18/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Ιωάννη Φιοράκη, Παρασκευή Καλαϊτζή- Εισηγήτρια, Γεώργιο Παπανδρέου και Λάμπρο Καρέλο, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated18/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Προσέτι, συμφώνως προς τη διάταξη του αριθμού 20 του προαναφερθέντος άρθρου, λόγος αναιρέσεως στοιχειοθετείται, αν το δικαστήριο της ουσίας για την απόδειξη ή ανταπόδειξη ουσιώδους ισχυρισμού, δηλαδή ισχυρισμού που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 18 / 2019 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 18/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Ιωάννη Φιοράκη, Παρασκευή Καλαϊτζή- Εισηγήτρια, Γεώργιο Παπανδρέου και Λάμπρο Καρέλο, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 24η Οκτωβρίου 2018 με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας:Ε. Κ. του Σ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Ιωάννη Καμπουρόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Των αναιρεσίβλητων:1. Γ. Μ. του Π., 2 Β. Π. του Θ., κατοίκων ..., 3.Χ. Γ. του Ε., κατοίκου ..., 4.Π. Τ. του Χ., κατοίκου ..., 5.Ι. Κ. του Χ., κατοίκου ..., 6.Σ. Κ. του Α., κατοίκου ..., οι οποίοι παραστάθηκαν οι 1ος 2η 4η 5ος 6ος διά και ο 3ος μετά του πληρεξούσιου δικηγόρου Εμμανουήλ Τσαγκαράκη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-5-2009 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Μυτιλήνης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 257/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 5/2017 του Εφετείου Βορείου Αιγαίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 17-4-2017 αίτησή της Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος δικηγόρος των αναιρεσιβλήτων, ζήτησε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατ' άρθρ. 974 ΑΚ "όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας αυτού, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου" και ακόμη κατ' άρθρ. 989 ιδίου κώδικος "Ο νομέας που διαταράχθηκε παράνομα έχει δικαίωμα να αξιώσει την παύση της διατάραξης καθώς και την παράλειψή της στο μέλλον..".
Ακόμη, ο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, για ευθεία παράβαση κανόνος ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοσθεί ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, αντιστοίχως δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του κανόνας δικαίου για την επέλευση της απαγγελθείσης έννομης συνέπειας ή την άρνησή της.
Ωσαύτως, κατά τον αριθμό 8α του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, "αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ...". Συμφώνως προς την έννοια του άρθρου αυτού "πράγματα" είναι οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που συγκροτούν την ιστορική βάση (επομένως στηρίζουν το αίτημα) αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως και όχι οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα, νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από τον νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων.
Δεν έχει σημασία, αν οι ισχυρισμοί αυτοί περιέχονται στο εισαγωγικό της δίκης έγγραφο ή στις προτάσεις των διαδίκων αρκεί το ότι προβλήθηκαν εγκαίρως, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος και είναι ορισμένοι, από νομική και ουσιαστική πλευρά. Εξάλλου, πρέπει να έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή, αν αποδειχθούν αληθινοί, να έχουν ως συνέπεια την παραδοχή ή απόρριψη άλλου αυτοτελούς πραγματικού ισχυρισμού ή (της) αιτήσεως (κύριας ή παρεμπίπτουσας) για παροχή έννομης προστασίας.
Περαιτέρω, κατά τον αριθμό 11γ του άνω άρθρου, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Έτι περαιτέρω, κατά την έννοια της διατάξεως του αριθμού 19 του ιδίου, ως άνω, άρθρου, η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως, όταν στην ελάσσονα πρότασή της δεν αναφέρονται διόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικά τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του, επί ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ζητήματος και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνος ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.
Προσέτι, συμφώνως προς τη διάταξη του αριθμού 20 του προαναφερθέντος άρθρου, λόγος αναιρέσεως στοιχειοθετείται, αν το δικαστήριο της ουσίας για την απόδειξη ή ανταπόδειξη ουσιώδους ισχυρισμού, δηλαδή ισχυρισμού που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό.
Ως έγγραφα, η παραμόρφωση του περιεχομένου των οποίων θεμελιώνει τον παραπάνω λόγο αναιρέσεως, θεωρούνται τα αναφερόμενα στα άρθρα 339 και 432 ΚΠολΔ ως αποδεικτικά μέσα και μπορεί να είναι είτε ιδιωτικά είτε δημόσια και να χρησιμεύουν προς άμεση ή έμμεση απόδειξη και προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. (Επομένως, δεν αποτελούν έγγραφα με την έννοια των παραπάνω άρθρων, εκείνα, στα οποία αποτυπώνεται άλλο αποδεικτικό μέσο, όπως είναι η έκθεση πραγμ/νης και το σχεδιάγραμμα που την συνοδεύει, τα πρακτικά συνεδριάσεως που περιέχουν καταθέσεις μαρτύρων, καθώς, και τα τοπογραφικά διαγράμματα που συντάσσονται με αίτηση των διαδίκων, τα οποία φέρουν χαρακτήρα γνωμοδοτήσεως του άρθρου 390 ΚΠολΔ ή οι πίνακες και τα τοπογραφικά διαγράμματα που συνοδεύουν τις πράξεις εφαρμογής απαλλοτριώσεως ή τα ΚΑΕΚ του κτηματολογίου, αφού αυτά έχουν ομοίως χαρακτήρα γνωμοδοτήσεως των αρμοδίων και εχόντων ειδικές γνώσεις οργάνων των εν λόγω δημοσίων υπηρεσιών).
II. Η αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως υποστηρίζει, ότι το Μονομελές Εφετείο Βορείου Αιγαίου με την προσβαλλομένη, 5/2017, απόφασή του υπέπεσε στην κατ' άρθρ. 559 αρ. 19 ΚΠολΔ πλημμέλεια, υπό την έννοια, ότι εμπεριέχει αντιφατική και ανεπαρκή αιτιολογία ως προς το ότι η ανυπαρξία της άτυπης δωρεάς από την θεία της Μ.
Π. προς την αναιρεσείουσα το έτος 1981 και της νομής υπ' αυτής (αναιρεσείουσας) στο επίδικο ακίνητο προκύπτει, (κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης και τις αντίστοιχες αιτιάσεις της αναιρεσείουσας), από δημοσία διαθήκη προς τον νυν τρίτο αναιρεσίβλητο (=εναγόμενο) της ανωτέρω θείας της, η οποία όμως (διαθήκη) εν συνεχεία ανακλήθηκε.
Στον ίδιο λόγο αναιρέσεως η αναιρεσείουσα, διαλαμβάνει την αιτίαση, ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με την αναιρεσιβαλλομένη, απόφασή του, υπάρχει αμφιβολία, αν έλαβε υπόψιν την …96/26-1-2012 ένορκη βεβαίωση (ενώπιον της συμ/φου Χ. Σ.) των Ε. Χ. και Σ. Π. περί της άτυπης δωρεάς και μεταβίβασης της νομής από την Μ.
Π. προς την αναιρεσείουσα. Με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως η αναιρεσείουσα καταλογίζει στο Εφετείο, ότι με την πληττομένη απόφασή του υπέπεσε στην κατ' άρθρ. 559 αρ. 8Α ΚΠολΔ πλημμέλεια, διότι στο πόρισμά του διέλαβε την παραδοχή, ότι οι δύο οικίες είναι συνενωμένες και ότι σφραγίσθηκαν δύο οικίες, ενώ τον περί συνενωμένων οικιών ισχυρισμό (κατά την αναιρεσείουσα) ουδείς των διαδίκων προέβαλε.
Με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως η αναιρεσείουσα προσάπτει στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ότι υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 20 ΚΠολΔ, διότι δέχθηκε ότι σφραγίσθηκε και η επίδικη οικία και έτσι παραμόρφωσε το περιεχόμενο της 14/1984 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Μυτιλήνης και της 50/1984 Εκθέσεως σφραγίσεως του Γραμματέα του εν λόγω Ειρηνοδικείου, δημόσια έγγραφα τα οποία (κατά την αναιρεσείουσα) αφορούν (μόνο) στην σφράγιση της οικίας που διέμενε η Μ.
Π., όχι δε και της επίδικης τοιαύτης. Με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως η αναιρεσείουσα μέμφεται, ότι το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφαση υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, καθόσον εντελώς αναιτιολόγητα δέχεται, ότι η ανοικοδόμηση τμήματος του επιδίκου ακινήτου το έτος 1999, η τοποθέτηση εντός αυτού ηλιακού συλλέκτη για την εξυπηρέτηση του αυθαιρέτου και η κατασκευή ξύλινης κατασκευής τον ίδιο χρόνο, που χρησίμευε ως χώρος παιχνιδιού των ανεψιών της, ακόμη και η επέμβασή της στην επίδικη οικία με την περιτοίχιση της επίδικης αυλής με συρματόπλεγμα, η ενοποίησή της με την αυλή της οικίας που κληρονόμησε από τη γιαγιά της και η περίφραξη της εισόδου του επιδίκου, ως και η καθαίρεση της τουαλέτας, δεν αποτελούσαν πράξεις νομής (με διάνοια κυρίου), αλλά πράξεις απλής φυσικής εξουσίας (πράξεις κατοχής).
Επίσης, (όπως περαιτέρω ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα) στην προσβαλλομένη απόφαση δεν προσδιορίζονται ο χρόνος και η διάρκεια των αναφερομένων ενεργειών και πράξεών της επί του επιδίκου, σε σχέση με τις παραδοχές ότι αυτό δεν καλλιεργείτο και ότι υπήρχαν αγριόχορτα, καθότι είναι αντιφατική η παραδοχή ενεργειών δηλωτικών μόνιμης διευθέτησης του χώρου και χρήσης από μικρά παιδιά, σε σχέση με την παραδοχή της εικόνας εγκατάλειψης που αναφέρεται στην αναιρεσιβαλλομένη η οποία, έχουσα, κατά τα ως άνω ελλιπείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες αναφορικά με τον χαρακτηρισμό των προαναφερομένων πραγματικών περιστατικών που είχαν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δεν εφήρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 974 και 989 ΑΚ, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις τους και ούτω, απέρριψε τον αγωγικό ισχυρισμό της περί διενέργειας πράξεων νομής (με διάνοια κυρίας) επί του επιδίκου ακινήτου και ούτω υπέπεσε (και) στην πλημμέλεια του αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Με τον πέμπτο (τελευταίο) λόγο αναιρέσεως η αναιρεσείουσα προσάπτει στο Εφετείο, ότι με την προσβαλλομένη απόφασή του βαρύνεται με την πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 11 γ ΚΠολΔ υπό την έννοια, ότι καταλείπονται αμφιβολίες λήψεως υπόψιν της 421/5-2-2009 βεβαιώσεως της ΔΕΥΑΜ, ότι στην επίδικη οικία υπήρχε παροχή νερού στο όνομα της παλαιάς μισθώτριας της θείας της Μ.
Α. με κωδικό ...4000, η οποία εξήχθη στις 28-5-2003, καθώς και των από 20-7-2009 μηχανογραφημένων αποσπασμάτων της ΔΕΗ …. στο όνομα της άνω Μ. Α. έως και το έτος 2004 που υπήρχε παροχή ηλεκτρικού ρεύματος, με αριθμό μετρητή …..25.
ΙΙΙ. Ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, καθόσον συναρτάται με την κατ' άρθρ. 559 αρ. 19 ΚΠολΔ πλημμέλεια είναι απαράδεκτος, διότι υπό την επίφασιν της προρρηθείσης πλημμέλειας πλήττει την περί τα πράγματα αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Προσέτι, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος, γιατί ο επικαλούμενος ισχυρισμός δεν είναι "πράγμα" κατά την ανωτέρω αναπτυχθείσα νομική έννοια και συνεπώς δεν εμπίπτει στην πρόβλεψη της διατάξεως του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ.
IV. Η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση έχει ως ακολούθως, κατ' επιτρεπτή επισκόπηση:
"Από την εκτίμηση των ένορκων καταθέσεων των μαρτύρων που εξετάστηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, όπως αυτές περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλούμενη απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του, όλων, χωρίς εξαίρεση των εγγράφων που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και η με αριθμ. 52/2009 απόφαση του Ειρηνοδικείου Μυτιλήνης και η με αριθμ. 105/2010 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Μυτιλήνης, οι οποίες εκδόθηκαν κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων και θα ληφθούν υπόψη για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, της με αριθμ.
…96/26-1-2012 ένορκης βεβαίωσης μαρτύρων ενώπιον της Συμβ/φου Χ. Σ., που ελήφθη νομότυπα κατ' αρθρ. 270 παρ.2 ΚΠολΔ, καθώς και όλων των προσκομιζόμενων φωτογραφιών, η γνησιότητα των οποίων δεν αμφισβητείται, αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Το επίδικο ακίνητο, για την ταυτότητα του οποίου δεν υπάρχει αμφισβήτηση, είναι ένα οικόπεδο με την διώροφη οικία, εμβαδού 60 τ.μ.
περίπου, που βρίσκεται στη θέση …. της πόλης της …, στην οδό …. αριθ. … και συνορεύει βόρεια σε πλευρά μήκους 34,50μ. με ιδιοκτησία της ενάγουσας, ανατολικά σε πλευρά μήκους 5,49μ. με συνιδιοκτησία εναγομένων, νότια σε πλευρά μήκους 36,40μ. με συνιδιοκτησία εναγομένων και έχει πρόσοψη δυτικά, επί της οδού …, μήκους 6,49μ., όπως αυτό αποτυπώνεται στο ενσωματωμένο στην αγωγή τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Κ.
Α., με τα στοιχεία Α-Ξ-Ν-Μ-Λ-Κ-Π-Ρ-Σ-Τα-Υ-Φ-Χ-Ψ-Ω. Το ακίνητο αυτό αποτελεί τμήμα ενός μεγαλύτερου ακινήτου, έκτασης περίπου 2.300 τ.μ., που συνορεύει με ιδιοκτησίες Μ. Σ., Γ. Π., ενάγουσας και με δημόσιο δρόμο (οδός ...), το οποίο, η ιδιοκτήτριά του Μ., χα Ι. Π., που απεβίωσε στην ... στις 14-4-1984, με την με αριθμ. …03/1984 δημόσια διαθήκη της, ενώπιον της Συμβ/φου Ζ.
Λ. - Α., που δημοσιεύτηκε νόμιμα με το με αριθμό 1485/1984 πρακτικό δημόσιας συνεδρίασης του Πρωτοδικείου Αθηνών, κατέλειπε, μεταξύ άλλων περιουσιακών της στοιχείων στον τρίτο εναγόμενο, ανιψιό της μοναδικό κληρονόμο, που αποδέχθηκε την κληρονομιά με την με αριθμ …81/9-8-1984 πράξη αποδοχής κληρονομιάς της Συμβ/φου Ε.
Π. - Α.. Το κληρονομιαίο αυτό ακίνητο, στο οποίο υπάρχουν δύο συνενωμένες οικίες, όπως αναφέρονται αυτές στην προαναφερόμενη δημόσια διαθήκη κατά λέξη: "... Σε αυτά περιλαμβάνονται δύο οικίες που έχω με τις αυλές τους στο προάστιο …, της πόλεως …, εις νήσο … και επί της οδού ... αριθ. 17", σφραγίστηκε στις 16-4-1984, δυνάμει της με αριθμ 50/1984 έκθεσης σφράγισης του Γραμματέα του Ειρηνοδικείου Μυτιλήνης, μετά από σχετική αίτηση του προαναφερόμενου κληρονόμου, τρίτου εναγόμενου προς το Ειρηνοδικείο Μυτιλήνης, η οποία έγινε δεκτή με την με αριθμό 14/1984 απόφασή του, ενώ η σφράγιση περιέλαβε βεβαίως και το επίδικο ακίνητο όπως σαφώς προκύπτει από τα προαναφερόμενα έγγραφα, αλλά και από την κατάθεση της μάρτυρα του τρίτου εναγόμενου, τόσον ενώπιον του Ειρηνοδίκη Μυτιλήνης κατά την δικάσιμο της 3-4-2009, όσον και στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, ενώ πρέπει να σημειωθεί στο σημείο αυτό ότι ο μάρτυρας της ενάγουσας και σύζυγος της, στις καταθέσεις του, τόσο ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, όσο και ενώπιον του Ειρηνοδικείου Μυτιλήνης, κατά την προαναφερόμενη συνεδρίασή του, δεν αναφέρει τίποτα σχετικό με την ανωτέρω σφράγιση του επίδικου ακινήτου, αρκούμενος να αναφέρει στην κατάθεση ενώπιον του Ειρηνοδικείου κατά λέξη: "...
Δεν γνωρίζω αν έγινε σφράγιση αυτής της οικίας το έτος 1984 - αν αμέσως μετά το θάνατό της το σπίτι σφραγίστηκε, εγώ δεν το ξέρω...". Περαιτέρω, από τα ίδια παραπάνω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι η αποβιώσασα Μ., χα Ι. Π., με την με αριθμ. …50/1984 πράξη της Συμβ/φου Χ. Ρ. - Γ., προέβη στην ανάκληση της ανωτέρω δημόσιας διαθήκης της και στη συνέχεια μετά από την άσκηση αγωγής από τον τετιμημένο στην διαθήκη της, τρίτο εναγόμενο, ενώπιον των συνεναγόμενων εξ αδιαθέτου κληρονόμων της εκδόθηκαν οι με αριθμούς 63/1990 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Μυτιλήνης, 275/1991 απόφαση του Εφετείου Αιγαίου και 67/1997 απόφαση του Αρείου Πάγου, με τις οποίες αναγνωρίστηκε αμετάκλητα η εγκυρότητα της ανωτέρω με αριθμ.
…50/1984 συμβολαιογραφικής πράξης και ανακλήθηκε η προαναφερόμενη δημόσια διαθήκη, με αποτέλεσμα να επέλθει η εξ αδιαθέτου διαδοχή, με κληρονόμους αυτής τους δικαιοπάροχους των εναγομένων. Μετά από αυτό, οι εναγόμενοι απέκτησαν ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι το ανωτέρω ακίνητο, την συγκυριότητα αυτού, και μάλιστα ο πρώτος και η δεύτερη από αυτούς κατά ποσοστό 31,25% εξ αδιαθέτου ο καθένας, δυνάμει της με αριθμ.
…59/2003 πράξης αποδοχής κληρονομιάς του Συμβ/φου Α. Σ., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Μυτιλήνης, στον τόμο ….6 και με αριθμό ….52, ο τρίτος κατά ποσοστό 12,5% εξ αδιαθέτου, δυνάμει της με αριθμ …05/2002 πράξης αποδοχής κληρονομιάς της Συμβ/φου , Έ. Κ. - Β., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Μυτιλήνης, στον τόμο …5 και με αριθμό …78, οι τέταρτη και πέμπτος κατά ποσοστό 6,25% εξ αδιαθέτου ο καθένας, δυνάμει της με αριθμ.
….92/2005 πράξης αποδοχής κληρονομιάς της Συμβ/φου Σ. Ρ., που νόμιμα μεταγράφηκε στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Μυτιλήνης στον τόμο ….2 και με αριθμό …4 και ο έκτος κατά ποσοστό 12,50% εξ αδιαθέτου, δυνάμει της με αριθμό …05/2006 πράξης αποδοχής κληρονομιάς του Συμβ/φου Α. Μ., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου, στον τόμο …4 και με αριθμό …7.
Σε όλες τις ανωτέρω πράξεις αποδοχής κληρονομιάς οι εναγόμενοι συμπεριέλαβαν και το επίδικο ακίνητο, αφού όπως ανωτέρω αποδείχθηκε, αυτό είναι τμήμα του ευρύτερου κληρονομιαίου ακινήτου, το γεγονός δε αυτό συνομολογεί ρητά η ενάγουσα στο δικόγραφο της κρινόμενης αγωγής της, αναφέροντας κατά λέξη: "...
Παρά ταύτα οι αντίδικοι συμπεριέλαβαν παράνομα τη δική μου εδαφική λωρίδα (επίδικο ακίνητο) στο κληρονομιαίο ακίνητο τους". Περαιτέρω, από όλα τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα δεν αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα, τόσο κατά τον αναφερόμενο στην αγωγή χρόνο διατάραξης της νομής της, δηλαδή τον Αύγουστο του 2008, όσο και κατά τον χρόνο άσκησής της, ασκούσε με διάνοια κυρίας εμφανείς υλικές πράξεις νομής στο επίδικο ακίνητο.
Ειδικότερα, δεν αποδείχθηκε κατ' αρχήν ότι η προαναφερόμενη κληρονομούμενη και θεία της ενάγουσας Μ. χα Ι. Π. δώρισε σ' αυτήν, άτυπα το επίδικο ακίνητο το έτος 1981, αφού ο μάρτυρας - σύζυγος της αναφέρει στις καταθέσεις του, τόσο κατά την ανωτέρω συνεδρίαση του Ειρηνοδικείου Μυτιλήνης, όσο και στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, ότι για το θέμα αυτό δεν έχει άμεση γνώση και σε κάθε περίπτωση γνωρίζει τα ζητήματα που αφορούν το επίδικο ακίνητο από το έτος 1984 και μεταγενέστερα, όπως αναφέρει κατά λέξη στην ενώπιον του Ειρηνοδικείου Μυτιλήνης κατάθεσή του "...
Γνωρίζω την αιτούσα (ενάγουσα) από το έτος 1984 ... γνωρίζω προσωπικά από το έτος 1984 για τα θέματα, ενώ για πριν από το '84 έχω απλώς πληροφορίες, δεν έχω όμως, προσωπική άποψη". Άλλωστε, ο αναπόδεικτος αυτός ισχυρισμός της ενάγουσας, έρχεται και σε ευθεία αντίθεση με τους κανόνες της κοινής πείρας και λογικής, αφού εάν ήταν αληθής, τότε η προαναφερόμενη θεία της όταν το έτος 1984, συνέταξε την προαναφερόμενη διαθήκη της, δεν θα διελάμβανε σε αυτήν ότι καταλείπει και το επίδικο ακίνητο στον τρίτο εναγόμενο, ενώ σε κάθε περίπτωση, θα εξαιρούσε αυτό με ρητή μνεία της δήθεν δωρεάς αυτού στην δημόσια αυτή διαθήκη.
Εξάλλου, ουδέποτε η ενάγουσα ως νομέας διάνοια κυρίας του επίδικου ακινήτου εκμίσθωσε την οικία που υπήρχε σε αυτό μετά το έτος 1984 σε τρίτους, αφού αυτό ήταν αντικειμενικά αδύνατο κυρίως διότι, όπως ανωτέρω αποδείχθηκε, είχε σφραγιστεί ήδη από τις 16-4-1984 και σε κάθε περίπτωση είχε διακοπεί η υδροδότησή του και στερείτο τουαλέτας.
Μάλιστα, ο ίδιος ο μάρτυρας της ενάγουσας και σύζυγός της στις όλως αντιφατικές και ως εκ τούτου, μη πειστικές καταθέσεις του ενώπιον του Ειρηνοδικείου Μυτιλήνης και ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου αναφέρει άλλοτε μεν είχε εκμισθωθεί η επίδικη πεπαλαιωμένη οικία σε τρίτους, άλλοτε ότι χρησιμοποιούσαν αυτή πάντοτε ως αποθήκη, αναφέροντας μάλιστα, ότι είχε διακοπεί και η ηλεκτροδότησή της, ενώ χαρακτηριστικά στην ενώπιον του ανωτέρω Ειρηνοδικείου κατάθεση του αναφέρει κατά λέξη ότι: "...
το επίδικο ... δεν το είχαμε νοικιάσει ποτέ. Δεν ήταν σε θέση το σπίτι να νοικιαστεί γιατί δεν είχε καν τουαλέτα μέσα στο σπίτι, αλλά ένας υποτυπώδης χώρος για τουαλέτα, σχεδόν ετοιμόρροπος, τον οποίο και μετά τον κατεδαφίσαμε...". Η κρίση του Δικαστηρίου τούτου, ότι δηλ. η ενάγουσα δεν ήταν νομέας διάνοια κυρίας του επίδικου ακινήτου, ενισχύεται και από το ότι, όταν στις 30-1-2000 οι Δ.
Κ., Γ. Ι. και Ε. Α. προσπάθησαν να εισέλθουν στην επίδικη οικία σπάζοντας τα λουκέτα και τις αλυσίδες της εξωτερικής πόρτας, η ενάγουσα,ως γείτονας κάλεσε την Αστυνομία, αλλά και έσπευσε να ενημερώσει τον πρώτο εναγόμενο, ο οποίος τελικά μαζί με την δεύτερη εναγόμενη προσήλθαν στο Α.Τ. … για την αναφορά του συμβάντος, το οποίο και καταχωρήθηκε στο βιβλίο αδικημάτων - συμβάντων - παραπόνων, ενώ κατά τους κανόνες της κοινής πείρας και λογικής εάν θεωρούσε τον εαυτό της αποκλειστικό νομέα του επίδικου ακινήτου δεν θα είχε κανένα λόγο να ενημερώσει τους ανωτέρω εναγόμενους, αλλά θα ενεργούσε αποκλειστικά η ίδια για την προστασία της επίδικης οικίας, πολύ δε περισσότερο αφού τόσο κατά το χρόνο αυτό, όσο και σε προγενέστερο χρονικό διάστημα, γνώριζε τις σφοδρές αντιδικίες που υπήρχαν μεταξύ των εναγομένων για την διεκδίκηση της κληρονομιαίας αυτής οικίας.
Το έτος 1999 η ενάγουσα προέβη σε ανοικοδόμηση αυθαίρετου κτίσματος εμβαδού 51,15 τ.μ. και συγκεκριμένα ενός ισόγειου κεραμοσκεπούς κτίσματος, με τοιχοποιία μέσα στο όμορο οικόπεδο ιδιοκτησίας της, το οποίο επεξέτεινε αυθαίρετα και σε τμήμα του επίδικου ακινήτου, εμβαδού 11 τ.μ., για το οποίο της επιβλήθηκαν τα προβλεπόμενα πρόστιμα ανέγερσης και διατήρησης, από την αρμόδια Διεύθυνση Πολεοδομίας Ν.Α. ...
Το ακίνητο αυτό χρησιμοποιούσε ως χώρο φιλοξενίας φιλικών και συγγενικών προσώπων, τοποθετώντας και ηλιακούς συλλέκτες για την εξυπηρέτησή του, ενώ τον ίδιο χρόνο κατασκεύασε και μια ξύλινη κατασκευή "ξυλότυπος", ως χώρο παιχνιδιού των ανιψιών της. Η ανωτέρω κατασκευή του αυθαίρετου κτίσματος της ενάγουσας η οποία μάλιστα, επεκτάθηκε μόλις για 11 τ.μ.
στο επίδικο ακίνητο δεν έγινε στα πλαίσια της διάνοια κυρίας νομής του επίδικου ακινήτου, αλλά αυτή ενήργησε ως κάτοχος, έχοντας απλή φυσική εξουσία επί του τμήματος αυτού του επίδικου ακινήτου. Επιπλέον, δεν αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα καλλιεργούσε συστηματικά με οπωροκηπευτικά τον κήπο του επίδικου ακινήτου μέχρι και το έτος 2008, αφού ο εδαφικός αυτός χώρος, πολλά έτη πριν από αυτό δεν εκαλλιεργείτο, ήταν γεμάτος αγριόχορτα, χωρίς κανένα οπωροφόρο δέντρο και το όλο επίδικο ακίνητο εμφάνιζε την όψη ενός από πολλών ετών εγκαταλελειμμένου ακινήτου.
Ο μάρτυρας των εναγομένων Ε. Σ., στον οποίον είχαν αναθέσει οι εναγόμενοι την κατεδάφιση του κληρονομιαίου ακινήτου τους, στο οποίο όπως αποδείχθηκε ανωτέρω περιλαμβάνεται και το επίδικο ακίνητο, στην κατάθεσή του στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου αναφέρει κατά λέξη: "Ήρθα σε επαφή με τον Μ. (πρώτο εναγόμενο) το έτος 2007-2008 για να πάρω αντιπαροχή το οικόπεδο.
Μας έφερε το τοπογραφικό, εκεί ήταν ζούγκλα, δεν μπορούσε να πάει κάποιος εκεί. Είχα βγάλει άδεια κατεδάφισης και για τις δύο οικίες, την ενάγουσα δεν την είδα καθόλου. Υπήρχε μία περίφραξη που χώριζε την ιδιοκτησία της Κ. με το υπόλοιπο...". Ενόψει, λοιπόν, όλων των ανωτέρω, όταν ο προαναφερόμενος εργολάβος Ε.
Σ. εισήλθε στις 27-8-2008 με σκαπτικό μηχάνημα στον αύλειο χώρο του επίδικου ακινήτου, προκειμένου να προβεί στην κατεδάφιση των συνενωμένων οικιών, κατόπιν εντολής των εναγομένων συγκύριων του ακινήτου, δεν διατάραξε τη νομή της ενάγουσας στο επίδικο ακίνητο, δεδομένου ότι αυτή, όπως προαναφέρθηκε δεν είχε καταστεί νομέας αυτού, ασκώντας πράξεις νομής με διάνοια κυρίας, και ως εκ τούτου η κρινόμενη αγωγή πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμη".
V. Η προηγηθείσα επισκόπηση καταδεικνύει, ότι το Εφετείο: 1) Έλαβε υπόψιν κατά τρόπον ανενδοίαστο και αναμφίβολον όλα τα υπό των διαδίκων ενώπιόν του με επίκληση προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα. 2) Πέραν του ότι τα ανωτέρω, φερόμενα ως παραμορφωθέντα, έγγραφα ορθώς ανέγνωσε, πάντως δεν στήριξε την κρίση του κυρίως σε αυτά, αλλά, όπως προεκτίθεται, σε όλα (ανεξαιρέτως) τα εκατέρωθεν επικληθέντα και προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα και 3) Οι παραδοχές του πορίσματος εξυφαίνονται με ειρμό πληρότητος, λογικής ακολουθίας και προσήκουσας επάρκειας, χωρίς κενά και αντιφάσεις εν σχέσει προς την ανυπαρξία επί του επιδίκου νομής της αναιρεσείουσας (κατά τα δεκτά γενόμενα), μη παραβιασθεισών των προειπωθεισών ουσιαστικών διατάξεων. Γιαυτό και είναι αβάσιμοι οι λόγοι αναιρέσεως, πρώτος, καθό αφορά στην πλημμέλεια του αρ. 11 γ, τρίτος, τέταρτος και πέμπτος (τελευταίος), παρά τα αντίθετα υπό της αναιρεσείουσας υποστηριζόμενα.
VI. Κατά συνέπεια, μη υπάρχοντος προς διερεύνηση ετέρου λόγου, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως, να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του καταβληθέντος παραβόλου και να επιβληθεί στην ηττωμένη αναιρεσείουσα η δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, κατά παραδοχή του αιτήματός τους, συμφώνως προς το διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 17-4-2017 αίτηση της Ε. Κ. περί αναιρέσεως της 5/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Βορείου Αιγαίου.
Διατάσσει την εισαγωγή του καταβληθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο. Και Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα την δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, το ποσόν της οποίας ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια ευρώ (2.700 €).
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 21 Νοεμβρίου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 10 Ιανουαρίου 2019.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ