίνεται στο πραγματικό περιεχόμενό του, θεώρησε ότι εκτίθενται στο δικόγραφο όλα τα στοιχεία, που είναι απαραίτητα, κατά νόμο, για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, ενώ, αυτά τα στοιχεία δεν εκτίθενται επαρκώς, έτσι, έκρινε το δικόγραφο ορισμένο και την αγωγή παραδεκτή. Ο πρώτος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί, ως απαράδεκτος διότι σύμφωνα με όσα έγιναν δεκτά στην υπό στοιχείο [

ΙΙΙ] νομική σκέψη, η αιτίαση από το άρθρο 559 αριθμός 14 ΚΠολΔ δεν προβλέπεται από το ισχύον άρθρο 560 ΚΠολΔ.

[IV].- Με το ν. 1397/1983 (ΦΕΚ Α. 143/7.10.1983) "ΕΘΝΙΚΟ ΣΥΣΤΗΜΑ ΥΓΕΙΑΣ [Ε.Σ.Υ.]", προβλέπονται (και) τα εξής: Η περίθαλψη διακρίνεται σε πρωτοβάθμια, δευτεροβάθμια και τριτοβάθμια, παρέχεται δε, από δημόσιους και ιδιωτικούς φορείς [άρθρο 5 παρ.1 ν. 1397/1983]. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Προεδρίας της Κυβερνήσεως - Οικονομικών - Υγείας και Πρόνοιας, συνιστώνται, σε κάθε Νομό, Κέντρα Υγείας, ως αποκεντρωμένες οργανικές μονάδες των Νοσοκομείων του Νομού και Περιφερειακά Ιατρεία, ως αποκεντρωμένες μονάδες των Κέντρων Υγείας [άρθρο 14 παρ.1 εδ. (α) ν.1397/1983].

Σκοπός των Κέντρων Υγείας είναι (α).- η παροχή ισότιμης πρωτοβάθμιας περιθάλψεως στο σύνολο του πληθυσμού της περιοχής τους και σε όσους προσωρινώς διαμένουν σε αυτή, (β).- η νοσηλεία και η παρακολούθηση αρρώστων, που βρίσκονται στο στάδιο της αναρρώσεως ή μετά την έξοδό τους από το νοσοκομείο, (γ).- η παροχή πρώτων βοηθειών και η νοσηλεία σε έκτακτες περιπτώσεις έως τη διακομιδή των αρρώστων στο νοσοκομείο, (δ).- η διακομιδή αρρώστων με ασθενοφόρο αυτοκίνητο ή με οποιοδήποτε άλλο μέσο μεταφοράς, σε έκτακτες περιπτώσεις, στο Κέντρο Υγείας ή στο Νοσοκομείο, (ε).- η οδοντιατρική περίθαλψη, (στ).- η άσκηση προληπτικής ιατρικής ή οδοντιατρικής και η υγειονομική διαφώτιση του πληθυσμού, (ζ).- η ιατροκοινωνική και επιδημιολογική έρευνα, (η).- η ιατρική της εργασίας, (θ).- η παροχή υπηρεσιών σχολικής υγιεινής, (ι).- η ενημέρωση και διαφώτιση για θέματα οικογενειακού προγραμματισμού, (ια).- η εκπαίδευση των ιατρών και του λοιπού προσωπικού υγείας, (ιβ).- η παροχή υπηρεσιών κοινωνικής φροντίδας και (ιγ).- η παροχή φαρμάκων σε δικαιούχους, αν δεν λειτουργεί φαρμακείο στην περιοχή τους [άρθρο 15 παρ.1 ν. 1397/1983].

Μεταγενέστερα, με το ν. 2071/1992 (ΦΕΚ Α. 123 και διόρθωση σφαλμάτων ΦΕΚ Α. 149) "Εκσυγχρονισμός και Οργάνωση Συστήματος Υγείας" προβλέπεται ότι σκοπός των μονάδων πρωτοβάθμιας φροντίδας και πρόληψης είναι (α).- η παροχή πρωτοβάθμιας φροντίδας στο σύνολο του πληθυσμού της περιοχής ευθύνης τους και σε όσους προσωρινώς διαμένουν σε αυτή, (β).- η εφαρμογή των προγραμμάτων αγωγής υγείας και πρόληψης του Υπουργείου Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, (γ).- η νοσηλεία και η παρακολούθηση των αρρώστων, που βρίσκονται στο στάδιο της αναρρώσεως ή μετά την έξοδό τους από το νοσοκομείο στο σπίτι, (δ).- η παροχή πρώτων βοηθειών και η νοσηλεία σε έκτακτες περιπτώσεις έως τη διακομιδή των αρρώστων στο νοσοκομείο, (ε).- η διακομιδή αρρώστων, με ασθενοφόρο αυτοκίνητο ή με οποιοδήποτε άλλο μέσο μεταφοράς, σε έκτακτες περιπτώσεις, στο Κέντρο Υγείας ή στο νοσοκομείο, (στ).- η παροχή υπηρεσιών οδοντιατρικής φροντίδας, (ζ).- η άσκηση προληπτικής ιατρικής ή οδοντιατρικής, (η).- η ιατροκοινωνική και επιδημιολογική έρευνα, (θ).- η Ιατρική της Εργασίας, (ι).- η παροχή υπηρεσιών σχολικής υγείας, (ια).- η ενημέρωση και διαφώτιση για θέματα οικογενειακού προγραμματισμού, με διαλέξεις και επιστημονικές συναντήσεις, (ιβ).- η εκπαίδευση των ιατρών και του νοσηλευτικού προσωπικού, (ιγ).- η παροχή υπηρεσιών κοινωνικής φροντίδας, (ιδ).- η παροχή φαρμάκων σε δικαιούχους, αν δεν λειτουργεί φαρμακείο στην περιοχή τους, καθοριζομένης της περιοχής, με απόφαση του οικείου Νομάρχη και (ιε).- η συνεργασία με την τοπική αυτοδιοίκηση καθώς και με ιατρούς ελεύθερους επαγγελματίες της περιοχής για την αποδοτικότερη προσφορά υπηρεσιών πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας και προλήψεως [άρθρο 16 παρ.1 ν. 2071/1992].

Το ΙΔΡΥΜΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ / Ι.Κ.Α. ιδρύθηκε με το ν. 6298/1934 (ΦΕΚ Α. 346) και, από την 11.7.2002, μετονομάζεται σε ΙΔΡΥΜΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ - ΕΝΙΑΙΟ ΤΑΜΕΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΜΙΣΘΩΤΩΝ / Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ. [άρθρα 5 παρ.1, 12 ν. 3029/2002 (ΦΕΚ Α. 160 / 11.7.2002)]. Στον "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟ ΤΟΥ ΙΔΡΥΜΑΤΟΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ / Ι.Κ.Α." ορίζεται: Οι Περιφερειακές Υπηρεσίες διακρίνονται σε Υπηρεσίες Υγείας και σε Υπηρεσίες Ασφαλίσεως.

Υπηρεσίες Υγείας είναι (α).- οι Νομαρχιακές Μονάδες Υγείας, (β).- οι Τοπικές Μονάδες Υγείας, (γ).- τα Τοπικά Ιατρεία, (δ).- τα Διαγνωστικά Κέντρα και Ιατρικής της Εργασίας, (ε).- οι Υπηρεσίες Υγειονομικών Επιτροπών Αναπηρίας, (στ).- τα Κέντρα Παιδοψυχικής Υγιεινής, (ζ).- τα Κέντρα Προληπτικής Ιατρικής, (η).- τα Ειδικά Διαγνωστικά - Θεραπευτικά Κέντρα, (θ).- οι Σταθμοί Άμεσης Βοήθειας και (ι).- οι Υπηρεσίες Νοσοκομειακής Υποστήριξης [άρθρα 3 παράγραφοι 1 και 3 ως άνω π.δ. 266/1989, 2 ως άνω π.δ. 363/1992].

Από τις παραπάνω Υπηρεσίες Υγείας, οι Νομαρχιακές Μονάδες Υγείας, οι Τοπικές Μονάδες Υγείας και οι Υπηρεσίες Νοσοκομειακής Υποστήριξης είναι επιπέδου διευθύνσεως, ενώ τα Τοπικά Ιατρεία αποτελούν αποκεντρωμένες γεωγραφικά μονάδες. Συγκεκριμένα: [Α].- Οι Νομαρχιακές Μονάδες Υγείας είναι επιπέδου διευθύνσεως και λειτουργούν, κυρίως, ως μονάδες υπηρεσιών πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας για την περιοχή τους καθώς και ως μονάδες λειτουργικής υποστηρίξεως των Τοπικών Μονάδων Υγείας του Νομού τους και έχουν, ως έργο, (1).- την παροχή πλήρων υπηρεσιών οδοντιατρικής και ιατρικής περιθάλψεως, συμπεριλαμβάνονται δε, η εργαστηριακή εξυπηρέτηση καθώς και πλήρεις υπηρεσίες υγιεινής και πρόνοιας και (2).- τη λειτουργική υποστήριξη των Τοπικών Μονάδων Υγείας του Νομού, που αφορά μόνο στη συμπλήρωση των υπηρεσιών πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας των Τοπικών Μονάδων, όπου αυτό απαιτείται. [Β].- Οι Τοπικές Μονάδες Υγείας είναι επιπέδου διευθύνσεως και λειτουργούν, κυρίως, ως μονάδες παροχής υπηρεσιών πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας για την περιοχή τους, έχουν, ως έργο, την παροχή πλήρων υπηρεσιών οδοντιατρικής και ιατρικής περιθάλψεως καθώς και την "παροχή μερικών υπηρεσιών εργαστηριακής εξυπηρετήσεως και υγιεινής και πρόνοιας" ενώ, για τη συμπλήρωση των υπηρεσιών "εργαστηριακής εξυπηρετήσεως και υγιεινής και πρόνοιας" υποστηρίζονται από τη Νομαρχιακή Μονάδα Υγείας της περιοχής τους. [Γ].- Τα Τοπικά Ιατρεία αποτελούν αποκεντρωμένες γεωγραφικά μονάδες, επιπέδου Τμήματος, των Νομαρχιακών και Τοπικών Μονάδων Υγείας, στις οποίες υπάγονται έχουν δε, ως έργο, την επιτόπου παροχή πλήρων υπηρεσιών πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας, τουλάχιστον, όσον αφορά τα παθολογικά και παιδιατρικά περιστατικά. [Δ].- Οι Υπηρεσίες Νοσοκομειακής Υποστήριξης είναι επιπέδου διευθύνσεως και ως έργο έχουν την παροχή υπηρεσιών δευτεροβάθμιας περιθάλψεως τους ασφαλισμένους του Ι.Κ.Α.

είναι δε, οι Υπηρεσίες αυτές, πέντε (5), ήτοι το 1ο Νοσοκομείο Ι.Κ.Α. Αθήνας, το Νοσοκομείο Βραχείας Νοσηλείας Ι.Κ.Α. Αθήνας, το Ογκολογικό Νοσοκομείο Ι.Κ.Α. Αθήνας ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΓΕΝΝΗΜΑΤΑΣ, το 7ο Νοσοκομείο Ι.Κ.Α. Αθήνας και το 2ο Νοσοκομείο Ι.Κ.Α. Θεσσαλονίκης [άρθρα 5 παράγραφοι 1, 2, 3 και 10 π.δ. 266/1989, 3 παρ.1 π.δ. 363/1992, 1 π.δ. 144/2003 (ΦΕΚ Α. 120/ 20.5.2003)].

Με το νεώτερο ν. 3235/2004 (ΦΕΚ Α. 53/18.2.2004) "Πρωτοβάθμια Φροντίδα Υγείας", που ισχύει από 18.2.2004 [άρθρο 16 ν. 3235/2004], προβλέπεται ότι: "1.- Ως πρωτοβάθμια Φροντίδα Υγείας, στο πλαίσιο εφαρμογής του νόμου αυτού, νοείται το σύστημα παροχής, σε ατομικό και οικογενειακό επίπεδο δέσμης βασικών και ολοκληρωμένων υπηρεσιών φροντίδας υγείας. 2.- Η Πρωτοβάθμια Φροντίδα Υγείας αποτελεί το πρώτο σημείο επαφής του ατόμου με το σύστημα υγείας της χώρας, του οποίου αποτελεί αναπόσπαστο μέρος και υπηρετεί τους γενικούς και ειδικούς στόχους του. 3.- Η Πρωτοβάθμια Φροντίδα Υγείας περιλαμβάνει (α).- τις υπηρεσίες υγείας, που δεν απαιτούν εισαγωγή σε νοσηλευτικό ίδρυμα, (β).- την εκτίμηση των αναγκών υγείας των πολιτών και το σχεδιασμό και υλοποίηση μέτρων για την πρόληψη των νοσημάτων και την προαγωγή της υγείας, (γ).- τον οικογενειακό προγραμματισμό, (δ).- τις απαραίτητες υποδομές για την εξασφάλιση και τη διαχείριση όλων των ιατρικών πληροφοριών και δεδομένων του πληθυσμού, (ε).- την οδοντιατρική φροντίδα, με έμφαση στην προληπτική οδοντιατρική, (στ).- τις υπηρεσίες μετανοσοκομειακής φροντίδας και τις υπηρεσίες αποκαταστάσεως, (ζ).- την παρακολούθηση χρονίως πασχόντων για τους οποίους δεν απαιτείται νοσηλεία σε νοσοκομείο και (η).- τις υπηρεσίες κοινωνικής φροντίδας" (άρθρο 1 παράγραφοι 1, 2 και 3 ν. 3235/2004). "Η Πρωτοβάθμια Φροντίδα Υγείας παρέχεται από (α).- τα Κέντρα Υγείας του Ε.Σ.Υ.

και τα Περιφερειακά τους Ιατρεία, (β).- τις μονάδες πρωτοβάθμιας φροντίδας των Οργανισμών Κοινωνικής Ασφάλισης (Ο.Κ.Α.), που μετονομάζονται σε Κέντρα Υγείας του οικείου Ο.Κ.Α., (γ).- τα εξωτερικά ιατρεία των Νοσοκομείων του Ε.Σ.Υ., (δ).- τις μονάδες παροχής υπηρεσιών πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης και (ε).- από άλλους φορείς, που συνδέονται, οργανωτικά ή λειτουργικά, με τις υπηρεσίες του Ε.Σ.Υ." [άρθρο 2 παρ.1 ν. 3235/2004].

Εξ άλλου, η σχέση, μετά του Ι.Κ.Α., των ιατρών, οι οποίοι έχουν προσληφθεί, κατά το άρθρο 10 ν.δ. 1204/1972 (ΦΕΚ Α. 123/21.7.1972), είναι ειδική σύμβαση, διέπεται, αυτή η σύμβαση, αποκλειστικά, από το ν.δ. 1204/1972 και δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας. Το άρθρο 24 παρ.1 εδ. (γ) του μεταγενέστερου ν. 3232/2004 (ΦΕΚ Α. 48/12.2.2004), το οποίο ισχύει από 12.2.2004 (άρθρο 35 ν. 3232/2004), ορίζει ότι: "Η αληθής έννοια του άρθρου 10 του ν.δ. 1204/1972 (ΦΕΚ Α. 123), που προβλέπει ειδικές συμβάσεις ιατρών και οδοντιάτρων του Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ.

είναι ότι οι συμβάσεις αυτές είναι εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου". Στο άρθρο 18 ν. 2150/1993 (ΦΕΚ Α. 98/16.6.1993) "ΕΘΝΙΚΟ ΙΝΣΤΙΤΟΥΤΟ ΕΡΓΑΣΙΑΣ [Ε.Ι.Ε.] και άλλες διατάξεις", το οποίο ισχύει από 16.6.1993 (άρθρο 20 ν. 2150/1993), ορίζεται ότι οι ιατροί, που υπηρετούν στο Ι.Κ.Α., με σύμβαση ορισμένου ή αορίστου χρόνου ή με ειδική σύμβαση, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, εξομοιώνονται, μισθολογικά, με τους μόνιμους Θεραπευτές Ιατρούς του Ι.Κ.Α.

ο χρόνος υπηρεσίας τους στο Ι.Κ.Α. υπολογίζεται για τη μισθολογική τους εξέλιξη. Τη μονιμοποίηση των ιατρών του Ι.Κ.Α. ρυθμίζει ο ν. 119/1975 (ΦΕΚ Α. 172/20.8.1975), που προβλέπει ότι το μόνιμο Ιατρικό Προσωπικό του Ι.Κ.Α. αποτελείται από (α).- Ιατρούς Θεραπευτές, (β).- Ιατρούς Ελεγκτές και (γ).- Υγειονομικούς Διευθυντές και κατατάσσεται σε θέσεις μισθολογικής κλίμακας αντίστοιχης της βαθμίδος των μονίμων διοικητικών υπαλλήλων του Ι.Κ.Α. [άρθρο 1 παράγραφοι 1 και 2 ν. 119/1975] δηλ.

οι αποδοχές του μόνιμου Ιατρικού Προσωπικού του Ι.Κ.Α. είχαν καθορισθεί από το ν. 1505/1984 (ΦΕΚ Α. 194/3.12.1984) και από το ν. 1810/1988 (ΦΕΚ Α.223/5.10.1988), όπως ίσχυσαν μέχρι την έναρξη ισχύος του ν. 2470/1997 (ΦΕΚ Α. 40/21.3.1997). Με τον τελευταίο νόμο [2470/1997], όπως ίσχυσε και μετά το ν. 2716/1999 (ΦΕΚ Α. 96/17.5.1999), ρυθμίσθηκαν (και) τα ζητήματα των νομίμων αποδοχών των υπαλλήλων του Δημοσίου και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (ν.π.δ.δ.).

Ειδικότερα, στο ν. 2470/1997, που ίσχυσε από 1.1.1997 [άρθρα 31, 33 ν. 2470/1997] ορίζονται (και) τα εξής: Στις διατάξεις του νόμου αυτού υπάγονται οι μόνιμοι και δόκιμοι πολιτικοί υπάλληλοι των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοικήσεως (Ο.Τ.Α.) και των λοιπών ν.π.δ.δ. [άρθρο 1 παρ.1 στοιχείο (γ) ν. 2470/1997]. Δεν υπάγονται στις διατάξεις του νόμου αυτού οι ιατροί του Εθνικού Συστήματος Υγείας - Ε.Σ.Υ. [άρθρο 1 παρ.2 ν. 2470/1997].

Πέρα από το βασικό μισθό του κάθε μισθολογικού κλιμακίου, χορηγείται, κατά μήνα, "νοσοκομειακό" τακτικό επίδομα για το προσωπικό των Νοσοκομείων, Κέντρων Υγείας, Κέντρων Ψυχικής Υγείας και Θεραπευτηρίων της χώρας καθώς και του Εθνικού Κέντρου Άμεσης Βοήθειας - Ε.Κ.Α.Β. [άρθρο 8 παρ.7 ν. 2470/1997]. Το "νοσοκομειακό", κατά μήνα, τακτικό επίδομα καταβάλλεται με την απαραίτητη προϋπόθεση ότι οι δικαιούχοι αυτού προσφέρουν υπηρεσία, με πλήρη και αποκλειστική απασχόληση στους χώρους ή στις ειδικότητες, που δικαιολογούν την καταβολή του.

Για τη συνδρομή των παραπάνω προϋποθέσεων εκδίδεται, κάθε μήνα, βεβαίωση του οικείου Προϊσταμένου, η οποία συνοδεύει τη μισθοδοτική κατάσταση. Η χορήγηση του επιδόματος αυτού διακόπτεται, σε περίπτωση απομακρύνσεως των δικαιούχων από τους χώρους για τους οποίους δικαιολογείται η καταβολή του [άρθρο 8 παρ.10 ν. 2470/1997].

Με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Οικονομικών και του κατά περίπτωση αρμοδίου Υπουργού, οι διατάξεις του νόμου αυτού μπορεί να επεκτείνονται, εν όλω ή εν μέρει και σε προσωπικό του Δημοσίου ή ν.π.δ.δ. ή Ο.Τ.Α., που δεν υπάγεται στις διατάξεις του παρόντος, πλην όμως, έχει βαθμολογική ή μισθολογική αντιστοιχία με μόνιμους υπαλλήλους Δημοσίου ή ν.π.δ.δ.

ή Ο.Τ.Α. καθώς και σε διαβαθμισμένους κληρικούς και δικηγόρους, με σχέση έμμισθης εντολής. Οι αποφάσεις αυτές εκδίδονται εντός εξαμήνου από τη δημοσίευση του παρόντος [21.3.1997] και ισχύουν από 1.1.1997 [άρθρο 24 ν. 2470/1997]. Κατά την εξουσιοδότηση του άρθρου 24 ν. 2470/1997, εκδόθηκε η 2043269/6792/0022 / 1.7.1997 κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης - Οικονομικών - Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων (ΦΕΚ Β. 587 / 15.7.1997) και αντικαταστάθηκε με την 2052675/5630/0022 / 10.8.1998 κοινή απόφαση των ιδίων Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης - Οικονομικών - Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων (ΦΕΚ Β. 944 / 2.9.1998).

Δι' αυτών των Κοινών Υπουργικών Αποφάσεων / Κ.Υ.Α., επεκτάθηκε, από 1.1.1997, στο σύνολό του, ο ν. 2470/1997, "στους μόνιμους ιατρούς του Ιδρύματος (Ι.Κ.Α.), που οι αποδοχές τους καθορίζονται από το ν. 1505/1984 και το ν. 1810/1988 και στους με σύμβαση ιατρούς (ν. 1476/1984, ν. 1579/1985, ν. 1057/1980 και ν.δ. 1204/1972), που έχουν εξομοιωθεί, μισθολογικά, με τους μόνιμους ιατρούς με το ν. 2150/1993".

Ακολούθως, με το ν. 2703/1999 (ΦΕΚ Α. 72/8.4.1999), που ισχύει από 8.4.1999 (άρθρο 28 ν. 2703/1999), ορίσθηκε ότι "στους ιατρούς των Νοσοκομείων του Ι.Κ.Α., που μισθοδοτούνται με τις διατάξεις του ν. 2470/1997 καταβάλλεται το νοσοκομειακό επίδομα της περίπτωσης (α) της παραγράφου 7 του άρθρου 8 ν. 2470/1997" (άρθρο 13 παρ.3 στοιχείο .δ του ν. 2703/1999).

Ο μετέπειτα ν. 3205/2003 (ΦΕΚ Α. 297 / 23.12.2003) ίσχυσε από 1.1.2004, κατήργησε, από 1.1.2004, το ν. 2470/1997 (άρθρα 56, 28 παρ.1 - μέρος Β' του ν. 3205/2003) και προβλέπει ότι: Εκτός από το βασικό μισθό του κάθε μισθολογικού κλιμακίου, χορηγείται, κατά μήνα, τακτικό επίδομα "νοσοκομειακό και τροφής" για το προσωπικό των Νοσοκομείων, των Μονάδων Κοινωνικής Φροντίδας της χώρας, του Εθνικού Κέντρου Άμεσης Βοήθειας (Ε.Κ.Α.Β.), των Κέντρων Υγείας, των ν.π.δ.δ.

του Τομέα Πρόνοιας και των Κέντρων Ψυχικής Υγείας, το οποίο ορίζεται για το προσωπικό νοσηλευτικής υπηρεσίας, εργαστηρίων, των κλάδων ΤΕ Φυσικοθεραπευτών, ΔΕ Βοηθών Φαρμακείου και Καθαριότητας, "σε διακόσια σαράντα (240) ευρώ" (άρθρο 8 παρ. Α . 5 στοιχείο (α) - μέρος Α' του ν. 3205/2003). Το συγκεκριμένο επίδομα "νοσοκομειακό και τροφής" καταβάλλεται με την απαραίτητη προϋπόθεση ότι οι δικαιούχοι αυτού προσφέρουν υπηρεσία, με πλήρη και αποκλειστική απασχόληση, στους χώρους και στις ειδικότητες, που δικαιολογούν την καταβολή τους.

Επίσης, καταβάλλεται και για όσο διάστημα οι δικαιούχοι αυτού τελούν σε θεσμοθετημένες άδειες (κανονικές, συνδικαλιστικές, ειδικές, εκπαιδευτικές μικρής διάρκειας έως δύο (2) μηνών, διευκολύνσεως υπαλλήλων με οικογενειακές υποχρεώσεις, μητρότητας και ανατροφής παιδιού), σε βραχυχρόνια αναρρωτική άδεια έως έξι (6) ημέρες κατ' έτος καθώς και αυτής, που χορηγείται από δημόσια νοσοκομεία, κέντρα υγείας του Δημοσίου, πανεπιστημιακές κλινικές, νοσηλευτικούς σχηματισμούς του Ι.Κ.Α.

και ιδιωτικές κλινικές, εφ' όσον έχει προηγηθεί νοσηλεία σε αυτές, η οποία αποδεικνύεται, με σχετικό παραστατικό στοιχείο (εισαγωγή, εξιτήριο κ.λπ.). Για τη συνδρομή όλων των ανωτέρω προϋποθέσεων, εκδίδεται, κάθε μήνα, βεβαίωση του οικείου Προϊσταμένου, η οποία συνοδεύει τη μισθοδοτική κατάσταση. Σε περίπτωση απομακρύνσεως των δικαιούχων αυτού, για οποιονδήποτε λόγο (όπως, ενδεικτικά, μετακίνηση, απόσπαση, μετάθεση, μετάταξη, διάθεση) από τα καθήκοντα, τις θέσεις και τις συνθήκες, οι οποίες δικαιολογούν τη χορήγησή του, διακόπτεται, ισοχρόνως, η καταβολή του, με ευθύνη του οικείου Προϊσταμένου, "με την επιφύλαξη της παραγράφου 5 του άρθρου 22 του ν. 3156/2003 (ΦΕΚ Α. 157)" [άρθρο 8 παρ.

Β . 1 - μέρος Α' του ν. 3205/2003]. Με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού, οι διατάξεις του Μέρους Α' του παρόντος νόμου, μπορεί να επεκτείνονται, εν όλω ή εν μέρει και σε προσωπικό του Δημοσίου ή ν.π.δ.δ.

ή Ο.Τ.Α., που δεν υπάγεται στις διατάξεις του Μέρους αυτού, πλην όμως, έχει βαθμολογική ή μισθολογική αντιστοιχία με μόνιμους υπαλλήλους Δημοσίου ή ν.π.δ.δ. ή Ο.Τ.Α. καθώς και σε διαβαθμισμένους κληρικούς και δικηγόρους, με σχέση έμμισθης εντολής. Οι αποφάσεις αυτές εκδίδονται εντός εξαμήνου από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου (23.12.2003) και ισχύουν από 1.1.2004 [άρθρο 21 ν. 3205/2003].

Κατά την εξουσιοδότηση του άρθρου 21 ν. 3205/2003, εκδόθηκε η 2/4302/0022 / 28.1.2004 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών - Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης - Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων (ΦΕΚ Β. 250 / 9.2.2004). Δι' αυτής της Κοινής Υπουργικής Αποφάσεως / Κ.Υ.Α., επεκτάθηκαν, από 1.1.2004, οι διατάξεις του Α' μέρους του ν. 3205/2003, "στους μόνιμους ιατρούς του Ι.Κ.Α., που οι αποδοχές τους καθορίζονται από το ν. 2470/1997 και στους με σύμβαση ιατρούς [ν. 1476/1984, ν. 1579/1985, ν. 1057/1980 και ν.δ. 1204/1972], που έχουν εξομοιωθεί, μισθολογικά, με τους μόνιμους ιατρούς με το ν. 2150/1993".

Από τις προηγούμενες διατάξεις προκύπτουν τα παρακάτω: Το μισθολόγιο του ν. 2470/1997 μέχρι την κατάργησή του, την 1.1.2004, είχε εφαρμογή στους ιατρούς, που δεν ανήκουν στο Ε.Σ.Υ. και πρόσφεραν τις υπηρεσίες τους σε ν.π.δ.δ. Με το ν. 2470/1997 -και όπως ίσχυσε μετά το ν. 2716/1999- χορηγήθηκε, από 1.1.1997, τακτικό επίδομα, κατά μήνα, το οποίο χαρακτηρίσθηκε, ως "νοσοκομειακό" [άρθρο 8 παρ.7 ν. 2470/1997].

Με τον μετέπειτα ν. 3205/2003, το τακτικό αυτό επίδομα, κατά μήνα, διατηρήθηκε, από 1.1.2004 και χαρακτηρίσθηκε, ως "νοσοκομειακό και τροφής" [άρθρο 8 παρ. Α . 5 στοιχείο (α) ν. 3205/2003]. Η χορήγηση του τακτικού μηνιαίου επιδόματος, "νοσοκομειακού" ή "νοσοκομειακού και τροφής", είχε προβλεφθεί για το νοσηλευτικό και για το κάθε φύσεως βοηθητικό προσωπικό καθώς και για το ιατρικό προσωπικό των μονάδων υγείας δευτεροβάθμιας περιθάλψεως [κλειστή περίθαλψη, με δυνατότητα εισαγωγής και νοσηλείας], ως προς το οποίο δεν διατυπώθηκε εξαίρεση, ενώ, επεκτάθηκε και στους εργαζόμενους σε μονάδες πρωτοβάθμιας περιθάλψεως [ανοικτή περίθαλψη, χωρίς δυνατότητα εισαγωγής και νοσηλείας].

Οι ιατροί του Ι.Κ.Α., οι οποίοι παρείχαν πρωτοβάθμια περίθαλψη, δηλ. απασχολούνταν, ειδικότερα, σε Νομαρχιακές Μονάδες Υγείας του Ι.Κ.Α. και δεν υπηρετούσαν σε Νοσοκομεία του Ι.Κ.Α., σιωπηρώς εξαιρέθηκαν, από την 8.4.1999, ως προς τη χορήγηση του τακτικού αυτού μηνιαίου επιδόματος, "νοσοκομειακού" ή "νοσοκομειακού και τροφής" 9άρθρα 13 παρ.3 στοιχείο .δ του ν. 2703/1999, 8 παρ.7 περίπτωση .α του ν. 2470/1997).

Από την 18.2.2004, πλέον, η πρωτοβάθμια φροντίδα υγείας παρέχεται και από τις μονάδες πρωτοβάθμιας φροντίδας των Ο.Κ.Α., που μετονομάζονται σε Κέντρα Υγείας του οικείου Ο.Κ.Α. [άρθρα 2 παρ.1 εδ. (β), 16 ν. 3235/2004] δηλ. από την 18.2.2004 (και) οι Νομαρχιακές Μονάδες Υγείας του Ι.Κ.Α. εξομοιώνονται με τα Κέντρα Υγείας και όσα ισχύουν, ως προς τη μισθολογική μεταχείριση των εργαζομένων στα Κέντρα Υγείας του λοιπού δημόσιου τομέως [ν. 2470/1997, ν. 3205/2003], πλέον, από την 18.2.2004, έχουν ευθεία εφαρμογή και στους εργαζόμενους των Κέντρων Υγείας του Ι.Κ.Α., στους οποίους ήδη είχε επεκταθεί, με την 2/4302/0022/28.1.2004 Κ.Υ.Α.

Έτσι, από την 18.2.2004, οι εργαζόμενοι αυτοί δεν δικαιούνται το επίμαχο επίδομα "νοσοκομειακό και τροφής", με βάση τη συνταγματική αρχή της ισότητας, κατά τα άρθρα 4 παρ.1, 22 Συντάγματος δηλ. η προσφυγή στα άρθρα 4 παρ.1 και 22 Συντάγματος δεν είναι αναγκαία και δεν υπάρχει έδαφος εφαρμογής τους (ΑΠ 382/2018, ΑΠ 1467/2014 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ).

Για την καταβολή του επιδόματος "νοσοκομειακού και τροφής", η βεβαίωση του Προϊσταμένου των δικαιούχων αυτού (επιδόματος) δεν αποτελεί ουσιαστική προϋπόθεση, αλλά ανάγεται στην εσωτερική διαδικασία πληρωμής του εργαζομένου από τον εργοδότη του. Η μετά του Ι.Κ.Α. σχέση των ιατρών, οι οποίοι έχουν προσληφθεί, κατά το άρθρο 10 ν.δ. 1204/1972, είναι ειδική σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου.

Τη φύση της σχέσεως αυτής, ως ιδιωτικού δικαίου, δεν μετέβαλε η μισθολογική μεταβολή, η οποία έγινε, κατά το άρθρο 18 ν. 2150/1993, με τους Θεραπευτές Ιατρούς του Ι.Κ.Α. επί σχέσει δημοσίου δικαίου. Η διάταξη του άρθρου 24 παρ.1 εδ. (γ) ν. 3232/2004 δεν είναι, πράγματι, ερμηνευτική της σαφούς διατάξεως του άρθρου 10 ν.δ. 1204/1972 και δεν μπορεί να έχει, στην προκειμένη περίπτωση, αναδρομική ισχύ, αλλά ισχύει, κατά το άρθρο 77 Συντάγματος, από την 12.2.2004 (ΑΠ 1312/2017 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ). [V].- Σύμφωνα με το ως άνω άρθρο 560 αριθμός 1 εδ. (α) ΚΠολΔ, κατά αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο, αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.

Ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου παραβιάζεται, αν εφαρμόσθηκε εσφαλμένα καθώς και αν δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή, αν εφαρμόσθηκε, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, δηλ. κατά τα παραπάνω, αν το δικαστήριο της ουσίας απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αν αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα, που ο νόμος απαιτεί.

Η παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία, δηλ. όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε έννοια διαφορετική από την αληθινή είτε ως κακή εφαρμογή, δηλ. όταν το δικαστήριο της ουσίας έκανε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών της ένδικης υποθέσεως σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας δεν υπάγονται και, έτσι, κατέληξε σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού.

Δια του λόγου αυτού αναιρέσεως ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας, κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών [ενστάσεων] των διαδίκων καθώς και τα νομικά σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας, κατά την έρευνα της υποθέσεως στην ουσία. Στην τελευταία περίπτωση, ήτοι όταν το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση, η παραβίαση του κανόνος δικαίου ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, αποκλειστικώς και μόνο, με βάση τα πραγματικά περιστατικά, που, ανελέγκτως, δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ ολ. 1/2016, ΑΠ ολ. 2/2013, ΑΠ ολ. 4/2005, ΑΠ 171/2019, ΑΠ 359/2015, ΑΠ 1387/2015, ΑΠ 1420/2013 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ).

Εξ άλλου, ορίζεται στο άρθρο 578 ΚΠολΔ ότι αν το αιτιολογικό της αποφάσεως, που προσβάλλεται, κρίνεται εσφαλμένο, αλλά το διατακτικό της ορθό, ο Άρειος Πάγος απορρίπτει την αναίρεση, εκτός αν υπάρχει έννομο συμφέρον να αποτραπεί δεδικασμένο, οπότε αναιρείται η απόφαση μόνο ως προς την εσφαλμένη αιτιολογία της.

Κατά την έννοια του άρθρου 578 ΚΠολΔ, αν ο Άρειος Πάγος διαπιστώσει ότι το διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως είναι ορθό, απορρίπτει την αναίρεση, χωρίς να αντικαταστήσει την αιτιολογία, δηλ. την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού [τις ουσιαστικές παραδοχές], εκτός αν υπάρχει έννομο συμφέρον του αναιρεσείοντος, οπότε η απόφαση αναιρείται, μόνο, ως προς την αιτιολογία της.

Ως αιτιολογικό νοείται η νομική αιτία, δηλ. η διάταξη νόμου, που αποτελεί τη μείζονα πρόταση του δικανικού [νομικού] συλλογισμού. Σε περίπτωση εσφαλμένου αιτιολογικού, δηλ. όταν τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, ανελέγκτως, δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, υπάγονται σε άλλο κανόνα δικαίου, εφ' όσον η υπαγωγή αυτή απολήγει σε πόρισμα όμοιο προς το διατακτικό της αποφάσεως, το διατακτικό της αποφάσεως του Αρείου Πάγου περιέχει απορριπτική της αναιρέσεως διάταξη, χωρίς αντικατάσταση των αιτιολογιών (ΑΠ ολ. 8/1993 ιστοσελίδα Αρείου Πάγου, ΑΠ 1624/2008 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ) και στο σκεπτικό παρατίθενται οι ορθές νομικές διατάξεις (ΑΠ ολ. 30/1998 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ).

Η ευδοκίμηση λόγου αναιρέσεως, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ευθεία παραβίαση κανόνος ουσιαστικού δικαίου [άρθρο 560 αριθμός 1 εδ. (α) ΚΠολΔ], εξαρτάται από την ορθότητα του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο αιτιωδώς συνάπτεται με τις ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας (ΑΠ ολ. 27/1998 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ).

Το Ειρηνοδικείο Αθηνών, στην 1114/2014 απόφασή του, κατά παραδεκτή επισκόπηση (άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ), ανέφερε, ως μείζονα πρόταση, τις πιο πάνω, ήτοι όπως στην υπό στοιχείο [IV] νομική σκέψη της παρούσης, νομοθετικές ρυθμίσεις καθώς και τα άρθρα 4 παρ.1 και 22 του Συντάγματος και διέλαβε ότι οι ιατροί των Νομαρχιακών Μονάδων Υγείας του πρώτου εναγομένου ν.π.δ.δ.

Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ. παρέχουν την εργασία τους κάτω από τους ίδιους δυσμενείς όρους με τους ιατρούς, που απασχολούνται σε Κέντρα Υγείας ώστε να έχουν εφαρμογή, ως προς τη χορήγηση του επίμαχου επιδόματος και στους ενάγοντες, τα άρθρα 4 παρ.1 και 22 Συντάγματος στη συνέχεια, μετά την εκτίμηση των αποδείξεων, δέχθηκε, ανελέγκτως, τα εξής ουσιώδη: "Οι ενάγοντες [ήδη οι αναιρεσίβλητοι 1η έως 25ος, 27η, 28ος, 29ος, 30ος, 33ος και 34η, ήτοι πλην των 26ου, 31ου, 32ης και 35ου επί συνόλου (35) αναιρεσιβλήτων] προσλήφθηκαν από το πρώτο εναγόμενο Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ. [μη διάδικος, στην προκειμένη αναιρετική δίκη], καθολικός διάδοχος του οποίου, ως προς τις υγειονομικές υπηρεσίες αυτού, από 3.9.2011, είναι το δεύτερο εναγόμενο Ε.Ο.Π.Υ.Υ. [ήδη αναιρεσείον] και υπηρετούν, με ειδική σύμβαση εργασίας (άρθρο 24 ν. 3232/2004) ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου και με την αναφερόμενη για τον καθένα ειδικότητα, ως ιατροί του κλάδου ΠΕ ιατρών, στις διάφορες νομαρχιακές μονάδες υγείας των εναγομένων και, ειδικότερα, σε αυτές της … οι 1η έως και 21ος ...

εξ αυτών, της … οι ... 22ος έως και 25ος εξ αυτών, της … οι 27η και 28ος εξ αυτών, της … οι 29ος και 30ος, της … οι ... 33ος και 34η ... εξ αυτών, έχουν καταταγεί στα αντίστοιχα μισθολογικά κλιμάκια και λαμβάνουν τις αποδοχές, που προβλέπονται από το εκάστοτε ισχύον ενιαίο μισθολόγιο για το προσωπικό της Δημόσιας Διοίκησης (βλ.

τα προσκομιζόμενα από 14.1.2014 και 15.1.2014 Πιστοποιητικά του Ε.Ο.Π.Υ.Υ.). Ωστόσο ουδείς των εναγόντων έλαβε το προβλεπόμενο από τις ανωτέρω διατάξεις νοσοκομειακό επίδομα, όπως, εξ άλλου, ομολογεί το εναγόμενο Ε.Ο.Π.Υ.Υ., με την αιτιολογία ότι το ένδικο επίδομα χορηγείται στους υπηρετούντες στις μονάδες, που παρέχουν κλειστή ή δευτεροβάθμια περίθαλψη, όπως είναι τα πέντε (5) Νοσοκομεία του Ι.Κ.Α., που αναφέρονται ανωτέρω.

Αποδείχθηκε, όμως ότι οι ενάγοντες στις μονάδες, που υπηρετούν, έρχονται καθημερινά σε επαφή με ασθενείς, οι οποίοι πάσχουν πολλές φορές από σοβαρές μολυσματικές και λοιμώδεις νόσους (λ.χ. ηπατίτιδα, δερματικές παθήσεις, κακοήθη νεοπλάσματα, aids, αφροδίσιες νόσους, νόσους του αναπνευστικού, φυματιώσεις), οι οποίες έχουν αυξημένο ποσοστό μεταδοτικότητας και οι οποίες δύνανται να επιφέρουν, σε περίπτωση τυχαίας μόλυνσης, ανήκεστες βλάβες της υγείας, ακόμα και το θάνατο.

Τούτο είναι απότοκο της διάρθρωσης των υγειονομικών μονάδων, στις οποίες υπηρετούν, με βάση το οργανωτικό πρότυπο των Υγειονομικών Μονάδων του Ε.Σ.Υ. (βλ. άρθρα 30, 36 π.δ. 266/1989 ... ). Η ταυτότητα ή -σε κάθε περίπτωση- ουσιώδης ομοιότητα της ανθυγιεινότητας και επικινδυνότητας της παρεχομένης από τους ενάγοντες εργασίας, σε σύγκριση με το προσωπικό των παραρτημάτων των περιφερειακών ιατρείων και των Κέντρων Υγείας, αναφαίνεται από την κατ' ιδέαν σύγκριση και αντιπαραβολή του παραϊατρικού έργου, το οποίο αυτοί επιτελούν.

Έτσι και οι ενάγοντες, ως ιατροί των μονάδων τους, έρχονται, αναγκαστικώς, λόγω της φύσης της εργασίας τους, σε επαφή με ασθενείς, μικρόβια και τα σωματικά εκκρίματά τους (καλλιέργειες). Το προσωπικό των αντιστοίχων, με αυτούς, ειδικοτήτων των περιφερειακών ιατρείων και των Κέντρων Υγείας (αλλά και των Νοσοκομείων του Ι.Κ.Α.) επιτελεί τις ίδιες εργασίες με τους ενάγοντες και δη με τον ίδιο τρόπο και υπό ουσιώδεις όμοιες τοπικές, χρονικές (ωράριο κ.λπ.) και λοιπές περιστάσεις.

Εν όψει του ότι και οι ενάγοντες, όπως οι παραπάνω υπηρετούν με σχέση ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, μισθοδοτούνται δε, με το αυτό μισθολόγιο (ν. 2470/1997 και ν. 3205/2003), η μη χορήγηση και στους ενάγοντες του ένδικου επιδόματος συνιστά παράβαση της συνταγματικής αρχής της ισότητας, σε συνδυασμό και με την αρχή της ίσης αμοιβής για ίσης αξίας εργασία (άρθρα 4 παρ.1 και 22 του Συντάγματος), ενώ δεν δικαιολογείται από ιδιαίτερες συνθήκες ή από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημόσιου συμφέροντος, απορριπτομένων, ως αβασίμων, των αντιθέτων ισχυρισμών του εναγομένου Ε.Ο.Π.Υ.Υ.

Επομένως, προς αποκατάσταση της αρχής της ισότητας πρέπει και για τους ενάγοντες να εφαρμοσθούν οι ανωτέρω διατάξεις, που ισχύουν για το προσωπικό υπέρ του οποίου θεσπίσθηκε το ένδικο επίδομα". Με αυτές τις ουσιαστικές παραδοχές, η αγωγή, ως προς την κυρία βάση της, έγινε μερικώς δεκτή στην ουσία και υποχρεώθηκαν τα εναγόμενα, σε ολόκληρο το καθένα, να καταβάλουν, σε καθένα από τους ενάγοντες, το συνολικό ποσό των 12.056 ευρώ, που αφορά στο χρονικό διάστημα από 24.7.2007 μέχρι 30.9.2011, με το νόμιμο δικονομικό τόκο "από την επομένη της επίδοσης της αγωγής" μέχρι την εξόφληση ενώ, για το χρονικό διάστημα από 1.1.2006 μέχρι 23.7.2007, η αγωγή απορρίφθηκε, στην ουσία, ως παραγεγραμμένη.

Το Ειρηνοδικείο Αθηνών ορθώς, κατ' αποτέλεσμα, έκρινε και κατέληξε σε ορθό διατακτικό, το οποίο αιτιωδώς συνάπτεται με τις πιο πάνω ουσιαστικές παραδοχές. Πλην όμως, το αιτιολογικό, δηλ. οι διατάξεις του νόμου, που αποτελούν τη μείζονα πρόταση του νομικού συλλογισμού [νομική αιτία] είναι εσφαλμένο, αφού τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε η 1114/2014 απόφαση υπάγονται σε άλλο κανόνα δικαίου.

Ειδικότερα, το Ειρηνοδικείο Αθηνών, προκειμένου να επιδικάσει το επίμαχο επίδομα ποσού 240 ευρώ, μηνιαίως, εφήρμοσε τα άρθρα 4 παρ.1 και 22 Συντάγματος, ενώ δεν υπήρχε έδαφος εφαρμογής τους και δεν εφήρμοσε τα άρθρα 8 παρ. Α . 5 στοιχείο (α) - μέρος Α' του ν. 3205/2003 και 2 παρ.1 εδ. (β) του ν. 3235/2004, που, πράγματι, είχαν εφαρμογή.

Τούτο διότι όπως εκτέθηκε στην υπό στοιχείο [IV] μείζονα σκέψη, από την 18.2.2004, οι Νομαρχιακές Μονάδες Υγείας του Ι.Κ.Α. εξομοιώνονται με τα Κέντρα Υγείας και όσα ισχύουν, ως προς τη μισθολογική μεταχείριση των εργαζομένων στα Κέντρα Υγείας του λοιπού δημόσιου τομέως [ν. 2470/1997, ν. 3205/2003], πλέον, από την 18.2.2004, έχουν ευθεία εφαρμογή και στους εργαζόμενους των Κέντρων Υγείας του Ι.Κ.Α.

Με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 560 αριθμός 1 ΚΠολΔ, το αναιρεσείον ν.π.δ.δ. Ε.Ο.Π.Υ.Υ. προσάπτει στην 1114/2014 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών την πλημμέλεια ότι εσφαλμένως ερμήνευσε και εφήρμοσε τις διατάξεις, που αναφέρονται στην υπό στοιχείο [IV] μείζονα σκέψη της παρούσης και κατ' επέκταση τα άρθρα 4 παρ.1 και 22 Συντάγματος, εφ' όσον το επίμαχο επίδομα δικαιούνται μόνο οι ιατροί του Ι.Κ.Α., που απασχολούνται σε μονάδες δευτεροβάθμιας περιθάλψεως και όχι και οι ιατροί του Ι.Κ.Α., όπως οι αναιρεσίβλητοι, που απασχολούνται σε μονάδες πρωτοβάθμιας περιθάλψεως.

Κατά τα εκτεθέντα στις υπό στοιχεία [IV] και [V] νομικές σκέψεις, ο παραδεκτός δεύτερος λόγος αναιρέσεως, ύστερα από παράθεση των ορθών νομικών διατάξεων, ήτοι των άρθρων 8 παρ. Α . 5 στοιχείο (α) - μέρος Α' του ν. 3205/2003 και 2 παρ.1 εδ. (β) του ν. 3235/2004, πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος. Στο ίδιο [δεύτερο] λόγο αναιρέσεως, το αναιρεσείον ισχυρίζεται, ακόμη, τα ακόλουθα:

Τυχόν επιδίκαση του επίμαχου επιδόματος, το οποίο, από 1.7.2002 μέχρι 1.1.2004, ανήρχετο, κατά την ΚΥΑ 2/27895/0022 / 3.7.2002, στο ποσό των 176,08 ευρώ μηνιαίως, θα είχε, ως συνέπεια, να είναι σε ευμενέστερη θέση οι αναιρεσίβλητοι, ιατροί των μονάδων πρωτοβάθμιας περιθάλψεως του Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ., σε σχέση με τους νοσοκομειακούς ιατρούς του Ελληνικού Δημοσίου - μέλη της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Εργαζομένων Δημοσίων Νοσοκομείων [Π.Ο.Ε.Δ.Η.Ν.], στα οποία χορηγήθηκε το επίδομα αυτό των 176,08 ευρώ, με τη μορφή νοσοκομειακού επιδόματος, δια της από 20.8.2001 Ειδικής Συλλογικής Συμφωνίας μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου και Π.Ο.Ε.Δ.Η.Ν.

Τούτο διότι στους ιατρούς, όπως και οι αναιρεσίβλητοι, του Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ., το οποίο εποπτεύεται από το Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, χορηγείται, από 1.1.2002, κατά το ν. 2956/2001 καθώς και κατά τις Κ.Υ.Α. 2/30370/0022 / 9.6.2004 και 2/2240/0022 / 12.3.2003, οι οποίες εκδόθηκαν κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 12 παρ.4 ν. 3050/2002, επί πλέον ειδικό επίδομα εξομαλύνσεως μισθολογικών διαφορών, ποσού 176 ευρώ, μηνιαίως έτσι, "κατά παραβίαση του άρθρου 4 Συντάγματος", στους διαδίκους - αναιρεσίβλητους θα χορηγούνται δύο επιδόματα, ήτοι το ειδικό εξομαλύνσεως μισθολογικών διαφορών, ποσού 176 ευρώ και το "νοσοκομειακό" ή "νοσοκομειακό και τροφής", ήδη ποσού 240 ευρώ, ενώ τα μέλη της Π.Ο.Ε.Δ.Η.Ν.

θα δικαιούνται μόνο το "νοσοκομειακό" ή "νοσοκομειακό και τροφής" επίδομα. Ο ισχυρισμός αυτός δεν οδηγεί σε αντίθετο συμπέρασμα για την ένδικη υπόθεση, εφ' όσον, όπως εκτέθηκε το επίμαχο επίδομα "νοσοκομειακό και τροφής" χορηγείται στους αναιρεσίβλητους, που υπηρετούν με την ειδική σύμβαση του άρθρου 24 ν. 3232/2004, κατ' ευθεία εφαρμγοή των άρθρων 8 παρ.

Α . 5 στοιχείο (α) - μέρος Α' του ν. 3205/2003 και 2 παρ.1 εδ. (β) του ν. 3235/2004. Τέλος, δεν συντρέχει για το αναιρεσείον ν.π.δ.δ. Ε.Ο.Π.Υ.Υ. έννομο συμφέρον αποτροπής δεδικασμένου ώστε να αναιρεθεί η 1114/2014 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών, μόνον, ως προς την εσφαλμένη αιτιολογία, αφού η εφαρμογή των πιο πάνω διατάξεων [άρθρα 8 παρ.

Α . 5 στοιχείο (α) - μέρος Α' του ν. 3205/2003 και 2 παρ.1 εδ. (β) του ν. 3235/2004], που άγουν στο ίδιο αποτέλεσμα, δεν είναι δυσμενέστερη για το αναιρεσείον.

[VI].- Με το άρθρο "μόνο" του π.δ. 437/1977 (ΦΕΚ Α. 134), σε συνδυασμό προς το άρθρο "μόνο" του π.δ. 305/1985 (ΦΕΚ Α. 113), εξαιρέθηκαν από την εφαρμογή του ν.δ. 496/1974 (ΦΕΚ Α. 204) "οι Ασφαλιστικοί Οργανισμοί, υπαγόμενοι εις την εποπτείαν του Υπουργείου Κοινωνικών Υπηρεσιών". Μεταξύ αυτών των Ασφαλιστικών Οργανισμών είναι [και] το Ι.Κ.Α,, το οποίο αποτελεί ν.π.δ.δ.

και τελεί "υπό την ανωτέραν εποπτείαν του Κράτους, ασκουμένην υπό του Υπουργού Εργασίας" [άρθρο 11 α.ν. 1846/1951 (ΦΕΚ Α. 179 / 21.6.1951)]. Έτσι, για τις απαιτήσεις κατά του Ι.Κ.Α., δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του ν.δ. 496/1974 'περί λογιστικού των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου' και, ειδικότερα, δεν έχουν εφαρμογή τα άρθρα 48 παρ.3 και 49 αυτού, τα οποία ορίζουν, αντιστοίχως ότι "ο χρόνος παραγραφής των κατά του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου αξιώσεων των υπαλλήλων αυτού, των επί σχέσει δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου μετ' αυτού συνδεομένων, εκ καθυστερουμένων αποδοχών ή άλλων πάσης φύσεως απολαυών ή αποζημιώσεως εξ αδικαιολογήτου πλουτισμού είναι δύο ετών" και "η παραγραφή άρχεται από του τέλους του οικονομικού έτους καθ' ό εγεννήθη η αξίωσις και είναι δυνατή η δικαστική αυτής επιδίωξις".

Για τις απαιτήσεις κατά του Ι.Κ.Α., η παραγραφή ρυθμίζεται από την ειδική διάταξη του ισχύοντος άρθρου 40 παρ.6 του α.ν. 1846/1951, κατά το οποίο "πάσα άλλη [δηλ. πλην ορισμένων απαιτήσεων, που δεν ενδιαφέρουν την ένδικη υπόθεση] οιαδήποτε κατά του Ι.Κ.Α. απαίτησις παραγράφεται μετά πενταετίαν". Στις απαιτήσεις, που παραγράφονται μετά πενταετία, περιλαμβάνονται και οι απαιτήσεις από καθυστερούμενες αποδοχές των υπαλλήλων του Ι.Κ.Α.

κατ' αυτού. Η πενταετία αρχίζει, αφ' ότου γεννήθηκε η αξίωση και είναι δυνατή η δικαστική της επιδίωξη (άρθρο 251 ΑΚ). Περαιτέρω, δεν έχει εφαρμογή το άρθρο 90 παρ.3 ν. 2362/1995 (ΦΕΚ Α. 247), το οποίο ίσχυσε από 1.1.1996 μέχρι 1.1.2015 [άρθρα 119 ν. 2362/1995, 177 παρ.1 (α) και 183 παρ.1 ν. 4270/2014 (ΦΕΚ Α.143/28.6.2014)] και προβλέπει διετή παραγραφή, από τη γέννηση και ανεξαρτήτως της αιτίας γεννήσεως, των μισθολογικών αξιώσεων των υπαλλήλων του Δημοσίου, με σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου και τούτο διότι με το άρθρο 90 παρ.3 ν. 2362/1995, ρυθμίζεται η παραγραφή των πιο πάνω αξιώσεων κατά του Ελληνικού Δημοσίου μόνο και δεν αφορά την παραγραφή των αξιώσεων κατά του Ι.Κ.Α., αφού, όπου ο νομοθέτης θέλησε να εξομοιώσει το Ι.Κ.Α.

με το Δημόσιο, το έπραξε με ρητές διατάξεις (ΑΠ 382/2018, ΑΠ 25/2018 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ). Τα παραπάνω δεν διαφοροποιούνται από το άρθρο 19 παρ.1 του α.ν. 1846/1951, το οποίο προβλέπει ότι το Ι.Κ.Α. απολαμβάνει όλων των ατελειών και προνομίων, δικαστικών, διοικητικών και οικονομικών, ως να είναι το ίδιο το Δημόσιο, εφ' όσον, ως προς το άρθρο 90 παρ.3 ν. 2362/1995, υπερισχύει η ειδική ρύθμιση του άρθρου 40 παρ.6 α.ν. 1846/1951.

Επίσης τα παραπάνω δεν διαφοροποιούνται από το άρθρο 5 ν. 3210/1955 (ΦΕΚ Α. 115), το οποίο ορίζει ότι το Ι.Κ.Α. απολαύει όλων των διαδικαστικών προνομίων του Δημοσίου και επ' αυτού, ως ενάγοντος ή εναγομένου, εφαρμόζονται όλες οι εκάστοτε ισχύουσες για το Δημόσιο διαδικαστικές διατάξεις του Κώδικα περί Δικών του Δημοσίου [κ.δ.

της 26.6. / 10.7.1944 (ΦΕΚ Α. 139)] και της πολιτικής δικονομίας τούτο διότι το άρθρο 5 ν. 3210/1955, από το περιεχόμενό του, δεν αφορά ουσιαστικά προνόμια, όπως ουσιαστικό προνόμιο είναι η συντομότερη παραγραφή (ΑΠ 25/2018 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ). Με τον τρίτο [τελευταίο] παραδεκτό λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 560 αριθμός 1 ΚΠολΔ, το αναιρεσείον ν.π.δ.δ.

Ε.Ο.Π.Υ.Υ. προσάπτει στην 1114/2014 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών ότι παρά το νόμο δέχθηκε ότι οι ένδικες αξιώσεις κατά του Ι.Κ.Α. υπόκεινται σε πενταετή και όχι σε διετή παραγραφή έτσι, εσφαλμένως έκρινε, κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητος της προταθείσης ενστάσεώς του για τη συμπλήρωση της διετούς παραγραφής, την οποία απέρριψε, όσον αφορά τις ένδικες αξιώσεις χρονικού διαστήματος από 24.7.2007 μέχρι 23.7.2010.

Ειδικότερα, το αναιρεσείον, με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, υποστηρίζει ότι οι ένδικες αξιώσεις υπόκεινται στην παραγραφή των άρθρων 48 και 49 ν.δ. 496/1974, σε συνδυασμό προς το ν. 2362/1995 και το άρθρο 33 παρ.7 ν. 3918/2011, το οποίο ορίζει ότι "μέχρι την έκδοση της κοινής για τα θέματα οικονομικής οργάνωσης και λογιστικής λειτουργίας του Οργανισμού [Ε.Ο.Π.Υ.Υ.] εφαρμόζονται, αναλογικά, οι αντίστοιχες γενικές διατάξεις, που διέπουν τα ν.π.δ.δ., εφ' όσον αυτές δεν αντίκεινται στις διατάξεις του παρόντος νόμου".

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως, κατά τα εκτεθέντα στις υπό στοιχεία [V] και [VI] νομικές σκέψεις, είναι αβάσιμος, αφού, στην προκειμένη περίπτωση, δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του ν.δ. 496/1974 και, ως προς το άρθρο 90 παρ.3 ν. 2362/1995, υπερισχύει η ειδική ρύθμιση του άρθρου 40 παρ.6 του α.ν. 1846/1951. Το Ειρηνοδικείο Αθηνών, με την 1114/2014 απόφασή του, που έκρινε ότι οι ένδικες αξιώσεις υπόκεινται στην παραγραφή του άρθρου 40 παρ.6 του α.ν. 1846/1951 και δέχθηκε μερικώς την ένσταση παραγραφής, που το αναιρεσείον πρότεινε, ήτοι μόνο για τις πριν από την 24.7.2007 αξιώσεις των αναιρεσιβλήτων, ήτοι για το χρονικό διάστημα από 1.1.2006 μέχρι 23.7.2007, ορθώς εφήρμοσε το νόμο.

Επομένως, ο τρίτος (τελευταίος) λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί.

Κατ' ακολουθία τούτων, εφ' όσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως κατά της 1114/2014 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Αθηνών. Το ηττηθέν αναιρεσείον ν.π.δ.δ. Ε.Ο.Π.Υ.Υ. πρέπει να καταδικασθεί στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, που παρίστανται, ως άνω (άρθρα 106, 191 παρ.2, 183, 176 ΚΠολΔ). Η δικαστική δαπάνη, την οποία οι παρασταθέντες αναιρεσίβλητοι δικαιούνται κατ' ίσο μέρος (άρθρα 180 παρ.1 ΚΠολΔ, 480 ΑΚ), ορίζεται στο συνολικό ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ. Δεν ορίζεται δε, η δικαστική δαπάνη μειωμένη διότι στην υπόθεση αυτή το αναιρεσείον εκπροσωπήθηκε από ιδιώτη δικηγόρο, που υπηρετεί στο αναιρεσείον, με πάγια αντιμισθία (βλ. από 5.3.2018 'υπεύθυνη δήλωση' του ιδιώτη δικηγόρο) και όχι από μέλος του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους [άρθρα 30 παράγραφοι 1 και 2 ν. 4038/2012 (ΦΕΚ Α. 14/2.2.2012), 19 παρ.1 περ. (β) ν. 2556/1997 (ΦΕΚ Α. 270/24.12.1997), σε συνδυασμό προς το άρθρο 61 παρ.3 ν. 4194/2013 (ΦΕΚ Α. 208 / 27.9.2013)].

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ τον χωρισμό της υποθέσεως, όσον αφορά τους αναιρεσίβλητους 26ο [Κ. Τ. του Γ.], 31ο [Μ. Μ. του Δ.], 32η [Ο. Γ. – Μ. του Α.] και 35ο [Γ. Π. του Φ.].

ΚΗΡΥΣΣΕΙ απαράδεκτη τη συζήτηση ως προς του ως άνω 26ο, 31ο, 32η και 35ο αναιρεσίβλητους.

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ, κατά τα λοιπά, την από 5.3.2018 [Γ.Α.Κ. 19222 / Ε.Α.Κ. 7 / 5.3.2018 - Ειρηνοδικείο Αθηνών] αίτηση αναιρέσεως κατά της 1114/2014 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Αθηνών.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ το αναιρεσείον ν.π.δ.δ. Ε.Ο.Π.Υ.Υ. στη δικαστική δαπάνη των παρασταθέντων αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο συνολικό ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 5 Νοεμβρίου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 14 Ιανουαρίου 2020.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ