18/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 29 Σεπτεμβρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated18/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Με την προσβαλλομένη απόφαση έγιναν δεκτά τα ακόλουθα: "Ο δικαιοπάροχος των εναγόντων, ήδη εφεσιβλήτων, σύζυγος της πρώτης και πατέρας των λοιπών, Σ. Τ., στις 17-3-1977 μαζί με τον Γ. Τ., (αδερφό του), τους εναγομένους, ήδη εκκαλούντες, (ανήψια του) και τον Χ. Μ., είχε συστήσει ομόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία "ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΔΕΡΜΑΤΟΣ-ΑΔΕΡΦΟΙ Τ.
Full text
Απόφαση 18 / 2015 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 18/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου και Γεράσιμο Φουρλάνο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 29 Σεπτεμβρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1.Α. Τ. χήρας Σ., το γένος Δ. Μ., 2. Α. Τ. του Σ. και 3. Ι. Τ. του Σ., κατοίκων ..., ως νομίμων εξ αδιαθέτου κληρονόμων του αποβιώσαντος Σ. Τ., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ουρανία Σαλπιστή.
Των αναιρεσιβλήτων: 1.Ι. Τ. του Γ., κατοίκου ... και 2. Ν. Τ. του Γ. κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε ο πρώτος από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ευδοκία Δαδιώτου και ο δεύτερος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ευγνωσία Ραφτοπούλου, με δήλωση του αρθρ. 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-10-2008 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5618/2011 του ίδιου Δικαστηρίου και 19856/2013 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 2-12-2013 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χρυσόστομος Ευαγγέλου, ανέγνωσε την από 15-9-2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης. Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια της πρώτης αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η προσβαλλομένη απόφαση είναι αποτέλεσμα της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Οι αναιρεσείοντες άσκησαν ενώπιον του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης την από 30-10-2008 αγωγή τους, με την οποία, επικαλούμενοι ότι μεταξύ του δικαιοπαρόχου τους Σ. Τ. και των εναγομένων υπήρχε κοινωνία χρήσεως κτιριακών εγκαταστάσεων επεξεργασίας δερμάτων και εμπορίας αυτών και συμφωνία ότι, αν οι εναγόμενοι συνεχίσουν και μετά την 31-12-2000 να χρησιμοποιούν για τον εαυτό τους όλους τους χώρους του εργοστασίου και δεν περιοριστούν στα αναλογούντα στη μερίδα τους 2/3, τότε θα έχουν υποχρέωση να καταβάλουν στον δικαιοπάροχο των εναγόντων, ως αποζημίωση χρήσης (ωφελήματα), το αναλογούν στην εταιρική από 1/3 μερίδα του ποσό των 100.000 δρχ. μηνιαίως, ζήτησαν, ως κληρονόμοι του ως άνω συγκοινωνού, να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να τους καταβάλουν το ποσό των 17.901.67 ευρώ για το χρονικό διάστημα από 1-11-2003 έως 1-12-2008 κατά το οποίο χρησιμοποίησαν ολόκληρο το ακίνητο. Η αγωγή έγινε δεκτή με την υπ' αριθ. 5618/2011 απόφαση του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης. Κατά της αποφάσεως αυτής οι εναγόμενοι άσκησαν χωριστές εφέσεις, οι οποίες συνεκδικάστηκαν και έγιναν δεκτές με την προσβαλλόμενη με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης υπ' αριθ. 19.856/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία, αφού εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, απέρριψε ως αβάσιμη την αγωγή.
Με την προσβαλλομένη απόφαση έγιναν δεκτά τα ακόλουθα: "Ο δικαιοπάροχος των εναγόντων, ήδη εφεσιβλήτων, σύζυγος της πρώτης και πατέρας των λοιπών, Σ. Τ., στις 17-3-1977 μαζί με τον Γ. Τ., (αδερφό του), τους εναγομένους, ήδη εκκαλούντες, (ανήψια του) και τον Χ. Μ., είχε συστήσει ομόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία "ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΔΕΡΜΑΤΟΣ-ΑΔΕΡΦΟΙ Τ.
ΥΙΟΙ ΚΑΙ ΣΙΑ", σκοπό την δημιουργία μονάδας επεξεργασίας και εμπορίας δέρματος, έδρα την πόλη της Θεσσαλονίκης... Εν συνεχεία δυνάμει του από 25-5-1978 ιδιωτικού συμφωνητικού οι Γ. Τ. και Χ. Μ. αποχώρησαν από την εταιρία, μεταβιβάζοντας τα εταιρικά τους δικαιώματα στους εναπομείναντες εταίρους (Σ. Τ. και τους εναγόμενους), η δε επωνυμία της εταιρίας άλλαξε σε "ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΔΕΡΜΑΤΟΣ Σ.
Τ. - ΑΦΟΙ Γ. Τ. Ο.Ε."... Στις 5-10-1998, δυνάμει ιδιωτικού συμφωνητικού που δημοσιεύθηκε νόμιμα, ορίστηκε ότι και οι τρείς εταίροι που μετέχουν με ποσοστό 33,33% στις κερδοζημίες της εταιρίας είναι διαχειριστές και εκπρόσωποί της. Δυνάμει του από 17-12-1999, ιδιωτικού συμφωνητικού, ο Σ. Τ. αποχώρησε από την άνω εταιρία, εκχωρώντας τα εταιρικά του δικαιώματα στους εναγομένους και συμφωνήθηκε ότι οι τελευταίοι έχουν δικαίωμα να χρησιμοποιήσουν τα κτίσματα που βρίσκονταν στα Σφαγεία Θεσσαλονίκης και είχαν ανεγερθεί μεν σε αλλότριο (του δημοσίου) οικόπεδο αλλά με δαπάνες της ομόρρυθμης εταιρίας, καθώς και τις εν γένει εγκαταστάσεις της τελευταίας, μέχρι και τις 30-6-2000, αντί του ποσού των 100.000 δρχ.
μηνιαίως, σε περίπτωση όμως μη μετεγκατάστασης των εναγομένων μέχρι και την 30-12-2000, αυτοί θα υποχρεούνται να κάνουν χρήση μόνο των 2/3 των όλων κτιριακών εγκαταστάσεων, ενώ σε αντίθετη περίπτωση - δηλαδή εάν συνέχιζαν και μετά την ανωτέρω ημερομηνία να κάνουν χρήση και του υπολοίπου μεριδίου του 1/3 του Σ.
Τ. θα αναβίωνε η υποχρέωσή τους να καταβάλουν στον τελευταίο το ποσό των 100.000 δρχ. μηνιαίως. Επίσης συμφωνήθηκε ότι σε περίπτωση περιορισμού των εναγομένων στα 2/3 επί του συνόλου των κτιριακών εγκαταστάσεων, ο Σ. Τ. είχε το δικαίωμα να κάνει χρήση του 1/3 του εμβαδού των κτηριακών εγκαταστάσεων, κατά τρόπο ώστε αυτό να αποτελέσει αυτοτελές και ανεξάρτητο χώρο δικαιούμενος να το διαθέσει κατά την βούλησή του.
Περαιτέρω αποδείχθηκε, ότι οι εναγόμενοι συνέχισαν να κάνουν χρήση όλων των κτιριακών εγκαταστάσεων - δηλαδή και του 1/3 του Σ. Τ. - και μετά τις 30-12-2000 και κατέβαλαν στον τελευταίο, το συμφωνηθέν ποσό των 100.000 δρχ. μηνιαίως μέχρι και τον Φεβρουάριο του 2001. Στις 26-4-2003 ο Σ. Τ. απεβίωσε και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τους ενάγοντες και συγκεκριμένα κατά ποσοστό 2/8 εξ αδιαιρέτου από την πρώτη ενάγουσα, σύζυγο του κληρονομουμένου και κατά ποσοστό 3/8 εξ αδιαιρέτου από την δεύτερη ενάγουσα και 3/8 εξ αδιαιρέτου από τον τρίτο ενάγοντα, τέκνα του κληρονομουμένου.
Οι τελευταίοι, ενόψει του ότι οι εναγόμενοι, μετά τον Φεβρουάριο του 2001, αν και συνέχισαν να κάνουν χρήση όλων των κτιριακών εγκαταστάσεων της επιχείρησης του βυρσοδεψείου, δηλαδή και του 1/3 του δικαιοπαρόχου τoυς Σ. Τ.- δεν κατέβαλαν, ούτε στον δικαιοπάροχό τους, μέχρι τον χρόνο του θανάτου του, αλλά ούτε και στους ίδιους ως κληρονόμους του τελευταίου, την αντίστοιχη αποζημίωση χρήσης, άσκησαν ενώπιον του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, την από 13-10-2003 αγωγή επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 4278/2004 απόφαση και κατόπιν εφέσεων που άσκησαν και τα δύο διάδικα μέρη, η υπ' αρθμ. 34644/2008 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, σύμφωνα με την οποία οι εναγόμενοι υποχρεώθηκαν να καταβάλουν στους ενάγοντες- που κρίθηκε ότι νομιμοποιούνται στην άσκηση της αγωγής ως νόμιμοι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του δικαιοπαρόχου τους Σ.
Τ. - κατά την κληρονομική μερίδα εκάστου, το ποσό των 9.391,04 ευρώ, που αντιστοιχούσε στην αποζημίωση χρήσης του μεριδίου του δικαιοπαρόχου των εναγόντων (1/3), των κτιριακών εγκαταστάσεων της επιχείρησης του βυρσοδεψείου, για 32 μήνες, δηλαδή από τότε που οι εναγόμενοι σταμάτησαν να καταβάλουν, ήτοι από τον Μάρτιο του 2001, μέχρι και τον χρόνο κατάθεσης της αγωγής, τον Οκτώβριο του 2003....
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι, δυνάμει του ν. 2516/1997, απαγορεύτηκε η εγκατάσταση και λειτουργία επιχειρήσεων βυρσοδεψείων στην περιοχή των Σφαγείων Θεσσαλονίκης, όπου και η επιχείρηση των εναγομένων. Έτσι, δυνάμει της υπ' αριθμ. 15/10689/17-12-2002 απόφασης του Νομάρχη Θεσσαλονίκης, διατάχθηκε η σφράγιση της επιχείρησης του βυρσοδεψείου των εναγομένων.
Ο δεύτερος εναγόμενος Ι. Τ., άσκησε ένσταση κατά της άνω απόφασης, ενώπιον του Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας, ζητώντας να του χορηγηθεί προθεσμία συνέχισης λειτουργίας του βιομηχανικού παραγωγικού τομέα της επιχείρησης, η οποία απορρίφθηκε με την υπ' αριθμ. 9189/6-4-2003 απόφαση. Εν συνεχεία κοινοποιήθηκε στον Ι.
Τ., το υπ' αριθμ. 15/4652/5-6-2003 έγγραφο της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Θεσσαλονίκης, σύμφωνα με το οποίο του γνωστοποιήθηκε ότι η Υπηρεσία θα προβεί στην σφράγιση των παραγωγικών μηχανημάτων του βυρσοδεψείου στις 3-7-2003. Ο τελευταίος άσκησε ενώπιον του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης την από 19-6-2003 προσφυγή του, κατά της προαναφερόμενης απόφασης του Νομάρχη Θεσσαλονίκης και του Γενικού γραμματέα της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας, ενώ παράλληλα κατέθεσε και την από 20-6-2003 αίτηση αναστολής εκτέλεσης των άνω αποφάσεων, η οποία απορρίφθηκε με την υπ' αρθμ. 383/25-7-2003 απόφασης του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.
Στις 3-7-2003 και ώρα 11.00 π.μ., αρμόδιοι υπάλληλοι της Δ/νσης Βιομηχανίας της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Θεσσαλονίκης, μαζί με εκπροσώπους του Α.Τ. Θεσσαλονίκης, προέβησαν στην σφράγιση των μηχανημάτων του βυρσοδεψείου, συντάχθηκε δε, προς τούτο το από 3-7-2003 σχετικό πρακτικό σφραγίσεως, το οποίο επιδόθηκε δια θυροκολλήσεως στους εναγόμενους.
Έκτοτε, ενόψει του ότι, μετά την σφράγιση της επιχείρησης, διακόπηκε και από την ΔΕΗ, η ηλεκτροδότηση αυτής, σταμάτησε η λειτουργία της τελευταίας ως βυρσοδεψείου, οι δε εναγόμενοι, μη έχοντας την δυνατότητα, να μετεγκαταστήσουν την επιχείρησή τους στο ειδικά διαμορφωμένο για την λειτουργία ανάλογων επιχειρήσεων, πάρκο Υδροβόρων Μονάδων στην Σίνδο Θεσσαλονίκης, όπως έπραξαν άλλοι συνάδερφοί τους - βυρσοδέψες, μετέφεραν τα μηχανήματα της επιχείρησης και τα δέρματα (κατεργασμένα ή μη), που υπήρχαν στο εμποροαποθηκευτικό τμήμα της επιχείρησης, σε ένα μέρος των κτιριακών εγκαταστάσεων, αφήνοντας κενό το ποσοστό του 1/3 αυτών στους ενάγοντες προκειμένου να το χρησιμοποιήσουν ή να το διαθέσουν όπως αυτοί ήθελαν.
Εν συνεχεία, οι εναγόμενοι, έως το τέλος του έτους 2004, εκποίησαν το μεγαλύτερο μέρος των δερμάτων και των μηχανημάτων της επιχείρησης, ο δε Ν. Τ. δεν ασχολήθηκε ξανά με την επιχείρηση και τον χώρο του βυρσοδεψείου και από το έτος 2005 ασχολείται με την εκμετάλλευση περιπτέρου στο Ωραιόκαστρο Θεσσαλονίκης.
Ο Ι. Τ., από το τέλος του 2004, εφόσον ο χώρος δεν μπορούσε να λειτουργήσει πλέον ως βυρσοδεψείο, χρησιμοποίησε τον αναλογούντα σ' αυτόν χώρο του 1/3 των κτιριακών εγκαταστάσεων, προκειμένου να αποθηκεύει καυσόξυλα, τα οποία μεταπωλούσε σε τρίτους, ενώ από το έτος 2007, η ανωτέρω εμπορική του δραστηριότητα ατόνησε, διότι προσελήφθη και άρχισε να εργάζεται ως υπάλληλος-βυρσοδέψης στο βυρσοδεψείο του Ι.
Π. στην ΒΙΠΕ Σίνδου. Με την ανωτέρω επιχείρηση εμπορίας καυσόξυλων ασχολούνταν αποκλειστικά ο Ι. Τ., ενώ ο Ν. Τ. αποδείχθηκε ότι ουδέποτε ασχολήθηκε μ' αuτήν έστω και ως αφανής εταίρος του αδερφού του... Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, και εφόσον αποδείχθηκε ότι οι εναγόμενοι κατά το χρονικό διάστημα από τις 1-11-2003 μέχρι και τις 1-12-2008 δεν έκαναν χρήση του συνόλου των κτιριακών εγκαταστάσεων του βυρσοδεψείου, αλλά αντίθετα, έκαναν χρήση μόνο του δικού τους μεριδίου των 2/3 των εγκαταστάσεων μέχρι και το τέλος του 2004 και από τον Ιανουάριο του 2005, μόνο ο Ι.
Τ. ασκούσε εκεί εμπορία καυσόξυλων κάνοντας όμως χρήση του δικού μεριδίου του 1/3 του όλου χώρου, ο μεν Ν. Τ. αποχώρησε τελείως από τον χώρο μη κάνοντας χρήση ούτε του δικού του μεριδίου του 1/3 του χώρου, η κρινομένη αγωγή έπρεπε να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμη". Με βάση τις άνω παραδοχές το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση και στη συνέχεια απέρριψε την αγωγή ως αβάσιμη κατ' ουσίαν.
Με τον μοναδικό από το άρθρο 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ λόγο του αναιρετηρίου προβάλλεται η αιτίαση ότι το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, με το να δεχθεί ότι οι εναγόμενοι δεν έκαναν χρήση του 1/3 των κτιριακών εγκαταστάσεων της επιχείρησης που αναλογούσε στο μερίδιο του δικαιοπαρόχου των εναγόντων και μετά το θάνατο αυτού στους ίδιους και ότι επομένως δεν υφίσταται υποχρέωση απόδοσης στους ενάγοντες ωφελημάτων, παραβίασε τους κανόνες ουσιαστικού δικαίου :
α) των άρθρων 798, 799 και 800 Α.Κ, τα οποία επιβάλλουν την ύπαρξη συμφωνίας όλων των κοινωνών για τη λύση της κοινωνίας και τέτοια συμφωνία ρητή ή σιωπηρή δεν δέχθηκε το δικαστήριο ότι υπήρξε, αρκούμενο έτσι σε στοιχεία λιγότερα από τα απαιτούμενα από τις παραπάνω διατάξεις, β) το άρθρο 361 Α.Κ. και γ) τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών και τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την εφαρμογή των ως άνω διατάξεων.
Ο λόγος αυτός είναι εντελώς αόριστος ως προς τις υπό στοιχ. β' και γ' αιτιάσεις, διότι δεν προσδιορίζεται στο αναιρετήριο σε τι συνίσταται η παραβίαση του άρθρου 361 Α.Κ., δεν γίνεται επίκληση ότι το δικαστήριο της ουσίας προέβη αμέσως ή εμμέσως σε ερμηνεία του από 17-2-1999 ιδιωτικού συμφωνητικού, στην οποία, άλλωστε δεν προέβη, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως και, τέλος, δεν προσδιορίζονται τα διδάγματα της κοινής πείρας τα οποία φέρεται ότι παραβίασε το δικαστήριο.
Όσον αφορά την υπό στοιχ. α' αιτίαση ο λόγος αναιρέσεως προβάλλεται αλυσιτελώς, διότι στηρίζεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι αντικείμενο της ένδικης αγωγής των αναιρεσειόντων ήταν η λύση της μεταξύ των διαδίκων κοινωνίας χρήσεως των κτιριακών εγκαταστάσεων της επιχείρησης βυρσοδεψείου, ενώ αντικείμενο της αγωγής ήταν η αποκλειστική χρησιμοποίηση από τους εναγομένους των κοινών εγκαταστάσεων της επιχείρησης, κατ' αποκλεισμό των συγκοινωνών εναγόντων και του δικαιοπαρόχου τους, και εντεύθεν η από τις διατάξεις των άρθρων 785-787 Α.Κ.
απορρέουσα υποχρέωση αυτών να αποδώσουν στους ενάγοντες την αναλογούσα στο εξ 1/3 εξ αδιαιρέτου μερίδιό τους ωφέλεια, η οποία είχε συμφωνηθεί στο ποσό των 100.000 δρχ. ή 293,47 ευρώ μηνιαίως, περιστατικά τα οποία δεν δέχθηκε ως αποδειχθέντα η προσβαλλόμενη απόφαση. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, αφού η αίτηση απορρίπτεται (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ, όπως η παρ. 4 προσετέθη με το άρθρο 12 παρ. 2 του ν. 4055/2012).
Οι αναιρεσείοντες, ως ηττώμενοι, πρέπει να καταδικαστούν στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 2-12-2013 αίτηση των 1)Α. Τ., 2)Α. Τ. και 3)Ι. Τ. του Σ., για αναίρεση της υπ' αριθ. 19.856/2013 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Οκτωβρίου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 13 Ιανουαρίου 2015.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ