Legislator Case Law & Legislation
18/2010 AI generated

18/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 18/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15/9/2003 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κοζάνης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 87/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 313/2006 του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 27/4/2007 αίτησή τους.

Legislator headnote

AI generated

18/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Τέλος, ότι αγνοούσε, ότι δεν επιτρεπόταν να οδηγήσει κανείς το ζημιογόνο όχημα με άδεια Ε' κατηγορίας και ο ισχυρισμός του αυτός απορρίπτεται ως αβάσιμος καθόσον με την συγκεκριμένη σύμβαση ασφαλίζεται το συγκεκριμένο όχημα, η δε άδεια οδήγησης με βάση την οποία θα οδηγήσει κάποιος το συγκεκριμένο όχημα (σιλοφόρο) προβλέπεται από το νόμο και όχι από τον ασφαλιστή.

Keywords

AI generated
fraudulent insurance claim vehicle keeper theft insurance accident insurer liability direct claim against the insurer driving whilst disqualified
AI generated
1900/2024
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο και Σπυριδούλα Λιάτη, Αρεοπαγίτες.
230/2015
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημητρούλα Υφαντή, Γεώργιο Σακκά, Παναγιώτη Χατζηπαναγιώτη και Χαράλαμπο Καλαματιανό, Αρεοπαγίτες.
494/2012
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Οκτωβρίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-7-2007 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 511/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 472/2010 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 7-6-2010 αίτησή της.
1427/2018
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ειρήνη Καλού, Σοφία Ντάντου, Χρήστο Βρυνιώτη και Μαρία Τζανακάκη, Αρεοπαγίτες.
35/2013
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Σεπτεμβρίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3/3/2009 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λαμίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:253/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 111/2011 του Εφετείου Λαμίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 23/9/2011 αίτησή της.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 18 / 2010 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 18/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση, Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη και Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) ..., 2) ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Κακάλη και κατέθεσαν προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρίας Γενικών Ασφαλειών με την επωνυμία "Η ΑΓΡΟΤΙΚΗ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Ντανάκα και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15/9/2003 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κοζάνης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 87/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 313/2006 του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 27/4/2007 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Γεωργία Λαλούση ανέγνωσε την από 9/11/2009 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου λόγου της αναίρεσης κατά το δεύτερο μέρος του και την απόρριψη των λοιπών. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Tο Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε τα ακόλουθα κρίσιμα για την τύχη της αναίρεσης πραγματικά περιστατικά: "Την 16-7-1996 ο δεύτερος εναγόμενος, οδηγώντας το υπ' αριθμ κυκλοφορίας ... σιλοφόρο όχημα, ιδιοκτησίας του πρώτου εναγομένου, το οποίο ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στην ενάγουσα και προτιθέμενος να αδειάσει από αυτό τη μεταφερθείσα με αυτό χύδην ποσότητα σιτοκριθής μέσα σε αποθήκη που βρίσκεται στην ορεινή τοποθεσία ...

της κοινότητας ..., στάθμευσε το σιλοφόρο τούτο όχημα με το οπίσθιο τμήμα του προς την πόρτα της αποθήκης και το εμπρόσθιο τμήμα του προς το παρακείμενο γκρεμό, ενώ ταυτόχρονα είχε την μηχανή του σε κίνηση, για τις ανάγκες της εκφόρτωσης, χωρίς να λάβει μέτρα για την ασφαλή ακινητοποίηση του οχήματος τούτου, λαμβάνοντας υπόψη και τους εκ της εργασίας του σιλό προκαλούμενους κραδασμούς, οι οποίοι θα είχαν ως αποτέλεσμα την μετακίνηση του οχήματος.

Στη συνέχεια, αφού είχε εκφορτωθεί η ποσότητα του προαναφερθέντος προϊόντος ο ως άνω οδηγός του οχήματος παρήγγειλε στον I1, ιδιοκτήτη της παραπάνω αποθήκης, να ανεβεί στην καρότσα του σιλό προκειμένου να καθαρίσει τα υπολείμματα της σιτοκριθής. Κατά το χρόνο όμως που ο τελευταίος καθάριζε την καρότσα από το σιλό, αποσταθεροποιήθηκε πλήρως με αποτέλεσμα να καταπέσει στο γκρεμό και να τραυματιστεί θανάσιμα ο I1.

Αποκλειστικά υπαίτιος του ως άνω ατυχήματος είναι ο δεύτερος εναγόμενος ο οποίος δεν έλαβε μέτρα για την πλήρη και ασφαλή ακινητοποίηση του οχήματος, τοποθετώντας και επί των τεσσάρων τροχών σφήνες αναστολής της κυλίσεως και παρακολουθώντας, ενώ ο παραπάνω θανών βρισκόταν στην καρότσα, την συμπεριφορά του οχήματος για την έγκαιρη αντιμετώπιση των εκ των κραδασμών κυρίως προκαλουμένων αντιδράσεων του μηχανήματος από την λειτουργία του κατά την εκφόρτωση.

Ο δεύτερος εναγόμενος κρίθηκε ένοχος του παραπάνω ατυχήματος με την με αριθμό 1555/1999 απόφαση του Τριμελούς Πλημ/κείου Κοζάνης, η οποία επικυρώθηκε με την με αριθμό 52/2003 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κοζάνης. ...... Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι το ζημιογόνο όχημα ήταν ασφαλισμένο, κατά το χρόνο του ατυχήματος, στην ενάγουσα ασφαλιστική εταιρία, γεγονός που δεν αμφισβητείται από τους εναγομένους, αφού δεν εκδόθηκε μεν ασφαλιστήριο συμβόλαιο, ωστόσο όμως, έγινε πρόταση την 17-6-1996 από τον πρώτο εναγόμενο προς την ενάγουσα για ασφάλιση αυτού για το χρονικό διάστημα από 17-6-1996 μέχρι 17-9-1996, η οποία έγινε αποδεκτή από μέρους της ενάγουσας με την αποδοχή της καταβολής ασφαλίστρου και την παράδοση του ειδικού σήματος, το οποίο ο πρώτος εναγόμενος επικόλλησε στο *μπαρμπρίζ* του οχήματος, όπως καταθέτει ο μάρτυρας ανταπόδειξης.

Στο τέλος της εν λόγω πρότασης αναγράφεται επί λέξει ο υπογραφόμενος κύριος ή κάτοχος του πιο πάνω οχήματος. .... Δηλώνω, επίσης, ότι έλαβα γνώση των όρων του εγκεκριμένου τιμολογίου αυτοκινήτων, καθώς και των ενιαίων όρων ασφάλισης αυτοκινήτων αντίτυπα των οποίων μου παραδόθηκαν..... Η εν λόγω πρόταση συνεπώς παραπέμπει στο ΦΕΚ 795 με την Κ4/585/5-4-1978 υπουργική απόφαση, ως προς τους όρους ασφαλίσεως, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και ο όρος του άρθρου 25 παρ. 6, ο οποίος ορίζει ότι αποκλείονται της ασφαλίσεως ζημίες προξενούμενες από οδηγό που δεν είχε την προβλεπόμενη από το νόμο για την κατηγορία του οχήματος το οποίο οδηγεί άδεια οδηγήσεως, πράγμα που συμβαίνει και στην προκειμένη περίπτωση, αφού όπως αποδείχθηκε ο οδηγός του οχήματος, δεύτερος εναγόμενος, δεν έφερε ανάλογη άδεια οδηγήσεως του οχήματος αυτού κατά παράβαση του άρθρου 99 ΚΟΚ, χωρίς να καλύπτεται η παράλειψη αυτής από το γεγονός ότι ο παραπάνω κατά το κρίσιμο διάστημα ήταν κάτοχος άδειας οδήγησης Ε' κατηγορίας (επαγγελματική).

Ακολούθως, όμως, αποδείχθηκε, ότι ο πρώτος εναγόμενος, ιδιοκτήτης, παραχώρησε στο δεύτερο, οδηγό την οδήγηση αυτού, ο οποίος δεν κατείχε την απαιτούμενη από το νόμο άδεια, πράγμα το οποίο γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει . Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η πρόταση για ασφάλιση του ζημιογόνου οχήματος δεν υποβλήθηκε από τον ιδιοκτήτη αυτού, πρώτο εναγόμενο, αλλά από τον πατέρα του τελευταίου ..., ο οποίος ενεργώντας ως άμεσος αντιπρόσωπός του μετέβη στο γραφείο του πράκτορα της ενάγουσας και ζήτησε την ασφάλιση του ζημιογόνου αυτοκινήτου, γνωρίζοντας στον τελευταίο ότι το όχημα αυτό δεν θα οδηγούνταν από τον ιδιοκτήτη του, ο οποίος είναι ανάπηρος στα άκρα, αλλά από τρίτο πρόσωπο και μάλιστα προσκόμισε και την άδεια του δευτέρου εναγομένου Ε' κατηγορίας, η οποία όμως δεν ίσχυε για το ένδικο όχημα.

Ο ασφαλιστικός πράκτορας συμπληρώνοντας την πρόταση, ασφάλισε το όχημα αυτό και παρέδωσε το ειδικό σήμα στον ως άνω ασφαλισμένο-αντισυμβαλλόμενό του, ο οποίος το επικόλλησε στο ζημιογόνο όχημα. Από όλα αυτά συνάγεται, ότι ο άμεσος αντιπρόσωπος του πρώτου εναγομένου (αντισυμβαλλομένου) πατέρας του γνώριζε, αφού, κατ' άρθρο 214 ΑΚ, η γνώση ή η υπαίτια άγνοια ορισμένων περιστατικών, καθώς και η επίδρασή τους στη δικαιοπραξία, κρίνονται από το πρόσωπο του αντιπροσώπου και δεν αρκεί η γνώση του αντιπροσωπευομένου, ότι η σύμβαση έχει πραγματοποιηθεί καθώς και τους όρους που περιείχε και τις υποχρεώσεις, που αναλάμβανε από αυτή, ο πρώτος εναγόμενος, ιδιοκτήτης του οχήματος-υιός του.

Οι δε ισχυρισμοί του ότι δεν το υπέγραψε το συμβόλαιο και ότι δεν εκδόθηκε συμβόλαιο, και δεν επέγραψε αυτός την σχετική πρόταση, πρέπει να απορριφθούν, καθόσον κατά τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη για την ολοκλήρωση της σύμβασης ασφάλισης αρκεί μόνο πρόταση και αποδοχή αυτής και όχι και υπογραφή του συμβολαίου από τον ασφαλιζόμενο, καθώς και ότι η έκδοση και επίδοση του ειδικού σήματος ασφάλισης αρκεί και δεν απαιτείται έκδοση συμβολαίου.

Επίσης, ο ισχυρισμός του ότι δεν έλαβε γνώση των όρων της Κ4/585/1978 ΑΥΕ πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος καθόσον εκτός του ότι δεν επιτρέπεται άγνοια των όρων αυτών, όπως αναφέρθηκε στη μείζονα σκέψη, εκδόθηκε η σχετική πρόταση ασφάλισης στην οποία γίνεται μνεία ότι *δηλώνω ότι έλαβα γνώση των όρων ... καθώς και των ενιαίων όρων ασφάλισης αυτοκινήτων (ΦΕΚ 795/8-4-1978), οι οποίοι μου επιδόθησαν* και οι οποίοι όροι περιλαμβάνουν τους όρους της Κ4 η οποία επισυνάφθηκε στην πρόταση.

Τέλος, ότι αγνοούσε, ότι δεν επιτρεπόταν να οδηγήσει κανείς το ζημιογόνο όχημα με άδεια Ε' κατηγορίας και ο ισχυρισμός του αυτός απορρίπτεται ως αβάσιμος καθόσον με την συγκεκριμένη σύμβαση ασφαλίζεται το συγκεκριμένο όχημα, η δε άδεια οδήγησης με βάση την οποία θα οδηγήσει κάποιος το συγκεκριμένο όχημα (σιλοφόρο) προβλέπεται από το νόμο και όχι από τον ασφαλιστή.

Πέραν δε όλων αυτών πρέπει να σημειωθεί σχετικά με τους παραπάνω ισχυρισμούς του πρώτου εναγομένου, ότι αμέσως μετά το ατύχημα ήτοι την 20-7-1996 αυτός ανήγγειλε το ατύχημα στην ενάγουσα ασφαλιστική εταιρία υποβάλλοντας τη σχετική αίτηση-υπεύθυνη δήλωση του ατυχήματος, καταλογίζοντας ευθύνες στον δεύτερο εναγόμενο, οδηγό, μη διαμαρτυρόμενος για όσα παραπάνω ισχυρίσθηκε.

Ενόψει όλων αυτών αποδείχθηκε ότι ο προτείνων την σύμβαση ασφάλισης άμεσος αντιπρόσωπος του πρώτου εναγομένου γνώριζε όλα τα παραπάνω καθώς και τον ειδικότερο όρο ασφάλισης της Κ4/585/1978 ΑΥΕ και, επομένως, τόσο ο τελευταίος, όσο και ο δεύτερος εναγόμενος οδηγός που οδηγούσε το ζημιογόνο όχημα, χωρίς την επιτρεπόμενη από το νόμο άδεια, ευθύνονται έναντι της ενάγουσας για τη ζημία που υπέστη από την ικανοποίηση των συγγενών του θανόντος, όπως αναφέρθηκε παραπάνω".

Μετά τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε την έφεση της αναιρεσίβλητης-ενάγουσας ασφαλιστικής εταιρίας, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση που είχε δεχθεί τα αντίθετα, και δέχθηκε την αγωγή.

ΙΙ. Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθμός 8 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, θεωρούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί, που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους, θεμελιώνουν, καταλύουν ή παρακωλύουν ουσιαστικό ή δικονομικό δικαίωμα, που ασκείται με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση (ΟλΑΠ 3/1997).

Εξάλλου, ο ανωτέρω αναιρετικός λόγος δεν μπορεί να θεμελιωθεί, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη του τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 12/1991). Στην προκείμενη περίπτωση, με το πρώτο μέρος του πρώτου λόγου της αναίρεσης οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την προαναφερόμενη πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τον ισχυρισμό τους, που είχαν προβάλει νόμιμα, ότι η εξαίρεση της σύμβασης δεν ισχύει, αφού ο πρώτος από αυτούς δεν είχε υπογράψει την πρόταση για ασφάλιση, ότι ο φερόμενος ως υπογράψας πατέρας του, δεν το ανέγνωσε, ούτε έλαβε γνώση των όρων της σύμβασης και της Κ4/585/1978 υπουργικής απόφασης.

Από τις παραδοχές, όμως, της απόφασης, όπως αυτές αναπτύσσονται παραπάνω, προκύπτει, ότι το Εφετείο εξέτασε τον ισχυρισμό των αναιρεσειόντων-εναγομένων και τον απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμο. Ο πρώτος λόγος της αναίρεσης, επομένως, κατά το πρώτο μέρος του είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

ΙΙΙ. Κατά το άρθρο 2 παρ. 1 του ν 1569/1985 "διαμεσολάβηση στις συμβάσεις ιδιωτικής ασφάλισης κλπ", όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε από το άρθρο 11 παρ. 1 του ν 2170/1993 ο ασφαλιστικός πράκτορας δεν θεωρείται αντιπρόσωπος της ασφαλιστικής επιχείρησης. Στην περίπτωση όμως που έχει χορηγηθεί σ' αυτόν η εξουσία σύναψης ασφαλιστικών συμβάσεων επ' ονόματι της ασφαλιστικής επιχείρησης, αναγορεύεται σε αντιπρόσωπο αυτής κατά την έννοια του άρθρου 211 ΑΚ και, κατά συνέπεια, τα ελαττώματα βούλησης, η γνώση ή η υπαίτια άγνοια ορισμένων περιστατικών, όπως και η επίδρασή τους επί της δικαιοπραξίας κρίνονται από το πρόσωπό του (άρθρο 214 ΑΚ).

Στην περίπτωση αυτή ο πράκτορας θεωρείται βοηθός εκπληρώσεως της ασφαλιστικής επιχείρησης, χωρίς να μπορεί η σχετική ευθύνη να αποκλειστεί συμβατικά, αφού ναι μεν δεν διατελεί υπό στενή έννοια στην υπηρεσία της ασφαλιστικής επιχείρησης, αλλά αναπτύσσει δραστηριότητα στο χώρο δράσης αυτής. Περαιτέρω, από την αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων (ΑΚ 361) προκύπτει η δυνατότητα των μερών στη σύμβαση ασφάλισης αστικής ευθύνης από ατυχήματα αυτοκινήτων να συμφωνήσουν περιπτώσεις απαλλαγής του ασφαλιστή, όπως αυτές προβλέπονται από την Κ4/585/1978 ΑΥΕ, αλλά και άλλες που μπορούν να συμφωνηθούν ως απαλλακτικές ρήτρες (όροι).

Κατά το άρθρο 11 παρ. 1 του ν 489/1976, ο ασφαλιστής δεν μπορεί να αντιτάξει στον παθόντα τρίτο ενστάσεις που απορρέουν από την ασφαλιστική σύμβαση. Όμως επιτρέπεται να συμφωνηθεί μεταξύ του ασφαλιστή και του αντισυμβαλλομένου, ότι σε τέτοια περίπτωση δικαιούται να στραφεί κατά του αντισυμβαλλομένου και του ασφαλισμένου και να αξιώσει απ' αυτούς να του καταβάλουν κάθε ποσό, που θα υποχρεωθεί να καταβάλει στον παθόντα τρίτο.

Η έγκυρη συνομολόγηση τέτοιου όρου παρέχει στον ασφαλιστή δικαίωμα αναγωγής κατά του αντισυμβαλλόμενου-ασφαλισμένου, αξιώνοντας απ' αυτόν να του καταβάλει όσα πλήρωσε στον παθόντα τρίτο. Μια από τις περιπτώσεις συμφωνίας για απαλλαγή του ασφαλιστή είναι και η προβλεπόμενη από την παράγραφο 6 του άρθρου 25 της Κ4/585/1978 ΑΥΕ, όταν η ζημιά προξενείται σε χρόνο κατά τον οποίο ο οδηγός του αυτοκινήτου δεν είχε την προβλεπόμενη για την κατηγορία του οχήματος άδεια οδήγησης.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, το δικαίωμα θεωρείται, ότι ασκείται καταχρηστικά, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου, που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε ή οι περιστάσεις που μεσολάβησαν, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνουν στην ανατροπή καταστάσεως που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο με το επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο.

Απαιτείται, δηλαδή, για να χαρακτηριστεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από τη συμπεριφορά του δικαιούχου σε συνάρτηση με εκείνη του υπόχρεου, και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Απαιτείται ακόμη οι πράξεις του υπόχρεου και η υπ' αυτού δημιουργηθείσα κατάσταση, που συνεπάγεται ιδιαιτέρως επαχθείς για τον ίδιο επιπτώσεις, να τελούν σε ουσιώδη σχέση με την προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου.

Το ζήτημα δε, αν οι συνέπειες, που συνεπάγεται η άσκηση του δικαιώματος, είναι επαχθείς για τον υπόχρεο πρέπει να αντιμετωπίζεται σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες που μπορεί να επέλθουν σε βάρος του δικαιούχου από την παρακώλυση της ικανοποίησης του δικαιώματός του (ΑΠ 1436/2009). Με το δεύτερο μέρος του πρώτου λόγου οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την ίδια πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη την ένσταση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος που είχαν νόμιμα και παραδεκτά υποβάλει με τις προτάσεις τους.

Από την επισκόπηση των προτάσεων των αναιρεσειόντων, τόσο ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, όσο και ενώπιον του εφετείου προς υπεράσπιση κατά της έφεσης, προκύπτει ότι αυτοί είχαν ισχυριστεί αφενός ότι η έλλειψη άδειας ικανότητας για το αγροτικό μηχάνημα δεν βρίσκεται σε αιτιώδη συνάφεια με το επελθόν αποτέλεσμα, και ότι το ατύχημα οφείλεται σε τυχαίο γεγονός και αφετέρου ο οδηγός αυτού κατείχε άδεια οδήγησης μεγαλύτερης κατηγορίας (Ε' επαγγελματική), είχε μεγάλη εμπειρία στην οδήγηση μεγάλων φορτηγών αυτοκινήτων, που καλύπτει την πρόθεση στην οποία απέβλεψε ο νομοθέτης, δηλαδή την αποφυγή περίπτωσης να οδηγείται το ασφαλιζόμενο όχημα από άτομο που δεν γνωρίζει οδήγηση.

Περαιτέρω, ισχυρίστηκε, ότι το είδος της αδείας του οδηγού του οχήματος το γνώριζε ο ασφαλιστικός πράκτορας της αναιρεσίβλητης ..., στον οποίο επιδείχθηκε, μετά την ερώτησή του ποιος θα το οδηγεί, δεδομένου ότι ο πρώτος από τους αναιρεσείοντες, ιδιοκτήτης του οχήματος, είναι ανάπηρος και δεν μπορεί να οδηγεί και παρόλα αυτά προέβη στην ασφάλιση του οχήματος.

Ενόψει όλων των ανωτέρω, οι αναιρεσείοντες ισχυρίστηκαν, ότι η επίκληση από την αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρία της έλλειψης και της απαλλαγής της από τις υποχρεώσεις τη σύμβασης είναι καταχρηστική. Από την προσβαλλόμενη απόφαση, οι παραδοχές της οποίας αναπτύσσονται στην αρχή της απόφασης, προκύπτει, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη την ανωτέρω ένσταση και συνεπώς, υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

Ο πρώτος λόγος της αναίρεσης, συνεπώς, κατά το δεύτερο μέρος του είναι βάσιμος.

IV. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος (παράλειψη εξέτασης της ένστασης 281 ΑΚ) και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εξέταση στο ίδιο Εφετείο Δυτικής Μακεδονίας, η συγκρότηση του οποίου από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως, είναι δυνατή. Εξάλλου, η αναιρεσίβλητη πρέπει να καταδικαστεί στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων ως ηττηθείσα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 313/2006 απόφαση του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Δυτικής Μακεδονίας, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη εταιρία στη δικαστική δαπάνη, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες (2000) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Δεκεμβρίου 2009.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Ιανουαρίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ