18/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΗ ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30 Νοεμβρίου 2005 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσπρωτίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 27/2007 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 95/2008 του Εφετείου Κέρκυρας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 22 Ιουλίου 2008 αίτησή της.
Legislator headnote
AI generated18/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η πρόσθετη όμως αυτή αμοιβή δεν οφείλεται, εάν έχει συμφωνηθεί (άρθρο 361 ΑΚ) μεταξύ μισθωτού και εργοδότη, ρητά ή σιωπηρά, είτε κατά τη σύναψη της συμβάσεως εργασίας, είτε μεταγενέστερα, να παρέχει ο μισθωτές την πρόσθετη εργασία χωρίς αμοιβή, ή η τελευταία να καλύπτεται από το μισθό της κύριας απασχόλησης του (Ολ.
Full text
Απόφαση 18 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 18/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Φούκα, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη και Αντώνιο Ζευγώλη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 1 Νοεμβρίου 2010, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: εταιρίας με την επωνυμία ΚΑΤΑΣΤΗΜΑΤΑ ΑΦΟΡΟΛΟΓΗΤΩΝ ΕΙΔΩΝ Α.Ε που εδρεύει στον ..., νομίμως εκπροσωπουμένης, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Ρούσσο.
Του αναιρεσιβλήτου: Δ. Κ. του Μ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γαβριήλ Ντούγια.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30 Νοεμβρίου 2005 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσπρωτίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 27/2007 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 95/2008 του Εφετείου Κέρκυρας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 22 Ιουλίου 2008 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αντώνιος Ζευγώλης ανέγνωσε την από 20 Οκτωβρίου 2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί οι, δεύτερος και τρίτος λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το μέρος που αναφέρεται στο αιτιολογικό ως προς τον δεύτερο, και να απορριφθούν οι, πρώτος και δεύτερος λόγοι αναιρέσεως, κατά το μέρος που αναφέρεται στο αιτιολογικό ως προς τον τελευταίο.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 649, 652, 653 και 659 ΑΚ προκύπτει ότι εάν κατά τη διάρκεια της συμβάσεως εργασίας συμφωνηθεί μεταξύ των συμβαλλομένων, είτε με την αρχική είτε με μεταγενέστερη συμφωνία, η παροχή από το μισθωτό, εντός του νομίμου ωραρίου, πρόσθετης εργασίας διαρκούς φύσεως, η οποία, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας και της λογικής δεν είναι συναφής με την συμφωνηθείσα αρχικώς κύρια απασχόλησή του, ούτε περιλαμβάνεται μεταξύ των καθηκόντων του μισθωτού που προβλέπονται από κανόνα δικαίου, και κατά τις συνήθεις περιστάσεις, παρέχεται μόνο με μισθό, χωρίς συγχρόνως να καθορισθεί και ο πρόσθετος αυτός μισθός ή ο τρόπος προσδιορισμού του και χωρίς να συμφωνηθεί ότι δεν θα καταβληθεί πρόσθετος μισθός, ο εργοδότης υποχρεούται να καταβάλλει στον μισθωτό τον συνηθισμένο για τέτοια εργασία μισθό, δηλαδή το μισθό που καταβάλλεται σε άλλους μισθωτούς που παρέχουν την ίδια εργασία, κάτω από τις ίδιες συνθήκες (ΑΠ 1766/2001, ΑΠ 970/1991, ΑΠ 614/1991).
Η πρόσθετη όμως αυτή αμοιβή δεν οφείλεται, εάν έχει συμφωνηθεί (άρθρο 361 ΑΚ) μεταξύ μισθωτού και εργοδότη, ρητά ή σιωπηρά, είτε κατά τη σύναψη της συμβάσεως εργασίας, είτε μεταγενέστερα, να παρέχει ο μισθωτές την πρόσθετη εργασία χωρίς αμοιβή, ή η τελευταία να καλύπτεται από το μισθό της κύριας απασχόλησης του (Ολ.
ΑΠ 861/1984, ΑΠ 1892/1987, ΑΠ 937/1980, ΑΠ 1766/2001). Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 106, 335 και 338 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι "πράγματα" κατά την έννοια της πρώτης από αυτές (άρθρο 559 αριθμ. 8) που προτάθηκαν ή δεν προτάθηκαν, των οποίων η λήψη ή μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο ιδρύει τον προβλεπόμενο από αυτή λόγο αναιρέσεως, αποτελούν οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που θεμελιώνουν ή καταλύουν τη βάση της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, όχι δε ο ισχυρισμός που συνέχεται με την ιστορική αιτία της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως, ο οποίος αποκρούεται η γίνεται δεκτός με την παραδοχή ή την απόρριψη, αντίστοιχα, ως αβασίμων ή βάσιμων των θεμελιωτικών της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης πραγματικών γεγονότων (ΑΠ 1455/2009).
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση του, μετά την παραδοχή της εφέσεως της αναιρεσείουσας, έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή του αναιρεσίβλητου και επεδίκασε σ' αυτόν αμοιβή για πρόσθετη εργασία και νυκτερινή εργασία, τα αναφερόμενα σ' αυτήν ποσά. Η αναιρεσείουσα με το δεύτερο λόγο του αναιρετηρίου αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από την άνω διάταξη διότι το Εφετείο, δεν έλαβε υπόψη αυτοτελή ισχυρισμό της, ο οποίος έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, αναφορικά με την αξίωση του αναιρεσίβλητου για πρόσθετη αμοιβή για τη συμφωνηθείσα απασχόληση του ως εργάτη (φορτοεκφορτωτή), τον οποίο (ισχυρισμό), προέβαλε με τις προτάσεις της ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και επανέφερε ενώπιον του Εφετείου με σχετικό λόγο εφέσεως και πρόσθετους λόγους εφέσεως που άσκησε με τις προτάσεις της και συγκεκριμένα, ότι ο ενάγων-αναιρεσίβλητος ο οποίος προσελήφθη για πρώτη φορά το 1994 με την ειδικότητα του Εργάτη-Οδηγού, η οποία προβλέπεται από το άρθρο 16 του Κανονισμού Οργάνωσης και Λειτουργίας των Υπηρεσιών της Εταιρείας, ο οποίος έχει κυρωθεί από τον Υπουργό Οικονομικών (Απ.
Υπ. Οικ. Κ 463/33/1988 ΦΕΚ 708/88) και με το μισθό που προσδιορίζεται στο άρθρο 21 σε συνδυασμό με το άρθρο 22 παρ. 6 του Κανονισμού αυτού, τόσο δε στην αρχική όσο και στις μεταγενέστερες συμβάσεις εργασίας που υπέγραψε με την αναιρεσείουσα αναφερόταν αυτή η ειδικότητα και ο μισθός του προσδιοριζόταν σύμφωνα με τον ως άνω Κανονισμό στον οποίο επίσης αναφέρονται αναλυτικά και τα καθήκοντα που συμφωνήθηκε να εκτελεί ως Οδηγός-εργάτης ενώ και ο ίδιος ο αναιρεσίβλητος είχε λάβει γνώση του παραπάνω Κανονισμού και τον αποδέχθηκε πλήρως.
Ο ισχυρισμός αυτός, τον οποίο προέβαλε πράγματι η αναιρεσείουσα με τις προτάσεις της ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και επανέφερε με την έφεσή της και τους πρόσθετους λόγους εφέσεως που άσκησε ενώπιον του Εφετείου, όπως προκύπτει από τα παραπάνω διαδικαστικά της παρούσης δίκης έγγραφα, αποτελεί καταλυτικό ισχυρισμό της αγωγικής αξιώσεως αναφορικά με την απαίτηση για πρόσθετη αμοιβή για την απασχόληση του αναιρεσίβλητου ως εργάτη (φορτοεκφορτωτή), εφόσον σύμφωνα με τον τελευταίο, υπήρχε συμφωνία μεταξύ των διαδίκων, ο μισθός του αναιρεσίβλητου για τα καθήκοντα του Οδηγού-Εργάτη που θα εκτελούσε, να καλύπτεται με ένα ενιαίο μισθό, και συγκεκριμένα αυτό που προβλέπονταν από τον Κανονισμό Λειτουργίας της αναιρεσείουσας, όπως διαμορφωνόταν από τις ετήσιες συλλογικές συμβάσεις μεταξύ της εταιρείας και του Συνδέσμου των εργαζομένων, περίπτωση κατά την οποία, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στην αρχή της παρούσης σκέψεως, ο αναιρεσίβλητος δεν δικαιούται να αξιώσει πρόσθετη αμοιβή για την απασχόληση του ως εργάτη (φορτοεκφορτωτή).
Όμως, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, δεν έλαβε υπόψη του τον παραπάνω ισχυρισμό, ο οποίος έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως προς την προαναφερόμενη αξίωση του αναιρεσίβλητου. Επομένως, ο λόγος αυτός της αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ, ως προς την παραπάνω αιτίαση, είναι βάσιμος.
Ενόψει δε των ανωτέρω, παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων αναιρέσεως, που αφορούν την αξίωση του αναιρεσίβλητου για αμοιβή πρόσθετης εργασίας.
Από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340, 341, και 346 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι, ο δικαστής, για να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, η παράβαση δε της υποχρέωσης αυτής ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αριθμ. 11 περ.
γ' ΚΠολΔ, λόγο αναιρέσεως (ΑΠ 1455/2009, ΑΠ 1295/1997, ΑΠ 209/1993). Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα, όπως αποδεικνύεται από τις προτάσεις που κατέθεσε ενώπιον του Εφετείου, κατά τη συζήτηση, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, επικαλέσθηκε μεταξύ άλλων αποδεικτικών μέσων για τη στήριξη του ισχυρισμού της, ότι ο ενάγων-εφεσίβλητος δεν δικαιούται την επιδιωκόμενη προσαύξηση για νυκτερινή απασχόληση, καθ' όσον αυτή για όσες φορές απασχολήθηκε του έχει καταβληθεί, μεταξύ των άλλων αποδεικτικών μέσων και τα Δελτία Παρουσίας Προσωπικού και τις αποδείξεις μισθοδοσίας του, κατά την επίδικη περίοδο, στις οποίες φαίνεται η απασχόληση του προσωπικού κατά τη διάρκεια της νύκτας και η καταβολή της προσαύξησης που δικαιούται από την απασχόληση αυτή.
Και αναφέρεται μεν στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι το Δικαστήριο σχημάτισε την κρίση του, αφού έλαβε υπόψη του "και τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν, τα οποία λαμβάνονται υπόψη έστω και αν δεν πληρούν τους όρους του νόμου", περαιτέρω όμως, από τις αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης, όπου δεν γίνεται μνεία των συγκεκριμένων εγγράφων, καταλείπεται αμφιβολία αν αυτά λήφθηκαν υπόψη από το Εφετείο, αφού στις παραδοχές της απόφασης, δεν γίνεται αναφορά του συγκεκριμένου χρόνου απασχόλησης του αναιρεσίβλητου, κατά τη διάρκεια της νύκτας.
Επομένως, ο τρίτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθμ. 11γ' ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται η παραπάνω αιτίαση, είναι βάσιμος.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 95/2008 απόφαση του Εφετείου Κερκύρας.
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 10 Νοεμβρίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 10 Ιανουαρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ