189/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Πέτρο Σαλίχο, Ιωάννη Φιοράκη- Εισηγητή, Παρασκευή Καλαϊτζή και Γεώργιο Παπανδρέου Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated189/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Τούτο συμβαίνει αν, για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 189 / 2019 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 189/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Πέτρο Σαλίχο, Ιωάννη Φιοράκη- Εισηγητή, Παρασκευή Καλαϊτζή και Γεώργιο Παπανδρέου Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 10η Οκτωβρίου 2018 με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων:1.Β. Τ. του Ν., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Κυριάκο Παραβάντη, 2.Χ. χήρας Η. Τ., 3.Φ. Τ. του Η., 4.Ν. Τ. του Η., κατοίκων ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν.
Των αναιρεσίβλητων: 1. Ι. Κ. του Δ., κατοίκου ..., 2. Α. Φ. του Δ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Νικόλαο Τσούτσουρα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-5-2005 αγωγή των αρχικώς εναγόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:3479/2007 και 881/2012 μη οριστική, 3559/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 1677/2017 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 5-9-2017 αίτησή τους και τους από 5-9-2018 πρόσθετους λόγους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του παρόντος αναιρεσείοντος ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι, ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων να απορριφθούν, καθένας δε να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κάποιος δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Αρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιός επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος η υπόθεση συζητείται ως να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολειπόμενος ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος διάδικος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί, διαφορετικά κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τις με επίκληση προσκομιζόμενες υπ' αριθ. ...8/9-5-2018, ...9/9-5-2018, ...5/7-9-2018 και ...7/7-9-2018 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή Αθηνών Σ. Τ., τη συζήτηση της υπόθεσης για την αναγραφόμενη στην αρχή της απόφασης δικάσιμο επισπεύδουν οι αναιρεσείοντες. Κατά την προαναφερθείσα δικάσιμο οι δεύτερη, τρίτη και τέταρτος εξ αυτών δεν εμφανίσθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο και δεν έλαβαν μέρος στη συζήτηση, πλην όμως, κατά τα προεκτεθέντα, πρέπει να δικασθούν ως να ήταν παρόντες και να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία τους.
Η υπό κρίση από 5-9-2017 αίτηση αναίρεσης και ο από 5-9-2018 πρόσθετος λόγος της κατά της υπ' αριθ. 1677/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών έχουν ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 495, 552 επ. και 569 ΚΠολΔ. Επομένως τόσο η αναίρεση, όσο και ο πρόσθετος λόγος της, που αφορά τα ίδια κεφάλαια της προσβαλλόμενης απόφασης, είναι παραδεκτοί και πρέπει να συνεκδικασθούν και να ερευνηθούν ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους.
Από τις διατάξεις των άρθρων 1041, 1042 και 1045 ΑΚ προκύπτει ότι, για την κτήση της κυριότητας ακινήτου, με τακτική χρησικτησία, απαιτείται άσκηση νομής με καλή πίστη και νόμιμο ή νομιζόμενο τίτλο για μια δεκαετία, ενώ με έκτακτη χρησικτησία, απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, με τη δυνατότητα, και στις δύο περιπτώσεις, εκείνου που απέκτησε τη νομή αυτού με καθολική ή με ειδική διαδοχή να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του.
Ειδικότερα κατά την έννοια της διάταξης 1041 ΑΚ νόμιμος τίτλος είναι κάθε νομικό γεγονός, προσποριστικό κυριότητας κατά πρωτότυπο ή παράγωγο τρόπο. Στη δεύτερη περίπτωση για τη συγκρότηση του νόμιμου τίτλου αρκούν τα περιστατικά που συνιστούν μεταβίβαση κυριότητας, χωρίς να απαιτείται και ύπαρξη κυριότητας του μεταβιβάζοντα, η οποία χρειάζεται μόνο για την παράγωγο κτήση, διότι με τη χρησικτησία ο νόμος αποβλέπει ακριβώς στην αναπλήρωση του ελλείποντος στοιχείου της κυριότητας του δικαιοπαρόχου. `Ετσι νόμιμος τίτλος προς απόκτηση κυριότητας ακινήτου με τακτική χρησικτησία είναι και το μεταβιβαστικό της κυριότητας για νόμιμη αιτία συμβολαιογραφικό έγγραφο, που έχει νομίμως μεταγραφεί, και το οποίο παρουσιάζει εξωτερικά τους όρους του έγκυρου τίτλου, τυχόν δε ελαττώματα, κείμενα εκτός αυτού, όπως και η έλλειψη κυριότητας στο πρόσωπο του μεταβιβάζοντος, καλύπτονται από τη χρησικτησία, αν συντρέχουν και οι λοιποί όροι αυτής, μεταξύ δε αυτών και η καλή πίστη, ήτοι η πεποίθηση του νομέα, μη οφειλόμενη σε βαριά αμέλειά του, πως με τον τίτλο απέκτησε την κυριότητα, η οποία πεποίθηση πρέπει να υπάρχει κατά την κτήση της νομής (ΑΠ 1192/2014).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Τούτο συμβαίνει αν, για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται εν όψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήσαν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στη έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.
Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν εφαρμόσθηκε ορθώς ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση αυτών και στην αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις (ΟλΑΠ 24/1992).
Οι παραπάνω από τις διατάξεις των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγοι είναι δυνατόν να φέρονται ότι πλήττουν την προσβαλλομένη απόφαση γιατί παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου κανόνα δικαίου, αλλά στην πραγματικότητα, υπό το πρόσχημα ότι κατά την εκτίμηση των αποδείξεων παραβιάστηκε κανόνας δικαίου, να πλήττουν την απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, οπότε οι λόγοι αναίρεσης θα απορριφθούν ως απαράδεκτοι, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ διότι πλήττουν την ανέλεγκτη, περί την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, με την οποία έγινε δεκτή η προβληθείσα ένσταση ιδίας κυριότητας των εναγομένων-αναιρεσιβλήτων και απορρίφθηκε η διεκδικητική αγωγή των αναιρεσειόντων, δέχθηκε, μετ' ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Το επίδικο αγροτεμάχιο βρίσκεται στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου ..., είναι εμβαδού, κατά τον πιο κάτω αναφερόμενο τίτλο κτήσης, ημίσεως (1/2) περίπου στρέμματος, κατά νεώτερη καταμέτρηση 500,43 τμ, με έξι ελαιόδενδρα, και το οποίο (κατά τον ίδιο τίτλο) αγόρασαν οι Β.
Τ., πρώτος ενάγων και Η. Τ., αρχικός δεύτερος ενάγων (που αποβίωσε στις 12-12-2011 και κληρονομήθηκε από τους εξ αδιαθέτου κληρονόμους, την σύζυγό του, Χ. και τα δύο του τέκνα Φ. Τ. και Ν. Τ., όπως προαναφέρθηκε), από τον Δ. Κ., δυνάμει του υπ' αριθ. …42/22-9-1965 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου της τότε συμβολαιογράφου, Μ. Κ., που μεταγράφηκε νόμιμα....
συνορευόμενο (κατά τον τίτλο) γύρωθεν με ιδιοκτησία Μ. Ρ., παλαιά υπόγεια δεξαμενή ύδατος, ελαιόδενδρα και ρουμάνι (ήτοι δάσος), όπως επίσης τούτο εμφαίνεται και στο προσκομιζόμενο μετ' επικλήσεως από τους ενάγοντες, με στοιχεία..... από Μάρτιο του 2002 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού-μηχανικού Ι. Σ., οριοθετούμενο κατ' αυτό βόρεια με ιδιοκτησία Α.
Π. και Λ....., νότια με ιδιοκτησία Ι. Κ....., ανατολικά, με ιδιοκτησία κληρονόμων Λ...., δυτικά με αγροτικό δρόμο και κοινοτική δεξαμενή.... και βορειοδυτικά με κοινοτική δεξαμενή. Στον ανωτέρω δικαιοπάροχό τους (Δ. Κ.) είχε περιέλθει το αγροτεμάχιο αυτό, δυνάμει της υπ' αριθ. 216/27-8-1965 περίληψης κατακυρωτικής έκθεσης πλειστηριασμού ακινήτου, της αυτής ως άνω συμβολαιογράφου, η οποία μεταγράφηκε...., μετά από διενεργηθέντα πλειστηριασμό σε βάρος του οφειλέτη Ε.
Μ. του Α., στον οποίο είχε περιέλθει δυνάμει της υπ' αριθ. …03/28-6-1963 κατακυρωτικής έκθεσης πλειστηριασμού ακινήτου, του συμβολαιογράφου Ε. Π., που μεταγράφηκε νόμιμα περιγραφόμενο ως ελαιοτεμάχιο με εντός αυτού έξι ήμερα ελαιόδενδρα και δύο άγρια, εκτάσεως 1/2 στρέμματος περίπου και συνορευόμενο γύρωθεν με ελαιόδενδρα Μ.
Ρ., στέρνα, δρόμο και αγρούς διαφόρων, κατόπιν πλειστηριασμού που διενεργήθηκε σε βάρος της οφειλέτριας Ε. συζ. Κ. Μ. ή Κ.. Στην τελευταία (απώτερη δικαιοπάροχο των εναγόντων) είχε περιέλθει με το …04/11-1-1954 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Δ. Π., εξ αγοράς από τον πεθερό της Δ. Μ. ή Κ., που περιγράφεται ως ελαιοτεμάχιο με έξι ελαιόδενδρα, εκ των οποίων δύο άγρια και συνορεύει γύρωθεν με ιδιοκτησία Μ.
Ρ., στέρνα, δρόμο και αγρούς διαφόρων. Με βάση τις περιγραφές κατά όρια, έκταση και θέση του αγροτεμαχίου αυτού στις ως άνω συμβολαιογραφικές πράξεις και σύμφωνα με τις προδιαληφθείσες από Μάρτιο 2010 και από Απρίλιο του 2014 εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης των τοπογράφων μηχανικών, αντίστοιχα, Σ. Δ. και Ε. Κ....., αποδεικνύεται σαφώς ότι το ανωτέρω επίδικο ακίνητο (αγροτεμάχιο), εκτάσεως 500,43 τμ, που βρίσκεται στην άνω θέση ("..."), συνορεύει δυτικά με υφιστάμενο αγροτικό δρόμο, που παλαιότερα ήταν μονοπάτι (το οποίο διαπλατύνθηκε σύμφωνα με την 13/1993 απόφαση του Ειρηνοδικείου Ελευσίνας, με παραχώρηση έκτασης παρακείμενων ιδιοκτησιών) και με κοινοτική δεξαμενή ύδατος (στέρνα), που αποτελεί διακριτό, σταθερό και αμετάβλητο γεωμορφολογικό στοιχείο, καθώς επίσης με ιδιοκτησία Ρ., νυν Οικοδομικού Συνεταιρισμού "..." και με ιδιοκτησία Λ.
Επίσης, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία και ιδιαίτερα σύμφωνα με τις αναφερόμενες γνωματεύσεις αμφοτέρων των πραγματογνωμόνων στις εν λόγω εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης τους, το επίδικο αγροτεμάχιο (εμβαδού 500,43 τμ.) αποτελεί τμήμα μείζονος αγροτεμαχίου (ελαιοτεμαχίου), που ταυτοποιείται στην ίδια ως άνω θέση ("..."), εκτάσεως κατά μεν το προσκομιζόμενο μετ' επικλήσεως από τους εναγομένους, από Φεβρουάριο του 1997, τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού, Ι.
Φ., 997,86 τμ., το οποίο εμφαίνεται με στοιχεία.... και οριοθετείται τούτο βόρεια με ιδιοκτησίες Α. Π. και κληρονόμων Λ., επίσης με κοινοτική δεξαμενή και δίοδο πλάτους 1,50μ., ανατολικά με ιδιοκτησία Οικοδομικού Συνεταιρισμού "..." και κληρονόμων Λ., νότια με ιδιοκτησία Ι. Κ. και δυτικά με αγροτική οδό και κοινοτική δεξαμενή (ήτοι το ίδιο ως άνω διακριτό και αμετάβλητο γεωμορφολογικά στοιχείο), κατά δε το προσκομιζόμενο μετ' επικλήσεως από τους ενάγοντες από Μάρτιο του 2002 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού-μηχανικού Ι.
Α. Σ., (εκτάσεως) 959,60 τμ., όπως εμφαίνεται σ' αυτό με τα στοιχεία.... και οριοθετείται ομοίως με το ανωτέρω τοπογραφικό. Το ενιαίο αυτό μείζον ακίνητο (αγροτεμάχιο), αποτελούμενο από τέσσερα επιμέρους συνεχόμενα ακίνητα (αγροτεμάχια) που συνενώθηκαν σε ένα, περιήλθε στον Δ. Φ. του Α., κοινό δικαιοπάροχο των εναγόμενων (Ι.
Κ. και Α. Δ. Φ.) ως εξής: Δυνάμει των υπ' αριθ. ...3/6-5-1980, ...4/6-5-1980, ...5/ 6-5-1980 και ...6/6-5-1980 αγοραπωλητήριων συμβολαίων του συμβολαιογράφου Α. Ρ., που μεταγράφηκαν νόμιμα.... Ειδικότερα ο ίδιος (Δ. Φ.) αγόρασε
α) με το πρώτο συμβόλαιο, από τους Β. Ι. και Λ. Ι., ένα αγροτεμάχιο, έκτασης (κατά τον τίτλο) 347 τμ. με ελαιόδενδρα, που εμφαίνεται στο προσαρτώμενο στο συμβόλαιο αυτό από Απρίλιο του 1980 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Δ. Δ. με στοιχεία..., οριοθετούμενο βόρεια με ιδιοκτησία κληρονόμων Α. Π. και Λ., νότια με ιδιοκτησία Ε. Μ. και των τέκνων της, ανατολικά με ιδιοκτησία συνεταιρισμού "...Σ" και ιδιοκτησία Δ. Ρ. και δυτικά με ιδιοκτησία Παγώνη και με περιοχή ...,
β) με το δεύτερο συμβόλαιο, από την Ε. χήρα Κ. Μ. και τα τέκνα της Δ. Μ., Σ. Κ.-Μ., Α. Σ.-Μ. και 1, ένα αγροτεμάχιο (ελαιοτεμάχιο), έκτασης 320 τμ, που εμφαίνεται στο αυτό ως άνω τοπογραφικό διάγραμμα με τα στοιχεία... και συνορεύει βόρεια με ιδιοκτησία πρώην Β. και Λ. Ι. (ήδη με το αμέσως προαναφερόμενο του ιδίου Δ. Φ.), νότια με ιδιοκτησία Α. Δ., ανατολικά με ιδιοκτησία κληρονόμων Λ. και με ιδιοκτησία Α. Δ. και δυτικά με ιδιοκτησία Τ. Λ.,
γ) με το τρίτο συμβόλαιο, από την Α. Δ. ένα αγροτεμάχιο, έκτασης 178 τμ με δύο ελαιόδενδρα, που εμφαίνεται στο ίδιο ως άνω τοπογραφικό διάγραμμα με τα στοιχεία .... και συνορεύει βόρεια με ιδιοκτησία τέως Μ. (ήδη με το αμέσως προαναφερόμενο του ιδίου του Δ. Φ.), δυτικά με όμοια ιδιοκτησία του Δ. Φ., νοτιοδυτικά με ιδιοκτησία Τ.
Λ., νότια με ιδιοκτησία Π. και ανατολικά με ιδιοκτησία κληρονόμων Λ. και δ) με το τελευταίο συμβόλαιο, από τον Κ. Π. του Η. ένα αγροτεμάχιο με ένα ελαιόδενδρο, έκτασης 103 τμ που συνορεύει βόρεια με ιδιοκτησία πρώην Α. Δ. και ήδη ιδιοκτησίας του Δ. Φ., ανατολικά με ιδιοκτησία κληρονόμων Λ., δυτικά με ιδιοκτησία αγνώστου και νότια με ιδιοκτησία Ι.
Κ.. Εν συνεχεία ο Δ. Φ. πώλησε: Α) στον πρώτο εναγόμενο (Ι. Κ.) ποσοστό 69% εξ αδιαιρέτου των τεσσάρων ως άνω συνεχομένων αγροτεμαχίων (και ήδη συνενωμένων σε ένα μείζον ενιαίο ακίνητο), που αντιστοιχεί σε 674,72 τμ εξ αδιαιρέτου (με δικαίωμα σ' αυτά αποκλειστικής χρήσης), δυνάμει του …60/17-3-1997 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Ε.
Π.-Μ., νόμιμα μεταγραμμένου....., όπως μάλιστα αποτυπώνεται στο προσαρτώμενο στο συμβόλαιο αυτό από Φεβρουάριο του 1997 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Δ. Φ., κατά τα προεκτεθέντα, στο οποίο επιπλέον αποτυπώνεται και η συνολική (ενιαία) έκταση των 977,86 τμ, οριοθετούμενη κατά τα ανωτέρω, με την ιδιαίτερη όμως επισήμανση, ότι το δυτικό όριο αυτής είναι τόσον ο, ήδη διαμορφωθείς από το 1993 και μετά, αγροτικός δρόμος......, όσο και η κοινοτική δεξαμενή, ήτοι το σταθερό και διακριτό στοιχείο για όλους τους άνω τίτλους, και Β) στον δεύτερο εναγόμενο και τέκνο του (Α.
Φ.) το υπόλοιπο ποσοστό των 31% εξ αδιαιρέτου του ως άνω ενιαίου ακινήτου, δυνάμει του υπ' αριθ. 7612/28-11-2000 συμβολαίου γονικής παροχής της ιδίας ως άνω συμβολαιογράφου, νόμιμα μεταγραμμένου, που αντιστοιχεί σε 303,14 τμ εξ αδιαιρέτου (με δικαίωμα σ' αυτά αποκλειστικής χρήσης). Σημειωτέον δε ότι η όποια διαφοροποίηση έχει ανακύψει μεταξύ των προδιαληφθέντων τίτλων κτήσης των εναγομένων και του δικαιοπαρόχου τους (Δ.
Φ.), κατά την περιγραφή των ορίων, των ιδιοκτητών των ομόρων ιδιοκτησιών και τον προσανατολισμό των ανωτέρω ακινήτων τους (ήτοι των ως άνω συνεχομένων τεσσάρων και συνενωθέντων αγροτεμαχίων σε ένα ενιαίο), καθώς και των (εξ αυτού) εν συνεχεία μεταβιβαζόμενων επιμέρους εκτάσεων στους εναγόμενους, δεν αλλάζει ούτε προκαλεί σύγχυση της ταυτότητας αυτών κατά θέση, έκταση και όρια, όπως εμφαίνονται στα συνοδεύοντα τις ως άνω εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης τοπογραφικά διαγράμματα αμφοτέρων των πραγματογνωμόνων, Ε.
Κ. και Σ. Δ., συνταχθέντων μετά από επιτόπια μετάβασή τους στην επίμαχη θέση προς διενέργεια αυτοψίας και από νεώτερες μετρήσεις των ίδιων... Ειδικότερα, στο διάγραμμα του πρώτου τοπογράφου μηχανικού (Ε. Κ.) το μεν ακίνητο (αγροτεμάχιο) του εναγομένου, Ι. Κ., έχει έκταση 669,41 τμ. και αποτυπώνεται με τους περιμετρικά τοποθετημένους αριθμούς....., οριοθετούμενο βόρεια με ιδιοκτησία (αγρούς) κληρονόμων Αν.
Λ. και νυν Μ. Τ., ανατολικά με ιδιοκτησίες συνεταιρισμού "...Σ" (πρώην Ρ.) και Α. Σ., νότια με ιδιοκτησία Α. Φ. - δεύτερου εναγομένου και δυτικά με αγροτικό δρόμο και με υπάρχουσα δεξαμενή κοινοτική (στέρνα), το δε ακίνητο (αγροτεμάχιο) του δεύτερου εναγομένου, Α. Φ., έχει έκταση (289,32 τμ) και εμφαίνεται με του περιμετρικά τοποθετημένους αριθμούς...., οριοθετούμενο βόρεια με την ως άνω ιδιοκτησία του πρώτου εναγόμενου (Ι.
Κ.), ανατολικά με ιδιοκτησία Α. Σ., νότια με ιδιοκτησία Ι. Κ. και δυτικά με αγροτικό δρόμο, οπότε το συνολικό εμβαδόν των δύο αυτών ιδιοκτησιών δηλαδή ως ενιαίο μείζον ακίνητο είναι (669,41 + 289,32 τμ) 958,73 τμ., ενώ όμοια περιγράφονται κατά θέση και όρια τα δύο αυτά ακίνητα (αγροτεμάχια) και στο ως άνω διάγραμμα του (προηγούμενου) τοπογράφου μηχανικού Σ.
Δ., κατά τον οποίο το συνολικό εμβαδόν του ενιαίου αυτού μείζονος ακινήτου είναι (960,26 τμ), παρά τις όποιες αναφερόμενες διαφορές (στον προσανατολισμό, τα ονόματα των ομόρων ιδιοκτητών και στο εμβαδόν) εντόπισε κατά τη σύγκριση των ανωτέρων τίτλων κτήσης τους, με αυτούς (τίτλους) του δικαιοπαρόχου τους (Δ.
Φ.), δίδοντας παράλληλα την επεξήγηση ότι οι προκύπτουσες αυτές διαφορές οφείλονται στο γεγονός ότι η περιγραφή των εκτάσεων στα συμβόλαια τότε γινόταν με κατά προσέγγιση αναφορά του εμβαδού τους, οι όμορες ιδιοκτησίες αναφέρονταν χωρίς προσανατολισμό, ενώ σε άλλα (συμβόλαια) γινόταν λανθασμένα, υπήρχαν επίσης πολλές συνωνυμίες στα ονόματα των ομόρων ιδιοκτητών, στο δε Υποθηκοφυλακείο … χρησιμοποιούσαν ακόμη και "παρατσούκλια" για να εντοπιστεί καλύτερα ο ιδιοκτήτης, πέραν της εμφανιζόμενης μείωσης του εμβαδού εκάστου των προαναφερομένων τεσσάρων συνενωθέντων επιμέρους ακινήτων του δικαιοπάροχου τους Δ.
Φ. (συνακόλουθα και του ενιαίου μείζονος ακινήτου του), εξαιτίας της διαπλάτυνσης και διαμόρφωσης του αρχικού μονοπατιού σε αγροτικό δρόμο το 1993, όπως προαναφέρθηκε, που δημιουργήθηκε με την παραχώρηση εκτάσεων των παρακείμενων ιδιοκτησιών, μεταξύ των οποίων και του προρρηθέντος ενιαίου μείζονος ακινήτου.
Ωστόσο και οι δύο αυτοί πραγματογνώμονες, αφού έλαβαν υπόψη τους, μεταξύ άλλων, όλα τα προαναφερόμενα συμβόλαια των διαδίκων με εκείνα των δικαιοπαρόχων τους, άμεσων και απώτερων, επίσης αυτά (συμβόλαια) που αφορούσαν τις όμορες ιδιοκτησίες των Ι. Κ. και Π. Σ. (πρώην Α. Π.) και εφάρμοσαν τα τοπογραφικά σχεδιαγράμματα που έθεσαν στη διάθεσή τους οι διάδικοι, επιπλέον ο πρώτος εξ αυτών, Στέφανος Δογγούρης, αρκετές αεροφωτογραφίες του ΟΚΧΕ, της Γεωγραφικής Υπηρεσίας Στρατού (ΓΥΣ) και τον αναφερόμενο Ορθοφωτοχάρτη του Υπουργείου Γεωργίας, κατέληξαν στο συμπέρασμα, που δέχεται και το Δικαστήριο, ότι το επίδικο αγροτεμάχιο (που περιλαμβάνεται στους άνω τίτλους των εναγόντων) των 500,43 τμ. (και κατά τη νεώτερη καταμέτρηση από τον εξ αυτών Ε.
Κ. των 501,03 τμ), εμφαινόμενο στο τοπογραφικό διάγραμμα του τελευταίου με τα περιμετρικά αναφερόμενα κεφαλαία αλφαβητικά γράμματα..., βρίσκεται ολόκληρο (ήτοι περιλαμβάνεται) εντός του αγροτεμαχίου που μεταβιβάστηκε στον πρώτο εναγόμενο, Ι. Κ., ενώ δεν ανατρέπονται από κανένα άλλο αποδεικτικό στοιχείο ούτε και από την από Νοέμβριο 2016 έκθεση φωτοερμηνευτικής έρευνας που προσκομίζουν μετ' επικλήσεως οι ενάγοντες, στην οποία αναφέρεται επί λέξει ότι "...το έτος 1980...το έτος 2001 εξακολουθεί να μην διακρίνεται ως γραμμικό στοιχείο επί της αεροφωτογραφίας περιμετρική κατασκευή - τοιχίο που να οριοθετεί την υπό μελέτη ιδιοκτησία (εννοεί την επίδικη έκταση)", καθόσον πράγματι δεν υπήρχε τέτοια κατασκευή - τοιχίο, αφού η περίφραξη (περιμετρικά) του επίμαχου μείζονος ακινήτου (συνακόλουθα και του εντός αυτού συμπεριλαμβανομένου επίδικου εδαφικού τμήματος), όπως πιο κάτω ειδικότερα αναφέρεται, έγινε με συρματόπλεγμα από τον Δ.
Φ. και με βάση τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής δεν αποτυπώνεται σε αεροφωτογραφία, δηλαδή δεν μπορεί ευκρινώς να φωτογραφηθεί από αεροπλάνο. Επιρρωνύονται δε τα ανωτέρω ιδιαίτερα και από την περιγραφή των ορίων στο συνταχθέν σε ανύποπτο χρόνο με αριθ. …106/1997 συμβόλαιο γονικής παροχής αγροτικών ακινήτων του συμβολαιογράφου Α.
Ρ., νόμιμα μεταγεγραμμένου, δυνάμει του οποίου ο Π. Σ. κατέστη κύριος ομόρου ακινήτου (και δη ανατολικά του επίμαχου μείζονος ενιαίου αγροτεμαχίου), έκτασης 391,81 τμ, λόγω παροχής από τον πατέρα του Α. Σ., όπως αναγράφεται με σαφήνεια στην προσκομιζόμενη μετ' επικλήσεως ασκηθείσα από 26-8-2011 αγωγή δουλείας διόδου του ιδίου του Π.
Σ. και στο οποίο (συμβόλαιο) μάλιστα αναφέρεται ρητά ότι, κατά το προσαρτώμενο σ' αυτό από 8-6-1987 τοπογραφικό διάγραμμα του αρχιτέκτονα μηχανικού Δ. Κ., το μεταβιβαζόμενο εν λόγω ακίνητο (αγροτεμάχιο) συνορεύει μεταξύ άλλων επί λέξει "..δυτικά με πλευρά υπό στοιχεία Γ - Δ μέτρων είκοσι έξι (26) με ιδιοκτησία Δ.
Φ., δηλαδή του δικαιοπαρόχου των εναγομένων (βλ. σχετική προσκομιζόμενη αγωγή απευθυνόμενη ενώπιον του Ειρηνοδικείου Ελευσίνας) και όχι με ιδιοκτησία Τ.- εναγόντων, που παρέμεναν άγνωστοι στη επίμαχη περιοχή.... Περαιτέρω αποδείχθηκε από τα ίδια ως άνω μέσα ότι ο δικαιοπάροχος των εναγομένων, Δ. Φ., αμέσως μετά την μεταγραφή των ως άνω τεσσάρων τίτλων κτήσης (συμβολαίων) το έτος 1980, κατέλαβε τη νομή των ομόρων αυτών και συνεχόμενων ακινήτων (αγροτεμαχίων) και άρχισε έκτοτε να τα νέμεται, συνεχώς και αδιαταράκτως, με διάνοια κυρίου, με βάση τους προαναφερόμενους νόμιμους τίτλους (τα με αριθ. ...3/6-5-1980, ...4/6-5-1980, ...5/6-5-1980 και ...6/6-5-1980 αγοραπωλητήρια συμβόλαια και την μεταγραφή τους) που φέρουν όλα τα εξωτερικά για το κύρος τους στοιχεία και με καλή πίστη, έχοντας την πεποίθηση, χωρίς βαριά αμέλεια, ότι κατά την απόκτηση της νομής τους απέκτησε την κυριότητά τους, ασκώντας επ' αυτών, ως ενιαίο πλέον μείζον ακίνητο, φυσικά (και τεχνικά) ενοποιηθέν, όλες τις προσιδιάζουσες στη φύση και τον προορισμό του ακινήτου αυτού (ελαιοτεμάχιο) διακατοχικές πράξεις μέχρι το 1997 που ο ίδιος πώλησε το 69% εξ αδιαιρέτου του μείζονος αυτού ενιαίου ακινήτου στον πρώτο εναγόμενο, Ι.
Κ., όπως προαναφέρθηκε. Ειδικότερα, επισκέπτονταν τακτικά το ακίνητο και το επόπτευε, μάζευε τον ελαιόκαρπο από τα υπάρχοντα εκεί ελαιόδενδρα, φρόντιζε και περιποιούνταν τα δένδρα αυτά, επέτρεπε στον ιδιοκτήτη της προς νότο όμορης ιδιοκτησίας και συγγενή του, Ι. Κ., να εναποθέτει σε τούτο και να αποθηκεύει εν συνεχεία παλαιά αυτοκίνητα, λαμαρίνες και γενικά είδη φανοποιείας, ανέθεσε μαζί με τους πωλητές του στον μηχανικό Δ.
Δ. τη σύνταξη του από Απρίλιο 1980 τοπογραφικού διαγράμματος που προσαρτάται στο πρώτο ως άνω ...3/1980 συμβόλαιο προς διευκρίνιση της θέσης, των ορίων και της έκτασης του μεταβιβαζόμενου, ενώ το 1984 ανέθεσε στον ίδιο ως άνω συγγενή του, Ι. Κ., την περίφραξη με συρματόπλεγμα του επίμαχου ενιαίου πλέον μείζονος ακινήτου (στο οποίο περιλαμβάνονταν ολόκληρο το επίδικο, την οποία (περίφραξη) και εκτέλεσε για λογαριασμό του ο τελευταίος (Ι.
Κ.). Ακολούθως, από το έτος 1997 και μετά βρισκόταν στη νομή του εν λόγω ακινήτου (αγροτεμαχίου) των 667,41 τμ, που είχε δικαίωμα αποκλειστικής χρήσης ο πρώτος εναγόμενος, ο οποίος συνέχισε να την ασκεί με καλή πίστη και με την πεποίθηση του νομέα, μη οφειλόμενη σε βαριά αμέλειά του, ότι με το παραπάνω συμβόλαιο (στο οποίο περιλαμβάνονταν, όπως δικαιολογημένα πίστευε ο ίδιος, κατά όρια το ήδη περιελθόν στην νομή του ακίνητο) και τη μεταγραφή του, απέκτησε την κυριότητά του, ασκώντας επ' αυτού τις ίδιες κατά το πλείστον ως άνω πράξεις, τις προσιδιάζουσες δηλαδή στη φύση και τον προορισμό του ακινήτου αυτού (αγροτεμάχιου) διακατοχικές πράξεις.
Συγκεκριμένα, ανέθεσε ο ίδιος μαζί με τον άνω δικαιοπάροχό του, Δ. Φ., στον πολιτικό μηχανικό Ι. Φ. τη σύνταξη τοπογραφικού διαγράμματος του επίμαχου μείζονος ενιαίου αγροτεμαχίου και των αποτελούντων αυτό τεσσάρων επιμέρους συνεχόμενων τμημάτων (αγροτεμαχίων), φρόντιζε τα υπάρχοντα ελαιόδενδρα, μάζευε τον ελαιόκαρπό τους, επέφερε αδιατάρακτα αλλαγές στην ήδη υπάρχουσα περίφραξη με την κατασκευή τοιαύτης (και με καγκελόπορτα) στο νότιο όριο του άνω τμήματος, που είχε δικαίωμα αποκλειστικής χρήσης και που αντιστοιχούσε στο μεταβιβαζόμενο σ' αυτόν ποσοστό εξ αδιαιρέτου, κατά τα προεκτεθέντα, προκειμένου να διαχωριστεί διακριτά πλέον από το υπόλοιπο τμήμα του ιδίου ως άνω μεγαλύτερου σε έκταση ακινήτου, το οποίο (τμήμα) εν συνεχεία μεταβιβάστηκε εξ αδιαιρέτου κατά τα προεκτεθέντα στον δεύτερο εναγόμενο (Α.
Φ.), ενώ περί το τέλος του 1999, αφού έκοψε ορισμένα ελαιόδενδρα στο βόρειο μέρος, χωρίς καμία διαμαρτυρία τρίτων, ξεκίνησε αποδεδειγμένα τις διαδικασίες ανέγερσης της εξοχικής του οικίας (ισόγειο και πρώτο όροφο) εντός της εν λόγω εδαφικής έκτασης των 667,41 τμ (και συνακόλουθα εντός του επιδίκου τμήματος των 500,43 τμ.), όπως προκύπτει σαφώς από τις προσκομιζόμενες μετ' επικλήσεως από τον ίδιο-πρώτο εναγόμενο από 29-2-2000 έως 9-3-2001 ανακεφαλαιωτικές καταστάσεις εντολών ασφαλίσεως οικοδομικών και τεχνικών εργασιών, επίσης τις οικον.
ετών 2000 και 2001 αποδείξεις είσπραξης (ΙΚΑ-ΕΤΑΜ) στο ΙΚΑ …., καθώς και από το Ε2 έγγραφο της Δ.Ο.Υ οικ. έτους 2001, όπου δηλώθηκαν από τον ίδιο (Ι. Κ.) η ημιτελής τότε οικία του και οι δαπάνες του για τη ρήψη των μπετών. Έτσι, συνεχίστηκαν ανενόχλητα οι εργασίες αποπεράτωσης της οικίας του, μέχρι το έτος 2002, που για πρώτη φορά διαμαρτυρήθηκαν οι ενάγοντες με την άσκηση της με αριθ.
κατ. 10/8-5-2002 αίτησής τους ενώπιον του Ειρηνοδικείου Ελευσίνας, στρεφόμενης κατά του ιδίου (Ι. Κ.-πρώτου εναγομένου) και του δικαιοπαρόχου του Δ. Φ., με την οποίαν ζητούσαν να αναγνωριστούν συννομείς της επίδικης έκτασης των 500,43 τμ λόγω προσβολής της νομής τους από τους καθών, η οποία εν συνεχεία με την εκδοθείσα επ' αυτής 19/2002 απόφαση, απορρίφθηκε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν.
Τα περιστατικά αυτά βεβαιώνει ρητά ο μάρτυρας των εναγομένων, Ι. Κ., στην ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου κατάθεσή του, μετά λόγου γνώσεως και ιδίας αντίληψης, ως ιδιοκτήτης από το 1977 όμορης με το επίδικο ιδιοκτησίας (αγροτεμαχίου) με την εντός αυτού ανεγερθείσα από τον ίδιο κατοικία και ήδη κάτοικος μόνιμος αυτής της περιοχής, την οποία και γνωρίζει, αναφέροντας κατηγορηματικά ότι το επίδικο περιλαμβάνεται σε ευρύτερη έκταση, που αγόρασε ο γαμβρός του Δ.
Φ., ότι την έκταση αυτή (ευρύτερη) για πρώτη φορά την περιέφραξε ο ίδιος για λογαριασμό του τελευταίου από το έτος 1984 με συρματόπλεγμα και ότι αυτός (μάρτυρας) συνέλλεγε για λογαριασμό και πάλι του Δ. Φ. τον ελαιόκαρπο....., ενισχυόμενα και από τις προσκομιζόμενες και μη αμφισβητούμενες φωτογραφίες που απεικονίζουν το επίδικο ακίνητο με την περίφραξη και την εντός αυτού ανεγερθείσα οικία.
Τα ίδια επίσης βεβαιώνει και η μάρτυρας, Γ. συζ. Ι. Κ., στην ως άνω ένορκη βεβαίωσή της, με την εξ ιδίας αντίληψη κατάθεσή της, σύμφωνα με την οποία προσέτι η οικογένεια του Τ. ήταν άγνωστη στην περιοχή και ουδέποτε είχε εμφανιστεί από το έτος 1977, από τότε δηλαδή που η ίδια έχει προσωπική αντίληψη της εν λόγω περιοχής, καθώς επίσης και η μάρτυρας Μ.
Σ. στην ανωτέρω ένορκη βεβαίωσή της..... Τα ανωτέρω περιστατικά επιρρωνύονται επιπρόσθετα: α) από το προσκομιζόμενο μετ' επικλήσεως από τους εναγομένους με αριθ. 93/3-3-1993 πρακτικό δημόσιας συνεδρίασης του Ειρηνοδικείου Ελευσίνας που τηρήθηκε σε δίκη ασφαλιστικών μέτρων, μεταξύ του Π. Σ. και Ι. Κ., όμορων αναντίρρητα ιδιοκτητών, με αντικείμενο την παραχώρηση εδαφικών τμημάτων για τη διαπλάτυνση υφιστάμενου δρόμου (μονοπάτι) στην επίδικη περιοχή …, που να εξυπηρετεί όλες τις υπάρχουσες εκεί ιδιοκτησίες, εκ του οποίου προκύπτει σαφώς ότι κατά τη διενέργεια θεώρησης από την Ειρηνοδίκη, παρευρέθησαν όλοι οι όμοροι ιδιοκτήτες (Δ.
Ρ., Γ. Π., Α. Σ.) και η Ε. Φ. ως εκπροσωπούσα τον σύζυγό της Δ. Φ. και συμφώνησαν από κοινού να παραχωρήσουν τμήματα από τα όμορα ακίνητά τους (αγροτεμάχια) για το σκοπό αυτό, γεγονός που σημαίνει αναμφίβολα ότι και το έτος 1993, οι όμοροι τουλάχιστον ιδιοκτήτες αναγνώριζαν ως γείτονα και ιδιοκτήτη του επίδικου ακινήτου το Δ.
Φ. και όχι τους ενάγοντες, αδελφούς Τ., όπως αβάσιμα υποστηρίζουν οι τελευταίοι, οι οποίοι μάλιστα δεν αποδείχθηκε από κανένα στοιχείο, ούτε και οι ίδιοι άλλωστε επικαλούνται, ότι κλήθηκαν να λάβουν μέρος στην ως άνω διαδικασία, και β) τόσον στην 12480/1987 πράξη αποδοχής κληρονομίας όσο και στο συμβόλαιο με αριθ. 14106/1997 γονικής παροχής που αφορούν την (μεταβιβασθείσα) ιδιοκτησία του Π.
Σ., αναγράφεται ότι συνορεύει αυτή, μεταξύ άλλων, προς δυτικά με ιδιοκτησία Δ. Φ. (δικαιοπαρόχου των εναγόμενων), όπως βεβαιώνεται ρητά σε αμφότερες τις ως άνω εκθέσεις των πραγματογνωμόνων. Τα πραγματικά αυτά περιστατικά δεν αναιρούνται από τις όλως αντιφατικές καταθέσεις των ως άνω μαρτύρων των εναγόντων, που δεν κρίνονται για το λόγο αυτό πειστικές, ενώ ανατρέπονται και από όλα τα λοιπά ως άνω αποδεικτικά στοιχεία έγγραφα ή μαρτυρικές καταθέσεις.
Τουναντίον άλλωστε, δεν αποδείχθηκαν εμφανείς πράξεις φυσικής εξουσίασης δηλαδή νομής από τους τελευταίους, Β. Τ. και Η. Τ., στην επίδικη εδαφική έκταση των 500,43 τμ, την οποία και οι ίδιοι την εντάσσουν στην ως άνω επίδικη θέση, καταρχάς από το έτος 1965 και μετέπειτα, κατά τους ισχυρισμούς αυτών, αλλά ούτε και κατά το επίδικο χρονικό διάστημα ήτοι από το 1980 μέχρι τον ως άνω χρόνο (2002) που άσκησαν το πρώτον ασφαλιστικά μέτρα προσβολής νομής, όπως προαναφέρθηκε, ή τον χρόνο άσκησης (2005) της κρινόμενης διεκδικητικής αγωγής τους.
Ειδικότερα, ο μάρτυρας των τελευταίων (εναγόντων) Γ. Π. εξεταζόμενος στο ακροατήριο του Ειρηνοδικείου Ελευσίνας στις 30-5-2002 σε δίκη, μεταξύ των αυτών διαδίκων, προσβολής νομής (ασφαλιστικών μέτρων), κατέθεσε ότι οι ενάγοντες δεν είχαν περιφράξει το επίδικο ακίνητο (των 500 τμ), ούτε το είχε δει ποτέ περιφραγμένο πριν το Μάρτιο του 2002, ενώ στην ενώπιον του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου κατάθεσή του αναφέρει, εντελώς αντιφατικά.......
Ακόμη ο ίδιος μάρτυρας κατέθεσε ότι "...μέχρι το 2001 τους είδα (εννοεί τους ενάγοντες) εγώ να μαζεύουν ελιές...", γεγονός παντελώς αναληθές, αφού ήδη από τον Ιανουάριο του 2000 αποδεδειγένα, όπως προαναφέρθηκε, ο πρώτος εναγόμενος, Ι. Κ.ς, είχε ήδη ξεκινήσει την ανέγερση της εξοχικής του κατοικίας εντός του επιδίκου......
Εξάλλου από την προαναφερόμενη (6377/2006) ένορκη βεβαίωση του άλλου μάρτυρά τους, Σ. Π., δεν προκύπτει καμία υλική ενέργεια επί του επιδίκου εκ μέρους των εναγόντων, παρά η κατάθεσή του περιορίζεται στη βεβαίωση της ύπαρξης νομίμων τίτλων κυριότητας των τελευταίων (εναγόντων). Ο ίδιος όμως μάρτυρας εξετασθείς στις 29-5-2007 στο ακροατήριο του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου κατέθεσε επί λέξει ότι "...Πράξεις δεν γνωρίζω αν έκαναν (ενν.
οι ενάγοντες)... Υπήρχε παλιά περίφραξη.... δεν θυμάμαι αν υπήρχε πόρτα... Δεν γνωρίζω αν έκανε πράξεις νομής.... Το 1967 - 68 πρώτη φορά πήγα στο επίδικο.... η μια πλευρά ήταν σε δρόμο. Είχε μια πόρτα..." πιο κάτω "...Μου είχε πει μια φορά ότι μάζευε ελιές, αυτό πριν το 1999...Δεν γνωρίζω αν το επισκέπτονταν ο Η.ς (ενν. τον ενάγοντα)..." και συνεχίζει "...Μετά το 1974-1975 δεν πήγαμε πάλι μετά για ελιές, δεν ξέρω μετά αν μάζευε ελιές....".
Οι λοιποί μάρτυρες Θ. Τ. και Σ. Π., γαμβροί του πρώτου ενάγοντα, με τις ως άνω 6378/2006 και 6379/2006 αντίστοιχα ένορκες βεβαιώσεις τους κατέθεσαν ότι....., γεγονότα που, πέραν του ότι είναι παντελώς αντιφατικά με τα όσα καταθέτουν οι ανωτέρω μάρτυρες απόδειξης, όμως και αντικειμενικά είναι αδύνατον να είχαν συμβεί, αφού αποδεδειγμένα, όπως προαναφέρθηκε, οι εργασίες ανοικοδόμησης από τον πρώτο εναγόμενο εντός του επιδίκου είχαν αρχίσει πριν από δύο χρόνια ήτοι από αρχές του 2000, όπως αποδεικνύεται αναμφισβήτητα, από τις προσκομιζόμενες κατά τα ανωτέρω ανακεφαλαιωτικές καταστάσεις ασφαλίσεως που χρονολογούνται από τον Φεβρουάριο του 2000...., ενώ επιπλέον ο πρώτος εξ αυτών μάρτυρας κατέθεσε ότι μέχρι το 2001 υπήρχε ημιτελής περίφραξη του επιδίκου και μάλιστα ότι το βόρειο μέρος του κτήματος δεν ήταν περιφραγμένο, γεγονός βέβαια που έρχεται σε αντίθεση με τις καταθέσεις των προηγουμένων μαρτύρων.
Σε κάθε περίπτωση και ως εκ περισσού αναφέρεται ότι από μόνη της η περιστασιακή επίσκεψη ενός ακινήτου ελευθέρως προσβάσιμου, χωρίς όμως να συνδυάζεται και με άλλες διαρκώς επαναλαμβανόμενες υλικές πράξεις, δεν αρκεί για να στοιχειοθετηθεί διανοία κυρίου νομή, ούτε βέβαια και η δήλωση ενός ακινήτου, για ένα μόνο έτος, στο σχετικό έντυπο της Εφορίας Ε9, όπως παντελώς αβάσιμα υποστηρίζουν οι ενάγοντες, καθόσον τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από 1-1-1997 Έντυπα Ε9 που υπέβαλαν οι ίδιοι στην Δ.Ο.Υ. ..., το έτος 1997, αντίστοιχα, δεν κρίνονται σε κάθε περίπτωση αξιόπιστα, αφού δεν ταυτίζεται ούτε η θέση (στο ένα εξ αυτών αναγράφεται ως θέση του ακινήτου το ...) ούτε και το ποσοστό συγκυριότητας εκάστου των εναγόντων (σε ένα έντυπο αναγράφεται 50% και στο έτερο 33,33 %), με τα αναφερόμενα στην κρινόμενη αγωγή τους, πέραν του ότι δηλώνεται ότι εκκρεμούν γι' αυτό δικαστικές διεκδικήσεις.
Επομένως, ο ανωτέρω δικαιοπάροχος των εναγομένων, Δ. Φ., με τη συμπλήρωση δεκαετούς, συνεχούς και αδιατάρακτης, νομής στο άνω επίμαχο μείζον ενιαίο ακίνητο (των 677,86 τμ ή 669,41 τμ), συνακόλουθα δε και στο επίδικο τμήμα αυτού των 500,43 τμ., δηλαδή από το έτος 1980, που απέκτησε τη νομή, μέχρι το 1997, με διάνοια κυρίου, καλή πίστη και με βάση τα προμνησθέντα τέσσερα....
συμβόλαια (νόμιμοι τίτλοι κτήσης), που φέρουν όλα τα εξωτερικά για το κύρος τους στοιχεία, απέκτησε την κυριότητα αυτού με προσόντα τακτικής χρησικτησίας. Ειδικότερα με βάση τα ανωτέρω αποδείχθηκε ότι ο άνω Δ. Φ. μέχρι το έτος 1997, που μεταβίβασε κατά τα προαναφερθέντα το 69% εξ αδιαιρέτου της ευρύτερης αυτής εδαφικής έκτασης (τμήμα της οποίας αποτελεί η επίδικη κατά τα προεκτεθέντα) στον πρώτο εναγόμενο, Ι.
Κ., είχε ήδη αποκτήσει την κυριότητα του ακινήτου αυτού (μείζονος ακινήτου και του συμπεριλαμβανομένου εντός αυτού επίδικου τμήματος), με τακτική χρησικτησία (πρωτότυπο τρόπο), διότι το νεμόταν διανοία κυρίου με τα ως άνω νόμιμα συμβόλαια, συνεχώς από το χρόνο της μεταγραφής τους (12-5-1980) και μετέπειτα, ήτοι για χρονικό διάστημα πολύ μεγαλύτερο της δεκαετίας (ΑΚ 1041), έχοντας την πεποίθηση, χωρίς βαριά αμέλεια, τόσο κατά το χρόνο της κατάρτισης, όσο και κατά το χρόνο της μεταγραφής των παραπάνω συμβολαίων, ο οποίος ενδιαφέρει, εν προκειμένω (διότι σε κάθε περίπτωση μεταγενέστερη κακή πίστη δεν βλάπτει), ότι οι ως άνω πωλητές των τεσσάρων συνεχόμενων αγροτεμαχίων συνενωθέντων εν συνεχεία σε ένα ενιαίο ακίνητο από τον ίδιο (Δ.
Φ.), ήταν αληθινοί κύριοι αυτών. Ήταν δε καλής πίστης κατά το χρόνο κατάληψης (κτήσης) της νομής του επιδίκου, όπως προαναφέρθηκε, καθώς είχε σε κάθε περίπτωση την άδολη πεποίθηση, η οποία δεν οφείλεται σε βαριά αμέλεια αυτού, ότι με τη μεταγραφή των συμβολαίων αγοράς, νομίμως απέκτησε την κυριότητα των μεταβιβαζόμενων (και περιλαμβανόμενων στους τίτλους αυτούς) επιμέρους συνεχομένων τεσσάρων ακινήτων, συνακόλουθα δε και του δημιουργηθέντος με την συνένωσή τους επίμαχου μείζονος ενιαίου ακινήτου, τα όρια του οποίου βέβαια, ως μη κάτοικος της περιοχής, κατά τον χρόνο κτήσης της νομής, υπέδειξε ο αρμόδιος μεσίτης της περιοχής Σ., όπως ρητά και μετά λόγου γνώσεως βεβαιώνει ο ίδιος ως άνω μάρτυρας των εναγόμενων, Ιω Κ.ς, αλλά και απεικονίζονταν στο ως άνω (από 2/1997) τοπογραφικό διάγραμμα του μηχανικού Ι.
Φ.. Επίσης, κατά το χρόνο άσκησης της κρινόμενης (από 28-5-2005) διεκδικητικής του επίδικου ακινήτου αγωγής, ο πρώτος εναγόμενος είχε ήδη αποκτήσει με τακτική αλλά και έκτακτη χρησικτησία την κυριότητα του εν λόγω ακινήτου (ήτοι των 500,43 τμ), αφού είχε εγκατασταθεί στη νομή του, από το έτος 1997, χρησιμοποιώντας το ακίνητο αυτό σύμφωνα με τον προορισμό του (περίφραξη, ανέγερση οικοδομής εντός αυτού, εντολή σύνταξης τοπογραφικού κλπ), νεμόμενος δηλαδή τούτο με καλή πίστη και διανοία κυρίου με το ως άνω νόμιμο συμβόλαιο (5860/1997), συνεχώς από το χρόνο της μεταγραφής του (31-3-1997) και μετέπειτα, έχοντας επιπλέον και τη συναίνεση του έτερου συγκυρίου Α.
Φ.-δεύτερου εναγομένου, ενώ πριν απ' αυτόν στη νομή του βρίσκονταν ο ανωτέρω δικαιοπάροχός του (Δ. Φ.) από το 1980, με διάνοια κυρίου και καλή πίστη κατά τα προαναφερθέντα, με συνέπεια με την προσμέτρηση και του χρόνου νομής του δικαιοπαρόχου του να έχει συμπληρωθεί στο πρόσωπό του (πρώτου εναγομένου), το έτος 2005, αφενός μεν το χρονικό διάστημα της δεκαετίας (ΑΚ 1041) έχοντας πάντα την πεποίθηση ότι κατά το χρόνο της κατάρτισης, αλλά και κατά το χρόνο της μεταγραφής του άνω συμβολαίου, (σε κάθε περίπτωση, μεταγενέστερη κακή πίστη δεν βλάπτει), ότι ο εν λόγω πωλητής του ήταν αληθής κύριος του μεταβιβαζόμενου ακινήτου (τμήμα του οποίου αποτελούσε το επίδικο) και ότι ταυτίζονταν με αυτό το οποίο νέμονταν, καθόσον ουδέποτε προέβαλλε δικαίωμα κυριότητας άλλος καθ' όλο αυτό το χρονικό διάστημα, αφετέρου δε και ο εικοσαετής χρόνος νομής (άρθρα 1045 και 1051 ΑΚ), δεκτής γενομένης ως ουσιαστικά βάσιμης της παραδεκτά προβληθείσας ένστασης ιδίας κυριότητας των εναγομένων - εφεσιβλήτων, που επαναφέρουν παραδεκτά με τις ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου έγγραφες προτάσεις τους προς αντίκρουση της ασκηθείσας σε βάρος τους αγωγής.
Σημειώνεται δε, πέραν των ανωτέρω και ως εκ περισσού, ότι την κατά τα ανωτέρω καλή πίστη του πρώτου εναγομένου, κατά το χρόνο κτήσης της νομής του επιδίκου ακινήτου (31-3-1997), κατά τον οποίο και πρέπει αυτή να υπάρχει, δεν αίρει η σε βάρος του άσκηση της από 8-5-2002 αίτησης των εναγόντων (ασφαλιστικών μέτρων) προσβολής νομής (ούτε η υποβληθείσα από τον πρώτο ενάγοντα σε βάρος του δευτέρου εναγομένου από 16-5-2002 μήνυση), καθόσον η μεταγενέστερη κακή πίστη δεν βλάπτει τον αποκτώντα (ΑΚ 1044).
Κατά συνέπεια με βάση τα ανωτέρω αποδειχθέντα και αν ακόμη οι ενάγοντες με το προμνησθέν συμβόλαιό τους (242/1965) είχαν θεμελιώσει παράγωγο τρόπο κτήσης κυριότητας επί του επιδίκου ακινήτου, λόγω αγοράς του κατ' ισομοιρίαν από κύριο, απώλεσαν εν συνεχεία το εμπράγματο αυτό δικαίωμα της κυριότητας, δηλαδή καταλύθηκε αυτό με την μεταγενέστερα κτηθείσα από τους εναγομένους κυριότητα επ' αυτού (επιδίκου) με τα προσόντα της τακτικής και έκτακτης χρησικτησίας".
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, σύμφωνα με όσα αναπτύσσονται στη μείζονα σκέψη, δεν παραβίασε ευθέως τις αναφερόμενες σ' αυτήν διατάξεις ουσιαστικού δικαίου (άρθρα 1041, 1042 και 1045 ΑΚ), ενώ διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που στηρίζουν το αποδεικτικό του πόρισμα και καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς το ουσιώδες ζήτημα της δια πρωτοτύπου τρόπου κτήσης της κυριότητας του επιδίκου από τους αρχικούς εναγομένους, οι δε τ' αντίθετα υποστηρίζοντες από τους αριθμούς 1 (πρώτος) και 19 (δεύτερος και τρίτος κατά το σχετικό σκέλος του) του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγοι αναίρεσης είναι αβάσιμοι.
Οι ίδιοι λόγοι, κατά το μέρος που με αυτούς οι αναιρεσείοντες προβάλλουν αιτιάσεις για την εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, για τον συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων, καθώς και για την επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, είναι απαράδεκτοι, διότι πλήττουν την αναιρετικά ανέλεγκτη, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και περί την αποδοχή πραγματικών περιστατικών, κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., κατά τον οποίο επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, ελέγχεται ουσιαστικά αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους.
Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ) που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολόγησης εκάστου και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη. Περαιτέρω, η μη λήψη υπόψη νομοτύπως προταθέντων αποδεικτικών μέσων πρέπει να ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή να αφορά σε ουσιώδη πραγματικό ισχυρισμό που να επιδρά στο διατακτικό της απόφασης (ΟλΑΠ 911/2002).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρόσθετο λόγο της αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, η από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, διότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη, άλλως δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι έλαβε υπόψη, τα με επίκληση προσκομισθέντα από πλευράς εναγόντων έντυπα Ε9 (από 20-3-1997 και 28-3-1997 δηλώσεις στοιχείων ακινήτων), στα οποία φέρεται ότι αμφότεροι δήλωναν το επίδικο ακίνητο ως ανήκον στην περιουσία τους, προκειμένου να αποδείξουν διακατοχική πράξη επιδηλωτική της νομής τους επ' αυτού, ώστε να επιστηρίξουν τον αγωγικό ισχυρισμό τους για την κτήση της κυριότητας τούτου πρωτοτύπως και δη με τακτική και έκτακτη χρησικτησία.
Όπως όμως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία ότι το Εφετείο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, έλαβε υπόψη ως αποδεικτικά μέσα και τα ανωτέρω έγγραφα, εφόσον μάλιστα σ' αυτήν (απόφαση), πέραν του ότι αναφέρεται αυτολεξεί: "..... και από όλα τα έγγραφα, τα οποία καθένας από τους διαδίκους επικαλείται και προσκομίζει νόμιμα, σε μερικά από τα οποία γίνεται ειδική μνεία, χωρίς, πάντως, να παραλείπεται κανένα....", τα, ως άνω, έγγραφα μνημονεύονται ρητά.
Συνεπώς, ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι αβάσιμος. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Εγγραφα, κατά την παραπάνω διάταξη, θεωρούνται τα αναφερόμενα στα άρθρα 339 και 432 επ. Κ.Πολ.Δ. ως αποδεικτικά μέσα, ενώ αντίθετα δεν αποτελούν έγγραφα, η ένδικη αγωγή, οι προτάσεις των διαδίκων και το δικόγραφο της έφεσης (ΑΠ 2013/2013). Ως εκ τούτου, ο τρίτος, κατά το σχετικό σκέλος του, από τους ανωτέρω αριθμό και άρθρο λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες παραπονούνται διότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο των από 9-5-2007 προτάσεων των εναγομένων-αντιδίκων τους, ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, είναι απαράδεκτος. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω πρέπει ν' απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και ο πρόσθετος λόγος αυτής, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρου 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στην αναφερόμενη στο διατακτικό δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, κατά το νόμιμο αίτημά τους (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚπολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Συνεκδικάζει την από 5-9-2017 αίτηση και τον από 5-9-2018 πρόσθετο λόγο των Β. Τ. του Ν., Χ. χήρας Η. Τ., Φ. Τ. του Η. και Ν. Τ. του Η. για αναίρεση της υπ' αριθ. 1677/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης και τον πρόσθετο λόγο της.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσό των δυο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Νοεμβρίου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Φεβρουαρίου 2019.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ