Legislator Case Law & Legislation
189/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against consumer contract judgment, upholding lower court's finding of consumer status.

Case Number 189/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellants' request to overturn the final judgment of the Athens Court of Appeal. The appellants argued they were not consumers and that the court failed to consider specific bank account documents regarding loan repayments. The court rejected these claims, noting the appellants clearly fit the legal definition of consumers and that the lower court had properly examined all submitted evidence.

Legislator headnote

AI generated

Articles 1(1) and 1(4) of Law 3587/2007; The court established that a party qualifies as a consumer if they acquire goods or services for personal use, and the lower court's finding of consumer status is binding unless proven otherwise.

Keywords

AI generated
consumer protection law legal definition of consumer bank loan contract dispute appeal against final judgment court of appeal decision

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(3) of the Code of Civil Procedure
Article 1(1) and 1(4) of Law 3587/2007
Article 559(11)(c) of the Code of Civil Procedure
Article 495(3) of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 189(1), 191(2) of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 189 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)M.K.

Αριθμός 189/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Γεώργιο Χριστοδούλου - Εισηγητή, Βασίλειο Μαχαίρα, Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη και Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 10 Μαΐου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Μ. Γ. του Ι., κατοίκου Αθηνών, 2) Εταιρείας Περιορισμένης Ευθύνης με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Γεώργιο Κοπακάκη και Κωνσταντίνο Δεληκωστόπουλο και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης ΤΡΑΠΕΖΙΚΗΣ Εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως ΚΑΘΟΛΙΚΗΣ διαδόχου της αρχικά αναιρεσιβλήτου Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "... ... και τον διακριτικό τίτλο "...", η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αικατερίνη Μητσιμπούνα που διόρισε και τον παρόντα δικηγόρο Κωνσταντίνο Μπάκα και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12/7/2016 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3692/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6382/2019 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 28/1/2020 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειόντων ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως, οι πληρεξούσιοι της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Με την κρινόμενη από 28-1-2020 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία εκδοθείσα υπ' αριθ. 6382/2019 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίο δικάζοντας την έφεση και τους πρόσθετους λόγους των αναιρεσειόντων κατά της υπ' αριθ. 3692/2017 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία είχε κάνει δεκτή την από 12-7-2016 αγωγή της αναιρεσίβλητης ερήμην των αναιρεσειόντων, έκανε δεκτή την έφεση και τους πρόσθετους λόγους των τελευταίων, εξαφάνισε την ως άνω εκκαλούμενη απόφαση και, κρατώντας και δικάζοντας την υπόθεση, έκανε δεκτή την ένδικη αγωγή ως νόμω και κατ' ουσίαν βάσιμη. Η αίτηση αυτή αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

ΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 και 4 του ν. 2251/1994 περί "προστασίας καταναλωτών", όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το ν. 3587/2007, ορίζεται: "1. Τα δικαιώματα και τα συμφέροντα των καταναλωτών τελούν υπό την προστασία του κράτους....4. Με την επιφύλαξη των ειδικών διατάξεων του παρόντος νόμου νοούνται:

α) Καταναλωτής, κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή ενώσεις προσώπων χωρίς νομική προσωπικότητα για τα οποία προορίζονται τα προϊόντα ή οι υπηρεσίες που προσφέρονται στην αγορά και τα οποία κάνουν χρήση των προϊόντων ή των υπηρεσιών αυτών, εφόσον αποτελούν τον τελικό αποδέκτη τους". Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1, 6 και 7 του ως άνω νόμου, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το ν. 3587/2007, ορίζεται: "1.

Οι όροι που έχουν διατυπωθεί εκ των προτέρων για μελλοντικές συμβάσεις (γενικοί όροι των συναλλαγών), δεν δεσμεύουν τον καταναλωτή, εάν κατά την κατάρτιση της σύμβασης τους αγνοούσε ανυπαιτίως, όπως, ιδίως, όταν ο προμηθευτής δεν του υπέδειξε την ύπαρξή τους ή του στέρησε τη δυνατότητα να λάβει πραγματική γνώση του περιεχομένου τους....6.

Γενικοί όροι συναλλαγών που έχουν ως αποτέλεσμα τη σημαντική διατάραξη της ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων σε βάρος του καταναλωτή απαγορεύονται και είναι άκυροι...7. Σε κάθε περίπτωση καταχρηστικοί είναι ιδίως οι όροι που:...ιζ) συνεπάγονται παραίτηση του καταναλωτή από τα δικαιώματά του σε περίπτωση μη εκπλήρωσης ή πλημμελούς εκπλήρωσης της παροχής του προμηθευτή, ακόμη και αν τον προμηθευτή βαρύνει πταίσμα".

Με την πιο πάνω διάταξη του άρθρου 2 του ως άνω νόμου ορίζεται ότι Γενικοί Όροι Συναλλαγών (Γ.Ο.Σ.) είναι οι όροι που έχουν διατυπωθεί εκ των προτέρων για απροσδιόριστο αριθμό μελλοντικών συμβάσεων, ενώ με τις διατάξεις των παρ. 6 και 7 αφ' ενός μεν διατυπώνεται η γενική ρήτρα απαγόρευσης της συνομολόγησης καταχρηστικών Γ.Ο.Σ., αφ' ετέρου δε παρατίθεται ένας ενδεικτικός κατάλογος ειδικών καταχρηστικών Γ.Ο.Σ., θεωρουμένων κατ' αμάχητο τεκμήριο καταχρηστικών, μεταξύ των οποίων και η ως άνω υπό στοιχείο ιζ' περίπτωση.

Οι ρυθμίσεις αυτές αποτελούν εξειδίκευση του βασικού κανόνα της διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ για την απαγόρευση καταχρηστικής άσκησης ενός δικαιώματος ή χρήσης ενός θεσμού (συμβατικής ελευθερίας) (ΑΠ 1060/2019, ΑΠ 413/2019, ΑΠ 994/2018, ΑΠ 1463/2017). Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, με βάση τα αναιρετικώς ανέλεγκτα γενόμενα απ' αυτό δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, δεν εφαρμόσει τον κανόνα δικαίου, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή, αν εφαρμόσει αυτόν, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμόσει αυτόν εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη ή μη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον κανόνα δικαίου.

Η παραβίαση δηλαδή από τη διάταξη αυτή πρέπει να προκύπτει από την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού (Ολ ΑΠ 4/2018, Ολ ΑΠ 6/2017, ΑΠ 148/2020, ΑΠ 50/2020). Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε τα ακόλουθα: "Δυνάμει της από 9-4-2009 εγγράφως συναφθείσας μεταξύ των διαδίκων σύμβασης ανάληψης υποχρέωσης έκδοσης εγγυητικής επιστολής με συμφωνημένο περιεχόμενο, προταθέν από τον πρώτο εναγόμενο (βλ.

σελ.1 της από 9-4-2009 συμβάσεως), προς την εταιρεία με την επωνυμία "...", η ενάγουσα ανέλαβε την υποχρέωση, να προβεί στην έκδοση εγγυητικής επιστολής υπέρ του πρώτου εναγομένου Μ. Γ. ισχύος μέχρι τις 9-4-2012 ποσού 1.800.000 ευρώ, απευθυνόμενη προς την ανωτέρω αλλοδαπή εταιρεία. Συγκεκριμένα, συμφώνησε η ενάγουσα, εταιρεία με την επωνυμία "... ...

Α.Ε" (εγγυήτρια), να εγγυηθεί ανέκκλητα και ανεπιφύλακτα την καταβολή και να αποζημιώσει την ανωτέρω αλλοδαπή τράπεζα υπέρ και κατά κάθε απώλειας, κόστους ή εξόδων, που υπέστη ή θα υποστεί εξαιτίας της διάθεσης παροχής πιστωτικής διευκόλυνσης στον πρώτο εναγόμενο (δικαιούχο), σύμφωνα με μια σύμβαση δανείου με ημεροχρονολογία 7-4-2009, που συνήφθη μεταξύ του πρώτου εναγομένου και της εν λόγω αλλοδαπής εταιρείας.

Στη συνέχεια, σε εκτέλεση της ανωτέρω σύμβασης η ενάγουσα εξέδωσε την υπ' αριθμ. ... εγγυητική επιστολή σε πρώτη ζήτηση λήξεως στις 9-4-2012 ποσού 1.800.000 ευρώ υπέρ του πρώτου εναγομένου με δικαιούχο την εδρεύουσα στο Λουξεμβούργο εταιρεία με την επωνυμία "..." και ήδη με την επωνυμία "...", για την εξασφάλιση των απαιτήσεών της που απορρέουν από την με ημεροχρονολογία 7-4-2009 σύμβαση δανείου, που είχε συνάψει με τον πρώτο εναγόμενο.

Η εγγυητική αυτή επιστολή παραδόθηκε αυθημερόν στην δικαιούχο ανωτέρω αλλοδαπή εταιρεία με επικυρωμένο μήνυμα σε διατραπεζική διεύθυνση SWIFT (AUTHENTICATED SWIFT MESSAGE), όπως είχε συμφωνηθεί με τον όρο 2.02 της από 9-4-2009 ανωτέρω συμβάσεως. Με τον όρο 3 της εν λόγω συμβάσεως ο πρώτος εναγόμενος ανέλαβε την υποχρέωση, να καταβάλει στην ενάγουσα προμήθεια, υπολογιζόμενη κατά τρίμηνο αδιαιρέτως επί του ποσού της εγγυητικής επιστολής από την ημέρα εκδόσεώς της μέχρι την ημέρα επιστροφής της προς 2,30% ετησίως και η οποία θα ανερχόταν τουλάχιστον στο ποσό των 41.400 ευρώ.

Με τον όρο 5.1 της ανωτέρω συμβάσεως συνομολογήθηκε, ότι σε περίπτωση κατάπτωσης της εγγυητικής επιστολής κατά οποιονδήποτε τρόπο, έστω και κατόπιν απλής αιτήσεως του "προς ον η εγγυητική επιστολή" η ενάγουσα: α) δικαιούται να καταβάλει το ποσό της εγγυητικής επιστολής χωρίς οιαδήποτε παρέμβαση, ειδοποίηση ή συνεννόηση με τον πρώτο εναγόμενο, β) δεν έχει καμία ευθύνη ή υποχρέωση, να ερευνήσει το νόμιμο και βάσιμο ή μη της αξιώσεως του προς ον η εγγυητική επιστολή (ήτοι της ανωτέρω αλλοδαπής εταιρείας), το οποίο επικαλείται κατάπτωση της εγγυητικής επιστολής, ούτε να υπεισέλθει στις συμβατικές σχέσεις μεταξύ του προς ον η εγγυητική επιστολή και του πρώτου εναγομένου και γ) δεν έχει υποχρέωση να λάβει υπ' όψιν της οποιεσδήποτε ενστάσεις ή αντιρρήσεις από οποιονδήποτε και αν προβάλλονται.

Περαιτέρω, με τον όρο 5.2 ο πρώτος εναγόμενος δήλωσε ότι "...σε περίπτωση καταπτώσεως της Εγγυητικής Επιστολής και πληρωμής της από την Τράπεζά σας (ήτοι την ενάγουσα) κατά ανωτέρω, αποδέχομαι και αναγνωρίζω ανεπιφυλάκτως από τώρα ως έγκυρη, νόμιμη και ισχυρή την πληρωμή του ποσού της Εγγυητικής Επιστολής,...

παραιτούμαι από κάθε τυχόν δικαίωμά μου να αμφισβητήσω αυτή την πληρωμή και ιδίως για το λόγο ότι η Τράπεζά σας παρέλειψε να αντιτάξει βάσιμες ενστάσεις του πρωτοφειλέτη τις οποίες γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει (859 ΑΚ) και.. διατηρώ μόνο το δικαίωμα μου να ασκήσω τα δικαιώματα που μου παρέχει ο νόμος κατά του "προς ον η Ε.Ε." (της ανωτέρω αλλοδαπής εταιρείας) ή τρίτου ο οποίος τυχόν ωφελείται χωρίς νόμιμη αιτία από την ανωτέρω πληρωμή".

Με τον όρο 6.1 ο πρώτος εναγόμενος ανέλαβε την υποχρέωση "... να καταβάλω στην Τράπεζα σας αμέσως, ύστερα από απλή πρόσκλησή σας, κάθε ποσό που η Τράπεζά σας καταβάλει ή απλώς καλείται να καταβάλει δυνάμει της Εγγυητικής Επιστολής ή από οποιαδήποτε σχετική προς την Εγγυητική Επιστολή αιτία. Σε περίπτωση καθυστερήσεως οφείλω τόκο υπερημερίας επί του ανωτέρω ποσού από την ημέρα της πληρωμής του από την Τράπεζά σας μέχρις εξοφλήσεως προς το επιτόκιο υπερημερίας που καθορίζεται στον όρο 3.1".

Η δεύτερη εναγομένη εταιρεία με την επωνυμία "...", προσυπογράφουσα την από 9-4-2009 σύμβαση και εκ τρίτου συμβαλλόμενη στην ένδικη αυτή σύμβαση ως εγγυήτρια υπέρ του πρώτου εναγομένου, με τον όρο 10.1 αυτής εγγυήθηκε ανεπιφύλακτα προς την ενάγουσα, ενεχόμενη εις ολόκληρον με τον πρώτο εναγόμενο και ως αυτοφειλέτιδα, και ανέλαβε την ευθύνη έναντι της πρώτης (ενάγουσας), να της καταβάλει αμέσως, ύστερα από απλή πρόσκλησή της, κάθε ποσό που οφείλεται στην ίδια καθ' οιονδήποτε τρόπο από τη σύμβαση έκδοσης εγγυητικής επιστολής και γενικώς εγγυήθηκε, να εκπληρώσει εμπροθέσμως και προσηκόντως όλες τις υποχρεώσεις του πρώτου εναγομένου, που απορρέουν ή θα απορρεύσουν από την εν λόγω σύμβαση, ευθυνόμενη ανεξάρτητα από το νομότυπο της υποχρέωσης που θα αναλάβει ο πρώτος εναγόμενος, ιδίως δε, ανεξάρτητα από ελαττώματα σχετικά με την εκπροσώπησή του.

Με τον όρο 10.2 της εν λόγω σύμβασης η δεύτερη εναγομένη (εγγυήτρια): α) παραιτήθηκε του δικαιώματος της διζήσεως και του να προτείνει ενστάσεις του πρώτου εναγομένου κατ' άρθρο 853ΑΚ κατά της τράπεζας, β) παραιτήθηκε του δικαιώματος, να ασκήσει τυχόν δικαιώματα από ανταγωγή, που θα έχει κατά του πρώτου εναγομένου και κατά τυχόν άλλων εγγυητών, εφόσον θα υπάρχουν ανεξόφλητες υποχρεώσεις από την ένδικη σύμβαση και γ) παραιτήθηκε από το δικαίωμα υποκαταστάσεώς της.

Τέλος, η δεύτερη εναγομένη προς εξασφάλιση των απαιτήσεων της ενάγουσας από την ανωτέρω σύμβαση, συνήνεσε στην εγγραφή προσημείωσης υποθήκης πρώτης (Α) κατά τάξη προτεραιότητας μέχρι του ποσού των 2.340.000 ευρώ επί ακινήτου ιδιοκτησίας της (όρος 10.1 της σύμβασης), η οποία και ενεγράφη, όπως εκατέρωθεν συνομολογείται (άρθρο 352 παρ.1 ΚΠολΔ).

Ακολούθησαν τροποποιήσεις του περιεχομένου της υπ' αριθμ. ... εγγυητικής επιστολής σε εκτέλεση εγγράφου κάθε φορά αιτήματος του πρώτου εναγομένου ως εξής: α) κατόπιν του από 5-4-2012 εγγράφου αιτήματος του πρώτου εναγομένου προς την ενάγουσα, η τελευταία προέβη σε ανανέωση της ανωτέρω εγγυητικής επιστολής για χρονικό διάστημα δύο (2) ετών, ήτοι μέχρι 31-3-2014, β) κατόπιν του από 28-3-2014 εγγράφου αιτήματος του πρώτου εναγομένου προς την ενάγουσα, η τελευταία προέβη σε ανανέωση της ανωτέρω εγγυητικής επιστολής για χρονικό διάστημα πέντε (5) μηνών, ήτοι μέχρι 29-8-2014, γ) κατόπιν του από 25-7-2014 εγγράφου αιτήματος του πρώτου εναγομένου προς την ενάγουσα, η τελευταία προέβη σε ανανέωση της ανωτέρω εγγυητικής επιστολής για χρονικό διάστημα δέκα (10) μηνών, ήτοι μέχρι 30-6-2015, δ) κατόπιν του από 12-5-2015 εγγράφου αιτήματος της δικαιούχου αλλοδαπής εταιρείας προς την ενάγουσα, η τελευταία προέβη σε μείωση του ποσού της εγγυητικής επιστολής στο ποσό των 1.546.000 ευρώ πλέον τόκων και ε) κατόπιν του από 30-6-2015 εγγράφου αιτήματος του πρώτου εναγομένου προς την ενάγουσα, η τελευταία προέβη σε ανανέωση της ανωτέρω εγγυητικής επιστολής για χρονικό διάστημα ενός (1) έτους, ήτοι μέχρι 30-6-2016.

Σημειωτέον ότι, σε όλες τις προαναφερόμενες αιτήσεις ανανεώσεως περιλαμβανόταν το αυτό αίτημα του πρώτου εναγομένου, ήτοι: "Όλοι οι λοιποί όροι να παραμείνουν ως έχουν". Με το από 19-8-2015 έγγραφό της η εταιρεία με την επωνυμία "..." (δικαιούχος της εγγυητικής επιστολής) υπέβαλε αίτημα περί μερικής καταπτώσεως της εγγυητικής επιστολής για το ποσό των 186.852,95 ευρώ, επικαλούμενη, ότι ο πρώτος εναγόμενος (υπέρ ου η εγγύηση) αθέτησε την πληρωμή των απορρεουσών από την μεταξύ τους σύμβαση δανείου υποχρεώσεων του και εξ αυτού του λόγου προέκυψε ληξιπρόθεσμη απαίτησή της, η οποία στις 19-8-2015 ανερχόταν στο ποσό των 186.852,95 ευρώ, αναλυόμενη σε οφειλόμενο ληξιπρόθεσμο κεφάλαιο ποσού 171.000 ευρώ και οφειλόμενους ληξιπρόθεσμους τόκους ποσού 15.852,95 ευρώ.

Η ενάγουσα σε εκτέλεση των συμβατικών υποχρεώσεών της εκ της επιδίκου συμβάσεως, αλλά και εκ της εγγυητικής επιστολής απέναντι στην δικαιούχο της εγγύησης ανωτέρω εταιρεία προέβη στις 15-10-2015 στην πληρωμή του συνολικού ποσού των (171.000 +15.852,95 ευρώ=) 186.852,95 ευρώ με χρέωση του υπ' αριθμ. 0026.0101.0300046166 λογαριασμού, που ετηρείτο στο πλαίσιο της εκδοθείσας εγγυητικής επιστολής.

Μετά την μερική αυτή κατάπτωση το ποσό της εγγυητικής επιστολής μειώθηκε κατά το ποσό των 171.000 ευρώ, περιοριζόμενη στο ποσό (1.545.600- 171.000 =) 1.374.600 ευρώ. Αν και η ενάγουσα κοινοποίησε στον πρώτο εναγόμενο την με αριθμ. πρωτ.15.10.066.5539.138 επιστολή με θέμα την μερική κατάπτωση της εγγυητικής επιστολής κατά το ποσό των 186.852,95 ευρώ και αιτήθηκε την καταβολή του (βλ.

την προσκομιζόμενη μετ' επικλήσεως από την ενάγουσα υπ' αριθμ.11392Ε/21-10-2015 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Αθηνών Α. Κ.), ο τελευταίος δεν προέβη στην καταβολή του εν λόγω ποσού, όπως όφειλε. Στη συνέχεια, με το από 18-12-2015 μεταγενέστερο έγγραφό της η εταιρεία "..." ως δικαιούχος της εγγυητικής επιστολής αιτήθηκε από την ενάγουσα την ολική κατάπτωση της εγγυητικής επιστολής για το ποσό των 1.385.022,40 ευρώ, πλέον ποσού 190,15 ευρώ ημερησίως μέχρι την πληρωμή, το οποίο αντιστοιχούσε στους συμβατικούς τόκους υπερημερίας υπολογιζόμενο με επιτόκιο ποσοστού 4,95 %, επικαλούμενη ισόποση αθέτηση πληρωμής των εκ της μεταξύ τους συμβάσεως δανείου υποχρεώσεών του, με ημεροχρονολογία αναφοράς (valeur) τις 21-12-2015, αναλυόμενη σε οφειλόμενο ληξιπρόθεσμο κεφάλαιο ποσού 1.282.500 ευρώ, οφειλόμενους ληξιπρόθεσμους συμβατικούς τόκους ποσού 4.887,75 ευρώ, οφειλόμενους ληξιπρόθεσμους συμβατικούς τόκους υπερημερίας ποσού 95.557,29 ευρώ και ληξιπρόθεσμη ποινική ρήτρα ποσού 2.077,36 ευρώ.

Η ενάγουσα όπως είχε συμβατική υποχρέωση συμμορφούμενη προς το αίτημα της ανωτέρω δικαιούχου εταιρείας προέβη στις 31-12-2015 στην πληρωμή του συνολικού ποσού των 1.386.026,60 ευρώ με χρέωση του προαναφερομένου λογαριασμού. Ακολούθως η ενάγουσα γνωστοποίησε στον πρώτο εναγόμενο την ολική κατάπτωση και την πληρωμή του ανωτέρω ποσού και ζήτησε την εξόφλησή του, πλην όμως ο τελευταίος δεν κατέβαλε το οφειλόμενο ποσό.

Περαιτέρω, ο πρώτος εναγόμενος δεν τήρησε τη συμβατική του υποχρέωση (όρος 3 της επίδικης σύμβασης) για πληρωμή των προμηθειών της εγγυητικής επιστολής του χρονικού διαστήματος από 23-4-2015 μέχρι 23-10-2015 και από την αιτία αυτή προέκυψε απαίτηση της ενάγουσας ποσού 17.630,52 ευρώ, πλέον συμβατικών τόκων υπερημερίας, ως εξής:

α) ποσό 6.313,19 ευρώ, για προμήθειες έκδοσης εγγυητικής επιστολής του τριμήνου από 24-1-2015 μέχρι 23-4-2015, ποσού 6.975 ευρώ, που κατέστησαν ληξιπρόθεσμες στις 23-4-2015, από το οποίο έχουν αφαιρεθεί καταβολές ποσών 661,78 ευρώ και 0,03 ευρώ, που ο πρώτος εναγόμενος κατέβαλε στις 23-4-2015 και στις 1-7-2015 αντίστοιχα, β) ποσό 5.990,75 ευρώ για προμήθειες έκδοσης εγγυητικής επιστολής του χρονικού διαστήματος από 24-4-2015 μέχρι 23-7-2015, που κατέστησαν ληξιπρόθεσμες στις 23-7-2015 και γ) ποσό 5.326,58 ευρώ, για προμήθειες έκδοσης εγγυητικής επιστολής του χρονικού διαστήματος από 24-7-2015 μέχρι 23-10-2015, που κατέστησαν ληξιπρόθεσμες στις 23-10-2015.

Τα ανωτέρω οφειλόμενα ποσά δεν αμφισβητούν ειδικά οι εναγόμενοι, συναγόμενης εξ αυτού του λόγου και σε συνδυασμό και προς τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία ομολογίας τους ως προς αυτά (άρθρο 261 ΚΠολΔ). Κατόπιν των ανωτέρω, οι εναγόμενοι οφείλουν να καταβάλουν στην ενάγουσα, ως πρωτοφειλέτης ο πρώτος και ως εγγυήτρια η δεύτερη, ευθυνόμενοι εις ολόκληρον έκαστος, το συνολικό ποσό των (186.852,95 +1.386.026,60+17.630,52 =) 1.590.510,07 ευρώ, το οποίο εκ προφανούς αριθμητικού λάθους ως εκ της εσφαλμένης αναγραφής του ορθού ποσού 186.852,95 ευρώ ως 186.892,95 ευρώ, έχει αναγραφεί στην αγωγή (εσφαλμένα) ως 1.590.550,07 ευρώ, με τον νόμιμο τόκο αχό την επομένη της επιδόσεως της αγωγής, ήτοι 21-7-2016, μέχρις εξοφλήσεως.

Οι ισχυρισμοί των εναγομένων, που περιλαμβάνεται στο μόνο λόγο έφεσης και στους δεύτερο και τρίτο προσθέτους λόγους έφεσης, και συγκεκριμένα ότι οι με αριθμούς 5 παρ.1 και 2 και 6 παρ.1 όροι της από 9-4-2009 επίδικης σύμβασης αποτελούν γενικούς όρους συναλλαγών κατά την έννοια του άρθρου 2 παρ.1 του ν. 2251/1994, ότι ο ίδιοι αποτελούν καταναλωτές κατά την έννοια του άρθρου 1 παρ.4 περ.

α' του ιδίου ως άνω νομοθετήματος και ότι οι εν λόγω όροι είναι καταχρηστικοί (άρθρο 281 ΑΚ) κατά την έννοια του άρθρου 2 παρ. 6 και 7 του αυτού νομοθετήματος, καθόσον, πέραν του ότι είναι προδιατυπωμένοι και οι εναγόμενοι δεν ανέγνωσαν το περιεχόμενο τους κατά την υπογραφή της επίδικης σύμβασης, αφ' ενός μεν εξυπηρετείται με αυτούς αποκλειστικά η ενάγουσα τράπεζα, που μπορεί να τους χρεώνει με οποιοδήποτε ποσό της εγγυητικής επιστολής, αφ' ετέρου δε, δεν μπορούν να αμφισβητήσουν έναντι της ενάγουσας, την ακόμη και αυθαιρέτως κατάπτωση της εγγυητικής επιστολής, είναι απορριπτέοι ως κατ' ουσίαν αβάσιμοι.

Και τούτο διότι, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στην μείζονα σκέψη της παρούσας, η συμφωνία μεταξύ των ενδιαφερομένων, ότι ο παρέχων την εγγυητική επιστολή υποχρεούται κατόπιν απλής ειδοποιήσεως του δανειστή, να καταβάλει το αναγραφόμενο σ' αυτήν ποσό, αποτελεί τον πυρήνα της σύμβασης της εγγυητικής επιστολής σε πρώτη ζήτηση και την θεμελιώδη έκφανση του αυτόνομου αναιτιώδους χαρακτήρα της, χαρακτηριστικό της οποίας είναι ότι, με αυτήν οι συναλλασσόμενοι δεν αποβλέπουν στην απόκτηση πρόσθετης φερεγγυότητας, αλλά στην άμεση καταβολή από την τράπεζα στο δανειστή του ποσού που καλύπτει η εγγυητική επιστολή, χωρίς ο τελευταίος να προσφύγει στα δικαστήρια και στη χρονοβόρα διαδικασία τους.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε, ότι οι ανωτέρω όροι δεν ήταν προδιατυπωμένοι και αποτέλεσαν αντικείμενο διαπραγμάτευσης μεταξύ των διαδίκων, επιβεβαιώνονταν μάλιστα σε κάθε μεταγενέστερη ανανέωση της εγγυητικής επιστολής, κατά τα προεκτιθέμενα, ενώ είχε επέλθει και μείωση του ποσού της εγγυητικής επιστολής, γεγονός που αποδεικνύει την ύπαρξη διαπραγμάτευσης μεταξύ των διαδίκων και μάλιστα προς όφελος των εναγομένων.

Εξάλλου, οι εναγόμενοι δεν εμπίπτουν στην έννοια του καταναλωτή, δεδομένου ότι η ένδικη σύμβαση συνήφθη προς εξυπηρέτηση επιχειρηματικών δραστηριοτήτων του πρώτου εναγομένου, ο οποίος είναι επιχειρηματίας ασχολούμενος με τον εφοπλισμό και τα ακίνητα (real estate), έτσι ώστε σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρα και λογικής, διαθέτει γνώση και εμπειρία από την ενασχόληση και την επένδυση μεγάλων χρηματικών ποσών, αφού σύμφωνα και με την ένορκη κατάθεση της μάρτυρος απόδειξης στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου, είχε συνάψει και στο παρελθόν εγγυητικές συμβάσεις με τον ίδιο τρόπο, ενώ η δεύτερη εναγομένη εταιρεία με την επωνυμία "..." εγγυήθηκε υπέρ προσώπου, που ενεργούσε στο πλαίσιο επαγγελματικής και επιχειρηματικής του δραστηριότητας...'Aλλωστε οι εναγόμενοι (πρωτοφειλέτης-εντολέας και εγγυήτρια), διατηρούν το δικαίωμά τους, να αναζητήσουν ανάλογα με τις περιστάσεις δια της δικαστικής οδού οιοδήποτε καταβληθέν ποσό από τον λαβόντα τούτο δανειστή, συνήθως σύμφωνα με τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού ..., όπου θα κριθεί αν συνέτρεχαν ή όχι οι όροι κατάπτωσης της εγγύησης.

Κατόπιν των προεκτιθεμένων, και με δεδομένο ότι στην επίδικη σύμβαση δεν τυγχάνουν εφαρμογής οι διατάξεις του ν. 2251/1994, οι προαναφερόμενοι όροι αυτής δεν είναι άκυροι ως καταχρηστικοί (άρθρο 281ΑΚ) και οι σχετικοί μόνος λόγος έφεσης, καθώς και οι δεύτερος και τρίτος πρόσθετοι λόγοι έφεσης είναι απορριπτέοι ως κατ' ουσίαν αβάσιμοι.

Περαιτέρω, ο ισχυρισμός των εναγομένων ότι η τράπεζα του Λουξεμβούργου (... ... ....) ασκούσε καταχρηστικά το δικαίωμά της ζητώντας από την ενάγουσα την πληρωμή της ένδικης εγγυητικής επιστολής ποσού 1.546.000 ευρώ, ενώ είχε εκταμιεύσει μόνο 918.734,20 ευρώ προς τον πρώτο εξ αυτών, ήτοι για ποσό μεγαλύτερο από το δανεισθέν και ότι από το ποσό των 918.734,20 ευρώ, ο πρώτος εξ αυτών έχει εμβάσει, μέσω της ενάγουσας, ποσό 426.878,90 ευρώ και ότι κατά παράβαση του άρθρου 288 ΑΚ η ενάγουσα κατέβαλε στην ανωτέρω τραπεζική εταιρεία το ανώτατο ποσό της εγγυητικής επιστολής (1.572.879,55 ευρώ), ενώ η υποχρέωση του (πρώτου εναγομένου) απέναντι στην εν λόγω τραπεζική εταιρεία διαμορφωνόταν από τις συνολικές εκροές του εισπραχθέντος δανείου στο ποσό των 918.734,20 ευρώ, πέραν της αοριστίας του, διότι δεν προσδιορίζεται ο χρόνος και τα επί μέρους ποσά του εκταμιευθέντος δανείου, καθώς επίσης και του ποσού των 426.878,90 ευρώ, δεν αποδείχθηκε από οιοδήποτε αποδεικτικό μέσο, και είναι ως εκ τούτου απορριπτέος ως κατ' ουσίαν αβάσιμος.

Συνακόλουθα, ομοίως απορριπτέος ως κατ' ουσίαν αβάσιμος και είναι και ο σχετικός πρώτος πρόσθετος λόγος εφέσεως. Με τα εκτιθέμενα στον τέταρτο πρόσθετο λόγο εφέσεως οι εναγόμενοι ισχυρίζονται και πάλι, ότι ανυπαίτια αγνοούσαν τους προαναφερθέντες 5.1 και 2, 6.1 και 10.1 τελευταία παράγραφος όρους της επίδικης σύμβασης, ότι οι εν λόγω γενικοί όροι είναι άκυροι ως καταχρηστικοί και ότι δεν είχε συμφωνηθεί ποινική ρήτρα στην συναφθείσα με την ανωτέρω αλλοδαπή τραπεζική εταιρεία δανειακή σύμβαση.

Όσον αφορά στους περιλαμβανόμενους στο πρώτο σκέλος του τέταρτου προσθέτου λόγου εφέσεως ανωτέρω ισχυρισμούς είναι απορριπτέοι ως κατ' ουσίαν αβάσιμοι, κατά τα ανωτέρω εκτιθέμενα. Όσον αφορά στο δεύτερο σκέλος του κρινόμενου προσθέτου λόγου εφέσεως, είναι απορριπτέος ως κατ' ουσίαν αβάσιμος, για το λόγο ότι, πέραν του ότι ουδόλως αποδείχθηκε η βασιμότητά του, η ενάγουσα όφειλε (όρος 5 της επίδικης σύμβασης) να καταβάλει το αναγραφόμενο στην εγγυητική επιστολή ποσό σε πρώτη ζήτηση από την ως άνω αλλοδαπή τραπεζική εταιρεία, χωρίς αντιρρήσεις και χωρίς το δικαίωμα προβολής της ενστάσεως διζήσεως, καθώς και κάθε άλλης μη προσωποπαγούς ενστάσεως του πρωτοφειλέτη (πρώτου εναγομένου).

Επομένως, είναι απορριπτέος ως κατ' ουσίαν αβάσιμος ο τέταρτος πρόσθετος λόγος εφέσεως. Σύμφωνα με τις παραπάνω σκέψεις και τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν, πρέπει να γίνει δεκτή ως βάσιμη από ουσιαστική άποψη η αγωγή της εφεσίβλητης και να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, εις ολόκληρον έκαστος, να καταβάλουν στην ενάγουσα ποσό 1.590.510,07 ευρώ, νομιμοτόκως από την επομένη της επίδοσης της αγωγής".

Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 293, 295, 361, 481 επ., 713 επ, 847 επ ΑΚ και δεν εφάρμοσε τις ως άνω διατάξεις του άρθρου 2 παρ. 1, 6 και 7 ιζ'του ν. 2251/1994 και 281 ΑΚ, τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως, αφού οι προαναφερόμενες ουσιαστικές παραδοχές του δεν πληρούσαν το πραγματικό των τελευταίων και δεν δικαιολογούσαν την εφαρμογή τους.

Ειδικότερα, το Εφετείο ορθά δέχθηκε ότι δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις για την υπαγωγή της παρούσας ατομικής περίπτωσης στο λόγο της μείζονος πρότασης του δικανικού συλλογισμού για την εφαρμογή των ως άνω διατάξεων, εφόσον κατά τις πιο πάνω παραδοχές αυτής εκτίθεται ότι οι προαναφερόμενοι όροι της ένδικης σύμβασης ανάληψης υποχρέωσης έκδοσης εγγυητικής επιστολής δεν είχαν διατυπωθεί εκ των προτέρων για μελλοντικές συμβάσεις και ως εκ τούτου δεν συνιστούσαν Γενικούς Όρους Συναλλαγών (Γ.Ο.Σ.), ενώ αποτέλεσαν αντικείμενο διαπραγμάτευσης μεταξύ των διαδίκων και μάλιστα προς όφελος των αναιρεσειόντων (εναγομένων), με συνέπεια να μην τίθεται ζήτημα εφαρμογής των εν λόγω διατάξεων του ν. 2251/1994 καθώς και της διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ.

Επομένως, είναι αβάσιμος ο από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης κατά το πρώτο σκέλος του, με τον οποίο προβάλλονται σχετικές αιτιάσεις. Περαιτέρω, οι αναιρεσείοντες με τον ίδιο λόγο αναίρεσης (πρώτο) κατά το τρίτο σκέλος του προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 α' του ΚΠολΔ με την αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως την ως άνω διάταξη του άρθρου 1 παρ. 4 α' του ν. 2251/1994, όπως αντικαταστάθηκε με το ν. 3587/2007, δεχόμενο ότι οι εναγόμενοι (αναιρεσείοντες) δεν εμπίπτουν στην έννοια του καταναλωτή, δεδομένου ότι η ένδικη σύμβαση συνήφθη προς εξυπηρέτηση επιχειρηματικών δραστηριοτήτων του πρώτου εναγομένου (πρώτου των αναιρεσειόντων).

Με το περιεχόμενο αυτό πιο πάνω λόγος αναίρεσης (πρώτος) κατά το τρίτο σκέλος του είναι αβάσιμος, καθόσον τα πιο πάνω αναφερόμενα ως προς το ζήτημα αυτό της έννοιας του καταναλωτή διατυπώθηκαν πλεοναστικά από το Εφετείο ως παραδοχές της απόφασης και προς ενίσχυση των προαναφερόμενων, αφού αρκούσαν οι πιο πάνω παραδοχές αυτού περί της μη συνδρομής στην παρούσα περίπτωση της έννοιας των Γ.Ο.Σ.

ως προς τους ένδικους όρους, αλλά και περί ύπαρξης διαπραγμάτευσης ως προς αυτούς μεταξύ των συμβαλλομένων διαδίκων. Ειδικότερα, τα πιο πάνω αναφερόμενα στην προσβαλλόμενη απόφασης ως προς την έννοια του καταναλωτή δεν ήσαν αναγκαία για τη θεμελίωση του αξιούμενου με την αγωγή δικαιώματος της αναιρεσίβλητης και τη στήριξη του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης με βάση του προταθέντες ισχυρισμούς των διαδίκων (ΑΠ 291/2018, ΑΠ 456/2018, ΑΠ 214/2015).

ΙΙΙ. Kατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη του τα νομίμως προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα είτε για άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από το διάδικο.

Δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση. Αρκεί δε γι' αυτό η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης του καθενός, εφόσον από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της απόφασης, προκύπτει αναμφίβολα η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου.

Πάντως η γενική αυτή αναφορά της λήψης υπόψη όλων των αποδείξεων, που με επίκληση προσκομίστηκαν, δεν αποκλείει την ίδρυση του πιο πάνω λόγου αναίρεσης για κάποιο αποδεικτικό μέσο, όταν από το περιεχόμενο της απόφασης δεν καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι τούτο έχει ληφθεί υπόψη. Αρκεί και μόνο η ύπαρξη αμφιβολιών για την ίδρυση του παρόντος λόγου (Ολ ΑΠ 8/2016, Ολ ΑΠ 23/2008, ΑΠ 398/2020, ΑΠ 149/2020, ΑΠ 249/2019).

Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες με τον πρώτο λόγο αναίρεσης κατά το δεύτερο σκέλος του αποδίδουν στο Εφετείο την πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11γ' ΚΠολΔ, ισχυριζόμενοι ότι το δικαστήριο, προκειμένου να σχηματίσει την αναφερθείσα κρίση του και ειδικότερα ως προς το ζήτημα αν οι ένδικοι όροι της πιο πάνω σύμβασης μεταξύ των διαδίκων αποτέλεσαν αντικείμενο διαπραγμάτευσης και αν αυτοί ήσαν προδιατυπωμένοι ή όχι, δεν έλαβε υπόψη του το πιο κάτω επικαλούμενο και νομίμως προσκομιζόμενο απ' αυτούς με τις προτάσεις τους έγγραφο, ήτοι το από 9-4-2009 ηλεκτρονικό μήνυμα (e-mail) του Α.

Π., επικεφαλής του γραφείου ... του τμήματος Private Banking της αναιρεσίβλητης, μαζί με τα συνημμένα σ' αυτό προς υπογραφή συμβατικά έγγραφα. Πλην όμως από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι σ' αυτήν γίνεται ρητή μνεία (8η σελίδα) περί λήψης υπόψη και όλων γενικά των εγγράφων που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι και εκείνων που προσκομίζονται παραδεκτά από τους εκκαλούντες (αναιρεσείοντες) ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού (Εφετείου), τα οποία λαμβάνονται υπόψη είτε προς άμεση απόδειξη, είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων.

Από τα παραπάνω, σε συνδυασμό και με το πλήρες και χωρίς αντιφάσεις και κενά περιεχόμενο αυτής (απόφασης), δεν καταλείπεται καμιά αμφιβολία, αλλά καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έλαβε υπόψη του και τα ως άνω αποδεικτικά μέσα (έγγραφα), που συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις, προκειμένου να καταλήξει στο ως άνω αποδεικτικό του πόρισμα και την παραδοχή της έφεσης των αναιρεσειόντων και ακολούθως της αγωγής της αναιρεσίβλητης.

Επομένως, είναι αβάσιμος ο πιο πάνω από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πρώτος λόγος αναίρεσης κατά το δεύτερο σκέλος του, με τον οποίο προβάλλονται σχετικές αιτιάσεις.

ΙV. Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης κατά το τέταρτο σκέλος του οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τους αριθ. 1, 14 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με την αιτίαση ότι το Εφετείο, ως προς την προβληθείσα από την αναιρεσίβλητη (ενάγουσα) επικουρική ένσταση από τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ περί καταχρηστικής επίκλησης εκ μέρους των αναιρεσειόντων (εναγομένων) της ιδιότητας του καταναλωτή, δεν αναφέρεται ρητά ούτε στην προβολή αυτής (ένστασης) ούτε στην αποδοχή της.

Περαιτέρω, οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται ότι, εφόσον η πιο πάνω αναφορά στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι ο πρώτος αυτών (αναιρεσειόντων) "είναι επιχειρηματίας ασχολούμενος με τον εφοπλισμό και τα ακίνητα (real estate), έτσι ώστε σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, διαθέτει εμπειρία από την ενασχόληση και την επένδυση μεγάλων χρηματικών ποσών..." θεωρηθεί αποδοχή της ένστασης αυτής, τότε η κρίση της αυτής είναι εσφαλμένη για τους αναφερόμενους λόγους.

Με το περιεχόμενο αυτό ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης (πρώτος) κατά το τέταρτο σκέλος του είναι αβάσιμος ως ερειδόμενος επί εσφαλμένης προϋπόθεσης, καθόσον το Εφετείο δεν αποφάνθηκε ως προς το ζήτημα της ιδιότητας των αναιρεσειόντων (εναγομένων) ως καταναλωτών και ως εκ τούτου και ως προς τη σχετική ένσταση της αναιρεσίβλητης (ενάγουσας) περί καταχρηστικής επίκλησης εκ μέρους των πρώτων της ιδιότητάς τους ως καταναλωτών.

Τούτο δε διότι το Εφετείο στήριξε την κρίση του περί μη εφαρμογής των ως άνω διατάξεων του ν. 2251/1994 στις ως άνω παραδοχές αυτού περί της μη συνδρομής στην παρούσα περίπτωση της έννοιας των Γ.Ο.Σ. ως προς τους ένδικους όρους, αλλά και περί ύπαρξης διαπραγμάτευσης ως προς αυτούς μεταξύ των συμβαλλομένων διαδίκων, η δε αναφορά αυτού (Εφετείου) περί μη υπαγωγής των αναιρεσειόντων (εναγομένων) στην έννοια του καταναλωτή είναι πλεοναστική και απλώς ενισχυτική των προηγούμενων παραδοχών του.

V. Με το δεύτερο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στο Εφετείο την πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11γ' ΚΠολΔ, ισχυριζόμενοι ότι το δικαστήριο, προκειμένου να σχηματίσει την αναφερθείσα κρίση του και ειδικότερα ως προς το ζήτημα που αφορά στο ποσό που είχε εκταμιευθεί χάριν του επιδίκου δανείου και στις εν συνεχεία καταβολές που είχαν γίνει από τον πρώτο αυτών (αναιρεσειόντων) προς εξυπηρέτηση αυτού (δανείου), δεν έλαβε υπόψη του το πιο κάτω επικαλούμενο και νομίμως προσκομιζόμενο απ' αυτούς με τις προτάσεις τους έγγραφο, ήτοι το απόσπασμα (extrait) από του υπ' αριθ. ...

λογαριασμού του πρώτου αυτών (αναιρεσειόντων) στη θυγατρική της αναιρεσίβλητης, το οποίο τους είχε παραδοθεί από την τελευταία. Πλην όμως από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι σ' αυτήν γίνεται ρητή μνεία (8η σελίδα) περί λήψης υπόψη και όλων γενικά των εγγράφων που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι και εκείνων που προσκομίζονται παραδεκτά από τους εκκαλούντες (αναιρεσείοντες) ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού (Εφετείου), τα οποία λαμβάνονται υπόψη είτε προς άμεση απόδειξη, είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων.

Από τα παραπάνω, σε συνδυασμό και με το πλήρες και χωρίς αντιφάσεις και κενά περιεχόμενο αυτής (απόφασης), δεν καταλείπεται καμιά αμφιβολία, αλλά καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έλαβε υπόψη του και το ως άνω αποδεικτικό μέσο (έγγραφο), που συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις, προκειμένου να καταλήξει στο ως άνω αποδεικτικό του πόρισμα και την παραδοχή της έφεσης των αναιρεσειόντων και ακολούθως της αγωγής της αναιρεσίβλητης.

Επομένως, είναι αβάσιμος ο πιο πάνω από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ δεύτερος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλονται σχετικές αιτιάσεις. Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, ενόψει της ήττας των αναιρεσειόντων (άρθρ. 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ).

Τέλος, τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει, κατά το σχετικό αίτημά της, να επιβληθούν σε βάρος των αναιρεσειόντων, λόγω της ήττας τους (άρθρ. 176, 183, 189 παρ.1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 28-1-2020 αίτηση των Μ. Γ. και της εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "..." για αναίρεση της υπ' αριθ. 6382/2019 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείοντες. Και

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τoυς αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα την 1η Νοεμβρίου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 4 Φεβρουαρίου 2022.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ