Legislator Case Law & Legislation
189/2016 AI generated

189/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 189/2016
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 189 / 2016 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 189/2016

Legislator headnote

AI generated

189/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 189 / 2016 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 189/2016

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 189 / 2016 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 189/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου και Εμμανουήλ Κλαδογένη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, στις 12 Οκτωβρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό Οικονομικών που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και εν προκειμένω από τον Προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ. Αλεξανδρουπόλεως, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Ιωάννα Λεμπέση, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.

Του αναιρεσιβλήτου: Μ. Π. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ηλία Κόντο με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 27-10-2006, 6-11-2006, 10-11-2006, 13-11-2006, 13-11-2006 και 16-11-2006 ανακοπές των Μ. Π. (ήδη αναιρεσιβλήτου), "Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε.", "Εγνατίας Τράπεζας Α.Ε.", "Τράπεζας E.F.G. Eurobank Ergasias Α.Ε.", "Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε." (ήδη μη διαδίκων) και Ελληνικού Δημοσίου (ήδη αναιρεσείοντος) αντίστοιχα, που κατατέθηκαν όλες στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου, πλην της δεύτερης που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Ηρακλείου.

Εκδόθηκε η 844/2007 απόφαση του τελευταίου Δικαστηρίου, με την οποία αυτό κηρύχθηκε αναρμόδιο να δικάσει τη διαφορά και την παρέπεμψε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου ως αρμόδιο. Με κλήση του καθ' ου η ανακοπή και ήδη αναιρεσιβλήτου η υπόθεση επαναφέρθηκε για συζήτηση στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου και συνεκδικάστηκε με τις λοιπές πιο πάνω ανακοπές. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 387/2008 του ίδιου Δικαστηρίου και 124/2010 του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί το αναιρεσείον με την από 21-3-2013 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ευφημία Λαμπροπούλου ανέγνωσε την από 2-10-2015 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως έχει ασκηθεί παραδεκτά, αφού δεν νοείται κατάχρηση δικονομικού δικαιώματος, όπως αυτό της ασκήσεως ενδίκου μέσου ούτε συνιστά αποδοχή της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως η άσκηση της υπό κρίση αιτήσεως έξι ημέρες πριν από την εκπνοή της τριετούς προθεσμίας για την άσκησή της και η επίδοση αυτής μετά δύο ακόμη έτη.

Συνεπώς είναι απορριπτέοι οι σχετικοί ισχυρισμοί του αναιρεσιβλήτου που προβλήθηκαν με τις εμπροθέσμως κατατεθείσες προτάσεις του.

Από τις διατάξεις των άρθρων 972 παρ.1 και 974 έως 979 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι με την ανακοπή που ασκείται κατά του πίνακα κατατάξεως προβάλλονται αιτιάσεις που αφορούν στην ορθότητα του πίνακα κατατάξεως, που μπορούν να στηρίζονται είτε στο ουσιαστικό δίκαιο, αναγόμενες στη γένεση ή την ύπαρξη της απαιτήσεως του καθ' ου η ανακοπή η οποία έχει αναγγελθεί είτε στο δικονομικό δίκαιο και αναφέρονται στον προνομιούχο χαρακτήρα και την τάξη της κατατάξεως. Έννομο συμφέρον για άσκηση ανακοπής κατά πίνακα κατατάξεως έχει όποιος αμφισβητεί την ύπαρξη της απαιτήσεως εκείνου κατά του οποίου στρέφει την ανακοπή του ή προβάλλει ότι προηγείται του τελευταίου που κατετάγη στον πίνακα και επιδιώκει την αποβολή εκείνου και την κατάταξη στη θέση του, στρέφεται δε κατά των δανειστών των οποίων προσβάλλεται η κατάταξη. Το δικαστήριο που δικάζει την ανακοπή περιορίζεται μέσα στα όρια του αιτήματος αυτής και ερευνά την προσβαλλόμενη απαίτηση και την κατάταξη του καθ' ου η ανακοπή. Δεδομένου δε ότι η διαδικασία της κατατάξεως είναι ενιαία, όχι όμως και αδιαίρετη, η ισχύς και το δεδικασμένο της αποφάσεως περιορίζεται μεταξύ των διαδίκων και δεν επιδρά στους μη μετασχόντες της δίκης άλλους δανειστές. Αν ευδοκιμήσει η ανακοπή, στο αποδεσμευόμενο ποσό θα καταταγεί ο ανακόπτων, χωρίς να ωφελείται άλλος δανειστής που δεν άσκησε ανακοπή. Στην περίπτωση δε κατά την οποία περισσότεροι του ενός μη καταταγέντες δανειστές βάλλουν δια συνεκδικαζομένων ανακοπών κατά της κατατάξεως του ίδιου δανειστή για την αποβολή του, θα υπολογισθούν οι απαιτήσεις των περισσοτέρων ανακοπτόντων, και αν η απαίτηση του αποβαλλομένου δανειστή δεν καλύπτει το σύνολο των απαιτήσεων των ανακοπτόντων που νικούν, μεταξύ των τελευταίων θα γίνει σύγκριση από το δικαστήριο και προτίμηση των δανειστών εκείνων που έχουν ισχυρότερο προνόμιο ή ανάλογη μεταξύ των ισοβάθμων κατάταξη. Στα πλαίσια της εν λόγω συνεκδικάσεως των περισσοτέρων ανακοπών και της επιβαλλομένης κατά τα ανωτέρω συγκρίσεως των απαιτήσεων των ανακοπτόντων οι οποίες δεν ικανοποιούνται πλήρως δια της αποβολής του καθ' ου η ανακοπή δανειστή, διαμορφώνεται επιγενομένη αναγκαστική ομοδικία μεταξύ των περισσοτέρων ανακοπτόντων (άρθρο 76 παρ.1 περ.δ Κ.Πολ.Δ.) διότι η από την ακύρωση της κατατάξεως του καθ' ου κατάταξή τους επιδέχεται μόνο ενιαία ρύθμιση (Α.Π.175/2011). Εξάλλου κατά το άρθρο 520 παρ.2 Κ.Πολ.Δ. πρόσθετοι λόγοι εφέσεως μπορούν να ασκηθούν μόνο ως προς τα κεφάλαια της αποφάσεως που έχουν προσβληθεί με την έφεση και εκείνα που αναγκαστικά συνέχονται με αυτά. Ως "κεφάλαιο" κατά την έννοια της διατάξεως αυτής νοείται η οριστική διάταξη της αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου με την οποία αυτό αποφάνθηκε για το ορισμένο και παραδεκτό ή και τη βασιμότητα ενός αυτοτελούς αιτήματος για παροχή έννομης προστασίας και οποιασδήποτε κατά του αιτήματος αυτού ενστάσεως (Α.Π.1359/2011). Από τη σαφή διατύπωση της τελευταίας αυτής διατάξεως προκύπτει ότι το παραδεκτό των πρόσθετων λόγων εφέσεως κρίνεται σε σχέση με τα κεφάλαια που έχουν προσβληθεί με την έφεση του ιδίου του ασκούντος τους πρόσθετους λόγους και όχι με τις εφέσεις των τυχόν ομοδίκων του, έστω και αναγκαίων. Στην προκειμένη περίπτωση ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου) συνεκδικάστηκαν οι από 27-10-2006, 6-11-2006, 10-11-2006, 13-11-2006, 13-11-2006 και 16-11-2006 ανακοπές των Μ. Π. (ήδη αναιρεσιβλήτου), "Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε.", "Εγνατίας Τράπεζας Α.Ε.", "Τράπεζας E.F.G. Eurobank Ergasias Α.Ε.", "Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε." (ήδη μη διαδίκων) και Ελληνικού Δημοσίου (ήδη αναιρεσείοντος) αντίστοιχα κατά του 5503/2006 πίνακα κατατάξεως της συμβολαιογράφου Ηρακλείου Μαρίας Βασιλάκη. Με απόφαση του πιο πάνω δικαστηρίου έγινε δεκτή η πρώτη από τις πιο πάνω ανακοπές και απορρίφθηκαν οι λοιπές. Κατά της αποφάσεως αυτής άσκησαν τις από 16-12-2008, 23-12-2008 και 29-12-2008 εφέσεις τους το αναιρεσείον, η "Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε." και η "Τράπεζα E.F.G. Eurobank Ergasias Α.Ε.", αντίστοιχα. Επί πλέον το αναιρεσείον, μετά τη λήξη της προθεσμίας εφέσεως, όπως δεν αμφισβητεί, άσκησε τον από 25-2-2009 πρόσθετο λόγο εφέσεως. Όμως ο λόγος αυτός ήταν απαράδεκτος, δεδομένου ότι με την μεν έφεση επλήττετο η απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου κατά το κεφάλαιό της με το οποίο είχε απορριφθεί η ανακοπή του αναιρεσείοντος, με τον δε πρόσθετο λόγο επλήττετο η απόφαση αυτή κατά το κεφάλαιό της με το οποίο είχε γίνει δεκτή η ανακοπή του αναιρεσιβλήτου. Δεν κατέστη δε παραδεκτός ο πρόσθετος λόγος εφέσεως από το γεγονός ότι η "Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε." με την προαναφερθείσα έφεσή της προσέβαλε την πρωτόδικη απόφαση και κατά το κεφάλαιό της με το οποίο είχε γίνει δεκτή η ανακοπή του αναιρεσιβλήτου, αφού παρά την αναγκαστική ομοδικία μεταξύ αυτής και του αναιρεσείοντος (για το λόγο ότι με τις ανακοπές τους και οι δύο έβαλλαν κατά του κονδυλίου ποσού 24.300 ευρώ που είχε προαφαιρεθεί ως αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου του αναιρεσιβλήτου για τη σύνταξη της επιταγής προς εκτέλεση) το αναιρεσείον δεν μπορούσε να αποκτήσει δικαίωμα ασκήσεως πρόσθετων λόγων για κεφάλαιο της εκκαλουμένης το οποίο δεν είχε προσβάλει με την έφεσή του και δεν συνεχόταν αναγκαστικά με το προσβληθέν, από μόνο το λόγο ότι η ανωτέρω ομόδικός του είχε προσβάλει με τη δική της έφεση το κεφάλαιο αυτό.

Συνεπώς το εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε τον πρόσθετο λόγο εφέσεως του αναιρεσείοντος ως απαράδεκτο για το λόγο ότι δεν αναφερόταν σε κεφάλαιο της εκκαλουμένης που είχε προσβληθεί με την έφεσή του ή σε κεφάλαιο που συνεχόταν αναγκαστικά με αυτό, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ.14 Κ.Πολ.Δ. και γι' αυτό ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο το αναιρεσείον υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.

Κατά το άρθρο 559 αριθ.19 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο: α) οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως ή μνεία ότι αυτή στερείται παντελώς αιτιολογίας, β) ο ισχυρισμός (αγωγικός ή ένσταση κ.λ.π.) και τα περιστατικά που προτάθηκαν προς θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο παρουσιάζεται η έλλειψη, ανεπάρκεια ή αντίφαση, καθώς και η σύνδεσή του με το διατακτικό, αν δεν είναι αυτονόητη, γ) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας μνεία μόνο της ελλείψεως, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία ποια επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη του νομικού χαρακτηρισμού και αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες ποιες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από πού προκύπτει (Ολ.Α.Π.32/1996). Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πιο πάνω πλημμέλεια και συγκεκριμένα ότι με ανεπαρκή αιτιολογία δέχθηκε μόνο εν μέρει το λόγο της ανακοπής του με τον οποίο είχε παραπονεθεί για το ύψος της προαφαιρεθείσης αμοιβής του πληρεξουσίου δικηγόρου του αναιρεσιβλήτου για τη σύνταξη της επιταγής προς εκτέλεση. Για τη θεμελίωση δε του λόγου αυτού παραθέτει μέρος των παραδοχών της προσβαλλομένης επί του ζητήματος αυτού, καθώς και τους προβληθέντες με την έφεσή του ισχυρισμούς του σχετικά με το ίδιο ζήτημα, στη συνέχεια δε εκθέτει κατά λέξη τα εξής: "Το Εφετείο δέχθηκε εν μέρει την έφεσή μας ενώ όφειλε κατ' ορθή ερμηνεία του νόμου και των αποδεικτικών στοιχείων να τη δεχθεί εν όλω. Συνακόλουθα, η προσβαλλόμενη απόφαση με την προπαρατεθείσα παντελώς ανεπαρκή αιτιολογία κατέστη αναιρετέα και για τον στο άρθρο 559 αριθμ.19 ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως". Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος λόγω αοριστίας αφού για τη θεμελίωσή του δεν εκτίθεται σε τι συνίσταται κατά το αναιρεσείον η ανεπάρκεια των αιτιολογιών της προσβαλλομένης και ειδικότερα ποια επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη του νομικού χαρακτηρισμού.

Συνακόλουθα πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου (ο οποίος κατέθεσε προτάσεις) σύμφωνα με το σχετικό αίτημα του τελευταίου (άρθρα 176, 183 και 191 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.), που όμως θα ορισθούν μειωμένα, όπως ορίζεται στο διατακτικό, σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ.1 ν.3693/1957.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 21 Μαρτίου 2013 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 124/2010 αποφάσεως του Εφετείου Κρήτης.

Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Ιανουαρίου 2016.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση την 1η Μαρτίου 2016.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ