18/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Οκτωβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated18/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο.Ε", που επισπεύδει τη συζήτηση, στους δεύτερο, τρίτο, τέταρτο και πέμπτη αναιρεσιβλήτους, Ψ1 , Ψ2, Ψ3 και Ψ4, οι οποίοι μετά το θάνατο στις 19-12-2000 του προσθέτως υπέρ αυτής παρεμβάντος κατά την πρωτοβάθμια δίκη Χ, υπεισήλθαν στη θέση αυτού, ως καθολικοί διάδοχοί του ( κληρονόμοι). Επομένως νομίμως χωρεί η συζήτηση της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης.
Full text
Απόφαση 18 / 2008 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 18/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Φώσκολο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου - Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο και Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Οκτωβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Χ1, 2. Χ2 και 3.Χ3 , οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ηλία Παπανικολάου.
Των αναιρεσίβλητων: 1. Ομόρρυθμης Εταιρείας με την επωνυμία: "............ ΟΕ", και ήδη ομόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία: ".......... ΟΕ" που εδρεύει στο ........ και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σάββα Μαγουλά, 2. Των κληρονόμων του προσθέτως παρεμβάντος (και μεταποβιώσαντος) Χ, ήτοι των: α) Ψ1, β) Ψ2, γ) Ψ3 και δ) Ψ4, οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-3-1995 αγωγή, την από 21-3-1995 ανακοίνωση δίκης και προσεπίκληση σε πρόσθετη παρέμβαση της ήδη 1ης αναιρεσίβλητης και την από 20-4-1995 πρόσθετη παρέμβαση του προσθέτως παρεμβάντος Χ, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3085/1996, 3940/2001 προδικαστικές, 77/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6878/2004 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 8-4-2005 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Μιχαήλ Θεοχαρίδης ανέγνωσε την από 10-10-2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
ΕΠΕΙΔΗ, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 81 παρ.3, 82 και 110 παρ.2 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η κλήση για συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, που γίνεται είτε κάτω από το αντίγραφο της αίτησης αναίρεσης, είτε αυτοτελώς κατ' άρθρο 568 του ίδιου Κώδικα, πρέπει να επιδίδεται και στον έχοντα κατ' αμφοτέρους τους βαθμούς δικαιοδοσίας την ιδιότητα του προσθέτως παρεμβάντος υπέρ κάποιου από τους κύριους διαδίκους και σε περίπτωση θανάτου του στους κληρονόμους αυτού.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τις υπ' αριθμ........, ........, ......... και ....... εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών ......., αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης με πράξη προσδιορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως από την πρώτη αναιρεσίβλητη ομόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία " .........
Ο.Ε", που επισπεύδει τη συζήτηση, στους δεύτερο, τρίτο, τέταρτο και πέμπτη αναιρεσιβλήτους, Ψ1 , Ψ2, Ψ3 και Ψ4, οι οποίοι μετά το θάνατο στις 19-12-2000 του προσθέτως υπέρ αυτής παρεμβάντος κατά την πρωτοβάθμια δίκη Χ, υπεισήλθαν στη θέση αυτού, ως καθολικοί διάδοχοί του ( κληρονόμοι). Επομένως νομίμως χωρεί η συζήτηση της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης.
ΕΠΕΙΔΗ, κατά το άρθρο 82 εδ. γ' του ΚΠολΔ, αποφάσεις και δικόγραφα που επιδίδονται στους κύριους διαδίκους πρέπει να επιδίδονται και σε εκείνον που άσκησε πρόσθετη παρέμβαση. Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 81 παρ.3 του ίδιου Κώδικα, η οποία ορίζει ότι ο παρεμβαίνων καλείται στις επόμενες διαδικαστικές πράξεις από το διάδικο που επισπεύδει τη δίκη και του άρθρου 517, η οποία ορίζει ότι η έφεση απευθύνεται κατά εκείνων που ήταν διάδικοι στην πρωτόδικη δίκη ή των καθολικών διαδόχων τους, προκύπτει ότι το ένδικο μέσο της έφεσης δεν απευθύνεται κατά του προσθέτως παρεμβάντος στην πρωτόδικη δίκη, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, γιατί αυτός δεν είναι κύριος διάδικος, αλλά πρέπει να καλείται στη συζήτηση της έφεσης.
Σε περίπτωση δε που ο προσθέτως παρεμβάς απεβίωσε πρέπει να καλούνται κατά τη συζήτηση της έφεσης οι καθολικοί διάδοχοί του. Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης προκύπτουν τα ακόλουθα: Η πρώτη αναιρεσίβλητη ομόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία " ........ Ο.Ε." άσκησε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εναντίον των αναιρεσειόντων, την από 20-3-1995 αρνητική της κυριότητας του αναφερομένου σ' αυτήν ακινήτου αγωγή.
Κατά την πρωτοβάθμια δίκη που ανοίχθηκε η αναιρεσίβλητη ενάγουσα, με την από 21-3-1995 προσεπίκλησή της προσεπικάλεσε σε παρέμβαση το δικαιοπάροχό της Χ, ως δικονομικό εγγυητή αυτής, ο οποίος και άσκησε εν συνεχεία στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με το από 20-4-1995 αυτοτελές δικόγραφο, πρόσθετη υπέρ της ενάγουσας παρέμβαση.
Έπειτα από συνεκδίκαση της αγωγής, της προσεπίκλησης και της πρόσθετης παρέμβασης εκδόθηκε η 77/2003 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε, ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, η αγωγή, χωρίς το δικαστήριο εκείνο να ασχοληθεί με την προσεπίκληση και την πρόσθετη παρέμβαση. Κατά της απόφασης αυτής του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου η αναιρεσίβλητη ενάγουσα άσκησε την από 4-11-2003 έφεση, την οποία απηύθυνε κατά των αντιδίκων της στην πρωτόδικη δίκη εναγομένων, ήδη αναιρεσειόντων, και στη συζήτηση της οποίας, ενώπιον του Εφετείου Αθηνών, κάλεσε τους δεύτερο, τρίτο, τέταρτο και πέμπτο αναιρεσιβλήτους, ως καθολικούς διαδόχους (κληρονόμους) του κατά την πρωτοβάθμια δίκη προσθέτως υπέρ αυτής παρεμβάντος Χ, που είχε αποβιώσει στις 19-12-2000 και στη θέση του οποίου είχαν υπεισέλθει αυτοί κατά τη διάρκεια της πρωτόδικης δίκης.
Ενόψει αυτών, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, η έφεση της πρώτης αναιρεσίβλητης ορθά απευθύνθηκε μόνο κατά των αναιρεσειόντων, οι οποίοι ήταν αντίδικοί της στην πρωτόδικη δίκη, και όχι και κατά των καθολικών διαδόχων του προσθέτως υπέρ αυτής παρεμβάντος, ήτοι των δεύτερου, τρίτου, τέταρτου και πέμπτου αναιρεσιβλήτων.
Επομένως το Εφετείο, που έκρινε με την προσβαλλόμενη απόφασή του παραδεκτή την έφεση της πρώτης αναιρεσίβλητης και απέρριψε τον προβληθέντα από τους αναιρεσείοντες με τις προτάσεις τους ισχυρισμό περί απαραδέκτου της έφεσης ,λόγω του ότι δεν απευθύνθηκε και κατά των ως άνω καθολικών διαδόχων του προσθέτως υπέρ της αναιρεσίβλητης παρεμβάντος, δεν παρέλειψε παρά το νόμο να κηρύξει ακυρότητα ή απαράδεκτο του δικογράφου της έφεσης, ο δε πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ. 14 του Κ.Πολ.Δ. , με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
ΕΠΕΙΔΗ, κατά το άρθρο 559 αριθ.8 περ.α' ΚΠολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα κατά την έννοια της διάταξης αυτής νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ,ή αντένστασης και όχι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα, νομικά ή πραγματικά , τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων [Α.Π.
Ολ. 469/1984, Ολ. Α.Π.25/2003 και 3/1997]. Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αρ.8 εδ.α' Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, ισχυριζόμενοι ότι το Εφετείο παρά το νόμο ερεύνησε και συνεπώς έλαβε υπόψη τη σωρευόμενη στο δικόγραφο της ένδικης αγωγής αρνητική της κυριότητας αγωγή του άρθρου 1108 ΑΚ, αφού ως προς αυτήν είχε απορριφθεί πρωτοδίκως η αγωγή και δε μεταβιβάσθηκε η υπόθεση στο Εφετείο με την έφεση που άσκησε η αναιρεσίβλητη ενάγουσα κατά της υπ' αριθμ. 77/2003 απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου.
Από τα διαδικαστικά έγγραφα της υπόθεσης που υπάρχουν στη δικογραφία προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την υπ' αριθμ.3085/1996 μη οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών η ένδικη αγωγή της πρώτης αναιρεσίβλητης κρίθηκε νόμιμη μόνο ως προς τη σωρευόμενη στο δικόγραφο αυτής αρνητική της κυριότητας αγωγή, ως στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 1000, 1033,1041, 1045,1108,1192 και 1198 του ΑΚ, και με την υπ' αριθμ.77/2003 οριστική απόφαση του ίδιου πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, η οποία εκδόθηκε μετά τη διεξαγωγή των αποδείξεων που είχαν διαταχθεί με την ως άνω προδικαστική απόφασή του, απορρίφθηκε η ίδια αρνητική αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη.
Κατά της τελευταίας απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου η αναιρεσίβλητη ενάγουσα άσκησε την από 4-11-2003 έφεση, με τους λόγους της οποίας, όπως από αυτήν προκύπτει, μεταβιβάσθηκε η υπόθεση στο Εφετείο κατά το ανωτέρω κεφάλαιο της αρνητικής αγωγής που είχε απορριφθεί πρωτοδίκως.
Συνεπώς το Εφετείο, που με την προσβαλλόμενη απόφασή του ερεύνησε και δέχθηκε ως βάσιμη την ένδικη αγωγή, κατά τη βάση και το αίτημα αυτής ως αρνητικής της κυριότητας επί του επιδίκου αγωγής, δεν υπέπεσε στην από το άνω άρθρο 559 αριθ. 8 εδ.α' Κ.Π.ολ.Δ. πλημμέλεια, της παρά το νόμο λήψης υπόψη πραγμάτων που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ο δε περί του αντιθέτου υπό εξέταση λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
ΕΠΕΙΔΗ, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περίπτωση γ' του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αρκεί και η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας συγκεκριμένο μέσο απόδειξης.
Δεν γεννάται, όμως ο λόγος αυτός, αν από τη γενική μνεία ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα κατ' είδος έστω αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, σε συνδυασμό με το υπόλοιπο περιεχόμενο της απόφασης, καθίσταται βέβαιο ότι λήφθηκε υπόψη συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο που επικαλείται ο αναιρεσείων. Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ.11 περ.
γ' του ΚΠολΔ, ισχυριζόμενοι ότι το Εφετείο για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος, με βάση το οποίο έκρινε αβάσιμη την ένστασή τους περί ιδίας αυτών κυριότητας στο επίδικο ακίνητο, δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικό μέσο που αυτοί επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν και συγκεκριμένα την υπ' αριθμ. 18/1995 απόφαση του Ειρηνοδικείου Κρωπίας, με την οποία είχε απορριφθεί αίτηση των αναιρεσιβλήτων για λήψη ασφαλιστικών μέτρων νομής στο επίδικο ακίνητο.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι από την προσβαλλόμενη απόφαση και ειδικότερα από την περιεχόμενη σ' αυτήν βεβαίωση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα ανεξαιρέτως τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα, σε συνδυασμό με τις σκέψεις που αυτή περιέχει για τη στήριξη του αποδεικτικού της πορίσματος, δεν καταλείπεται καμιά απολύτως αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε με τις υπόλοιπες αποδείξεις και το παραπάνω αναφερόμενο έγγραφο.
ΕΠΕΙΔΗ, από τις διατάξεις των άρθρων 118αρ.4, 559 αριθ.1α' και 566 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι για να είναι ορισμένος ο από τη δεύτερη από αυτές ( 559 αριθ.1α') προβλεπόμενος λόγος αναιρέσεως της παραβίασης κανόνα ουσιαστικού δικαίου, πρέπει, εκτός των άλλων, να αναφέρονται στο αναιρετήριο, εφόσον το δικαστήριο εξήτασε την ουσία της υπόθεσης, με πληρότητα και σαφήνεια οι ουσιαστικές παραδοχές της απόφασης με τις οποίες εκείνο υπέπεσε, κατά τον αναιρεσείοντα, στην πλημμέλεια που συγκροτεί το λόγο αυτό αναιρέσεως, διότι διαφορετικά είναι απολύτως ανέφικτος ο ζητούμενος αναιρετικός έλεγχος.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ.19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στο αιτιολογικό που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε. (Ολ.ΑΠ24/92).
Εξάλλου για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός αναίρεσης πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο: α) οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης ή μνεία ότι αυτή στερείται παντελώς αιτιολογίας β) ο ισχυρισμός ( αγωγικός ή ένσταση κ.λ.π.) και τα περιστατικά που προτάθηκαν προς θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο παρουσιάζεται η έλλειψη, ανεπάρκεια ή αντίφαση, καθώς και η σύνδεσή του με το διατακτικό αν δεν είναι αυτονόητη ,γ) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας μνεία μόνο της ελλείψεως, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία ποιά επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη του νομικού χαρακτηρισμού και αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποιες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από πού προκύπτει (Ολ.
ΑΠ 32/96). ). Στην προκειμένη περίπτωση με τον τέταρτο λόγο της αίτησης αναίρεσης οι αναιρεσείοντες προβάλλουν κατά της προσβαλλόμενης απόφασης αιτιάσεις από το άρθρο 559 αριθ.1 και 19 του ΚΠολΔ, ισχυριζόμενοι ότι το Εφετείο, που έκρινε αβάσιμη τη νομίμως προταθείσα ένστασή τους περί καταχρηστικής ασκήσεως του ενδίκου δικαιώματος της πρώτης αναιρεσίβλητης ενάγουσας να διεκδικήσει το επίδικο ακίνητο, παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ, την οποία εφάρμοσε, κατ' αυτούς, εσφαλμένα, και στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού διέλαβε σ' αυτήν ανεπαρκείς αιτιολογίες σε σχέση με την ένσταση αυτή.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος ,ως αόριστος, και κατά τις δύο αιτιάσεις του, διότι δεν περιέχει τις σχετικές με το ως άνω ζήτημα παραδοχές του Εφετείου επί των αποδεικνυομένων ή μη πραγματικών γεγονότων.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 8-4-2005 αίτηση των Χ1, Χ2 και Χ3 για αναίρεση της υπ' αριθμ. 6878/ 2004 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της πρώτης αναιρεσίβλητης, ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία " ........... Ο.Ε.", τα οποία ορίζει σε χίλια διακόσια (1200) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 20 Νοεμβρίου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 9 Ιανουαρίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ