Legislator Case Law & Legislation
189/2020 AI generated

189/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 189/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12/6/2013 ανακοπή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Σερρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 18/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2780/2017 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 4/6/2018 αίτησή του.

Legislator headnote

AI generated

189/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Περαιτέρω, κατά το άρθρο 73 παρ. 1, 2 του ν.δ.356/1974: "1. Η προ της ενάρξεως της εκτελέσεως ανακοπή του οφειλέτου ασκείται: α) κατά της εκδοθείσης ατομικής ειδοποιήσεως, β) κατά του εκδοθέντος και μη εκτελεσθέντος εντάλματος προσωπικής κρατήσεως και γ) κατά του νομίμου τίτλου, εκδικάζεται δε υπό των καθ` ύλην αρμοδίων δικαστηρίων κατά τας διατάξεις των άρθρων 583-585 του Κώδικος Πολιτικής Δικονομίας.

Keywords

AI generated
fraud on creditors unpaid customs duties failure to keep accounts unpaid stamp duty default of taxpayer missing case documents
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 189 / 2020 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)ΑΡΙΘΜΟΣ 189/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλτάνα Κοκκοβού Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Αγγελική Τζαβάρα, Θωμά Γκατζογιάννη, Χρήστο Τζανερρίκο και Αναστασία Μουζάκη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 21 Οκτωβρίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα και εν προκειμένω από τον Προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ. ΦΑΕ Αθηνών, και ήδη από την Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων και εν προκειμένω από τον Προϊστάμενο της ως άνω Δ.Ο.Υ., που εκπροσωπήθηκε από την Ευτυχία Τσούντου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε.", και τον διακριτικό τίτλο "..." που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Δ. Β. του Ζ., 3) Ζ. Β. του Δ., 4) Δ. Β. του Ζ., 5) Α. Β., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Μιχαήλ Κράϊα με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12/6/2013 ανακοπή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Σερρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 18/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2780/2017 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 4/6/2018 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 04-06-2018 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθμ. 2780/2017 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία, αφού δίκασε κατ' αντιμωλία των διαδίκων την από 01-7-2015 έφεση του καθού η ανακοπή και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, κατά της 18/2015 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σερρών, δέχθηκε τυπικά αυτήν και την απέρριψε κατ' ουσίαν, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, που είχε απορρίψει ως απαράδεκτη την ανακοπή κατά το μέρος, που στρεφόταν κατά των ατομικών ειδοποιήσεων και, δεχόμενη τον πρώτο λόγο αυτής, διέταξε την ακύρωση των κοινοποιηθεισών στους ανακόπτοντες πράξεων ταμειακής βεβαίωσης, εκθέσεων αναγκαστικής κατάσχεσης ακίνητης περιουσίας και των κατασχετήριων εγγράφων περί επιβολής αναγκαστικής κατάσχεσης στα χέρια τρίτου. Η αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί εμπρόθεσμα και νομότυπα (αρθ. 552, 553, 556, 558, 564 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (αρθ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Κατά την έννοια του άρθρου 2 παρ. 2 ν.δ. 356/1974 (Κ.Ε.Δ.Ε.), νόμιμο τίτλο για την είσπραξη των δημοσίων εσόδων αποτελούν: α) Η βεβαίωση κατά το νόμο και ο προσδιορισμός από τις αρμόδιες διοικητικές ή άλλες αρχές του εισπρακτέου ποσού, του είδους του εσόδου και της αιτίας για την οποία αυτό οφείλεται, δηλαδή η πράξη καταλογισμού χρηματικού ποσού σε βάρος διοικουμένου με δημόσιο έγγραφο, το οποίο εκδίδεται από αρμόδια αρχή και ενσωματώνει την ατομική διοικητική πράξη, β) Τα δημόσια ή ιδιωτικά έγγραφα, από τα οποία αποδεικνύεται η οφειλή, γ) Τα δημόσια ή ιδιωτικά έγγραφα, από τα οποία πιθανολογείται η οφειλή, ως προς την ύπαρξη και το ποσό αυτής, κατά την έννοια του άρθρου 347 του ΚΠολΔ.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 73 παρ. 1, 2 του ν.δ.356/1974: "1. Η προ της ενάρξεως της εκτελέσεως ανακοπή του οφειλέτου ασκείται: α) κατά της εκδοθείσης ατομικής ειδοποιήσεως, β) κατά του εκδοθέντος και μη εκτελεσθέντος εντάλματος προσωπικής κρατήσεως και γ) κατά του νομίμου τίτλου, εκδικάζεται δε υπό των καθ` ύλην αρμοδίων δικαστηρίων κατά τας διατάξεις των άρθρων 583-585 του Κώδικος Πολιτικής Δικονομίας.

Διά ταύτης επιτρέπεται η προβολή πάσης αντιρρήσεως ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου ως και η αμφισβήτησις του κατ` ουσίαν βασίμου της απαιτήσεως του Δημοσίου, εφ` όσον ο προσδιορισμός ταύτης δεν έχει ανατεθή εις δικαστήρια ή εις διοικητικάς επιτροπάς αποφαινομένας μετά δυνάμεως δεδικασμένου. 2. Η κατά της αρξαμένης εκτελέσεως ανακοπή του οφειλέτου ασκείται ενώπιον πάντοτε του Μονομελούς Πρωτοδικείου του τόπου της εκτελέσεως και διά τους κάτωθι περιοριστικώς αναφερομένους λόγους:

α) Εάν η εκτέλεσις εχώρησε βάσει ακύρου τίτλου προς είσπραξιν. β) Εάν το χρέος απεσβέσθη διά καταβολής ή διά συμψηφισμού κατά τας διατάξεις του άρθρου 83 του παρόντος Ν. Διατάγματος ή συνεπεία διαγραφής, αποδεικνυομένων εγγράφως. γ) Εάν επιγενομένως απεσβέσθη άλλως το χρέος του οφειλέτου, της αποσβέσεως αποδεικνυομένης εγγράφως.

δ) Εάν το χρέος παρεγράφη. ε) Εάν ο διωκόμενος ως διάδοχος του υποχρέου δεν είναι ό νόμω υπόχρεως. στ) Εάν ο διωκόμενος δεν υπόκειται εις προσωπικήν κράτησιν και ζ) Εάν κατά την εκτέλεσιν εχώρησαν παραλείψεις ή ακυρότητες, τηρουμένων των εν άρθρω 75 του παρόντος Ν. Διατάγματος οριζομένων. Αμφισβήτησις άλλη περί της υπάρξεως της οφειλής προς το Δημόσιον είναι απαράδεκτος εν τη διαδικασία ταύτη".

Εξάλλου, το άρθρο 4 παρ. 1 του Κ.Ε.Δ.Ε. ορίζει: "Άμα τη βεβαιώσει ποσού τινός εις το Δημόσιον Ταμείον ως δημοσίου εσόδου ο Διευθυντής του Δημοσίου Ταμείου υποχρεούται να αποστείλει προς τον οφειλέτην ατομικήν ειδοποίησιν περιέχουσαν τα στοιχεία του οφειλέτου, το είδος και το ποσόν του χρέους, το οικονομικόν έτος εις ο ανήκει τούτο, τον αριθμόν και την χρονολογίαν του τριπλοτύπου βεβαιώσεως και την χρονολογίαν πληρωμής του χρέους ή εκάστης δόσεως εις περίπτωσιν καταβολής εις δόσεις".

Περαιτέρω στις διατάξεις των άρθρων 51-55 του Π.Δ. 16/1989 ορίζεται ότι: "Η βεβαίωση των εσόδων στις Δ.Ο.Υ. γίνεται με νόμιμους τίτλους είσπραξης, όπως αυτοί καθορίζονται από το Ν.Δ. 356/1974 "περί Κωδικός Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων" (Κ.ΕΔ.Ε.) (Φ.Ε.Κ. 90/Α) (άρθρο 51), "Δικαιολογητικά στοιχεία για την έκδοση τίτλου είσπραξης αποτελούν: 1.

Η διάταξη νόμου. 2. Οι τίτλοι βεβαίωσης που προβλέπονται από τη νομοθεσία που ισχύει. 3. Η καταλογιστική απόφαση. 4. Οι αποφάσεις ή πράξεις αρμόδιας αρχής." (άρθρο 52), "Η σύνταξη των τίτλων είσπραξης από τα αρμόδια τμήματα της Δ.Ο.Υ., η αποστολή αυτών στο Τμήμα Εσόδων, καθώς και η βεβαίωση τους, γίνεται μέσα στις προθεσμίες που ορίζονται από τις διατάξεις που ισχύουν" (άρθρο 53), "Η βεβαίωση των εσόδων του Δημοσίου ή τρίτων διακρίνεται: 1.

Σε βεβαίωση που γίνεται με βάση τίτλους είσπραξης. 2. Σε οίκοθεν βεβαίωση...." (άρθρο 54), "1 Για κάθε οικονομικό έτος και έσοδο, συντάσσονται από τις αρμόδιες Αρχές και στέλνονται στις Δ.Ο.Υ. τίτλοι είσπραξης, στους οποίους πρέπει να περιέχονται: α. Ο τίτλος της αρχής που τους συντάσσει, β. Ο αριθμός του τίτλου είσπραξης, γ.

Η αρμόδια Δ.Ο.Υ. που θα κάνει τη βεβαίωση, δ. Το επώνυμο, όνομα, πατρώνυμο, ΑΦΜ, το επάγγελμα, η ακριβής διεύθυνση του επαγγέλματος και της κατοικίας του οφειλέτη και αν πρόκειται για εταιρίες η επωνυμία τους, η έδρα τους και τα φυσικά πρόσωπα που είναι υπόχρεα με τις διευθύνσεις τους. ....ε. Το είδος του εσόδου, το οφειλόμενο ποσό αναλυμένο σε κωδικούς αριθμούς εσόδου ή εκτός προϋπολογισμού λογαριασμούς, σε ακέραιες μονάδες, στ.

Ο αριθμός των δόσεων, ζ. Οι υπογραφές του υπαλλήλου που συντάσσει αυτούς, του αρμοδίου προϊσταμένου του τμήματος και του προϊσταμένου της υπηρεσίας, η. Η υπηρεσιακή σφραγίδα....2...3. Κάθε τίτλος είσπραξης συνοδεύεται από περιληπτική κατάσταση βεβαίωσης σε τρία αντίτυπα μεταξύ των οποίων και το πρωτότυπο. ...

Στις περιληπτικές καταστάσεις πρέπει να συμπληρώνονται: α. Ο τίτλος της αρχής που τη συντάσσει, β. Ο τίτλος της Δ.Ο.Υ. που θα κάνει τη βεβαίωση, γ. Το είδος του φόρου, δ. Ο συνολικός αριθμός των οφειλετών που περιλαμβάνονται στον τίτλο είσπραξης, ε.Τα συνολικά κατά κωδικό αριθμό ή εκτός προϋπολογισμού ποσά και το γενικό σύνολο αριθμητικώς και ολογράφως, στ.

Η υπογραφή του προϊσταμένου της αρχής που τη συντάσσει και η υπηρεσιακή σφραγίδα...." (άρθρο 55).

Τέλος, στις διατάξεις των άρθρων 32, 33 και 35 του Β.Δ. 757/1969 ορίζονται τα εξής: "Η βεβαίωσις των εσόδων εις τα Δημόσια Ταμεία ενεργείται βάσει νόμιμου τίτλου, ως καθορίζεται υπό του Νόμου περί εισπράξεων εσόδων." (άρθρο 32), "1.Δι' έκαστον οικονομικόν έτος και έσοδον συντάσσονται υπό της αρμοδίας Αρχής και αποστέλλονται εις τα Δημόσια Ταμεία ίδιοι τίτλοι εισπράξεως (χρηματικοί κατάλογοι, καταστάσεις, αποφάσεις κ.λπ.) αναγράφοντες ευαναγνώστως το επώνυμον, πατρώνυμον και κύριον όνομα των οφειλετών, το επάγγελμα τούτων, την ακριβή διεύθυνσιν του επαγγέλματος και της κατοικίας αυτών, προκειμένου δε περί εταιρειών την επωνυμίαν τούτων, την έδραν και τα υπόχρεα φυσικά πρόσωπα, το εισπρακτέον κατ' οφειλέτην ποσόν, αναλυτικώς κατά κωδικόν αριθμόν εσόδου του προϋπολογισμού ή εκτός προϋπολογισμού λογαριασμόν, εν τέλει δε του τίτλου το άθροισμα των ποσών, αριθμητικώς και ολογράφως. 2.

Έκαστος τίτλος εισπράξεως συνοδεύεται υπό περιληπτικής εις τριπλούν, καταστάσεως, εμφανιζούσης εν ιδίοις στήλαις τον συνολικόν αριθμόν των φορολογουμένων των περιλαμβανομένων εις τον τίτλον εισπράξεως, το είδος του εσόδου και το συνολικόν ποσόν του τίτλου εισπράξεως, ολογράφως και αριθμητικώς.3..." (άρθρο 33), "1.

Περατουμένης της εργασίας ελέγχου των τίτλων εισπράξεως, ενεργείται η βεβαίωσις του εσόδου εις το Δημόσιον Ταμείον, το ταχύτερον και ουχί πέραν των καθοριζόμενων προθεσμιών, δια της εκδόσεως τριπλοτύπου αποδεικτικού παραλαβής εισπρακτέων εσόδων και της εγγραφής του εσόδου εις τα βιβλία εισπρακτέων εσόδων του Ταμείου κατά κωδικούς αριθμούς εσόδου ή εκτός προϋπολογισμού λογαριασμούς....2.

Εις τα κατά την προηγουμένην παράγραφο εκδιδόμενα τριπλότυπα αποδεικτικά παραλαβής εισπρακτέων εσόδων αναγράφονται: Η αποστείλασα Αρχή, το είδος και οι αριθμοί του τίτλου εισπράξεως και του πρωτοκόλλου αυτού, το είδος του εσόδου, τα ποσά κατά κωδικούς αριθμούς εσόδου, η εκτός προϋπολογισμού λογαριασμούς, το άθροισμα τούτων, ως και ο αριθμός των οφειλετών. 3.

Η χρονολογία εκδόσεως των τριπλοτύπων αποδεικτικών παραλαβής εισπρακτέων εσόδων τυγχάνει και χρονολογία βεβαιώσεως του εσόδου εις το Δημόσιον Ταμείον.. ..." (άρθρο 35). Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτουν τα εξής : Στη δίκη, που ανοίγεται με την ανακοπή του άρθρου 73 § 1 ν.δ. 356/1974 "Περί Κώδικος Εισπράξεως Δημοσίων Εσόδων" σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 583 έως 585 ΚΠολΔ , η οποία μπορεί να ασκείται τόσο κατά του νομίμου τίτλου όσο και κατά της ταμειακής βεβαίωσης, εφόσον αποτελεί και αυτή εκτελεστή διοικητική πράξη, ο μεν ανακόπτων επέχει κατ' αρχήν θέση εναγομένου, το δε καθού (Δημόσιο) θέση ενάγοντος και γι' αυτό βαρύνεται με την επίκληση και απόδειξη των γεγονότων, των οποίων το βάρος θα έφερε, αν ασκούσε το δικαίωμά του με αγωγή.

Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 2 παρ.2 του ΚΕΔΕ νόμιμο τίτλο αποτελεί η πράξη καταλογισμού χρηματικού ποσού εις βάρος διοικουμένου, που εντοπίζεται σε δημόσιο έγγραφο, το οποίο εκδίδεται από την αρμόδια αρχή και ενσωματώνει την ατομική διοικητική πράξη, από αυτόν δε (τον τίτλο), με τη συνδρομή των δημοσίων ή ιδιωτικών εγγράφων, που τον συνοδεύουν, αποδεικνύεται ή πιθανολογείται βεβαία και εκκαθαρισμένη η απαίτηση.

Στο νόμιμο τίτλο πρέπει να αναφέρεται η ακριβής νομική και πραγματική αιτία της οφειλής, ώστε, σε περίπτωση αμφισβήτησης, να είναι δυνατός ο δικαστικός έλεγχος. Τούτο δε, διότι με βάση το νόμιμο τίτλο είναι δυνατό να επισπεύδεται αναγκαστική εκτέλεση, χωρίς να έχει προηγηθεί διαγνωστική δίκη για την απαίτηση και έκδοση δικαστικής απόφασης, που θα καθιστούσε σαφείς την αιτία ή τις επιμέρους αιτίες του (φερόμενου ως) οφειλόμενου συνολικού χρέους.

Η ανάγκη αυτή καθίσταται εντονότερη, όταν ο ουσιαστικός καθορισμός του χρέους δεν έγινε από το Ελληνικό Δημόσιο ( η δράση του οποίου διέπεται από την αρχή και το τεκμήριο της νομιμότητας), αλλά από τρίτο πρόσωπο, όπως είναι ο αρχικός δανειστής (Τράπεζα), προς τον οποίο το Δημόσιο είχε παράσχει εγγύηση για την εξόφληση του τραπεζικού δανείου και στη θέση του οποίου το Δημόσιο υποκαταστάθηκε, λόγω μη εξόφλησης του δανείου από τον οφειλέτη αναλόγως δε και στην περίπτωση που το Δημόσιο ενεργεί ως εκδοχέας απαιτήσεων (ΑΠ 394/2017) .

Από τη βεβαίωση, ως νόμιμο τίτλο εισπράξεως (βεβαίωση υπό ευρεία έννοια), διακρίνεται η ταμειακή βεβαίωση (βεβαίωση υπό στενή έννοια), που είναι αναγκαία για να μπορεί να επιδιωχθεί η είσπραξη της απαιτήσεως του Δημοσίου, δηλαδή συνιστά αυτή τίτλο εκτελέσεως. Ο νόμιμος τίτλος δεν συμπίπτει με την ταμειακή βεβαίωση, πλην μεταξύ τους υφίσταται στενή αιτιακή σχέση, ώστε σε περίπτωση που η ταμειακή βεβαίωση δεν στηρίζεται σε νόμιμο τίτλο, όπως σε τίτλο στον οποίο δεν προσδιορίζεται επαρκώς το χρέος, να είναι αυτή ακυρωτέα.

Και ναι μεν στον ΚΕΔΕ δεν προβλέπεται κοινοποίηση της ταμειακής βεβαιώσεως στον οφειλέτη, ούτε επιβάλλεται να συνοδεύεται αυτή από τα έγγραφα που συγκροτούν το νόμιμο τίτλο, πλην όμως λόγω της στενής αιτιακής της σχέσεως με το νόμιμο τίτλο, αν ούτε η ταμειακή βεβαίωση της οφειλής ούτε η ατομική ειδοποίηση, που εκδίδει κατά το άρθρο 4 παρ. 1 Κ.Ε.Δ.Ε.

η αρμόδια φορολογική αρχή και κοινοποιείται επίσης στον οφειλέτη, δεν περιέχει τα καθοριζόμενα στην ως άνω διάταξη στοιχεία, προκειμένου ο οφειλέτης να λάβει επαρκή και ασφαλή γνώση για το είδος του χρέους, το ύψος του, τη χρονολογία βεβαίωσης και γενικά να κατατοπίζεται επαρκώς για την οφειλή του, τότε η έλλειψη αυτή μπορεί να οδηγήσει, κατόπιν ασκήσεως ανακοπής κατά το άρθρο 73 παρ. 1 Κ.Ε.Δ.Ε., στην ακύρωση αυτών, αλλά μόνο με τη συνδρομή των όρων και προϋποθέσεων του άρθρου 75 Κ.Ε.Δ.Ε.

σχετικά με το στοιχείο της βλάβης του οφειλέτη του Δημοσίου, δηλαδή, αν και εφόσον η έλλειψη αυτή επέφερε στον οφειλέτη αδυναμία ουσιαστικής ή δικονομικής προστασίας των δικαιωμάτων του, η οποία δύναται να επανορθωθεί μόνο με την κήρυξη της ακυρότητας της προσβαλλόμενης πράξεως, ιδίως ενόψει της υπάρξεως περισσοτέρων χρεών με διαφορετικές το καθένα συνέπειες για τον οφειλέτη.

Ωστόσο, βλάβη με την ανωτέρω έννοια δεν υφίσταται ο οφειλέτης τόσο στην περίπτωση που η επίδοση της ταμειακής βεβαιώσεως και της ατομικής ειδοποιήσεως συνοδεύεται από τα αναγκαία έγγραφα (δημόσια ή ιδιωτικά), που προσδιορίζουν επαρκώς την οφειλή, όσο και στην περίπτωση που γνωστοποιούνται αυτά στον οφειλέτη με οποιονδήποτε τρόπο, με ή χωρίς αίτησή του, αλλά πάντως πριν από τη λήξη της προθεσμίας ανακοπής κατά της εκτελέσεως, έτσι ώστε να είναι σε θέση να προβάλλει αυτός με δικονομικά παραδεκτό τρόπο τους ισχυρισμούς του κατά της οφειλής, και για το λόγο αυτό δεν αρκεί να προσκομίσει το Δημόσιο τα έγγραφα του νόμιμου τίτλου προς απόδειξη της απαιτήσεώς του κατά τη συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο (ΟλΑΠ 5/2019).

Στην προκειμένη περίπτωση οι ανακόπτοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι με τον πρώτο λόγο της ένδικης ανακοπής ζητούσαν να ακυρωθούν τα κατασχετήρια έγγραφα και εκθέσεις αναγκαστικής κατάσχεσης, καθώς και οι αναφερόμενες στην ανακοπή πράξεις ταμειακής βεβαίωσης και καταλογισμού χρηματικών ποσών, δυνάμει των οποίων βεβαιώθηκαν σε βάρος τους ποσά 4.318.126,72, 3.917.129,19 και 6.346.178,88 ευρώ, προερχόμενα από δανειακές συμβάσεις, που είχαν συνάψει με την εγγύηση του καθού η ανακοπή και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, διότι στις ανωτέρω ταμειακές βεβαιώσεις δεν περιγράφεται με πληρότητα και ακρίβεια η νομική και πραγματική αιτία της οφειλής, ούτε αναλύεται αυτή κατά κεφάλαιο, συμβατικούς τόκους, τόκους υπερημερίας, τυχόν ανατοκισμό τόκων και προσαυξήσεων καθώς και έξοδα, ενώ δεν συνοδεύονται οι προσβαλλόμενες πράξεις με συνημμένα έγγραφα σχετικά με τον υπολογισμό της οφειλής, έτσι ώστε να μην είναι σε θέση να αμυνθούν κατάλληλα και σε περίπτωση αμφισβήτησης του χρέους να μην είναι δυνατός ο δικαστικός έλεγχος και γι' αυτό πρέπει να ακυρωθούν.

Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (αρθ.561 παρ.2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι, αναφορικά με τον ανωτέρω λόγο ανακοπής, το Εφετείο δέχθηκε τα εξής: "Η πρώτη ανακόπτουσα ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "... ΑΕ (...)" έχει ως αντικείμενο δραστηριότητας τη μεταποίηση της βιομηχανικής ντομάτας και την πώληση προϊόντων βιομηχανικής τομάτας.

Ο δεύτερος από τους ανακόπτοντες είναι Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος της εταιρίας, ο τρίτος είναι μέτοχος της και οι λοιποί είναι μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου, ενώ άπαντες ενέχονται ως εγγυητές στις επίδικες δανειακές συμβάσεις, που συνήψε η πρώτη ανακόπτουσα για τη χρηματοδότηση της εμπορικής της δραστηριότητας.

Το καθ' ου η ανακοπή - εκκαλούν, Ελληνικό Δημόσιο, παρείχε υπέρ της ανωτέρω ανωνύμου εταιρίας εγγύηση για τις υφιστάμενες την 30.09.2006 οφειλές της έναντι των πιστωτριών τραπεζών της από τις δανειακές συμβάσεις και μέχρι του ποσοστού 80% αυτών και συγκεκριμένα για τις ακόλουθες οφειλές : α) ύψους 4.232.828,34 € προς την "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", με τον όρο της διατήρησης των υφισταμένων ενοχικών και εμπραγμάτων εξασφαλίσεων και της εγγραφής επιπλέον υποθήκης υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου μέχρι του ποσού των € 1.483.200,00 € επί όλων των ακινήτων ιδιοκτησίας της ...

του Δ. και του Ζ. Β., όπως ειδικότερα αυτά προσδιορίζονται στην απόφαση περί παροχής της εγγύησης, β) ύψους 4.130.711,34 € προς την "ΤΡΑΠΕΖΑ ..." με τον όρο της διατήρησης των υφισταμένων ενοχικών και εμπραγμάτων εξασφαλίσεων και της εγγραφής επιπλέον υποθήκης υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου, μέχρι του ποσού των 2.024.800,00 €, επί όλων των ακινήτων ιδιοκτησίας της ..., του Δ.

και του Ζ. Β., όπως ειδικότερα αυτά προσδιορίζονται στην απόφαση περί παροχής της εγγύησης και γ) ύψους 6.475.804,32 € προς την "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ" με τον όρο της διατήρησης των υφισταμένων ενοχικών και εμπραγμάτων εξασφαλίσεων και της εγγραφής επιπλέον υποθήκης υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου μέχρι του ποσού των 1.580.800,00 € επί των ιδίων, ως ανωτέρω, ακινήτων.

Με τις υπ' αριθμ. 11942/31.10.2012, 381/11.1.2013 και 4041/19.4.2013 ταμειακές βεβαιώσεις και τους αντίστοιχους χρηματικούς καταλόγους, βεβαιώθηκαν σε βάρος των ανακοπτόντων τα ακόλουθα ποσά : α) 4.318.126,72 ευρώ, β) 3.917.129,19 και γ) 6.346.178,88 ευρώ αντίστοιχα. Το Νοέμβριο του έτους 2012 οι ανακόπτοντες έλαβαν τις υπ' αριθ. 14795/31- 10-2012, 14796/31-10-2012, 14798/31-10-2012, 14797/31-10-2012 και 14799/31-10-2012 ατομικές ειδοποιήσεις χρεών από την ΔΟΥ Φ.Α.Ε.

Αθηνών αναφορικά με την υπ' αριθ. 11942/31-10-2012 πράξη ταμειακής βεβαίωσης της ΔΟΎ Φ.Α.Ε. Αθηνών με την οποία καταλογίστηκε σε βάρος τους το συνολικό ποσό των 4.318.126,72 € με την αιτιολογία "ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΧΚΕΕΔ" (δηλ. Κεφάλαιο Ασφαλίσεως Χρηματοδοτήσεων εκ Κεφαλαίων ή Εγγυήσεις του Ελληνικού Δημοσίου). Περί τα μέσα Ιανουαρίου του έτους 2013 οι ανακόπτοντες έλαβαν τις υπ' αριθμ. 1433/14-1-2013, 1434/14-1-2013 και 1435/14-1-2013 νέες ατομικές ειδοποιήσεις χρεών από την ΔΟΥ Φ.Α.Ε.

Αθηνών αναφορικά με την υπ' αριθ.381/11-1-2013 πράξη ταμειακής βεβαίωσης της ΔΟΥ Φ.Α.Ε. Αθηνών με την οποία καταλογίστηκε σε βάρος τους το συνολικό ποσό των € 3.917.129,19 με την αιτιολογία "ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΧΚΕΕΔ" (δηλ. Κεφάλαιο Ασφαλίσεως Χρηματοδοτήσεων εκ Κεφαλαίων ή Εγγυήσεις του Ελληνικού Δημοσίου). Μετά τις ως άνω ατομικές ειδοποιήσεις ληξιπρόθεσμων χρεών, το καθ' ου Ελληνικό Δημόσιο επέσπευσε αναγκαστική εκτέλεση σε βάρος των ανακοπτόντων προβαίνοντας συγκεκριμένα στις εξής ενέργειες: 1) Με το υπ' αριθ. 251/18-1-2013 κατασχετήριο έγγραφο επέβαλε αναγκαστική κατάσχεση εις χείρας της εδρεύουσας στις ...

Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", ως τρίτης, μέχρι του ποσού των 4.404.489,25 € επί των μισθωμάτων που οφείλει ή μέλλει να οφείλει η εν λόγω Α.Ε. προς την "..." από οποιαδήποτε μεταξύ τους σύμβαση μισθώσεως, 2) Με το υπ' αριθ. 252/18-1-2013 κατασχετήριο έγγραφο επέβαλε αναγκαστική κατάσχεση εις χείρας της Ε.

Β., ως τρίτης, μέχρι του ποσού των 4.404.489,25 €, επί των μισθωμάτων που οφείλει ή μέλλει να οφείλει η τελευταία προς την "..." από οποιαδήποτε μεταξύ τους σύμβαση μισθώσεως, 3) Με την υπ' αριθ. 574/26-4-2013 έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης ακίνητης περιουσίας της Δικαστικής Επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Σερρών Μ. Τ. η οποία επιδόθηκε στην πρώτη ανακόπτουσα (...

ΑΕ) την 29/4/2013, το Ελληνικό Δημόσιο επέβαλε αναγκαστική κατάσχεση για το ποσό των 8.447.152,27 € πλέον προσαυξήσεων, στο σύνολο της ακίνητης περιουσίας της πρώτης ανακόπτουσας, όπως αυτή περιγράφεται ειδικότερα στην κατασχετήρια έκθεση, 4) Με την υπ' αριθ. 570/24-4-2013 έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης ακίνητης περιουσίας της Δικαστικής Επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Σερρών Μ.

Τ. η οποία επιδόθηκε στον δεύτερο από τους ανακόπτοντες (Δ. Β.) την 25/4/2013, το Ελληνικό Δημόσιο επέβαλε αναγκαστική κατάσχεση για το ποσό των 8.447.152,27 € πλέον προσαυξήσεων, στο σύνολο της ακίνητης περιουσίας του δεύτερου ανακόπτοντα, όπως αυτή περιγράφεται ειδικότερα στην κατασχετήρια έκθεση, 5) Με την υπ' αριθ. 571/24-4-2013 έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης ακίνητης περιουσίας της Δικαστικής Επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Σερρών Μ.

Τ., η οποία επιδόθηκε στον τρίτο από τους ανακόπτοντες (Ζ. Β.) την 25/4/2013, το Ελληνικό Δημόσιο επέβαλε αναγκαστική κατάσχεση για το ποσό των € 8.447.152,27 πλέον προσαυξήσεων, στο σύνολο της ακίνητης περιουσίας του τρίτου ανακόπτοντα, όπως αυτή περιγράφεται ειδικότερα στην κατασχετήρια έκθεση, 6) Με την υπ' αριθ. 573/24-4-2013 έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης ακίνητης περιουσίας της Δικαστικής Επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Σερρών Μ.

Τ., η οποία επιδόθηκε στον τέταρτο από τους ανακόπτοντες (Δ. Β.) την 25/4/2013, το Ελληνικό Δημόσιο επέβαλε αναγκαστική κατάσχεση για το ποσό των 4.490.851,79 € πλέον προσαυξήσεων, στο σύνολο της ακίνητης περιουσίας του τέταρτου ανακόπτοντα, όπως αυτή περιγράφεται ειδικότερα στην κατασχετήρια έκθεση. Τέλος, περί τις αρχές Μαΐου 2013, οι ανακόπτοντες, πλην της Α.

Β., έλαβαν τις υπ' αριθ. 5877/22- 4-2013, 5878/22-4-2013, 5879/22-4-2013 και 5880/22-4-2013 ατομικές ειδοποιήσεις χρεών από την ΔΟΥ Φ.Α.Ε. Αθηνών, με τις οποίες πληροφορήθηκαν ότι με την υπ' αριθ. 4041/19-4-2013 πράξη ταμειακής βεβαίωσης της ΔΟΥ Φ.Α.Ε. Αθηνών καταλογίστηκε σε βάρος τους το συνολικό ποσό των € 6.346.178,88, με την αιτιολογία "ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΧΚΕΕΔ".

Στις ανακοπτόμενες ταμειακές βεβαιώσεις καταλογισμού των ανωτέρω ποσών μετά των συνημμένων χρηματικών καταλόγων δεν αναγράφεται η αιτία αυτών, δεν εξειδικεύονται οι συναφθείσες συμβάσεις δανείων για τις οποίες το καθ' ου Ελληνικό Δημόσιο παρείχε εγγύηση υπέρ της πρώτης ανακόπτουσας εταιρίας και κυρίως δεν εξειδικεύεται ο τρόπος υπολογισμού του συνολικού οφειλομένου ποσού κατά κεφάλαιο, νόμιμους τόκους, τόκους υπερημερίας και λοιπά έξοδα, ώστε να καθίσταται εφικτός ο έλεγχος του ύψους της οφειλής από τους ανακόπτοντες και το Δικαστήριο.

Ειδικότερα, με την αναγραφή στους συνημμένους χρηματικούς καταλόγους της αιτιολογίας "από δάνεια με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου" δεν προσδιορίζεται με σαφήνεια η αιτία της οφειλής. Η αναφορά μόνο των επιμέρους ποσών που αφορούν στο κεφάλαιο, τους συμβατικούς τόκους, τους τόκους υπερημερίας υπέρ του Δημοσίου και στα έξοδα και τις προμήθειες δεν επαρκεί για τον ακριβή προσδιορισμό της απαίτησης του καθ' ου σε βάρος των ανακοπτόντων.

Στις ανακοπτόμενες ταμειακές βεβαιώσεις δεν γίνεται αναφορά στην κίνηση των τηρηθέντων λογαριασμών, του χρονικού σημείου έναρξης της τοκοδοσίας του κεφαλαίου και ανάλυση προσδιορισμού των αιτούμενων τόκων (ήτοι ποσοστού των συμβατικών τόκων και των τόκων υπερημερίας και ανάλυση της εξέλιξης τους) ώστε να δύνανται οι ανακόπτοντες να ελέγξουν το ακριβές ύψος της οφειλής τους, το είδος αυτής και τον τρόπο υπολογισμού της.

Ούτε, άλλωστε, μέχρι το χρονικό σημείο της άσκησης της ανακοπής επιδόθηκαν στους ήδη εφεσίβλητους-ανακόπτοντες οποιαδήποτε έγγραφα σχετικά με τον προσδιορισμό των ανωτέρω οφειλών. Περαιτέρω, οι προσπάθειες των ιδίων να πληροφορηθούν από την αρμόδια ΔΟΥ ΦΑΕ Αθηνών τα ανωτέρω απαιτούμενα προσδιοριστικά της απαίτησης στοιχεία απέβησαν άκαρπες (βλέπε σχετικά την κατάθεση της μάρτυρα απόδειξης).

Παρότι, όπως ισχυρίζεται το εκκαλούν, τα ανωτέρω αναλυτικά στοιχεία προσδιορισμού της απαίτησης και η αιτία της οφειλής προκύπτουν από το σύνολο των λοιπών εγγράφων, που συνοδεύουν τις ταμειακές βεβαιώσεις (τριπλότυπη κατάσταση, έγγραφα των τραπεζών, δανειακές συμβάσεις κλπ) είναι αληθής, οι εφεσίβλητοι-ανακόπτοντες ουδέποτε πριν την άσκηση της ανακοπής, έλαβαν γνώση των επιμέρους στοιχείων των ανωτέρω οφειλών με οποιοδήποτε νόμιμο τρόπο.

Ενόψει των ανωτέρω, οι εφεσίβλητοι-ανακόπτοντες υπέστησαν δικονομική βλάβη από τη μη αναγραφή των ανωτέρω στοιχείων στις ταμειακές βεβαιώσεις, αφού δεν είχαν τη δυνατότητα να ελέγξουν το ύψος των οφειλών, τις οποίες, μάλιστα, αμφισβητούν. Η εν λόγω δικονομική τους βλάβη δεν μπορεί να καλυφθεί με άλλον τρόπο παρά με την ακύρωση των ως άνω αόριστων ταμειακών βεβαιώσεων, λαμβανομένου υπόψη ότι μετά την έκδοση των ανωτέρω βεβαιώσεων έλαβαν τις προαναφερόμενες ατομικές ειδοποιήσεις καταβολής ανωτέρω ποσών.

Επομένως, ο σχετικός λόγος της ανακοπής (πρέπει να γίνει δεκτός) και να ακυρωθούν οι υπ' αριθμ. 11942/31.10.2012, 381/11.01.2013 και 4041/19.04.2013 πράξεις ταμειακής βεβαίωσης και καταλογισμού χρηματικού ποσού της ΔΟΥ ΦΑΕ Αθηνών καθώς και οι επιβληθείσες αναγκαστικές κατασχέσεις και κατασχέσεις εις χείρας τρίτου στα πλαίσια της διοικητικής εκτέλεσης κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό της παρούσας, παρελκομένης της εξέτασης των λοιπών λόγων της ανακοπής..".

Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε το μοναδικό λόγο εφέσεως του καθού η ανακοπή και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου κατά της αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που είχε αποφανθεί ομοίως και, κατ' αποδοχή της ανακοπής των αναιρεσιβλήτων, είχε ακυρώσει τις προσβαλλόμενες ταμειακές βεβαιώσεις και συνακόλουθα τις εκθέσεις αναγκαστικής κατάσχεσης και τα κατασχετήρια έγγραφα για την επιβολή κατάσχεσης εις χείρας τρίτου.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και ειδικότερα τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 2 παρ.2 του ν.δ 356/1974 (ΚΕΔΕ), 51-55 του ΠΔ 16/1989 και 32, 33 και35 του ΒΔ 757/1969. Οι επικαλούμενες δε λοιπές διατάξεις, που φέρονται στο αναιρετήριο ως παραβιασθείσες, αφορούν την παροχή εγγύησης από το Ελληνικό Δημόσιο για τη χορήγηση δανείων και τη σχετική διαδικασία οι οποίες δεν ήταν εφαρμοστέες και δεν εφαρμόσθηκαν από το Εφετείο, καθόσον δε συνέχονται άμεσα με τη βασιμότητα του ένδικου λόγου ανακοπής.

Επομένως, ο μοναδικός λόγος της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο το αναιρεσείον, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, προσάπτει στο Εφετείο παραβίαση των ανωτέρω διατάξεων για το λόγο ότι με την παραδοχή του ότι οι ανακοπτόμενες ταμειακές βεβαιώσεις είναι αόριστες, συγχέει την έννοια του νομίμου τίτλου, που πρέπει να προσδιορίζει επακριβώς την οφειλή, με την έννοια της ταμειακής βεβαίωσης και του χρηματικού καταλόγου, στα οποία δεν απαιτείται ακριβής περιγραφή της απαίτησης, και εσφαλμένα υπολαμβάνει ότι ο νόμιμος τίτλος για εκτέλεση είναι η πράξη ταμειακής βεβαιώσεως και ο χρηματικός κατάλογος, ενώ στην προκειμένη περίπτωση ο νόμιμος τίτλος συγκροτείται από τις συναφθείσες συμβάσεις και πρόσθετες πράξεις, μαζί με τις καταστάσεις αναλυτικής κίνησης των δανείων και όλα τα συνοδευτικά έγγραφα, τα οποία οδήγησαν στη σύνταξη των χρηματικών καταλόγων από τις τράπεζες και προσδιορίζουν αναλυτικά το οφειλόμενο ποσό, είναι αβάσιμος, ενόψει του ότι το Εφετείο δέχεται ότι δεν εξειδικεύονται στις ταμειακές βεβαιώσεις οι συναφθείσες συμβάσεις δανείων για τις οποίες το αναιρεσείον παρείχε εγγύηση και κυρίως ο τρόπος υπολογισμού του συνολικού οφειλομένου ποσού κατά κεφάλαιο, νομίμους τόκους, τόκους υπερημερίας και λοιπά έξοδα, αλλά ούτε είχαν κοινοποιηθεί στους ανακόπτοντες και ήδη αναιρεσίβλητους τα έγγραφα που συγκροτούν τον ένδικο νόμιμο τίτλο, ούτε έγινε γνωστοποίηση σ` αυτούς, με άλλο νόμιμο τρόπο, των επιμέρους στοιχείων του όλου χρέους τους, πριν από την άσκηση της ανακοπής τους και για πρώτη φορά προσκομίστηκαν ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου κατά τη συζήτηση αυτής.

Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί το αναιρεσείον, ως ηττώμενο στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, κατά τα άρθρα 176, 183, 189 παρ.1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ μειωμένη όμως κατ' άρθρο 22 παρ.1ν.3693/1957, όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 04-6-2018 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 2780/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και

Καταδικάζει το αναιρεσείον στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, το ποσόν της οποίας ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.

Κρίθηκε αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Δεκεμβρίου 2019.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 19 Φεβρουαρίου 2020. Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ ΚΑΙ ΝΥΝ ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ