Legislator Case Law & Legislation
189/2017 AI generated

189/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 189/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο και Πέτρο Σαλίχο- Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

189/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Πέτρος Σαλίχος, ανέγνωσε την 21-4-2016 έκθεση του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 189 / 2017 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 189/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο και Πέτρο Σαλίχο- Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 21 Δεκεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας : Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην ...) και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Ιωάννη Αρνέλλο, με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσίβλητων: 1. Δ. Κ. Φ., 2. Τ. συζ. Δ. Φ. και 3. Κ. Δ. Φ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεράσιμο Αλέξανδρο Μαζαράκη

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-12-2010 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Μυτιλήνης.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 125/2011 του ίδιου Δικαστηρίου και 42/2014 του Εφετείου Βορείου Αιγαίου.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν η αναιρεσείουσα με την από 6-8-2015 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Πέτρος Σαλίχος, ανέγνωσε την 21-4-2016 έκθεση του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 1847 παρ. 1 εδ. α’ , 1850, 1857, 140 και 141 του Α.Κ. προκύπτει ότι η αποδοχή της κληρονομίας που συνάγεται από την παραμέληση της προθεσμίας αποποιήσεώς της μπορεί να προσβληθεί από τον κληρονόμο λόγω πλάνης, όταν η αποδοχή που συνάγεται με τον τρόπο αυτόν κατά πλάσμα του νόμου δεν συμφωνεί με τη βούληση του κληρονόμου από ουσιώδη πλάνη, δηλαδή από άγνοια ή εσφαλμένη γνώση της καταστάσεως που διαμόρφωσε τη βούλησή του, όταν αυτή αναφέρεται σε σημείο τόσο σπουδαίο για την αποδοχή της κληρονομίας, ώστε αν ο κληρονόμος γνώριζε την αληθή κατάσταση ως προς το σημείο αυτό δεν θα άφηνε να παρέλθει άπρακτη η προθεσμία της αποποίησης.

Η δε εσφαλμένη αυτή γνώση ή άγνοια που δημιουργεί τη διάσταση μεταξύ βουλήσεως και δηλώσεως, η οποία όταν είναι ουσιώδης θεμελιώνει δικαίωμα προσβολής της δηλώσεως λόγω πλάνης, μπορεί να οφείλεται και σε άγνοια ή εσφαλμένη γνώση των νομικών διατάξεων για την αποδοχή της κληρονομίας (Ολ. Α.Π. 3/1989, ΑΠ 496/2013).

Εξάλλου, ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ. για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο εφαρμόζει τέτοιον κανόνα, του οποίου, ενόψει των πραγματικών παραδοχών του δικαστηρίου, συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής, ή δεν εφαρμόζει κανόνα, του οποίου, ενόψει των ίδιων παραδοχών, δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής, λόγος δε αναιρέσεως με τον οποίο πλήττεται αιτιολογία της απόφασης, η οποία δεν στηρίζει το διατακτικό της, είναι απορριπτέος ως αλυσιτελής, αφού και υπό την εκδοχή της τυχόν βασιμότητάς του δεν οδηγεί στην ανατροπή (αναίρεση) της απόφασης.

Τέλος, ο αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ. δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο διαλαμβάνει στην απόφαση του επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, οι οποίες στηρίζουν το αποδεικτικό του πόρισμα και επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής εφαρμογής των οικείων διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ.898/2015).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε με αυτήν, αναφορικά με την από 17-12-2010 ένδικη αγωγή των αναιρεσιβλήτων κατά της αναιρεσείουσας και της Κ.- Μ. Σ. περί ακυρώσεως, λόγω πλάνης, της αποδοχής της κληρονομίας, που κατά πλάσμα του νόμου θεωρήθηκε ότι έγινε λόγω άπρακτης παρέλευσης της προθεσμίας αποποίησης, τα ακόλουθα: "Ο Ε.

Φ., υιός του πρώτου και της δεύτερης των εναγόντων και αδελφός του τρίτου απ’ αυτούς, κάτοικος εν ζωή Μυτιλήνης, ενεπλάκη σε τροχαίο ατύχημα, που συνέβη στη Μυτιλήνη, στις 5-7-2009, οδηγώντας στην παραλιακή οδό ... με το υπ’ αριθμ. ... ΙΧΕ αυτοκίνητό του, ασφαλισμένο στην 3η εναγομένη ασφαλιστική εταιρία, εξ αιτίας του οποίου επήλθε ο θάνατός του και ο βαρύτατος τραυματισμός της συνεπιβάτιδός του, Κ.-Μ.

Σ., η οποία, έκτοτε, βρίσκεται σε κώμα και τελεί, ήδη, σε καθεστώς πλήρους δικαστικής συμπαράστασης, με δικαστικό συμπαραστάτη τον πατέρα της, Ε. Σ. του Σ., δυνάμει της υπ’ αριθμ. 247/2010 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μυτιλήνης, ενώ το ζημιογόνο αυτοκίνητο καταστράφηκε ολοσχερώς. Στις 15-10-2010, κοινοποιήθηκε στους ενάγοντες η από 30-9-2010 και αρ.

κατ. .../2010 αγωγή της τραυματισθείσας συνεπιβάτιδος, εκπροσωπούμενης από το δικαστικό της συμπαραστάτη, στρεφόμενη εναντίον τους και εναντίον της ασφαλιστικής εταιρίας του αυτοκινήτου τους, τώρα εκκαλούσας, με την οποία αυτή (η παθούσα) αξίωνε την καταβολή συνολικού ποσού 1.616.329 ευρώ, ως αποζημίωση, λόγω του εκ του ατυχήματος τραυματισμού της, ενώ στις 2-12-2010 τους κοινοποιήθηκε η από 2-11-2010 με αρ.κατ..../2010 ανακοίνωση δίκης, προσεπίκληση σε παρέμβαση και παρεμπίπτουσα αγωγή της ασφαλιστικής εταιρίας τους, με την οποία αυτή, στρεφόμενη αναγωγικά κατά των εναγόντων, ως κληρονόμων του αποβιώσαντος υπαιτίου οδηγού, οδηγούντος σε κατάσταση μέθης, επικαλούμενη εξαίρεση από την ασφαλιστική κάλυψη, ζητούσε να υποχρεωθούν οι παρεμπιπτόντως εναγόμενοι, τώρα ενάγοντες, να της καταβάλουν κάθε ποσό, (κεφάλαιο, τόκους, έξοδα και δικαστική δαπάνη), που θα υποχρεωθεί αυτή να καταβάλει στην τραυματισθείσα, ενάγουσα της κυρίας ως άνω αγωγής.

Ο αποβιώσας σε ηλικία 26 ετών υιός και αδελφός των εναγόντων δεν κατέλειπε διαθήκη και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τους ενάγοντες, γονείς και αδελφό του. Οι ενάγοντες, μετά το τραγικό ατύχημα, που στοίχισε τη ζωή του υιού και αδελφού τους, καθώς και το σοβαρό τραυματισμό της συνεπιβάτιδός του, με την οποία τους συνέδεε ιδιαίτερη συναισθηματική σχέση, περιήλθαν, λόγω της αιφνίδιας απώλειας του οικείου τους σε κατάσταση θλίψης και σοβαρού ψυχικού και νευρικού κλονισμού, που άγγιζε τα όρια της νευρικής κατάρρευσης.

Ο 1ος ενάγων, πατέρας, είναι συνταξιούχος εκπαιδευτικός δημοτικού σχολείου, απόφοιτος Παιδαγωγικής Ακαδημίας, ο οποίος μετά την απώλεια του υιού του παρουσίασε διαταραχή αρτηριακής πίεσης και ύπνου, άλγος στη θωρακική χώρα, έλλειψη συγκέντρωσης, χρήση αλκοόλ, ευσυγκινησία στο πλαίσιο καταθλιπτικής διαταραχής, εξ αιτίας της οποίας του χορηγήθηκε αντικαταθλιπτική αγωγή.

Η 2η ενάγουσα, μητέρα, είναι απόφοιτος εξαταξίου Γυμνασίου και συνταξιούχος ασφαλίστρια, η οποία εμφάνισε διαταραχές ύπνου και συγκέντρωσης, υπερευαισθησία και δυσκολία προσαρμογής στην καθημερινότητα, ενώ, παρά τη φαρμακευτική της υποστήριξη, η κατάσταση της δεν βελτιώθηκε. Ο αδελφός του αποβιώσαντος, 3ος ενάγων, είναι απόφοιτος του τμήματος γεωργικών μηχανών και αρδεύσεων της σχολής Τεχνολογίας Γεωπονίας του ...

και είναι άνεργος. Εξαιτίας της αιφνίδιας και τραγικής απώλειας του αδελφού του, αλλά και του ιδιαίτερα επιβαρυμένου και φορτισμένου ψυχικά οικογενειακού κλίματος, βρέθηκε και ο ίδιος σε αδυναμία διαχείρισης της καθημερινότητας, λόγω του έντονου ψυχικού του άλγους, με απόλυτη προτεραιότητα την ανάγκη στήριξης των γονέων του.

Οι ενάγοντες δεν έχουν νομική κατάρτιση, οι, μεν, 1ος και 2η, λόγω των επαγγελμάτων τους, τα οποία δεν συνέχονται με νομική παιδεία, ο, δε, 3ος λόγω και της νεαρής του ηλικίας. Ως εκ τούτου αγνοούσαν την ύπαρξη της προβλεπόμενης από το νόμο τετράμηνης προθεσμίας προς αποποίηση της επαχθείσας σ’ αυτούς κληρονομίας του αποβιώσαντος υιού και αδελφού τους, ο οποίος στερείτο παντελώς περιουσιακών στοιχείων, κατά το χρόνο του θανάτου του, καθώς, επίσης, και το ότι η άπρακτη παρέλευση της προθεσμίας αυτής θα είχε ως συνέπεια να θεωρείται ότι η κληρονομία του έχει γίνει αποδεκτή απ’ αυτούς πολλώ μάλλον, διότι πίστευαν ότι, εφόσον ο αποβιώσας δεν είχε περιουσιακά στοιχεία και οικονομική επαγγελματική δραστηριότητα, δεν υφίστατο ζήτημα κληρονομίας.

Η άγνοιά τους αυτή συνεχίσθηκε μέχρι την 15-10-2010, οπότε τους επιδόθηκε η προαναφερθείσα αγωγή αποζημίωσης, εξ αφορμής της οποίας επισκέφθηκαν δικηγορικό γραφείο και προσέφυγαν σε νομική συμβουλή. Κατ’ αυτόν τον τρόπο παρήλθε άπρακτη η τετράμηνη προθεσμία αποποιήσεως της κληρονομίας του υιού και αδελφού τους και θεωρήθηκε ότι έγινε αποδεκτή απ’ αυτούς, κατά πλάσμα δικαίου.

Ωστόσο, η μη αποποίηση της κληρονομίας εκ μέρους των εναγόντων μέσα στη νόμιμη προθεσμία οφείλεται στην άγνοια των σχετικών διατάξεων του Α.Κ. περί την επαγωγή και κτήση της κληρονομίας, καθώς και των συνεπειών της παραμελήσεως της προθεσμίας. Ειδικότερα, η πλάνη τους συνίστατο, τόσο στο σύστημα της κτήσεως της κληρονομίας, κατά τον Α.Κ., που επέρχεται αμέσως μετά το θάνατο του κληρονομουμένου, όσο και στην άγνοια της υπάρξεως της προθεσμίας του άρθρου 1847 Α.Κ.

προς αποποίηση και της κατά το άρθρο 1850 Α.Κ. νομικής σημασίας της παρόδου της προθεσμίας αυτής άπρακτης. Ως εκ τούτου, η τετράμηνη προθεσμία του άρθρου 1847 Α.Κ. δεν άρχισε για τους ενάγοντες από το θάνατο του οικείου τους, γιατί η άγνοια τους απέκλεισε τη γνώση της επαγωγής της κληρονομίας, άρχισε, δε, την 2-11-2010, με την επίσκεψή τους στο δικηγορικό γραφείο της δικηγόρου Αθηνών Ε.

Π., οπότε και ενημερώθηκαν και πληροφορήθηκαν για τις σχετικές διατάξεις του νόμου περί επαγωγής της κληρονομίας και κατά πλάσμα αποδοχής αυτής και αποποίησης.

Συνεπώς και σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη, ενόψει του ότι οι ενάγοντες βρίσκονταν σε νομική πλάνη, δηλαδή αγνοούσαν τις σχετικές διατάξεις του Α.Κ. για την αποδοχή της κληρονομίας, η οποία ήταν ουσιώδης, διότι αναφέρεται σε σημείο τόσο σπουδαίο για την αποδοχή της κληρονομίας, ώστε, αν γνώριζαν την αληθινή κατάσταση, ως προς το σημείο αυτό, δεν θα άφηναν να παρέλθει άπρακτη η σχετική προθεσμία, η πλασματική αποδοχή της κληρονομίας, η οποία κατά πλάσμα του νόμου θεωρήθηκε ότι έγινε από τους ενάγοντες, λόγω .παρελεύσεως άπρακτης της τετράμηνης προθεσμίας αποποιήσεως, πρέπει να ακυρωθεί.

Η, δε, από 14-12-2010 δήλωση αποποίησης κληρονομίας του αποβιώσαντος οικείου τους, στην οποία προέβησαν οι ενάγοντες μετά την ενημέρωσή τους για τις οικείες νομικές διατάξεις, είναι έγκυρη, ως γενομένη εντός τετραμήνου από της γνώσης των οικείων νομικών διατάξεων. Η αιτίαση της εκκαλούσας εναγομένης ότι η πλάνη των εναγόντων αφορούσε μόνο το παθητικό της κληρονομίας και ως εκ τούτου δεν θεωρείται ουσιώδης, κατά τη διάταξη του άρθρου 1857 παρ.3 ΑΚ ελέγχεται ως αβάσιμη και δεν αναιρεί την παραπάνω κρίση του Δικαστηρίου περί ουσιώδους νομικής πλάνης των εναγόντων αναφορικά με τις σχετικές διατάξεις του Α.Κ.

περί αποδοχής κληρονομίας, καθώς, όπως προαναφέρθηκε, οι ενάγοντες αγνοούσαν παντελώς την περίπτωση, του να υφίσταται κληρονομία, ελλείψει παντελώς περιουσιακών στοιχείων και δικαιωμάτων του 26χρονου ανεπάγγελτου, ακόμη, υιού τους, μόνον ως προς το παθητικό αυτής, καθώς πίστευαν πεπλανημένα, ότι δεν τίθεται ζήτημα κληρονομίας του αποβιώσαντος ελλείψει περιουσιακών στοιχείων.

Η ανωτέρω κρίση του Δικαστηρίου σχετικά με την πλάνη των εναγόντων, συνιστάμενη στην άγνοια των νομικών διατάξεων, δεν ανατρέπεται από το γεγονός ότι η 2η ενάγουσα, μητέρα του αποβιώσαντος, εργαζόταν πριν την συνταξιοδότησή της, ως ασφαλίστρια στην εκκαλούσα - εναγομένη ασφαλιστική εταιρία, καθώς, η απασχόλησή της εκεί και το εργασιακό της αντικείμενο περιοριζόταν στην παρουσίαση και μόνον ασφαλιστικών προγραμμάτων ζωής, πυρός και αυτοκινήτου, στην υπογραφή και προώθησή τους για καταχώρηση, χωρίς περαιτέρω ενασχόληση και εμπλοκή της με το στάδιο των αποζημιώσεων σε περίπτωση επέλευσης της ασφαλιστικής περίπτωσης και δεν αποδυναμώνει την κρίση του Δικαστηρίου για τα προαναφερόμενα γεγονότα και συμπεράσματα.

Ενισχύεται, δε, από το γεγονός ότι, οι ενάγοντες δεν άσκησαν το δικαίωμά τους για αποζημίωση του ολοσχερώς καταστραφέντος αυτοκινήτου τους, παρά το γεγονός ότι ήταν ασφαλισμένο με μικτή ασφάλιση, γεγονός το οποίο καταδεικνύει την ένταση του ψυχικού τους κλονισμού και την αποστασιοποίησή τους από τη διαχείριση των πρακτικών ζητημάτων της καθημερινότητας".

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, με επικύρωση της πρωτοβάθμιας απόφασης, που είχε δεχθεί τα ίδια, έκρινε ότι η ένδικη αγωγή των αναιρεσιβλήτων είναι κατ’ ουσίαν βάσιμη και στη συνέχεια απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, το οποίο δέχθηκε, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ότι οι αναιρεσίβλητοι ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι στη δεύτερη τάξη, κατ’ άρθρο 1814 Α.Κ., του αποβιώσαντος, την 5-7-2009, χωρίς διαθήκη, Ε.

Φ., τέκνου και αδελφού τους αντίστοιχα, δικαιούνται να ζητήσουν για ουσιώδη πλάνη, που οφειλόταν, λόγω των αναφερόμενων σ’ αυτήν συνθηκών, στην άγνοια της υπάρξεως προθεσμίας προς αποποίηση της κληρονομίας και των συνεπειών εκ της παρελεύσεώς της, την ακύρωση της αποδοχής που κατά πλάσμα του νόμου θεωρήθηκε ότι έγινε λόγω παρελεύσεως άπρακτης της προθεσμίας αποποιήσεως, ορθώς τις προαναφερθείσες διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου ερμήνευσε και εφάρμοσε, ενώ διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, ως προς το άνω ουσιώδες ζήτημα της, μη σχετιζόμενης με το κατάχρεο της κληρονομίας, πλάνης των αναιρεσίβλητων, οι οποίες (αιτιολογίες) στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα του δικαστηρίου και επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής εφαρμογής των οικείων, ως άνω, διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου, τις οποίες εφάρμοσε.

Επομένως, είναι αβάσιμος ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης, από τους αριθμούς 1, κατά το πρώτο μέρος του, και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ., με τον οποίο η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται τα αντίθετα. Ο ίδιος λόγος του αναιρετηρίου, κατά το δεύτερο μέρος του και υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ., με τον οποίο οι άνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, περί της πλάνης των αναιρεσιβλήτων ως προς την ύπαρξη ενεργητικού ή παθητικού της κληρονομίας και της συνεπεία τούτου αδράνειας αυτών περί την αποδοχή ή αποποίηση της επαχθείσας σ’ αυτούς κληρονομίας, εμπίπτουν και στο πραγματικό της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 143 Α.Κ., που επικαλείται η αναιρεσείουσα, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, γιατί στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, καθόσον το Εφετείο δεν ασχολήθηκε με την εφαρμογή της διάταξης αυτής, ούτε και ήταν εφαρμοστέα με βάση τις προαναφερόμενες παραδοχές του.- Ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.8 περ.β’ ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το δικαστήριο παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που συνθέτουν την ιστορική βάση και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης, που αφορούν τέτοιους ισχυρισμούς (Ολ.Α.Π. 9/1997, 625/2008, ΑΠ 289/2015). Δεν αποτελούν "πράγματα" και άρα δεν ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναιρέσεως, αν δεν ληφθούν υπόψη, οι ισχυρισμοί που αποτελούν απλή ή αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ενστάσεως καθώς και οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων ή από το νόμο.

Περαιτέρω, δεν θεμελιώνεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε ευθέως για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ.Α.Π.11/1996).

Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από την ως άνω διάταξη πλημμέλεια, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς της : α) ότι δεν υφίσταται διάσταση μεταξύ δήλωσης και βούλησης των αναιρεσιβλήτων, διότι η πραγματική βούλησή τους δεν ήτο η αποποίηση της κληρονομίας του αποβιώσαντος, αφού ουδέποτε ισχυρίσθηκαν πως επιθυμούσαν να αποποιηθούν την επαχθείσα σ’ αυτούς κληρονομία του, β) περί της (δικαστικής) ομολογίας των αναιρεσιβλήτων, πως η βούλησή τους δεν ήτο να αποποιηθούν την άνω κληρονομία και γ) πως η ακύρωση της εκ μέρους των αναιρεσιβλήτων πλασματικής αποδοχής της κληρονομίας του αποβιώσαντος αντιβαίνει την καλή πίστη και η παραδοχή του αποκλείει την ακύρωση της πλασματικής αποδοχής της κληρονομίας σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 144 παρ. 2 Α.Κ.

Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, καθόσον οι προαναφερόμενοι ισχυρισμοί, που συνιστούν άρνηση στον αγωγικό ισχυρισμό των αναιρεσιβλήτων ότι τελούσαν σε ουσιώδη πλάνη, αγνοώντας την ύπαρξη προθεσμίας αποποίησης και τις συνέπειες παρέλευσης άπρακτης αυτής, δεν αποτελούν "πράγμα" υπό την προδιαληφθείσα έννοια.

Παρεκτός του ότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς αυτούς και τους απέρριψε ως αβάσιμους, τους μεν δύο πρώτους, με την παραδοχή του, ότι οι ενάγοντες βρίσκονταν σε νομική πλάνη για την αποδοχή της κληρονομίας, η οποία ήταν ουσιώδης, διότι αναφέρεται σε σημείο τόσο σπουδαίο για την αποδοχή της κληρονομίας, ώστε αν γνώριζαν την αληθινή κατάσταση, ως προς το σημείο αυτό, δεν θα άφηναν να παρέλθει άπρακτη η σχετική προθεσμία, και έτσι η πλασματική αποδοχή της κληρονομίας, η οποία κατά πλάσμα του νόμου θεωρήθηκε ότι έγινε απ’ αυτούς, λόγω παρελεύσεως άπρακτης της τετράμηνης προθεσμίας αποποιήσεως, πρέπει να ακυρωθεί, το δε τρίτο εκ του πράγματος, με την παραδοχή ότι οι ενάγοντες αγνοούσαν παντελώς την περίπτωση να υφίσταται κληρονομία, ελλείψει παντελώς περιουσιακών στοιχείων και δικαιωμάτων του αποβιώσαντος καθώς πίστευαν πεπλανημένα ότι δεν τίθεται ζήτημα κληρονομίας ελλείψει περιουσιακών στοιχείων.

Επομένως, και ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί. Κατ’ ακολουθίαν αυτών, πρέπει η ένδικη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί στο σύνολό της, να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ., που προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 του ν. 4055/2012, παραβόλου και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα, ως ηττηθείσα διάδικος, στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσίβλητων (άρθρα 176, 183 και 191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.-

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 6-8-2015 αίτηση της ..., για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 42/2014 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Βορείου Αιγαίου.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσίβλητων, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Ιανουαρίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 1η Φεβρουαρίου 2017.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ