18/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Στέφανο Γαβρά, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καράμπελα, Εμμανουήλ Καλούδη, Χρήστο Αλεξόπουλο και Ειρήνη Αθανασίου, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Νοεμβρίου 2006, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated18/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Τυχόν επιπλέον τακτικές αποδοχές διατηρούνται ως προσωπική διαφορά, η οποία μειώνεται από τη χορήγηση επόμενου μισθολογικού κλιμακίου ή επιδόματος χρόνου υπηρεσίας μέχρι την εξαφάνισή της. Ο συνολικός χρόνος υπηρεσίας του μετατασσομένου, που έχει αναγνωριστεί από τα ΝΑΥΠΗΓΕΙΑ ΕΛΕΥΣΙΝΟΣ Α.Ε. , θεωρείται ως πραγματική υπηρεσία για θέματα υπηρεσιακής του κατάστασης (παρ. 3).
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 18 / 2007 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 18/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1΄ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Στέφανο Γαβρά, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καράμπελα, Εμμανουήλ Καλούδη, Χρήστο Αλεξόπουλο και Ειρήνη Αθανασίου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Νοεμβρίου 2006, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΑΕΡΙΟΥ (ΔΕΠΑ)", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Δημήτριο Ζερδελή, Ιωάννη Καρούζο και Ελευθέριο Τσαχάλη. Του αναιρεσίβλητου: ..... , ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σωτήριο Κατσαμπάνη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-3-2001 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 645/2002 και 571/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1810/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 18-5-2005 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ειρήνη Αθανασίου, διάβασε την από 6-11-2006 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την αναίρεση της προσβαλλόμενης αποφάσεως κατά παραδοχή ως βασίμου του τέταρτου λόγου αναιρέσεως και την απόρριψη όλων των λοιπών λόγων αναιρέσεως. Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσείουσας ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.- Επειδή, κατά το άρθρο 20 παρ.1, 2, 3 και 4 του ν. 2414/1996, επιτρέπεται η μετάταξη των εργαζομένων στα ΝΑΥΠΗΓΕΙΑ ΕΛΕΥΣΙΝΟΣ Α.Ε., ανεξαρτήτως ηλικίας αυτών, σε όλες τις υπηρεσίες και νομικά πρόσωπα των περιπτώσεων α' έως και στ΄ της παρ. 1 του άρθρου 14 του ν. 2190/1994. Η μετάταξη διενεργείται κατά παρέκκλιση των διατάξεων του άρθρου 9 του ν. 2266/1994 και δεν επιτρέπεται για όσους πληρούν τις προϋποθέσεις πρόωρης συνταξιοδότησης που ορίζονται στην παρ. 5 του άρθρου 13 του ν. 2367!1995 (παρ.1).
Η μετάταξη των ως άνω εργαζομένων διενεργείται με κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και του εποπτεύοντος την οικεία υπηρεσία, επιχείρηση, οργανισμό ή νομικό πρόσωπο Υπουργού, σε κλάδο ή ειδικότητα της εκπαιδευτικής βαθμίδας που ανήκει ο μετατασσόμενος. Οι μετατάξεις μπορεί να γίνονται και σε κλάδο συναφών τυπικών προσόντων της ίδιας εκπαιδευτικής βαθμίδας σε κενές θέσεις η και σε προσωρινές προσωποπαγείς θέσεις σε υφιστάμενο ή και σε προσωρινό κλάδο, που συνιστώνται με την περί μετατάξεως πράξη και καταργούνται αυτοδικαίως με την κατά οποιοδήποτε τρόπο αποχώρηση του μετατασσομένου (παρ.2).
Οι μετατασσόμενοι κατατάσσονται σε βαθμό ανάλογο με τα προσόντα τους και το χρόνο προϋπηρεσίας που έχει αναγνωριστεί από τα NAYΠΗΓΕΙΑ ΕΛΕΥΣΙΝΟΣ Α.Ε., και σύμφωνα με τα τυπικά προσόντα του κλάδου, στον οποίο μετατάσσονται και σε μισθολογικά κλιμάκια της οικείας κατηγορίας, ανάλογα με το συνολικό χρόνο υπηρεσίας τους.
Τυχόν επιπλέον τακτικές αποδοχές διατηρούνται ως προσωπική διαφορά, η οποία μειώνεται από τη χορήγηση επόμενου μισθολογικού κλιμακίου ή επιδόματος χρόνου υπηρεσίας μέχρι την εξαφάνισή της. Ο συνολικός χρόνος υπηρεσίας του μετατασσομένου, που έχει αναγνωριστεί από τα ΝΑΥΠΗΓΕΙΑ ΕΛΕΥΣΙΝΟΣ Α.Ε. , θεωρείται ως πραγματική υπηρεσία για θέματα υπηρεσιακής του κατάστασης (παρ. 3).
Για την κατά τα ανωτέρω μετάταξη απαιτείται αίτηση του εργαζομένου, συνοδευόμενη από πλήρη βιογραφικά στοιχεία αυτού, που θα πρέπει να υποβληθεί το βραδύτερο μέχρι 30-6-1996. Οι σχετικές αιτήσεις ικανοποιούνται κατά προτεραιότητα το αργότερο μέχρι 30-9-1996 (παρ.4).
Στη συνέχεια εκδόθηκε ο ν. 2515/1997, ο οποίος όρισε: α) Στη μεν παρ. 1 του άρθρου του 20 ότι η περίπτωση δ' της παρ. 1 του άρθρου 9 του ν. 2226/1994, που επιτρέπει μετάταξη από νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου των περιπτώσεων δ΄ , ε΄ και στ΄ της παρ. 1 του άρθρου 14 του ν. 2190/1994 σε υπουργεία ή Ν.Π.Δ.Δ. ή Ο.Τ.Α., καταργείται. β) Στη δε παρ. 3 του ίδιου άρθρου του ότι οι μεταταγέντες ή μετατασσόμενοι με βάση την καταργούμενη με την παρ. 1 διάταξη, καθώς και με βάση τις διατάξεις του άρθρου 20 του ν. 2414/1996, του v. 2436/1996 και του άρθρου 13 του ν. 2367/1995, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 18 του ν. 2446/1996, κατατάσσονται σε μισθολογικά κλιμάκια της οικείας κατηγορίας, ανάλογα με τα τυπικά τους προσόντα και το συνολικό χρόνο υπηρεσίας στο οικείο νομικό πρόσωπο.
Τυχόν επιπλέον τακτικές αποδοχές διατηρούνται ως προσωπική διαφορά, η οποία μειώνεται με οποιαδήποτε αύξηση των αποδοχών ή απολαβών από οποιαδήποτε αιτία και αν προέρχεται μέχρι πλήρους εξισώσεώς τους με τις αποδοχές και απολαβές της νέας θέσης. Ως τακτικές αποδοχές για την εφαρμογή της διάταξης αυτής θεωρούνται ο βασικός μισθός, το χρονοεπίδομα (τριετίες, πολυετίες) και η Α.Τ.Α..
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως από την προσβαλλόμενη απόφασή του προκύπτει, δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς περί πραγμάτων κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, που ενδιαφέρουν εδώ : Με σύμβαση μισθώσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, που καταρτίστηκε μεταξύ των "ΝΑΥΠΗΓΕΙΩΝ ΕΛΕΥΣΙΝΑΣ Α.Ε." και του αναιρεσιβλήτου στις 16-1-1978, ο τελευταίος προσλήφθηκε από την πρώτη επιχείρηση, που ανήκε στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, με την ειδικότητα του Ναυπηγού - Μηχανολόγου- Μηχανικού.
Με την ειδικότητα αυτήν ο αναιρεσίβλητος απασχoλήθηκε διαδοχικά, στον τομέα Προμηθειών, Γραφείο Υπεργολαβιών, ως επόπτης, στη διεύθυνση Επισκευών - Υπηρεσία Εποπτών Πλοίων στη Διεύθυνση Νέων Κατασκευών Τμήμα Σωληνουργικών - Μηχανολογικών και QUARANTEE Μηχανικός ως βοηθός Tμηματάρχη, στην Tεχνική Διεύθυνση - Τμήμα Ελασματουργών, ως Τμηματάρχης.
Από 10-4-1987 τοποθετήθηκε ως Yπoδιευθυντής στον Τομέα Ποιοτικού Ελέγχου και στη συνέχεια στον Τομέα Μελετών Σχεδιάσεων, ως Yπoδιευθυντής και πάλιν. Ο αναιρεσίβλητος, κάνοντας χρήση του δικαιώματος που του παρείχε το άρθρο 20 του Ν. 2414/1996, υπέβαλε αίτηση μετάταξης του στην αναιρεσείουσα, στην οποία και μετατάχθηκε στις 5-2-1997, δυνάμει της υπ' αριθ.
Δ13/Φ.6.49/21651/12-12-1996 Κοινής Απόφασης των Υπουργών Εσωτερικών και Ενέργειας. Κατά τον ως άνω χρόνο μετάταξης του ο αναιρεσίβλητος είχε στα "ΝΑΥΠΗΓΕΙΑ ΕΛΕΥΣΙΝΑΣ Α.Ε." 19 έτη υπηρεσίας, κατείχε θέση Υπoδιευθυντή, του είχε χορηγηθεί το δικαίωμα Β' υπογραφής και λάμβανε ως μηνιαίες αποδοχές το ποσό των 568.003 δραχμών.
Με βάση αυτές τις προϋποθέσεις ο αναιρεσίβλητoς έπρεπε να ενταχθεί στην αναιρεσείουσα στη μισθολογική κατηγορία ΔΒ κλιμάκιο Β και σε κενή θέση Yπoδιευθυντή, η οποία και υπήρχε, κατά τα διαλαμβανόμενα στην ως άνω μνημονευόμενη περί μετατάξεως του αναιρεσιβλήτου κοινή υπουργική απόφαση. Η αναιρεσείoυσα, επικαλούμενη τις Ειδικές Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας, που υπογράφηκαν μεταξύ αυτής και του "Συλλόγου Εργαζομένων στη ΔΕΠΑ", που προβλέπουν ότι ο συνολικός χρόνος υπηρεσίας εκείνων που εντάσσονται στην αναιρεσείουσα μετά την 1-1-1996 δεν μπορεί να υπερβαίνει τα 15 έτη (άρθρο 3 παρ. 3α της ΕΣΣΕ του 1997) και ότι το χρονοεπίδομα χορηγείται για κάθε συμπληρωμένο χρόνο απασχόλησης στην αναιρεσείουσα και μόνο (άρθρο 4 παρ. 4 των Ε.Σ.Σ.Ε. 1997 και 1998), τοποθέτησε τον αναιρεσίβλητο στη μισθολογική κατηγορία E' κλιμάκιο ΣΤ, δεν ενέταξε αυτόν σε υπάρχουσα κενή θέση Υποδιευθυντή και δεν του αναγνώρισε τα 19 έτη προϋπηρεσίας του στα "ΝΑΥΠΗΓΕΙΑ ΕΛΕΥΣΙΝΑΣ Α.Ε.,".
Τούτο δε ως συνέπεια είχε να περιέλθει ο αναιρεσίβλητoς σε δυσμενέστερη βαθμολογική και μισθολογική κατάσταση, σε σχέση με αυτήν που βρισκόταν μέχρι και τη μετάταξή του. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχτηκε ότι η αναιρεσείουσα έπρεπε να είχε τοποθετήσει τον αναιρεσίβλητο από το χρόνο της μετάταξης του (5-2-1997) στη μισθολογική κατηγορία ΔΒ κλιμάκιο Β, σε θέση Υποδιευθυντή και να του είχε αναγνωρίσει και τα 19 έτη προϋπηρεσίας του στα "ΝΑΥΠΗΓΕΙΑ ΕΛΕΥΣΙΝΟΣ Α.Ε.", ενώ μόνο από 1-1-2001 τον ενέταξε στη μισθολογική κατηγορία ΔΒ και το κλιμάκιο Β, χωρίς όμως και να του χορηγήσει χρονοεπίδομα με βάση τον από 19 έτη χρόνο προϋπηρεσίας του, δεχόμενο περαιτέρω, ειδικότερα, ότι η αναιρεσείoυσα από τη μετάταξη του αναιρεσιβλήτoυ (5-2-1997) όφειλε να του καταβάλλει α) το βασικό μισθό που αντιστοιχεί στη μισθολογική κατηγορία ΔΒ κλιμάκιο Β, β) για κάθε χρόνο προϋπηρεσίας του χρονοεπίδομα 2% και συνολικά για τα 19 έτη προϋπηρεσίας του (19 Χ 2%) 38% χρονοεπίδομα και γ) το επίδομα θέσης Yποδιευθυντή (110.000) δραχμές από τη μετάταξή του μέχρι και τις 31-12-2000, όπως τα ποσά αυτά προβλέπονται από τις αναφερόμενες στην προσβαλλόμενη απόφαση Ε.Σ.Σ.Ε..
Τελικά δε το Εφετείο, με βάση τις παραδοχές του, αφού απέρριψε κατ΄ ουσίαν την έφεση της αναιρεσείoυσας κατά της υπ' αριθ. 571/2003 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε γίνει κατά ένα μέρος δεκτή και ως ουσιαστικά βάσιμη η από 23-3-2001 ένδικη αγωγή του αναιρεσιβλήτου, στη συνέχεια δέχτηκε κατ' ουσίαν την έφεση του τελευταίου κατά της ίδιας αποφάσεως, εξαφάνισε την απόφαση αυτήν και ακολούθως δέχτηκε κατά ένα μέρος και ως ουσιαστικά βάσιμη την εν λόγω αγωγή.
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, του οποίου το αποδεικτικό πόρισμα εκτίθεται σαφώς: Δεν παραβίασε (με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή τους) τις διατάξεις του άρθρου 20 του ν. 2414/199ό, όπως αυτό τροποποιήθηκε με το άρθρο 20 παρ. 3 του ν. 2515/1997. Και αυτό γιατί, με βάση τις παραδοχές του, πράγματι ο αναιρεσίβλητος έπρεπε από την αρχή να καταταχθεί στην αναιρεσείουσα με το βαθμό του Υποδιευθυντή και δη στη μισθολογική κατηγορία ΔΒ κλιμάκιο Β΄, εφόσον, σύμφωνα με τις εν λόγω παραδοχές του, ο βαθμός που είχε ο αναιρεσίβλητος στα "ΝΑΥΠΗΓΕΙΑ ΕΛΕΥΣΙΝΟΣ Α.Ε." ήταν εκείνος του Υποδιευθυντή, υπήρχε αντίστοιχη κενή θέση στην αναιρεσείουσα και σ' αυτήν τη θέση κατατάχθηκε με την ως άνω κοινή υπουργική απόφαση.
Ακόμη δεν παραβίασε (με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή τους) ούτε το άρθρο 3 παρ. 5 των από 2-ό-1997, 3-9-1938, 7-9-1999 και 30-3-2000 Ε.Σ.Σ.Ε., δηλαδή των ειδικών συλλογικών συμβάσεων Εργασίας, που συνάφθηκαν μεταξύ της αναιρεσείουσας και του επιχειρησιακού σωματείου με την επωνυμία "Σύλλογος Εργαζομένων της ΔΕΠΑ", με το οποίο ορίζεται ότι για την ένταξη σε μισθολογικό κλιμάκιο "ως προϋπηρεσία αναγνωρίζεται ο χρόνος ασφάλισης σε φορέα κύριας ασφάλισης μετά την ημερομηνία του τίτλου σπουδών που απαιτείται για την ένταξη σε μισθολογική κατηγορία και υποκατηγορία.
Ο χρόνος αυτός δεν μπορεί να υπερβαίνει για όσους ενταχθούν στη ΔΕΠΑ μετά την 1-1-199ό τα δεκαπέντε (15) χρόνια". Και αυτό γιατί, με βάση τις ως άνω διατάξεις του άρθρου 20 του ν. 2414/1996, όπως αυτό τροποποιήθηκε και δη αναδρομικώς με το άρθρο 20 παρ. 3 του ν. 2515/1997, οι οποίες, ως απόλυτα ειδικές, κατισχύoυν των σχετικών κανονιστικών όρων των προαναφερόμενων Ε.Σ.Σ.Ε., ο συνολικός χρόνος υπηρεσίας του αναιρεσιβλήτου στα "ΝΑΥΠΗΓΕΙΑ ΕΛΕΥΣΙΝΟΣ Α.Ε." θεωρείται ως πραγματική υπηρεσία για θέματα υπηρεσιακής του καταστάσεως στην αναιρεσείουσα, στην οποία θα έπρεπε, ως μετατασσόμενος, να καταταχθεί σε βαθμό και σε μισθολογικά κλιμάκια της οικείας κατηγορίας, ανάλογα με τα τυπικά του προσόντα και το συνολικό χρόνο υπηρεσίας του στην ως άνω προηγούμενη εργοδότριά του.
Τέλος, το Εφετείο δεν παραβίασε (με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή τους) με την προσβαλλόμενη απόφασή του ούτε τις διατάξεις του άρθρου 20 παρ. 3 του ν. 2515/1997, αλλ΄ ούτε και το άρθρο 4 παρ. 4 των προαναφερόμενων Ε.Σ.Σ.Ε.. με το οποίο ορίζεται, αναφορικά με τη χορήγηση χρονοεπιδόματος, ότι "επί του βασικού μισθού και για κάθε συμπληρωμένο χρόνο απασχόλησης στη ΔΕΠA χορηγείται χρονοεπίδομα ως ακολούθως : 2% για κάθε έτος μέχρι ορίου 40% και επιπλέον για τα επόμενα έτη 1,5% για κάθε έτος".
Και τούτο γιατί, με βάση τις παραπάνω διατάξεις του άρθρου 20 του ν. 2414/1996 όπως αυτό τροποποιήθηκε και δη αναδρομικώς με το άρθρο 20 παρ. 3 του ν. 2515/1997, οι οποίες, ως απόλυτα ειδικές, κατισχύoυν, όπως ήδη προαναφέρθηκε, των σχετικών κανονιστικών όρων των πιο πάνω Ε.Σ.Σ.Ε.,θα έπρεπε, για να καθοριστεί το χρονοεπίδομα που δικαιούνταν ο αναιρεσίβλητος, να συνυπολογιστεί και ο συνολικός χρόνος υπηρεσίας τoυ στα "ΝΑΥΠΗΓΕΙΑ ΕΛΕΥΣΙΝΟΣ Α.Ε.", η οποία και αναφορικά με την περίπτωση αυτή θεωρούνταν, σύμφωνα με τα παραπάνω, ως πραγματική υπηρεσία του στην αναιρεσείουσα, χωρίς εντεύθεν να δημιουργείται και δη ανεπιτρέπτως άνιση μεταχείριση έναντι των λοιπών εργαζομένων στην τελευταία, αφού ο νομοθέτης με τις ως άνω για τους μετατασσόμενους ρυθμίσεις προνόησε να μη μεταβληθεί επί το δυσμενέστερο το υπηρεσιακό τους καθεστώς, υπό το οποίο παρείχαν την εργασία τους στο φορέα προέλευσής τους, και να συνοδεύσουν αυτούς στο νέο εργοδότη τους τα μισθολογικά και βαθμολογικά δικαιώματα, που μέχρι το χρόνο της μετατάξεώς τους είχαν κατακτήσει.
Θα πρέπει δε εδώ να σημειωθεί, ότι με τον πιο πάνω τρόπο υπολογισμού του χρονοεπιδόματος, που ο αναιρεσίβλητος δικαιούνταν να λάβει, αυτός δεν θα λάμβανε διπλό χρονοεπίδομα, αφού οι τακτικές αποδοχές τις οποίες θα έπρεπε να λαμβάνει, στις οποίες περιλαμβάνεται και το χρονοεπίδομα, υπολογίζονται με βάση το μισθολόγιο της αναιρεσείουσας και απλώς οι τυχόν επιπλέον τακτικές αποδοχές του αναιρεσιβλήτου διατηρούνται ως προσωπική διαφορά, η οποία μειώνεται με οποιαδήποτε αύξηση των αποδοχών ή απολαβών από οποιαδήποτε αιτία και αν προέρχεται μέχρι πλήρους εξισώσεώς τους με τις αποδοχές και απολαβές της νέας θέσεως.
Ενόψει αυτών : α) Ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση της παραβιάσεως (με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τους) του άρθρου 20 του ν. 2414/1996, όπως αυτό τροποποιήθηκε με το άρθρο 20 παρ. 3 του ν. 2515/1997, καθώς και του άρθρου 3 παρ. 5 των πιο πάνω Ε.Σ.Σ.E. και β) ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση της παραβιάσεως (με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τους) του άρθρου 20 παρ. 3 του ν. 2515/1997 και του άρθρου 4 παρ. 4 των ίδιων παραπάνω Ε.Σ.Σ.Ε., δηλαδή λόγοι αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.
Περαιτέρω, με το ένα από τα μέρη του τρίτου λόγου αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο με το να δεχτεί με την προσβαλλόμενη απόφασή του, επικoυρικώς, όπως και πράγματι δέχτηκε, ότι ακόμη και αν υπήρχε κενή θέση Υποδιευθυντή στην αναιρεσείουσα, αυτή όφειλε κατά τη διάταξη του άρθρου 20 του ν. 2414/1996 να δημιουργήσει προσωποπαγή θέση Υποδιευθυντή, η οποία θα καταργούνταν με την κατά οποιοδήποτε τρόπο αποχώρηση του μεταταγέντος αναιρεσιβλήτου, παραβίασε (με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της) τη διάταξη του άρθρου 20 παρ. 2 του ν. 2414/1996, ενώ συγχρόνως με την παραδοχή του αυτή στέρησε την εν λόγω απόφαση του, αναφορικά με την προαναφερόμενη επικουρική αιτιολογία του, από νόμιμη βάση, επειδή δεν διευκρινίζει αν κατά το χρόνο μετάταξης του αναιρεσιβλήτου είχε πράγματι συσταθεί με τη σχετική κοινή υπουργική απόφαση προσωρινή προσωποπαγής θέση Υποδιευθυντή στην αναιρεσείουσα.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως, από τους αριθμούς 1 και 19, αντίστοιχα, του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό του, ως αλυσιτελής, γιατί πλήττει αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως που εκφέρεται εκ περισσού, αφού υπάρχει κατά τα προαναφερόμενα, άλλη κύρια αιτιολογία, δηλαδή εκείνη που αναφέρεται στο ότι πράγματι υπήρχε στην αναιρεσείουσα κενή θέση Υποδιευθυντή, που στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της αποφάσεως αυτής.
2.- Επειδή ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ΄ ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, όπως είναι, σύμφωνα με το άρθρο 339 ίδιου Κώδικα, και τα έγγραφα που προσκομίζονται είτε προς άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων.
Κατά την έννοια της παραπάνω διάταξης, για την ίδρυση του λόγου αυτού αναιρέσεως αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη από το δικαστήριο της ουσίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν με επίκληση, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη του, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340, 346 και 671 ΚΠολΔ (όταν πρόκειται για εργατική διαφορά).
Ειδικότερα, κατά την αληθινή έννοια της πιο πάνω διατάξεως, που προκύπτει και από το συνδυασμό της προς τις διατάξεις των άρθρων 106, 237 παρ.1 στοιχ. β', 524 παρ. 1, 591 παρ. 1 στοιχ. β' και δ΄, 346 και 453 παρ. 1 του ίδιου Kώδικα, ως αποδείξεις που προσκομίστηκαν νοούνται εκείνες των οποίων έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση με τις προτάσεις του διαδίκου που τις προσκόμισε.
Σαφής και, ορισμένη είναι η επίκληση εγγράφου όταν είναι, ειδική και από αυτήν προκύπτει, η ταυτότητά του. Μπορεί δε να γίνει, είτε με τις προτάσεις της συζητήσεως, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, είτε με αναφορά με τις προτάσεις αυτές σε συγκεκριμένο μέρος των προτάσεων προηγούμενης συζητήσεως που προσκομίζονται, όπου γίνεται, σαφής και ορισμένη επίκληση του εγγράφου, κατ' ανάλογη εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 240 ΚΠολΔ, η οποία, παρά το ότι αναφέρεται, στον τρόπο επαναφοράς "ισχυρισμών", εν τούτοις έχει εφαρμογή και αναφορικά με την επίκληση αποδεικτικών μέσων, λόγω της ταυτότητας του νομικού λόγου (Ολ..ΑΠ 9/2000).
Στην προκειμένη περίπτωση, με το υπόλοιπο μέρος του τρίτου λόγου αναιρέσεως προβάλλεται ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του υπέπεσε στην από τον αριθμό 11 περ. γ΄ , όπως εκτιμάται, του άρθρου 559 ΚΠολΔ προβλεπόμενη πλημμέλεια, γιατί δεν έλαβε υπόψη α) το υπ' αριθ. 43357/24-9-1996 έγγραφο της αναιρεσείουσας προς το Υπουργείο Ανάπτυξης και β) το υπ' αριθ.
Δ 13/β/Φ.5.21/13787/24-10-1996 έγγραφο του Υπουργείου Ανάπτυξης προς το Υπουργείο Εσωτερικών, έγγραφα τα οποία, κατά το λόγο αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα είχε επικαλεστεί ως προσκομιζόμενα με τις προτάσεις που αυτή υπέβαλε και συγχρόνως είχε προσκομίσει κατά τη συζήτηση, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, προς ανταπόδειξη αναφορικά με το ότι κατά το χρόνο μετάταξης του αναιρεσιβλήτου δεν υπήρχε κενή οργανική θέση Yπoδιευθυντή στην αναιρεσείουσα, ενόψει του ότι και στα δύο αυτά έγγραφα αναφέρεται ως κενή οργανική θέση εκείνη του υπαλλήλου ναυπηγού-μηχανολόγου μηχανικού πανεπιστημιακής εκπαίδευσης.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, γιατί, και υπό την εκδοχή ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα προαναφερόμενα έγγραφα, από τις προτάσεις της αναιρεσείουσας, που αυτή υπέβαλε στο Εφετείο (τόσο επί της δικής της εφέσεως όσο και επί της εφέσεως του αντιδίκου της) κατά τη συζήτηση των εν λόγω εφέσεων, μετά την οποία συζήτηση εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι δεν έγινε με αυτές νόμιμη επίκληση των εν λόγω εγγράφων και συγκεκριμένα σαφής και ορισμένη επίκληση των εγγράφων αυτών.
Βέβαια στις εν λόγω προτάσεις που υπέβαλε η αναιρεσείουσα έχει γίνει απλή συρραφή των προτάσεων των προηγούμενων συζητήσεων που έγιναν στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο (Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών), από τις οποίες μόνο σε εκείνες που κατατέθηκαν κατά τη συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η προηγηθείσα υπ' αριθ. 645/2002 μη οριστική απόφαση του τελευταίου δικαστηρίου πράγματι γίνεται επίκληση των αμέσως πιο πάνω εγγράφων, χωρίς όμως τούτο να αρκεί, για να καταστήσει, σύμφωνα τα παραπάνω, νόμιμη (σαφή και ορισμένη) την επίκληση των εγγράφων και κατά τη συζήτηση που έγινε ενώπιον του Εφετείου, αφού με τις προαναφερόμενες προτάσεις ενώπιόν του δεν γίνεται ειδική αναφορά, έστω και περιληπτικώς, στο συγκεκριμένο μέρος των πιο πάνω πρωτόδικων προτάσεων της αναιρεσείουσας και δη με την έννοια της επικλήσεως και κατά τη δευτεροβάθμια δίκη των εν λόγω, φερομένων ως μη ληφθέντων υπόψη, εγγράφων, έτσι ώστε, ακόμη και στην περίπτωση κατά την οποία δεν έχουν ληφθεί υπόψη από το Εφετείο τα έγγραφα αυτά, να.
μη στοιχειοθετείται, σύμφωνα με όσα στην προτασσόμενη σκέψη διαλαμβάνονται, η από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ προβλεπόμενη πλημμέλεια, που προβάλλεται με το αμέσως πιο πάνω μέρος του τρίτου λόγου αναιρέσεως. Εξάλλου, το Εφετείο βεβαιώνει στην προσβαλλόμενη απόφασή του ότι για το σχηματισμό της κρίσεώς του ως προς το κατ ουσίαν βάσιμο της ένδικης από 23-3-2001 αγωγής του αναιρεσιβλήτου έλαβε υπόψη τις αναφερόμενες ένορκες μαρτυρικές καταθέσει, καθώς και όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, τα οποία οι διάδικοι νόμιμα προσκόμισαν με επίκληση. 'Oμως από μόνη τη βεβαίωση αυτήν του Εφετείου, το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης αποφάσεώς του και το σύνολο των αιτιολογιών αυτής, δεν καθίσταται χωρίς αμφιβολία βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις και τα έγγραφα που αναφέρονται στον τέταρτο λόγο αναιρέσεως και ειδικότερα α) την από 5-2-1997 βεβαίωση της εταιρείας "ΝΑΥΠΗΓΕΙΑ ΕΛΕΥΣΙΝΟΣ Α.Ε." και β) το από 1-10-1992 έγγραφο της ίδιας εταιρείας, από τα οποία (κατά το σχετικό λόγο αναιρέσεως) προκύπτει ό αναιρεσίβλητος δεν κατείχε θέση Υποδιευθυντή στα "ΝΑΥΠΗΓΕΙΑ ΕΛΕΥΣΙΝΟΣ Α.Ε." πριν τη μετάταξή του στην αναιρεσείουσα.
Και αυτό γιατί, ενώ η αναιρεσείουσα, όπως προκύπτει από τις προτάσεις που αυτή υπέβαλε ενώπιον του Εφετείου κατά τη συζήτηση της εφέσεως του αναιρεσιβλήτoυ (που συνεκδικάστηκε με τη δική της έφεση), με τα την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, επικαλέστηκε και προσκόμισε τα αμέσως πιο πάνω έγγραφα, (εφόσον δεν υπάρχει βεβαίωση περί του αντιθέτου στην προσβαλλόμενη απόφαση), εν τούτοις το Εφετείο δεν κάνει καμία αναφορά στα έγγραφα αυτά, παρά την αναλυτική επισκόπηση του αποδεικτικού υλικού εκ μέρους του, ενόψει, βέβαια της αντίθετης ουσιαστικής κρίσεως στην οποία κατέληξε.
Επομένως ο αμέσως πιο πάνω (τέταρτος) λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ.11 περ. γ' ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση της μη λήψεως υπόψη από το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του των ως άνω αναφερομένων δύο εγγράφων, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση .
Σύμφωνα δε με το άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, η υπόθεση πρέπει να παραπεμφθεί για περαιτέρω εκδίκαση στο δικαστήριο το οποίο εξέδωσε την εν λόγω απόφαση, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από αυτούς που την εξέδωσαν.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ΄ αριθ. 1810/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από αυτούς που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, την οποία ορίζει σε χίλια εκατό (1.100) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Δεκεμβρίου 2006. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Ιανουαρίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ