Legislator Case Law & Legislation
18/2012 AI generated

Supreme Court allows appeal against refusal of interest on public hospital debt, ruling statute applies to recognition claims.

Case Number 18/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the appellant's appeal regarding the refusal of interest on a debt owed by a public hospital. The lower court had rejected the claim because the lawsuit was limited to a recognition action rather than a full claim for differences. The court ruled that the relevant statute applies to the existence of the debt regardless of the specific type of lawsuit filed, establishing that the recognition claim is not merely accessory to the original claim. Consequently, the appeal was upheld, and the case was remanded for further proceedings.

Legislator headnote

AI generated

Art. 7 para. 2 of Law 496/1974; The statutory provision regarding interest on debts of legal persons applies to the existence of the debt regardless of whether the lawsuit is limited to a recognition action, as the recognition claim is not accessory to the original claim.

Keywords

AI generated
public hospital debt interest on debt recognition action accessory claim statutory interpretation remand for retrial legal person liability

Cited Legislation

AI generated
Art. 7 para. 2 of Law 496/1974
Art. 559 no. 1 of the Code of Civil Procedure
Art. 580 para. 3 of the Code of Civil Procedure
Art. 178 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 18 / 2012 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 18/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Νοεμβρίου 2011, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας - καλούσας: Φ. συζ. Α. Χ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Λεωνίδα Πανούση με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Του αναιρεσιβλήτου - καθ' ου η κλήση: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Γενικό Νοσοκομείο Αθηνών ΛΑΪΚΟ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Καλούδη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-3-1999 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 937/2000 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 8825/2001 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η αναιρεσείουσα με την από 8-9-2004 αίτησή της.

Εκδόθηκε η 274/2007 απόφαση του Β1' Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, η οποία παρέπεμψε την υπόθεση στην Τακτική Ολομέλεια του Δικαστηρίου αυτού.

Εκδόθηκε η 2/2011 απόφαση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, η οποία απέρριψε τον παραπεμφθέντα σ' αυτή πρώτο λόγο της από 8-9-2004 αίτησης της Φ. συζ. Α. Χ., για αναίρεση της 8825/2001 απόφασης του Εφετείου Αθηνών και ανέπεμψε την υπόθεση στο Β1' Πολιτικό Τμήμα για ν' αποφασίσει για τους λοιπούς λόγους της άνω αίτησης. Η υπόθεση επανέρχεται προς συζήτηση με την από 16-6-2011 κλήση της καλούσας.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Βασίλειος Λυκούδης διάβασε την από 19-9-2006 έκθεση της Αρεοπαγίτου Ειρήνης Αθανασίου, που έχει ήδη αποχωρήσει από την Υπηρεσία, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Η αναιρεσείουσα, με την από 8-9-2004 αίτησή της είχε ζητήσει την αναίρεση της προσβαλλόμενης 8825/2001 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Επί της αιτήσεως αυτής εκδόθηκε η 274/2007 απόφαση αυτού του Δικαστηρίου, η οποία απέρριψε, ως αόριστο, τον τέταρτο από τους αριθμούς 1 και 8 περ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως, για παραβίαση (με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τους) των διατάξεων των άρθρων 7 της 1/1982 αποφάσεως του ΔΔΔΔ Αθηνών, 7 του ν. 1810/1988, όπως τροποποιήθηκε με την κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 17 παρ. 8 του ν. 1505/1984 εκδοθείσα υπ' αριθ. 2039921/3489/0022/14-6-1991 απόφαση του Υπουργού Οικονομικών και 2 παρ. 3 του ν. 201/1975 και παρέπεμψε, κατ' το άρθρο 563 παρ. 2β του ΚΠολΔ, στην Ολομέλεια τον πρώτο, από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, λόγο αναιρέσεως.

Με το λόγο αυτό προβαλλόταν ότι το Εφετείο, με το να δεχτεί ότι από τις επίδικες αξιώσεις της αναιρεσείουσας εκείνες που είχαν γεννηθεί κατά το χρονικό διάστημα από 1-11-1994 μέχρι 31-12-1994, είχαν υποκύψει στη διετή παραγραφή που προβλέπεται από το άρθρο 48 παρ. 3 του ν.δ. 496/1974, παραβίασε (με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τους) τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1 και 28 παρ. 1 εδ.

α' του Συντάγματος, 1 του πρώτου πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, 6 παρ. 1 της Διεθνούς Συμβάσεως της Ρώμης της 4-3-1950, που κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974, 518 παρ. 2 και 250 αριθ. 17 του ΑΚ. Το Δικαστήριο αυτό, κατά τα λοιπά, επιφυλάχθηκε να αποφανθεί, επί των λοιπών συναφών λόγων της αιτήσεως, που δεν ερευνήθηκαν, μετά την έκδοση της επί του παραπεμπόμενου (1ου) λόγου αναιρέσεως αποφάσεως της Τακτικής Ολομέλειας του Αρείου Πάγου.

Η Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, ενώπιον της οποίας η αναιρεσείουσα παραστάθηκε με τον ίδιο δικηγόρο δυνάμει του αυτού "ειδικού πληρεξουσίου", με την 2/2011 απόφασή της έκρινε ότι η διάταξη του άρθρου 48 παρ. 3 του Ν.Δ/τος 496/1974, που θεσπίζει διετή παραγραφή για τις αξιώσεις των υπαλλήλων των ΝΠΔΔ δεν αντίκειται στη κατά το άρθρο 4 παρ. 1 του Συν/τος αρχή της ισότητας, ούτε στην διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ και απέρριψε τον παραπεμφθέντα πρώτο λόγο αναιρέσεως και ανέπεμψε την υπόθεση σ' αυτό το Δικαστήριο προκειμένου να αποφασίσει για τους υπόλοιπους λόγους αναιρέσεως.

ΙΙ. Ο λόγος αναιρέσεως του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ιδρύεται όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Δεν στοιχειοθετείται όμως ο λόγος αυτός αναιρέσεως αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό. Για το ορισμένο του εξεταζόμενου λόγου αναιρέσεως, πρέπει να αναφέρονται σε αυτόν, πλην άλλων, και τα στοιχεία εκείνα από τα οποία θα κρινόταν, αν τα πράγματα ήταν ουσιώδη και να μνημονεύεται το σφάλμα από τη μη λήψη υπόψη των πραγμάτων. Επίσης στην περίπτωση μη λήψεως υπόψη από το δικαστήριο ισχυρισμού που είχε προταθεί, πρέπει να παρατίθενται και όλα τα στοιχεία από τα οποία προκύπτει ότι ο ισχυρισμός προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι ήταν ορισμένος και νόμω βάσιμος και ότι αν γινόταν αποδεκτός θα επηρέαζε ευνοϊκά το διατακτικό της.

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως από την προσβαλλόμενη απόφασή του προκύπτει, δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς περί πραγμάτων κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, που ενδιαφέρουν εδώ: Η αναιρεσείουσα Φ. Χ. η οποία ήταν έγγαμη και με προϋπηρεσία 2 ετών, τριών μηνών και 29 ημερών, προσλήφθηκε ως καθαρίστρια από το αναιρεσίβλητο νοσηλευτικό ίδρυμα και ΝΠΔΔ αρχικά με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου από 20-7-1983 μέχρι 31-12-1983 και ακολούθως με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου από 3-8-1984 και παρείχε την εργασία της σ' αυτό ως καθαρίστρια.

Σε προηγούμενες δίκες που έγιναν μεταξύ των διαδίκων υπό την αυτήν ιδιότητα παρισταμένων και που αφορούσαν την καταβολή διαφοράς αποδοχών που έπρεπε να λάβει η αναιρεσείουσα για την εργασία της ως καθαρίστριας στο αναιρεσίβλητο κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-1989 μέχρι 30-11-1991 εκδόθηκαν οι 1593/1992 και 2090/1995 αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και οι 4752/1993 και 9161/2000 αποφάσεις του Εφετείου Αθηνών, οι οποίες δέχθηκαν τελεσίδικα και με δύναμη δεδικασμένου ότι η αναιρεσείουσα για την εργασία της ως καθαρίστρια στο αναιρεσίβλητο νοσηλευτικό ίδρυμα κατά το ως άνω χρονικό διάστημα από 1-1-1989 μέχρι 30-11-1991, δικαιούνταν να λάβει ως αποδοχές τις αποδοχές που προβλέπονται από την 42/1981 απόφαση του ΔΔΔΔ Πειραιώς που κηρύχθηκε υποχρεωτική με την 18749/1981 απόφαση του Υπουργού Εργασίας και από την 74/1982 απόφαση του ΔΔΔΔ Αθηνών που κηρύχθηκε υποχρεωτική με την 17663/1982 απόφαση του Υπουργού Εργασίας και ότι η αναιρεσείουσα δικαιούνταν με βάση τις ως άνω Δ.Α.

να λάβει ως αποδοχές για τους λόγους που ειδικότερα αναφέρονται στην προσβαλλόμενη απόφαση, τα καθοριζόμενα χρηματικά ποσά. Ακολούθως, το Εφετείο, αφού έκρινε ότι οι διατάξεις των άρθρων 48, 49, 50 και 51 του Ν.Δ. 496/1974, κατά τις οποίες οι αξιώσεις των υπαλλήλων των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου που συνδέονται με αυτά με σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου, οι οποίες προέρχονται από καθυστερούμενες αποδοχές η άλλες πάσης φύσεως απολαβές ή αποζημιώσεις ή από αδικαιολόγητο πλουτισμό, παραγράφονται μετά τη συμπλήρωση διετίας, η οποία αρχίζει από το τέλος του έτους κατά το οποίο γεννήθηκε η αξίωση και είναι δυνατή η δικαστική της επιδίωξη, δεν αντίκεινται στις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1 και 28 παρ. 1α του Συντάγματος, 1 του πρώτου πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ και 6 παρ. 1 της Διεθνούς Συμβάσεως της Ρώμης της 4-3-1950 που κυρώθηκε με το Ν.Δ. 53/1974 και ότι η παραγραφή αυτή, διακόπτεται κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 51 παρ. 1 Ν.Δ. 496/1974, δέχθηκε τα ακόλουθα σε σχέση με την προταθείσα ένσταση παραγραφής που πρόβαλε το αναιρεσίβλητο και την αντένσταση διακοπής της παραγραφής που πρόβαλε η αναιρεσείουσα: "Το εναγόμενο και ήδη εφεσίβλητο προτείνει την ένσταση της ως άνω διετούς παραγραφής του άρθρου 49 παρ. 2 του Ν.Δ. 496/1974 για όσες από τις επίδικες αξιώσεις της ενάγουσας και ήδη εκκαλούσας γεννήθηκαν μέχρι τις 31-12-1996, ένσταση που σε κάθε περίπτωση λαμβάνεται αυτεπαγγέλτως υπόψη από το Δικαστήριο (βλ.

αρθρ. 52 του Ν.Δ. 496/1974). Απαντώντας στην ένσταση αυτή της παραγραφής, η ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα ισχυρίζεται κατ' αντένσταση ότι διακόπηκε η διετής παραγραφή των επίδικων αξιώσεών της αφενός με την άσκηση της από 10-10-1991 προηγούμενης αγωγής της επί της οποίας εκδόθηκε στις 5-7- 1993 η υπ' αριθμ. 4752/1993 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και αφετέρου με την από μέρους της υποβολή προς το εναγόμενο και ήδη εφεσίβλητο στις 30-12-1997 της με αριθμ.

πρωτ. 14416/30-12-1997 αιτήσεως περί καταβολής της διαφοράς των αποδοχών της. Πράγματι, οι επίδικες αξιώσεις της ενάγουσας και ήδη εκκαλούσας που γεννήθηκαν από 1-1-1995 και εντεύθεν και των οποίων η παραγραφή άρχισε από 1-1-1996, δεν έχουν υποπέσει σε παραγραφή και τούτο διότι η παραγραφή τους διακόπηκε πριν τη συμπλήρωση διετίας και συγκεκριμένα στις 30-12-1997 με την υποβολή από μέρους της ενάγουσας και ήδη εφεσίβλητου έγγραφης αιτήσεως προς το εναγόμενο και ήδη εφεσίβλητο για την καταβολή τους (βλ.

προσκ. την υπ' αριθμ. πρωτ. 14416/30-12-1997 αίτηση της ενάγουσας προς το εναγόμενο). Όμως, οι επίδικες αξιώσεις της ενάγουσας και ήδη εφεσίβλητου που γεννήθηκαν κατά το χρονικό διάστημα από 1-11-1994 μέχρι 31-12-1994 υπέπεσαν στην ως άνω διετή παραγραφή, αφού η διετής παραγραφή τους άρχισε από την 1-1-1995 και συμπληρώθηκε στις 31-12-1996, δηλαδή πολύ πριν από την υποβολή της ως άνω αιτήσεως της ενάγουσας, χωρίς αυτή να διακοπεί κατά κάποιο νόμιμο τρόπο.

Επομένως, κατά μερική παραδοχή της αντενστάσεως της ενάγουσας και ήδη εκκαλούσας περί διακοπής της παραγραφής των επίδικων αξιώσεών της, πρέπει να γίνει μόνον κατά ένα μέρος δεκτή η ένσταση παραγραφής που προτείνει ο εναγόμενος και ήδη εφεσίβλητος και συγκεκριμένα να γίνει αυτή δεκτή μόνον για τις αξιώσεις της ενάγουσας που γεννήθηκαν κατά το χρονικό διάστημα από 1-11-1994 μέχρι 31-12-1994 και οι οποίες ανέρχονται συνολικά στο ποσό των (568.345 + 1.168.864 - 493.858 + 19.818 - 2.498) 1.260.671 δραχμών ...".

Από τις παραδοχές αυτές της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο ερεύνησε την διαλαμβανόμενη στις προτάσεις της ήδη αναιρεσείουσας αντένσταση περί διακοπής της διετούς παραγραφής, την οποία και δέχθηκε κατά το μέρος που αυτή επήλθε με την υποβολή της 14416/30-12-1997 αιτήσεως για καταβολή της διαφοράς των αποδοχών της.

Όμως, όπως δέχθηκε το Εφετείο οι επίδικες αξιώσεις της που γεννήθηκαν κατά το χρονικό διάστημα από 1-11-1994 μέχρι 31-12-1994 υπέπεσαν στην ως άνω διετή παραγραφή, αφού η διετής παραγραφή τους άρχισε από 1-1-1995 και συμπληρώθηκε στις 31-12-1996, δηλαδή πολύ πριν από την υποβολή της άνω αιτήσεως της ενάγουσας "χωρίς να διακοπεί κατά κάποιο νόμιμο τρόπο".

Συνεπώς, εφόσον το Εφετείο ερεύνησε την πιο άνω αντένσταση της αναιρεσείουσας και την απέρριψε, ο προβαλλόμενος, από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, δεύτερος λόγος αναιρέσεως, για μη λήψη υπόψη της αντενστάσεως αυτής για διακοπή της παραγραφής των αναφερόμενων ένδικων αξιώσεων της ίδιας, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Τούτο δε ανεξαρτήτως του ότι η προβληθείσα αντένσταση διακοπής της παραγραφής, που επήλθε, κατά την αναιρεσείουσα, με την "2945/04 από 23.6.1994 αγωγή και των εν συνεχεία διαδικαστικών πράξεων μέχρις εκδόσεως της 9161/2000 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών", ήταν αόριστη, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των ενώπιον του Εφετείου προτάσεων αυτής. Ειδικότερα, η αναιρεσείουσα διέλαβε στις προτάσεις της ότι η επίμαχη παραγραφή διακόπηκε και με την 2945/1994 αγωγή χωρίς να περιέχει τα γεγονότα που τη θεμελιώνουν και ειδικότερα, μεταξύ άλλων, το χρόνο επιδόσεως της αγωγής καθώς και το περιεχόμενο αυτής (δεν αρκεί η αναφορά ότι εισήχθηκαν με αυτή τα ζητήματα που αφορούσαν το νομοθετικό καθεστώς των αναφερόμενων σ' αυτή αξιώσεών της).

ΙΙΙ. Κατά το αρθ. 48 § 3 του ν.δ. 496/1974, ο χρόνος παραγραφής των κατά του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου αξιώσεων των υπαλλήλων του που συνδέονται με αυτό με σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου από καθυστερούμενες ή άλλης φύσεως απολαυές ή αποζημιώσεις από αδικαιολόγητο πλουτισμό είναι δύο ετών, διακοπτόμενη, εκτός των άλλων, σύμφωνα με το αρθ. 51 εδ.

α' αυτού και με την άσκηση της σχετικής αγωγής, αρχίζει δε σύμφωνα με το αρθ. 49 του ως άνω ν.δ. από το τέλος του έτους, εντός του οποίου γεννήθηκαν και είναι δικαστικά επιδιώξιμες, ανεξάρτητα από το εάν η τελευταία ημέρα του έτους, εντός του οποίου γεννήθηκαν και μπορούσαν να επιδιωχθούν δικαστικά είναι κατά νόμο αργία ή εργάσιμη, διότι δεν πρόκειται για την λήξη, αλλά για την έναρξη της παραγραφής (αρθ. 242 ΑΚ), και κατά συνέπεια η ιδιότητα της ημέρας αυτής δεν εμποδίζει την άσκηση της αγωγής και συνακόλουθα την διακοπή της παραγραφής κατά τις υπόλοιπες εργάσιμες.

Επομένως, ο τρίτος λόγος αναίρεσης (επικουρικός, όπως τον χαρακτηρίζει η αναιρεσείουσα), από τον αριθ. 1 του αρθ. 559 ΚΠολΔ, κατά τον οποίο κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των αρθ. 48 § 3, 49 και 51 εδ. α' ν.δ. 496/1974, το Εφετείο δέχθηκε ότι η παραγραφή των αξιώσεων της αναιρεσείουσας - ενάγουσας του έτους 1994 άρχισε από το τέλος του 1994 και απέρριψε αυτές λόγω παρόδου διετίας μέχρι την επίδοση της αγωγής της την 29-1-1997, ενώ κατ' ορθή ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων αυτών έπρεπε να δεχθεί ότι η παραγραφή αυτή άρχισε από το τέλος του έτους 1995 (μη συμπληρωθείσα μέχρι την 29-1-1997) και όχι του 1994, διότι η 31-12-1994 ήταν ημέρα Σάββατο και τα Δικαστήρια ήταν κλειστά και ως εκ τούτου δεν ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξη των ενδίκων αξιώσεών της, πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος.

IV. Από το άρθρο 7 παρ. 2 του ν.δ. 496/1974 "περί λογιστικού των Ν.Π.Δ.Δ. με το οποίο ορίζεται ότι "ο νόμιμος και ο της υπερημερίας τόκος κάθε οφειλής του νομικού προσώπου ανέρχεται σε 6% ετησίως και άρχεται από της επιδόσεως της αγωγής", συνάγεται, ότι ως προς την έναρξη της τοκογονίας, αρκεί η γένεση της επιδικίας από την οποία αρχίζει η αμφισβήτηση, ως προς την ύπαρξη της απαιτήσεως για χρηματική παροχή με την άσκηση της αγωγής κατά του Ν.Π.Δ.Δ. από την οποία λαμβάνει αυτό γνώση της αμφισβήτησης. Εφόσον όμως ο νόμος (η προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 7 παρ. 2 του ν.δ. 496/1974) δεν διακρίνει, δεν συνδέει δηλαδή την έννομη συνέπεια της τοκογονίας λόγω επιδικίας προς το καταψηφιστικό αίτημα της αγωγής, αλλά μόνον προς τη γένεση της επιδικίας, δεν συντρέχει λόγος διαφοροποιήσεως ως προς το ζήτημα τούτο της καταψηφιστικής προς την αναγνωριστική αγωγή (ως τέτοιας νοούμενης και της αγωγής της οποίας το αρχικό καταψηφιστικό αίτημα περιορίσθηκε σε αναγνωριστικό), δεδομένου ότι η τελευταία δεν έχει επικουρικό χαρακτήρα έναντι της πρώτης, τέμνει δε και αυτή τη διαφορά ως προς την ύπαρξη της απαιτήσεως με δύναμη δεδικασμένου (ΑΠ 437/2011, σχ. ΑΕΔ 7/2011, ως προς την τοκογονία σε βάρος του Δημοσίου, κατά την παρόμοιου περιεχομένου διάταξη του άρθρου 21 του Κώδικα των νόμων περί δικών του Δημοσίου, κ.δ. 26-6/10-7-1944).

Στην προκείμενη περίπτωση από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο απέρριψε το αίτημα της αναιρεσείουσας, για επιδίκαση των εις την αγωγή διαφορών, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, της οποίας το αίτημα περιορίσθηκε σε αναγνωριστικό. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο εσφαλμένα δεν εφάρμοσε τις παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, οι οποίες έπρεπε να εφαρμοσθούν, έστω και αν το αίτημα της αγωγής περιορίσθηκε από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, και ο σχετικός λόγος αναιρέσεως είναι βάσιμος. Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτός ο πέμπτος λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ., να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το ανωτέρω αναφερόμενο μέρος και να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το μέρος αυτό προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, του οποίου η συγκρότηση από άλλους δικαστές είναι δυνατή (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.). Τα δικαστικά έξοδα πρέπει να κατανεμηθούν ανάλογα με την έκταση της νίκης και της ήττας καθενός των διαδίκων (άρθρο 178 Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί, κατά το μέρος που στο σκεπτικό αναφέρεται, την 8825/2001 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το μέρος που αναιρέθηκε, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. Και

Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο σε μέρος των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, το οποίο ορίζει σε χίλια (1.000) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 6η Δεκεμβρίου 2011. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 10 Ιανουαρίου 2012.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ